Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΒΕΝΕΤΣΙΑΝΟΥ, ΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ ΧΟΛΑΡΓΟΥ

Ένας δημοσιογράφος, στα πλαίσια μιας έρευνας γύρω από το σωφρονιστικό σύστημα, ρώτησε τον διευθυντή των φυλακών:    Γιατί τόσοι άνδρες είναι φυλακισμένοι σε όλα τα ιδρύματα της χώρας;Και ο διευθυντής απάντησε:    Γιατί οι γυναίκες είναι στην Εκκλησία!
Είναι γεγονός αναντίρρητο ότι σε κάθε εποχή οι γυναίκες ήταν κοντά στην Εκκλησία περισσότερο από τους άνδρες. Παρ’ όλ’ αυτά οι γυναίκες -ή τουλάχιστον αρκετές από αυτές- είχαν πάντοτε ορισμένα «παράπονα» για την «μεταχείριση» που η Εκκλησία -και μάλιστα η Ορθόδοξη- έχει επιφυλάξει γι’ αυτές. Πιο συγκεκριμένα, οι γυναίκες προβληματίζονται συνήθως για τούτο: Ο χριστιανισμός θεωρεί τη γυναίκα κατώτερη από τον άνδρα; Τι νόημα έχει εκείνο το «η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα» στο αποστολικό ανάγνωσμα του μυστηρίου του γάμου; Απόρροια του βασικού αυτού προβληματισμού, δύο επιμέρους απορίες:
1.                          Γιατί οι γυναίκες δεν χειροτονούνται Κληρικοί;
2.                          Γιατί δεν επιτρέπεται οι γυναίκες να μπαίνουν στο ’γιον Βήμα;
Θέλω εξ’ αρχής να σημειώσω ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως υποτίμηση της γυναίκας από τον χριστιανισμό. Η Αγία Γραφή -στο βιβλίο της Γενέσεως- ομιλεί για την πλάση του ανθρώπου -ο οποίος αποτελεί την κορωνίδα της θείας δημιουργίας- αποδίδοντας αξιολογική ισότητα και στα δύο φύλα. «Και εποίησεν ο θεός τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς». Η δημιουργική πνοή του Θεού φέρει τον άνθρωπο -άνδρα και γυναίκα- από την ανυπαρξία στην ύπαρξη.
Στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, η γυναίκα υπερυψώνεται σε θέση που ποτέ κανείς άνδρας δεν έφθασε, αφού ο Χριστός έχει μεν μητέρα κατά σάρκα, αλλά όχι και πατέρα! Η χριστιανική διδασκαλία απελευθέρωσε τη γυναίκα από την τυραννία του παλαιού κόσμου, ενώ ο Απόστολος Παύλος ήταν εκείνος που διακήρυξε επίσημα -και μάλιστα σε εποχές που δεν άντεχαν τέτοια «φεμινιστικά» κηρύγματα- πώς «ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού». Η δε φράση του στο αποστολικό ανάγνωσμα του γάμου πρέπει να σχολιασθεί σε σχέση και με όσα προηγούνται και αναφέρονται στις υποχρεώσεις του άνδρα και πάντως αναφέρεται στον σεβασμό και όχι στον φόβο μέσα στον γάμο, αφού «η αγάπη έξω βάλλει τον φόβον».
Η Εκκλησία ανέδειξε μεγάλες Αγίες, που σήμερα τιμώνται από τον λαό μας με ιδιαίτερο σεβασμό και εμπιστεύθηκε στην γυναίκα το σύνολο σχεδόν του κοινωνικού και φιλανθρωπικού της έργου. Προστάτευσε τη γυναίκα και την δικαίωσε. Είναι χαρακτηριστικός στο σημείο αυτό ο σχετικός λόγος του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Στην εποχή του ο νόμος τιμωρούσε μόνο τη γυναίκα -και μάλιστα παραδειγματικά- στην περίπτωση της μοιχείας, ενώ άφηνε τον άνδρα ατιμώρητο. Ο ’γιος ελέγχει δριμύτατα το γεγονός αυτό και αποφαίνεται το κλασσικό πλέον : «’νδρες οι νομοθετούντες, δια τούτο κατά γυναικών η νομοθεσία»!

Γυναίκες και Ιερωσύνη
Έχοντας υπ’ όψιν τα παραπάνω νομίζω ότι εύκολα κανείς μπορεί να συμπεράνει ότι η μη χειροτονία των γυναικών δεν σημαίνει υποτίμηση της γυναίκας. Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι: Γιατί η Εκκλησία δεν χειροτονεί και γυναίκες; Δεν υπάρχει κανένας δογματικός περιορισμός σε αυτό. Θεωρητικά δηλαδή και οι γυναίκες μπορούν να χειροτονηθούν Ιερείς στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αφού καμία απαγόρευση δεν υφίσταται. Ο Κύριος όμως διάλεξε ως μαθητές Του τους 12 εκείνους απλούς κι ολιγογράμματους ψαράδες της λίμνης Γεννησαρέτ και σε αυτούς μετέδωσε το χάρισμα της ιερωσύνης. Οι Απόστολοι με τη σειρά τους το μετέδωσαν στις επόμενες γενιές. Η Εκκλησία μας σεβάστηκε την επιλογή αυτή του Κυρίου και δεν μετέδωσε τη χάρη της ιερωσύνης στις γυναίκες, χωρίς καθόλου αυτό να σημαίνει υποτίμησή τους. Κι εμείς σήμερα μένουμε πιστοί σε μία παράδοση είκοσι αιώνων, που θέλει τον ιερό αυτό θεσμό να διακονείται από άνδρες και που τελικώς έλαβε τον χαρακτήρα Ιερού Κανόνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη χειροτονία γυναικών προχώρησαν οι προτεστάντες, οι οποίοι όμως δεν αναγνωρίζουν την ιερά παράδοση. Εμείς εδώ στην Ορθοδοξία σεβόμαστε την ιερότητα της Παράδοσής μας -που είναι ισόκυρη με την Αγία Γραφή- και τηρούμε με ευλάβεια όσα οι προηγούμενες γενιές των Αγίων Πατέρων μας παρέδωσαν.
Η ιερωσύνη είναι διακονία και όχι αξίωμα, συνεπώς η θέση των Ιερέων είναι υπηρετική και όχι κυριαρχική. Συνεπώς τα ερωτήματα διαμορφώνονται κάπως έτσι : Γιατί να μην συνεχίσουμε να σεβόμαστε αυτήν την παράδοση; Τι έχουμε να κερδίσουμε καταστρατηγώντας την; Τι έχουμε να χάσουμε τηρώντας την;

Οι Γυναίκες στο Ιερό Βήμα
Ένα άλλο ζήτημα αφορά την απαγόρευση εισόδου στο Ιερό Βήμα για τις γυναίκες, ενώ αντίθετα επιτρέπεται στους άνδρες. Η άποψη αυτή είναι εντελώς λανθασμένη! Η Εκκλησία, με συγκεκριμένους κανόνες της, απαγορεύει την είσοδο στο Άγιον Βήμα «εις πάντα λαϊκόν», άνδρα και γυναίκα. Το «Ιερό» -ένα τόπος «φρικτός»- είναι μόνο για τους Κληρικούς, που πρόκειται να προσφέρουν εκεί τη λατρεία προς τον Θεό. Και επιτρέπεται η προσωρινή παραμονή σε αυτό σε κάποιους λαϊκούς, που έχουν ειδικά «διαβασθεί» από τον Επίσκοπο, προκειμένου να βοηθούν τον Ιερέα, π.χ. τα «παπαδάκια», οι νεωκόροι κλπ. Η ευχή αυτή του Επισκόπου μπορεί να διαβασθεί και σε γυναίκες. Έτσι η απαγόρευση εισόδου ισχύει εξίσου και για τους άνδρες και για τις γυναίκες, οι οποίοι πρέπει όλοι να βρίσκονται στον κυρίως Ναό και από εκεί να συμμετέχουν στην λατρευτική πράξη. Αυτή είναι η διδασκαλία και η τάξη της Εκκλησίας μας.
Οι γυναίκες αποτελούν το ζωτικότερο τμήμα του χριστεπωνύμου πληρώματός μας. Κάθε ενορία στηρίζει πολλά στις πλάτες τους. Αλλά κι εκείνες δεν νοιώθουν καθόλου μειονεκτικά. Αντίθετα ζουν και χαίρονται την κάθε προσφορά τους, που γίνεται με πολύ μεράκι και ενθουσιασμό. Αυτή είναι η μοναδικότητα της Εκκλησίας μας, η οποία λιτανεύει σήμερα στον κόσμο μας την σωτηρία και την απολύτρωση που έφερε ο Χριστός για τον άνδρα και τη γυναίκα.

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

ΔΙΑΤΙ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΝΗΝΘΡΩΠΗΣΕ

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (Η΄ αιώνας) είναι από τα πιο πολυμερή πνεύματα που ανέδειξε η ιστορία της Εκκλησίας. Θεολόγος δεινός και ποιητής ευαίσθητος και συγγραφέας ικανός και μουσικός εφευρετικός. Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει κείμενα δογματικά, ερμηνευτικά, ηθικά και αντιρρητικά, πλήθος ομιλιών, αγιολογικές διηγήσεις και ύμνους λειτουργικούς.

Το σημαντικότερο από τα έργα του είναι η Πηγή Γνώσεως, όπου αναπτύσσει σε τρία διακρινόμενα μέρη τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις της χριστιανικής πίστης, τις αποκλίσεις των αιρέσεων και τα δόγματα της Εκκλησίας. Το τρίτο μέρος, η Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως παρουσιάζει σε 100 κεφάλαια ολόκληρο το σύστημα της δογματικής της Ορθοδοξίας. Από τα κεφάλαια αυτά παραθέτουμε το ΙΔ΄, όπως εκδόθηκε από τον Μigne στην Patrologia Graeca, 94, 1105.

Για ποιο λόγο ενανθρώπησε ο Υιός του Θεού και όχι ο Πατήρ ή το Πνεύμα, και ποιες οι συνέπειες της ενανθρώπησης.

Ο Πατήρ δε μεταπίπτει στον Υιό, παραμένει πάντα Πατήρ, ο Υιός δε μεταπίπτει στον Πατέρα, παραμένει πάντα Υιός, το Πνεύμα δε μεταπίπτει στον Πατέρα ή τον Υιό, παραμένει πάντα Πνεύμα άγιο. Η ιδιότητα καθενός προσώπου της Αγίας Τριάδας είναι σταθερή και αμετάβλητη. Πώς, άλλωστε, θα παρέμενε ιδιότητα αν εναλλασσόταν συνεχώς περνώντας κάθε φορά σε άλλο πρόσωπο; Γι' αυτό, ο Υιός του Θεού είναι που γίνεται Υιός του ανθρώπου για να παραμείνει ακριβώς η ιδιότητα αμετακίνητη. Γιατί, όντας Υιός του Θεού, όταν έγινε Υιός του ανθρώπου παίρνοντας σάρκα ανθρώπινη απo την αγία Παρθένο, δεν αλλοτριώθηκε από την υιική του ιδιότητα.

Ο Υιός του Θεού ενανθρώπησε για να χαρίσει ξανά στον άνθρωπο εκείνο για το οποίο δημιουργώντας τον προόρισε. Τον δημιούργησε σύμφωνα με τη δική του εικόνα, διανοητή και ελεύθερο, προορισμένο να του μοιάζει, δηλαδή να ναι, όπως κι ο δημιουργός του, τέλεια ενάρετος, πράγμα κατορθωτό για την ανθρώπινη φύση. Γιατί οι αρετές, δηλαδή η νηφαλιότητα, η ηρεμία, η ακεραιότητα, η αγαθοσύνη, η σοφία, η δικαιοσύνη, η ανεξικακία είναι, πρωταρχικά, γνωρίσματα της θείας φύσης. Ο Θεός, λοιπόν, δημιούργησε τον άνθρωπο σε πλήρη κοινωνία μαζί του (τον δημιούργησε για να μείνει άφθαρτος, τον ανέβασε στην αθανασία με το να τον κρατά κοντά του). Εμείς, όμως, αυτά τα γνωρίσματα της θείας φύσης τα αλλοιώσαμε και τα μπερδέψαμε με την παράβαση της εντολής, και περάσαμε στην παράταξη της κακίας με αποτέλεσμα να χάσουμε την κοινωνία με το Θεό. Τις γαρ μετουσία φωτί προς σκότος; Και όταν πια στερηθήκαμε τη ζωή, πέσαμε στη φθορά του θανάτου.

Επειδή, τώρα, ο Θεός μας πρόσφερε το ύψιστο και δεν το διαφυλάξαμε, χρειάστηκε να κατέβει αυτός στο χείριστο, δηλαδή στη δική μας ξεπεσμένη φύση, ώστε να μας ξαναδώσει, προσφέροντας και ενεργώντας ο ίδιος, την εξομοιωμένη μ΄ αυτόν εικόνα και τον αρχαίο προορισμό. Κι ακόμα να μας διδάξει το ενάρετο ήθος της βιωτής, αυτό το ήθος που ο ίδιος με την επίγεια ζωή του κατέστησε συγκεκριμένο και ευκολοκατόρθωτο. Κι ακόμα να μας ελευθερώσει από τη φθορά φέρνοντάς μας πάλι σε κοινωνία με τη ζωή, με το να ανοίξει ο ίδιος το δρόμο της δικής μας ανάστασης. Και ακόμα να ξανακάνει καινούργιο το θρυμματισμένο κι αγνώριστο κανάτι της ύπαρξής μας, να λύσει τα δεσμά της κυριαρχίας του διαβόλου επάνω μας προσκαλώντας μας να αναγνωρίσουμε την κυριαρχία του Θεού. Και ακόμα να μας γεμίσει κουράγιο και να μας εκπαιδεύσει να πολεμούμε τον τύραννο με την υπομονή και την ταπείνωση.

Με την ενανθρώπηση, λοιπόν, του Υιού του Θεού καταργήθηκε η λατρεία των δαιμόνων, όλη η κτίση αγιάστηκε με το θείο του αίμα, οι βωμοί και οι ναοί των ειδώλων κατεδαφίστηκαν, ρίζωσε η γνώση του Θεού, λατρεύεται πια η ομοούσια Τριάδα, η άκτιστη θεότητα, ο ένας αληθινός Θεός ο δημιουργός και κυβερνήτης του σύμπαντος. Τώρα πια, πάλι, οι αρετές είναι κατορθωτός τρόπος ζωής, προσφέρθηκε η ελπίδα με την ανάσταση του Χριστού, τώρα πια οι δαίμονες τρέμουν τους ανθρώπους που προηγουμένως ήταν του χεριού τους. Και το πράγματι αξιοθαύμαστο, είναι πως όλα αυτά κατορθώθηκαν με το σταυρό και τα πάθη και το θάνατο. Κηρύχθηκε σ΄ όλη τη γη το Ευαγγέλιο της υποταγής στο Θεό, όχι με πολέμους και όπλα και στρατούς που συνέτριβαν εχθρούς. Κηρύχθηκε από λίγους γυμνούς φτωχούς και αγράμματους, που διώχνονταν από παντού, που δέχονταν κτυπήματα, που θανατώνονταν, που κήρυτταν ένα σταυρωμένο και νεκρό, που όμως επικράτησαν απέναντι στους σοφούς και ισχυρούς γιατί ακριβώς τους ακολουθούσε η ακαταμάχητη δύναμη του σταυρωμένου. Ο θάνατος, ο πριν τρομακτικός, νικιέται, και καταδικάζεται τώρα ο απόβλητος και μισητός της ζωής.

Αυτά είναι τα αποτελέσματα της παρουσίας του Χριστού, αυτές είναι οι συνέπειες της επιβολής της δύναμής του. Δεν έσωσε ένα λαό, όπως ο Μωϋσής που φυγάδευσε από την Αίγυπτο τους Εβραίους περνώντας τους μέσα από τη θάλασσα για ν΄ απαλλαγούν από τη δουλεία του Φαραώ. Έσωσε ολόκληρη την ανθρωπότητα από τη φθορά του θανάτου και το γεμάτο κακία τύραννο, την αμαρτία. Και έσωσε τους ανθρώπους όλους, όχι πειθαναγκάζοντάς τους να ασκήσουν την αρετή, όχι παραχώνοντάς τους στο χώμα, όχι καίοντάς τους και διατάσσοντας να λιθοβολούνται οι αμαρτωλοί, αλλά πείθοντάς τους με πραότητα, υπομονή και συγχωρετικότητα να διαλέξουν την αρετή και να συναγωνίζονται στους κόπους γι΄ αυτήν και έτσι να ικανοποιούνται. Προηγουμένως όταν αμάρταναν ετιμωρούντο με κτυπήματα κι όμως επέμεναν στην αμαρτία και την είχαν θεοποιήσει, τώρα υφίστανται κτυπήματα για χάρη της υπακοής στο Θεό για χάρη της αρετής, δέχονται να κακοπάθουν και να θανατώνονται.

Δόξα σε σένα Χριστέ, Λόγε του Θεού και Σοφία και Δύναμη και Θεέ Παντοκράτορα. Τι να σου αντιδωρίσουμε εμείς οι άπραγοι για όλα όσα μας χάρισες; Όλα μας τα΄ χεις δοσμένα εσύ και τίποτ΄ άλλο δε ζητάς από μας παρά να αποδεχτούμε τη σωτηρία που μας πρόσφερες, δίνοντάς μας ακόμα και τη δύναμη για να το κάνουμε. Και την προσπάθειά μας πάλι νιώθεις για χάρη γιατί είσαι απερίγραπτα αγαθός. Σ΄ ευχαριστούμε, εσένα που μας έδωσες την ύπαρξη, μα και μας χάρισες την αιώνια ζωή, εσένα που όταν τη χάσαμε και την αρνηθήκαμε, μας οδήγησες πίσω σ΄ αυτήν με την ενανθρώπησή σου που καμιά γλώσσα δεν τολμά να ερμηνεύσει.

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ

Η άσκηση μέσα στο γάμο…
         Πολλοί σήμερα ισχυρίζονται  ότι ο όρος άσκηση αποτελεί ουτοπία ως προς την εφαρμογή του στις σύγχρονες συνθήκες ζωής και ιδιαίτερα μέσα στο γάμο. Γι΄ αυτό σ’αυτό το τεύχος παρουσιάζουμε ένα άρθρο (συνέντευξη από τον Δρ. Δημήτριο Καραγιάννη, Παιδοψυχίατρο – θεραπευτή οικογένειας) του περιοδικού ΄΄ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ΄΄ που αναφέρεται στο συγκεκριμένο θέμα και αποτελεί προσπάθεια προσέγγισης και προσδιορισμού του ρόλου της άσκησης μέσα στο γάμο .Έχουμε πάντα στο νου ότι σκοπός του ανθρώπου είναι η θέωση και όχι η ηθική αυτάρκεια, η αγιότητα και όχι η χλιαρότητα, η προσπάθεια και όχι η βολή.
            Παρεμβολή: Είναι γνωστό ότι πολλοί έχουμε συνδυάσει τη  λέξη άσκηση με το μοναχό, και αναφερόμαστε στον ασκητή μοναχό. Υπάρχει άσκηση μέσα στον γάμο;
            Απάντηση: Εγώ θα ρωτούσα καλλίτερα: Υπάρχει γάμος χωρίς άσκηση; Αυτό που είναι σημαντικό είναι να δούμε τι εννοούμε όταν λέμε άσκηση, γιατί κινδυνεύουμε, και αυτό είναι τραγικό, να διαστρεβλώσουμε την έννοια της άσκησης κάνοντας μια μηχανιστική μεταφορά της άσκησης του μοναχού στην ζωή των εγγάμων, με συνέπεια να ονομάσουμε ως άσκηση την απουσία του έρωτα. Επομένως εν ονόματι της άσκησης κινδυνεύουμε να αρνηθούμε την ίδια την φύση του γάμου και τότε η τάχα ιδανική κατάσταση θα είναι οι παντρεμένοι να μην είναι παντρεμένοι. Δεν μπορεί η απουσία σχέσης να είναι το ζητούμενο στην σχέση ενός ζευγαριού.
**************************************************
             Η άσκηση στο γάμο είναι η ίδια η αλληλοπεριχώρηση. Η άσκηση των προσώπων αναφέρεται στην προσπάθεια του κάθε συντρόφου να ανακαλύψει τον εαυτό του σε σχέση με το σύντροφό του.
**************************************************
             Η άσκηση στο γάμο έγκειται στο γεγονός ότι ένας άντρας και μια γυναίκα θα βρεθούν μαζί, θα συνυπάρξουν και θα μπορέσουν να αλληλοπεριχωρηθούν. Η άσκηση στον γάμο είναι η ίδια η αλληλοπεριχώρηση.
            Π: Δηλαδή η άσκηση στον μοναχό και η άσκηση στον γάμο, είναι ίδια ως προς τον σκοπ6, αλλά αλλάζει κατά τον τρόπο;
            Απ: Η άσκηση ήταν πάντοτε συνώνυμο της ενδυνάμωσης .Ένας αθλητής ασκείται για να είναι πιο δυνατός. Ασκείται όχι στερούμενος την φύση του, αλλά προσπαθώντας να την αναπτύξει στις μεγαλύτερες δυνατότητές της. Η άσκηση των προσώπων στο γάμο αναφέρεται στην προσπάθεια του κάθε συντρόφου να ανακαλύψει τον εαυτό του σε σχέση με τον σύντροφό του. Ο Σαρτρ είχε πει πολύ σωστά ότι ο άλλος άνθρωπος για μένα είναι κόλαση. Κάθε άνθρωπος που ευρίσκεται πολύ κοντά μας κινδυνεύει να γίνεται η κόλασή μας για τι μας ενοχλεί, μας δυσκολεύει, μας εμποδίζει και περιορίζει τον ζωτικό μας χώρο. Μας εμποδίζει να έχουμε την ατομικότητά μας.
          'Όταν ένα ζευγάρι αποφασίζει να συνυπάρξει και αφεθεί στο αυτονόητο,  θα συμβιβασθεί και θα συνθηκολογήσει, με συνέπεια με την πάροδο του χρόνου να αυξάνεται το παράπονο, η γκρίνια και η μιζέρια στην σχέση. Διαφορετικά το ζευγάρι έχει να υιοθετήσει μια δυναμική στάση εγρήγορσης - άσκησης, ώστε ο σύντροφος να γίνει ευκαιρία να βρεις το γνήσιο πρόσωπό σου. Διαλέγω τον άλλο επειδή είναι διαφορετικός. Δεν μπορεί να υπάρχει ζευγάρι αν ο άλλος σύντροφος δεν είναι διαφορετικός. Στα πλαίσια της συνύπαρξης η διαφορετικότητα με φέρνει αντιμέτωπο με το τι είναι σημαντικό και τι δευτερεύων για μένα.
           Πώς θα σχετιστώ χωρίς να χάσω το πρόσωπό μου, αλλά και χωρίς να μείνω κλειδωμένος στα ατoμικά μου χαρακτηριστικά. Αυτό απαιτεί μια διαρκή αλληλαντίδραση που η επίτευξή της δεν είναι ζήτημα δύο ή τριών χρόνων, αλλά μιας ζωής. Μια ζωντανή σχέση μέσα στον γάμο δημιουργείται μόνο αν κάθε μέλος, προσπαθεί και παλεύει ασκούμενο, να βρίσκει τον τρόπο να αφαιρέσει τα αυτιστικά στοιχεία που τον εμποδίζουν στην κοινωνία με το άλλο πρόσωπο.
           Π: Θα πρέπει δηλ. να ξεπερνιέται η ατομικότητα του προσώπου και το στενό εγωιστικό του συμφέρον; Να πάψει πια ο καθένας να σκέφτεται ατομικά αλλά δυαδικά;
           Απ: Η έννοια του εγωισμού έχει διαστραφεί. Πολλοί χριστιανοί νομίζουν ότι αποφεύγουν τον εγωισμό με το να μην χαίρονται, να μην καμαρώνουν για κάτι που έχουν πετύχει. Θεωρούν ως εγωισμό την ύπαρξη και έκφραση της επιθυμίας και σπαταλούν τεράστιες δυνάμεις για να την αποκριθούν, να την εξαφανίσουν. Στην ουσία ο εγωισμός είναι ένα εμπόδιο στην ζωή μας, αλλά δεν έχει να κάνει καθόλου με τα στοιχεία που ανέφερα. Ο εγωισμός  μας αν θέλετε είναι αυτισμός. Το σύνολο των στοιχείων που σε κλείνουν στον εαυτό σου έτσι ώστε να μην μπορείς να προχωρήσεις υπέρ του εαυτού σου. Για παράδειγμα όταν ένα ατομικό επίτευγμα γίνεται μέτρο σύγκρισης και όχι αφορμή μοιράσματος, με αποτέλεσμα την απομάκρυνση των συντρόφων. Αυτό παθαίνουν όλοι όσοι εμπλέκονται στο σταρ-σύστεμ αφού οι προβολείς της δημοσιότητας φωτίζοντας υπέρμετρα ένα χαρακτηριστικό τους, τους οδηγούν να χάσουν την συνολική τους αίσθηση και τελικά αυτό τους απομονώνει στην αφόρητη ανασφάλεια ενός ψευδούς εαυτού.
          Δεν είναι εγωισμός το να θέλει κανείς να πετύχει στη δουλειά του, στην σχέση του, φτάνει αυτό να μην τον απομονώνει από τον άλλο. Οι ατομικοί στόχοι, είτε καριέρα λέγεται αυτό, είτε ατομική θρησκευτικότητα, διασπούν ύπουλα την σχέση και την βουλιάζουν σε ένα κρυφό εγωισμό που δεν γίνεται αντιληπτός. Το χειρότερο εμπόδιο στην άσκηση, είναι η ψευδαίσθηση της αυτάρκειας και της τελειότητας. O άγιος Ιωάννης της Κλίμακας περιγράφει πολύ καλά το πώς προσπαθώντας να πετύχεις μια αρετή μπορεί να εμπλακείς πολύ χειρότερα σ' ένα άλλο πάθος. Εγωισμός μέσα στον γάμο θα μπορούσε να ήταν το να διαβάζει κανείς θρησκευτικά βιβλία με μεγάλη προσήλωση και να αδιαφορεί για τον σύντροφο που έχει πλάι του. Επομένως ό,τι γίνεται ξεκομμένα από τον σύντροφο, γίνεται ατομικό  χαρακτηριστικό που δεν προάγει την σχέση.
          Π: Ποιο είναι το περιεχόμενο του γάμου; Ti εννοούμε όταν λέμε άσκηση στον γάμο;
         Απ: Το δυνάμωμα των ίδιων των προσώπων. Δεν μπορεί να είναι στόχος του γάμου κάτι έξω από αυτούς. Δεν μπορεί να θέσουμε ως κύριο στόχο τα παιδιά. Η άσκηση στον γάμο είναι να βρεις τον εαυτό σου. Να βρεις την σχέση σου με τον ίδιο τον Θεό. Άσκηση στο γάμο σημαίνει ότι το κάθε πρόσωπο γίνεται περισσότερο σοφό, περισσότερο γνήσιο, περισσότερο ο εαυτός του. Ο καθένας μας γεννιέται έχοντας πολλές ψευδείς φαντασιώσεις για τον εαυτό του. Στη σχέση μας με τους άλλους πραγματικά δοκιμάζεται ποιος είναι ο πραγματικός εαυτός μας. Γίνεσαι πιο πολύ ο εαυτός σου αν σχετιστείς γνήσια. Σήμερα έχει φουντώσει το φαινόμενο των πολλαπλών σχέσεων. Οι άνθρωποι όταν βρεθούν μπροστά στο να διαπραγματευτούν μια δυσκολία παραιτούνται και διακόπτουν την σχέση.          Ουσιαστικά δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν τον εαυτό τους, όχι τον άλλο. Άρα μένουν πάντα οι ίδιοι χωρίς να σχετιστούν και ας έχουν συνάψει πολλαπλές σχέσεις. Γιατί δεν φτάνουν στο σημείο να συναντήσουν τον εαυτό τους.  
           Η ασκητική του γάμου απαιτεί διαρκή προσωπική δουλειά. Γι αυτό δεν αρκεί το χρονικό διάστημα μιας ζωής. Στη διάρκεια του γάμου βρίσκεις και άλλες πλευρές σου. Αλίμονο στο ζευγάρι που στο τέλος της ζωής του θα σχετίζεται με τον ίδιο τρόπο που σχετιζόταν στην αρχή. Αλλάζει ουσιαστικά η σχέση μέσα στον γάμο.
           Ο γάμος δεν αποτελεί απλώς την επισημοποίηση και το σφράγισμα μιας σχέσης που περαιτέρω οδηγείται σε μια στασιμότητα γιατί τότε αυτό θα σήμαινε την απουσία ζωής. Οι άνθρωποι που υπήρξαν πάντα μαζί, αλλά κράτησαν τους ίδιους ρόλους και τον ίδιο τρόπο σχέσης όπως στην αρχή σημαίνει ότι δεν μετουσιώθηκαν, δεν άλλαξαν μέσα στην πορεία του γάμου τους. Δεν ανακάλυψαν τον εαυτό τους. Απλά συνυπήρξαν χωρίς να αγγιχτούν. Στην ασκητική του γάμου παλεύεις με τον σύντροφο σου και με τον εαυτό σου. Όπως αναφέρεται αντίστοιχα στα ασκητικά κείμενα η πάλη με τον Θεό. H πάλη με τον σύντροφο και τον εαυτό σου είναι που αναδεικνύει το πραγματικό πρόσωπό σου.
          Π: Είπατε νωρίτερα ότι ο καθένας μέσα από τον άλλο ανακαλύπτει τον εαυτό του. Όσο δυναμώνει η σχέση του με τον άλλο τόσο ανακαλύτrτει τον εαυτό του. Το ίδιο γίνεται και με το μοναχό στην σχέση του με τον Θεό. Μέσα στον γάμο λοιπόν ο Θεός τι ρόλο παίζει;
          Απ: Ο Θεός δεν έχει ανάγκη να Τον υπερασπιστούμε σαν προϊόν που πρέπει να πουλήσουμε. Δεν πρέπει δηλ. να νοιώθουμε ανασφαλείς, ώστε να πρέπει να Τον διαφημίζουμε. Γι αυτό αναφέρθηκα  στον Σαρτρ ο οποίος περιγράφει τις σχέσεις με ειλικρίνεια, αλλά κατάμαυρες, ανέλπιδες, αφού στερείται τον Θεό. Αν θα μιλήσουμε σε επίπεδο πραγματικότητας, για να υπερβούμε τον εαυτό μας πρέπει να αγγίξουμε τις σκοτεινές πλευρές του εαυτού μας. Αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε μόνοι μας. Χρειαζόμαστε στήριγμα πάνω στο οποίο να πατάμε, που δεν μπορούμε να είμαστε εμείς. Δεν μπορείς από μόνος σου να στηρίζεσαι στον εαυτό σου. Χρειάζεσαι κάπου απ' έξω να πατάς. Αν οι δύο σύντροφοι γίνουν ένα κλειστό σύστημα, τότε όλα τα αρνητικά στοιχεία που αναφέρονται για ένα απομονωμένο άτομο μπορεί να υπάρξουν σε μία σχέση με ψευδοαμοιβαιότητα π.χ. o Νάρκισσος και η Ηχώ. Η Ηχώ επαναλαμβάνει αυτά που θέλει να ακούσει ο Νάρκισσος. Επομένως ενώ εμφανίζονται επιφανειακά ως μια ιδανική σχέση ζευγαριού, στην ουσία υπάρχει απουσία σχέσης. Και αυτό γίνεται γιατί είναι κλεισμένοι ανάμεσα τους και δεν διαθέτουν σημείο αναφοράς πέρα από αυτούς. Είναι μια κλειστή δυαδικότητα ξεκομμένη και από την κοινωνία με τους άλλους ανθρώπους. Όλα είναι ιδανικά, αλλά τίποτα πραγματικό.
             Π: Ο Ι. Χρυσόστομος αναφέρει ότι κι αν ακόμα σε στεναχωρέσει η σύντροφος σου συγχώρεσε την, και αν είναι δύστροπη εσύ φρoντισε να την διορθώσεις με την επιείκεια και την πραότητα. Πολλές φορές όμως αυτό παρερμηνεύεται.
            Απ: Είναι συχνό φαινόμενο να θεωρείται ως άσκηση η ανοχή καταστάσεων τις οποίες οι ίδιοι οι άνθρωποι ενεργοποιούν. Όπως κάποιες μητέρες γκρινιάζουν πόσο τις κουράζουν τα παιδιά τους, αλλά δεν τα έμαθαν να φροντίζουν τον εαυτό τους, το ίδιο στην συζυγική σχέση κινδυνεύουν να κάνουν υπομονή, επειδή θυμώνει ο σύντροφος τους και δεν βλέπουν ότι αυτοί έχουν προκαλέσει τον θυμό του. Επιλέγουν κάποιον με τον οποίο   δεν μπορούν να συνυπάρξουν, απλώς για να μην μείνουν μόνοι. Δημιουργούν βασανιστικές σχέσεις και μετά θεωρούν σαν άσκηση την ανοχή και ζητούν από τον Θεό να τους βοηθήσει ν' αντέξουν. Γνωρίζουν πολύ   καλά κάποια αρνητικά στοιχεία που έχει ο σύντροφός τους από πριν, αλλά αρνούνται να τα δουν, ώστε να έχουν άλλοθι για να υποφέρουν  αργότερα. Αν εσύ λοιπόν υπομένεις το σύμπτωμα το οποίο προκάλεσες, δεν έχει να κάνει με άσκηση αυτό. Διότι σου δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι είσαι ο καλός που αντέχεις τον άλλο, ενώ στην ουσία είσαι αυτός που απομακρύνεται και απoμονώνεται .
  Όταν κάποιος ερωτεύεται, κινδυνεύει να ερωτεύεται την εικόνα του άλλου και όχι τον άλλο. Ο έρωτάς του είναι προς την φαντασίωσή του και όχι προς τον πραγματικό άλλο.
            Γι αυτό επιμένω ότι κύρια έκφραση της άσκησης είναι η χαρά. Χωρίς χαρά δεν υπάρχει άσκηση, απλώς παθητική αποδοχή μιας κατάστασης. Ο Θεός μπορεί να μας δώσει δυνάμεις που να μας πάνε πιο πέρα. Δεν χρειάζεται,  να μας βοηθά να αντέχουμε τα προβλήματα που εμείς δημιουργούμε. Δηλ. δημιουργούμε σταυρούς με δυσλειτουργικές σχέσεις και μετά επικαλούμαστε τον Θεό για να αντέχουμε.
           Π: Είπατε ότι ο άνθρωπος εάν είναι όπως και πριν το γάμο και μετά ατό αυτόν δεν έχει καταφέρει τίποτα. Μετά τον γάμο αλλάζουν πολλά πράγματα;
           Απ: Όταν κάποιος ερωτεύεται, κινδυνεύει να ερωτεύεται την εικόνα του άλλου και όχι τον άλλο. O έρωτάς του είναι προς την φαντασίωσή του και όχι προς τον πραγματικό άλλο. Όμως ο πραγματικός άλλος του την διαλύει. Δεν είναι τότε η εικόνα που είχε φανταστεί. Εδώ είναι που κάποιοι δεν αντέχουν. Όταν χαλάσει η εικόνα του άλλου και αρχίζουν να έρχονται σε σχέση με τον πραγματικό άλλο, τότε αλλάζουν σύντροφο. Είναι ανασφαλείς και αδύνατοι καθώς δεν διαθέτουν την δύναμη να επηρεάζουν την ζωή τους. Ανώριμα ανασφαλή  άτομα που έχουν μάθει μόνο να τα φροντίζουν, με συνέπεια όμως την απώλεια της ελευθερίας τους. Και αυτό που απoτελεί πραγματικά στόχο της άσκησης, είναι να αυξήσουν την δυνατότητα ν' αγαπούν. Όχι απλώς συναισθηματικά, αλλά οντολογικά, υπαρξιακά. Υπάρχουν κάποιοι πραγματικοί σταυροί μέσα στον γάμο. Μια αρρώστια, η γήρανση. Ο άλλος έχει σώμα που όσο και αν το φροντίζει αλλάζει, γερνάει. Αυτό κινδυνεύει ασυνείδητα να εκλαμβάνεται σαν προδοσία και η σχέση καταρρέει αν δεν περιλαμβάνει και άλλα στοιχεία που να την νοηματοδοτούν.
            Στις μέρες μας κυριαρχούν δυο στοιχεία που είναι διαμετρικά αντίθετα προς την άσκηση. Το μοιραίο και το μαγικό. Δηλ. κινδυνεύουμε να αποδεχόμαστε ότι τα πράγματα είναι δοσμένα. Τα πράγματα συμβαίνουν χωρίς εμάς. Είτε το ονομάσουμε γραφτό, είτε κληρονομικότητα, είτε παγκοσμιοποίηση. Και αυτό μας αφαιρεί την ευθύνη. Η προσδοκία εξ άλλου για λύσεις αποτίθεται στο μαγικό, στο ανέξοδο. Πρόκειται για μια ανώριμη παιδική στάση που θεωρεί ότι κάποιοι άλλοι πρέπει να με φροντίσουν. Η άσκηση αποτελεί μια διαμετρικά αντίθετη ενήλικη στάση, όπου αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη της πορείας της ζωής μου, δίχως, να παραβλέπω το πλήθος των αδυναμιών μου.
            Π: Είναι λάθος όταν κανείς λέει αφήσου στο  Θεό; Όλα θα τα λύσει αυτός και πολλές φορές μένουμε απαθείς   περιμένοντας τον από μηχανής Θεό να μας λύσει τα προβλήματα χωρίς  εμείς να συμμετάσχουμε.
           Απ: Αυτό    είναι μία στάση ανθρώπων που θεωρούν το γάμο σαν μια απλή κάλυψη σεξουαλικών αναγκών ή σαν μια κοινωνική αποκατάσταση, που δεν πιστεύουν ότι μπορούν μέσα από τον γάμο να κερδίσουν κάτι πιο σημαντικό για την ζωή τους και ανησυχούν μόνο για το πώς θα τακτοποιηθούν και ζητούν  ένα καθησυχασμό, δηλαδή  εκείνοι που δεν έχουν πάρει ,μια ενήλικη  στάση  ως χριστιανοί  που καλούνται να  αναλάβουν την ευθύνη της πίστης τους και της πνευματικής πορείας τους. Είναι πολύ σημαντικό να προσεύχονται οι νέοι για την σχέση τους που θα έχουν και μάλιστα να ελπίζουν σ' αυτή. Φοβάμαι ότι πολλοί νέοι αυτή την στιγμή δεν ελπίζουν ότι μπορεί να υφίσταται μια μονογαμική σχέση που να είναι και θρεπτική και πικάντικη. Και αν δεν το ελπίζουν, δεν θα το συναντήσουν. Γιατί πολλές φορές οι νέοι ενώ ονειρεύονται για την σχέση τους, όταν φτάνουν στο γάμο παραιτούνται εύκολα και μεταφέρονται στο μοντέλο που έχουν ζήσει στους γονείς τους. Επομένως κινδυνεύουν να μην ελπίζουν σε μια σχέση ζευγαριού που να γίνεται πιο ερωτική με το διάβα του χρόνου. Άρα να προσεύχονται για τη βίωση μιας σχέσης που θα τους επιτρέπει να ζουν ευχαριστηριακά  και να κάνουν και οι ίδιοι τη ζωή τους πιο ερωτική πιο ζωντανή. Αν κάποιος δεν είναι ικανοποιημένος από τη ζωή του τότε δεν μπορεί να προσδοκά ότι όταν θα βρεθεί με ένα σύντροφο , θα αλλάξει η ζωή του μαγικά . Δύο κουρασμένοι και μίζεροι άνθρωποι θα φτιάξουν μια μίζερη κατάσταση. Γιατί όσο περνά ο καιρός οι δυσκολίες αυξάνουν. Εξάλλου αυτό είναι και όρος για να υπάρξει μια καλή ζωή. Σαν τα video-games. Ένα καλό videο game για να σου  δημιουργήσει ενδιαφέρον, πρέπει να αλλάζεις levels  (επίπεδα).' Σε κάθε νέο επίπεδο αυξάνει και ο βαθμός δυσκολίας  που για  να το αντιπαρέλθεις πρέπει να ανακαλύπτεις  πηγές ενέργειας, να διαθέτεις νέα βελτιωμένα όπλα και να αποκτά αυξημένες δεξιότητες, αλλιώς λέει χάνεις ζωή. Δεν μπορώ να φανταστώ μια άσκηση μέσα στο γάμο αν δεν έχει αποτέλεσμα τη χαρά, αν δεν οδηγεί στο να βλέπεις τον σύντροφο σου, τα παιδιά σου και τους άλλους ανθρώπους ως πηγή χαράς. Έτσι είναι και η ασκητική μέσα στον Γάμο. Nα αυξάνεις τα όπλα σου με το διάβα του χρόνου, ώστε να μπορείς να αντιπαρέρχεσαι τα εμπόδια και να μπορείς να ανακαλύπτεις το σύντροφό σου τον εαυτό σου και τελικά το Θεό. Δεν  φαντάζομαι να ανακαλύψεις τον άλλον χωρίς την πηγή της ζωής, τον Θεό. Δεν μπορείς κλεισμένος μέσα στην δική σου αυτάρκεια να βρεις καινούργιους τρόπους ζωής.
          Π: Ισχύει ότι ο γάμος έχει μια προοπτική και θεωρείται πετυχημένος όταν αντικαθιστάς το εγώ με το εμείς;
         Απ: Αν το εγώ είναι το αυτιστικό εγώ, αν δηλ. το εγώ υπάρχει ξεκομμένο από το εμείς, τότε ισχύει. Αν όμως το εμείς σημαίνει την απώλεια της ιδιαιτερότητας του κάθε προσώπου, τότε όχι, δεν ισχύει. Αποτελεί συχνό φαινόμενο να αποφασίζει κάποιος να θυσιάσει την προσωπική του ανέλιξη για χάρη μιας σχέσης και μετά να το, χρεώνει στον άλλον. Όμως η γνήσια αγάπη για τον εαυτό μας δεν έρχεται σε αντίθεση , με Την γνήσια αγάπη προς τον άλλο και επομένως δεν ακινητοποιείται εμπρός σε ψευτοδιλήμματα. Αυτό που πρέπει  να δούμε είναι ότι δεν είναι σωστό  να ενοχοποιείται η επιθυμία, όπως πρεσβεύουν κάποιοι  οι οποίοι εν ονόματι της πίστης έχουν απολέσει Την χαρά της ζωής.  Η επιθυμία είvαι το, σημείο υπέρβασης του εαυτού μας. Όταν ενοχοποιείται η επιθυμία επιτρέπεται το παράπονο και η ανάγκη. Το παράπονο είναι η δυσφορία από την μη εκφρασθείσα και μη ικανοποιηθείσα επιθυμία που λειτουργεί σαν σκουριά και διαβρώνει τα πράγματα H ανάγκη εξάλλου αντιμετωπίζει τον άλλο σαν  αντικείμενο και τον χρησιμοποιεί ενώ η επιθυμία   αναφέρεται  στο πρόσωπό του  του. Η άσκηση δεν είναι στέρηση. Δεν αποτελεί άρνηση της χαράς. Είναι αποδοχή του μόχθου που απαιτείται, αλλά τελικά δυναμώνει και δίνει χαρά. Τελικά σου προσφέρει χαρά, σε χαριτώνει. Δεν μπορώ να φανταστώ μια άσκηση στο γάμο αν δεν έχει αποτέλεσμα την χαρά, αν δεν οδηγεί στο να βλέπεις τον σύντροφό σου, τα παιδιά σου και τους άλλους ανθρώπους ως πηγή χαράς.
Περιοδικό ΄΄ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ΄΄ τεύχος 52
Επιμέλεια του άρθρου για το περιοδικό ΄΄ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ΄΄ την είχε ο  Χαράλαμπος Α. Θεοδώρου Φοιτητής Πολιτικών Ε/Y

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

Ο «ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ» ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Στις 3-4 Φεβρουαρίου 2005 η παπική Ακαδημία Επιστημών, σε συνεργασία με την Παγκόσμια Οργάνωση για την Οικογένεια φιλοξένησαν συνδιάσκεψη στο Βατικανό με θέμα τα «Σημεία του Θανάτου». Το παρόν κείμενο είναι βασισμένο στις εργασίες που υποβλήθηκαν στην παπική Ακαδημία Επιστημών καθώς και στις συζητήσεις που έλαβαν χώρα κατά τη διημερίδα. Η συνδιάσκεψη συνεκλήθη από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β’ με σκοπό την επανεξέταση των σημείων του θανάτου και την επαλήθευση, σε καθαρά επιστημονικό επίπεδο, της εγκυρότητας των εγκεφαλικών κριτηρίων του θανάτου. Σε μήνυμά του προς την Ακαδημία Επιστημών, ο Πάπας δήλωσε το Φεβρουάριο του 2005 ότι η [Καθολική] Εκκλησία υποστηρίζει «την πρακτική της μεταμοσχεύσεως οργάνων από θανόντες» και προειδοποίησε ότι οι μεταμοσχεύσεις είναι αποδεκτές μόνο όταν διεξάγονται με τρόπο «που εγγυάται το σεβασμό προς τη ζωή και τον άνθρωπο».

ΤΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ
Το 1968 τα κριτήρια του Χάρβαρντ για τον καθορισμό του εγκεφαλικού θανάτου δημοσιεύτηκαν στην επιθεώρηση του Αμερικανικού Ιατρικού Συλλόγου με τον τίτλο «Ορισμός του μη αναστρέψιμου κώματος». Αυτό το άρθρο εστερείτο αποδεικτικών στοιχείων, τόσο από πλευράς επιστημονικής έρευνας, όσο και από πλευράς περιπτώσεων ασθενών. Γι’ αυτό και η πλειονότητα των επιστημόνων στη συνδιάσκεψη της Ρώμης δήλωσαν ότι τα κριτήρια του Χάρβαρντ δεν είχαν επιστημονική εγκυρότητα.
Το 2002 δημοσιεύτηκαν τα αποτελέσματα παγκόσμιας έρευνας στη Νευρολογία, σύμφωνα με τα οποία «δεν υπάρχει παγκόσμια ομοφωνία για τα διαγνωστικά κριτήρια» και αναγνωρίζεται η ύπαρξη «άλυτων θεμάτων παγκοσμίως». Πράγματι, μεταξύ 1968 και 1978 κοινοποιήθηκαν τουλάχιστον 30 ανόμοια σετ κριτηρίων, στα οποία έκτοτε έχουν προστεθεί πολύ περισσότερα. Κάθε νέο σετ κριτηρίων τείνει να είναι λιγότερο αυστηρό από τα προηγούμενα και κανένα δεν βασίζεται στην επιστημονική μέθοδο της παρατήρησης και της επαληθεύσιμης υπόθεσης.
Πολλοί ιατροί, οι οποίοι αισθάνονται ότι παραβιάζεται ο Ιπποκρατικός Όρκος με την αποδοχή τόσο διαφορετικών μεταξύ τους κριτηρίων, αισθάνονται την ανάγκη να αποκαλύψουν την πλάνη του «εγκεφαλικού θανάτου», διότι διακυβεύεται η καλή φήμη του ιατρικού επαγγέλματος.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ
Στην παρουσίασή του στην παπική Ακαδημία Επιστημών ο Robert Spaemann, διακεκριμένος καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, παρέθεσε τα λόγια του Πάπα Πίου ΧΙΙ, ο οποίος διακήρυττε ότι «η ανθρώπινη ζωή συνεχίζεται όταν οι βασικές λειτουργίες της εκδηλώνονται, ακόμα και με τη βοήθεια τεχνητών διαδικασιών».
Ο καθηγητής Spaemann επεσήμανε ότι «η επιστήμη δεν προϋποθέτει πλέον τη ‘φυσιολογική’ κατανόηση της ζωής και του θανάτου. Στην πραγματικότητα ακυρώνει τη φυσιολογική ανθρώπινη αντίληψη, ονομάζοντας ‘νεκρά’, ανθρώπινα όντα που γίνεται αντιληπτό ότι ζουν ακόμα. Αυτή η νέα προσέγγιση στον ορισμό του θανάτου, συνέχισε ο Γερμανός επιστήμονας, αντικατοπτρίζει διαφορετικές προτεραιότητες. Δεν είναι πια το όφελος του θνήσκοντος … αλλά τα συμφέροντα άλλων ανθρώπων που ανακηρύττουν νεκρό όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τον άνθρωπο που πεθαίνει …Αυτά τα συμφέροντα δεν είναι τα συμφέροντα του ασθενούς, αφού στοχεύουν στο να τον εξουδετερώσουν ως υποκείμενο των δικών του συμφερόντων το ταχύτερο δυνατόν». Ο καθηγητής Spaemann παρέθεσε ακόμα τα λόγια Γερμανού αναισθησιολόγου: «Οι εγκεφαλικά νεκροί δεν είναι νεκροί, αλλά θνήσκοντες».

ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ
Ο Dr Paul Byrne, νεογνολόγος από το Οχάιο, κατέθεσε: «Όλα τα σημεία ζωής των ‘δοτών’ είναι ακόμα παρόντα πριν τη λήψη των οργάνων, για παράδειγμα : σταθερή θερμοκρασία σώματος και πίεση, η καρδιά χτυπάει, τα ζωτικά όργανα, όπως το συκώτι και τα νεφρά, λειτουργούν και ο δότης αναπνέει με τη βοήθεια αναπνευστήρα». Και συνέχισε: «Μετά τον πραγματικό θάνατο, τα μη διπλά ζωτικά όργανα δεν μπορούν να μεταμοσχευτούν». Αλλά η σημαντική ερώτηση είναι : «είναι ηθικά επιτρεπτό να τερματιστεί μία ζωή για να σωθεί μία άλλη;» «Στην ιατρική προστατεύουμε, διατηρούμε, παρατείνουμε τη ζωή και αναβάλλουμε το θάνατο. Ο στόχος μας είναι να διατηρήσουμε σώμα και ψυχή ενωμένα…Η παρατήρηση της παύσεως της λειτουργίας του εγκεφάλου ή κάποιου άλλου σωμα-τικού οργάνου δεν αποτελεί ένδειξη καταστροφής αυτού του οργάνου, πόσο μάλλον θανάτου».

Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ
Κάποιοι συμμετέχοντες στη συνδιάσκεψη του Φεβρουαρίου υπερασπίστηκαν τη χρήση των κριτηρίων του «εγκεφαλικού θανάτου». Ο Dr Stewart Youngner, από το Πανεπιστήμιο του Οχάιο, παραδέχτηκε ότι οι «εγκεφαλικά νεκροί» δότες είναι ζωντανοί, αλλά ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν θα πρέπει να αποτελεί εμπόδιο για τη λήψη των οργάνων τους. O Dr Conrado Estol, νευρολόγος από το Μπουένος Άιρες, ο οποίος είναι υπέρ της απόκτησης οργάνων για μεταμοσχεύσεις, παρουσίασε ένα δραματικό βίντεο ενός ανθρώπου που είχε διαγνωστεί «εγκεφαλικά νεκρός», ο οποίος προσπάθησε να ανασηκωθεί και να σταυρώσει τα χέρια του· παρόλο που ο Dr Estol διαβεβαίωσε το ακροατήριο ότι ο δότης ήταν πτώμα. Ο Dr Didier Houssin, Γάλλος μεταμοσχευτής, αναγνώρισε τις δυσκολίες που προκύπτουν από τις διαφορές των ποικίλων κριτηρίων του εγκεφαλικού θανάτου. Παρατήρησε ότι «ο θάνατος είναι ιατρικό γεγονός, βιολογική διαδικασία, φιλοσοφικό ζήτημα και επίσης κοινωνικό γεγονός. Είναι δύσκολο για μια κοινωνία να αποδεχτεί ότι ένας άνθρωπος είναι ζωντανός σε έναν τόπο και νεκρός σε κάποιον άλλο». Ο Dr Jean-Didier Vincent υποστήριξε την έννοια του «εγκεφαλικού θανάτου», αλλά ερωτηθείς για την περίπτωση μιας εγκύου που έχει διαγνωστεί «εγκεφαλικά νεκρή» και συνεχίζει -με μηχανική υποστήριξη- την εγκυμοσύνη της, παράγοντας μάλιστα και γάλα για το αγέννητο παιδί της, παραδέχτηκε ότι μπορεί να υπάρχει ελάχιστη ορμονική παραγωγή στον εγκέφαλό της. [δείγμα δηλαδή εγκεφάλου που λειτουργεί]

Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΝΟΙΑΣ
Στην παρουσίασή του στη συνδιάσκεψη ο Dr Cicero Coimbra, κλινικός νευρολόγος στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο στη Βραζιλία, καταδίκασε έντονα τη σκληρότητα της δοκιμασίας της άπνοιας, κατά την οποία αποσύρεται η μηχανική αναπνευστική στήριξη από τον ασθενή μέχρι και 10 λεπτά, ώστε να προσδιοριστεί αν θα αρχίσει αυτός να αναπνέει αυτόνομα. Αυτό αποτελεί μέρος της διαδικασίας που ακολουθείται πριν δηλωθεί ένας ασθενής με εγκεφαλική βλάβη «εγκεφαλικά νεκρός». Ο Dr Coimbra διευκρίνισε ότι αυτή η δοκιμασία εμποδίζει σημαντικά την πιθανή ανάρρωση ενός ασθενούς με εγκεφαλική βλάβη και μπορεί να προκαλέσει ακόμα και το θάνατο. «Ένας μεγάλος αριθμός ασθενών με εγκεφαλική βλάβη, ακόμα και σε βαθύ κώμα, μπορούν να επανέλθουν σε μια φυσιολογική ζωή… Ωστόσο, η δοκιμασία της άπνοιας (η οποία θεωρείται το πιο σημαντικό βήμα για τη διάγνωση του ‘εγκεφαλικού θανάτου’) μπορεί να επιφέρει μη αναστρέψιμη ενδο-κρανιακή διαταραχή της κυκλοφορίας, ή ακόμα και καρδιακή παύση».
Ο Dr Coimbra κατέληξε ότι η δοκιμασία της άπνοιας θα έπρεπε να θεωρείται ανήθικη και να ανακηρυχτεί παράνομη ως μία απάνθρωπη ιατρική διαδικασία. Αν οι συγγενείς πληροφορούνταν για τη σκληρότητα και τον κίνδυνο της διαδικασίας, δήλωσε, οι περισσότεροι θα αρνούνταν να δώσουν τη συγκατάθεσή τους. Ο Dr Yoshio Watanabe, καρδιολόγος από την Ιαπωνία, συμφώνησε λέγοντας ότι αν οι ασθενείς δεν υποβάλλονταν στη δοκιμασία της άπνοιας, θα είχαν 60% πιθανότητα αποκατάστασης στη φυσιολογική ζωή, με έγκαιρη θεραπευτική υποθερμία.
Το ζήτημα της πιθανής ανάρρωσης ασθενών με εγκεφαλική βλάβη απασχόλησε επίσης τον Dr David Hill, Βρετανό αναισθησιολόγο και λέκτορα στο Cambridge. Ο Dr Hill παρατήρησε : «Θα πρέπει να τονιστεί πρώτον ότι κάποιες λειτουργίες, ή τουλάχιστον κάποια δραστηριότητα στον εγκέφαλο, ακόμα συνεχίζονται· και δεύτερον ότι ο μόνος σκοπός που δηλώνεται ένας ασθενής ‘νεκρός’, αντί για ‘θνήσκων’ είναι η απόκτηση βιώσιμων οργάνων για μεταμόσχευση…Η χρήση αυτών των κριτηρίων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ερμηνευτεί ως όφελος για τον ασθενή που πεθαίνει, αλλά μόνον (αντίθετα με τις Ιπποκρατικές αρχές) ως πιθανό όφελος για τον παραλήπτη των οργάνων αυτού του ασθενούς».

«Η ΕΞΑΠΑΤΗΣΗ»
Ο Dr Hill ανέφερε ότι η υιοθέτηση των κριτηρίων του εγκεφαλικού θανάτου έλυσε το παλαιότερο πρόβλημα των αποτυχημένων μεταμοσχευτικών προσπαθειών λόγω της καταστροφής των οργάνων που λαμβάνονταν μετά το θάνατο του ασθενούς, «επιτρέποντας την απόκτηση ζωτικών οργάνων πριν την απόσυρση της μηχανικής υποστήριξης και χωρίς να υπάρχουν οι νομικές συνέπειες που κανονικά θα ακολουθούσαν αυτήν την πρακτική». Ο Dr Hill παρατήρησε ότι η αποδοχή του κόσμου για αυτά τα νέα κριτήρια οφείλεται στη σχετική διαφήμιση, αλλά και στην άγνοια για τις εμπλεκόμενες διαδικασίες. «Δεν γίνεται γενικά αντιληπτό», είπε, «ότι η μηχανική υποστήριξη δεν αποσύρεται πριν ληφθούν τα όργανα· ούτε ότι χρειάζεται κάποια μορφή αναισθησίας στην οποία υποβάλλεται ο δότης κατά τη διάρκεια της εγχείρισης». Όσο όμως αυξάνεται η γνώση των διαδικασιών, επεσήμανε, τόσο η άρνηση των συγγενών για αφαίρεση οργάνων αυξάνεται, όπως για παράδειγμα στη Βρετανία, όπου το ποσοστό άρνησης αυξήθηκε από 30% που ήταν το 1992, σε 44% το 2004. Μάλιστα ο Dr Hill ανέφερε ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχει αυξανόμενη πίεση των πολιτών να υπογράψουν και να έχουν πάντα μαζί τους κάρτες δωρητών που εξουσιοδοτούν τους γιατρούς να χρησιμοποιήσουν τα ζωτικά τους όργανα. Σήμερα μόνο το 19% του πληθυσμού της χώρας έχουν εγγραφεί ως δωρητές οργάνων, αλλά τα έντυπα κυκλοφορίας των οχημάτων, οι αιτήσεις για άδεια οδήγησης, και λοιπά δημόσια έγγραφα έχουν ειδικά «√ κουτάκια» όπου οι πολίτες καλούνται να δώσουν εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή τους· ακόμα και τα παιδιά ενθαρρύνονται να υπογράψουν. Όλα αυτά τα έγγραφα αναφέρουν ότι τα όργανα μπορούν να ληφθούν «μετά το θάνατό μου», αλλά δεν υπάρχει πουθενά ορισμός του τι ορίζεται ως «θάνατος». Η αποδοχή των μεταμοσχεύσεων στηρίζεται στην έλλειψη κατανόησης που έχει ο κόσμος για τη διαδικασία.
Ο επίσκοπος στο Lincoln, Nebraska, ο Fabian Bruskewitz, τόνισε ότι «κανείς αξιοσέβαστος, κατηρτισμένος …θεολόγος δεν έχει πει ότι οι λόγοι του Ιησού “Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού” (Ιω. 15, 13) αποτελούν εντολή ή ακόμα άδεια για συγκατάθεση προς αυτοκτονία ώστε να συνεχιστεί η γήινη ζωή κάποιου άλλου». Ο επίσκοπος παρατήρησε ότι η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει στους γιατρούς να παρακολουθήσουν την εγκεφαλική δραστηριότητα «στα εξωτερικά 1 ή 2 εκατοστά του εγκεφάλου». Και ρωτά: «έχουμε λοιπόν ηθική βεβαιότητα η οποία θα μπορούσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο να θεωρηθεί αποδεικτική, σχετικά με την ύπαρξη, πόσο μάλλον με την παύση της εγκεφαλικής δραστηριότητας;»
Υπό το φως των σημαντικών ερωτημάτων για την εγκυρότητα των κριτηρίων του «εγκεφαλικού θανάτου», ο Καθηγητής Φιλοσοφίας Joseph Seifert υποστήριξε ότι θα πρέπει να επικαλεστούμε την αληθινή και εμφανή ηθική αρχή ότι «ακόμα και μια ελάχιστη λογική αμφιβολία να υπάρχει ότι οι πράξεις μας σκοτώνουν ένα άλλο ανθρώπινο ον, θα πρέπει να απέχουμε από αυτές».

ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ TOY ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Από τη μία πλευρά η Εκκλησία αναγνωρίζει, συνεπής προς την παράδοσή της, ότι η ιερότητα όλης της ανθρώπινης ζωής από τη σύλληψη έως το φυσικό τέλος πρέπει να γίνεται απολύτως σεβαστή και να υποστηρίζεται. Από την άλλη, μια κοσμική κοινωνία τείνει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην ποιότητα ζωής.
Η Καθολική Εκκλησία υπήρξε πάντοτε αντίθετη προς την καταστροφή της ανθρώπινης ζωής πριν τη γέννησή της διαμέσου εκτρώσεως και εξίσου καταδικάζει τον πρόωρο τερματισμό της ζωής ενός αθώου δότη ώστε να παραταθεί η ζωή κάποιου άλλου διαμέσου της μεταμοσχεύσεως μη διπλών ζωτικών οργάνων. «Είναι ηθικώς ανεπίτρεπτο να επέλθει ακρωτηριασμός που θα προκαλέσει την αναπηρία ή ακόμα και το θάνατο ενός ανθρώπου, ακόμα και για να καθυστερήσει ο θάνατος άλλων. Δεν είναι ποτέ θεμιτό να σκοτώσουμε έναν άνθρωπο για να σώσουμε κάποιον άλλον».
«Ούτε μπορούμε να παραμείνουμε σιωπηλοί ενώπιον άλλων ύπουλων, αλλά όχι λιγότερο σοβαρών μορφών ευθανασίας».
«Ο θάνατος ενός ανθρώπου αποτελεί μοναδικό γεγονός, που συνίσταται στην πλήρη διάλυση του ενός και ενιαίου συνόλου που είναι το πρόσωπο. Ο θάνατος είναι το αποτέλεσμα του χωρισμού της ψυχής από το σώμα του ανθρώπου». [Σημείωση : Τα λόγια του Πάπα στις 29/8/2000]
«Η παραδοχή της μοναδικής αξιοπρέπειας του ανθρωπίνου προσώπου έχει μία επιπλέον συνέπεια: τα ζωτικά όργανα που δεν βρίσκονται διπλά στο σώμα μπορούν να αφαιρεθούν μόνο μετά το θάνατο, δηλαδή από το σώμα κάποιου που είναι σίγουρα νεκρός. Αυτή η απαίτηση είναι αυτονόητη, διότι το να ενεργήσουμε διαφορετικά θα σήμαινε σκόπιμα να προκαλέσουμε το θάνατο του δότη για να διαχειριστούμε τα όργανά του». [Σημείωση: Τα λόγια του Πάπα στο 18ο Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Μεταμοσχεύσεων στις 29/8/2000] Ο φυσικός ηθικός νόμος αποκλείει την αφαίρεση προς μεταμόσχευση ζωτικών μη διπλών οργάνων από ένα πρόσωπο που δεν είναι σίγουρα νεκρό. Η δήλωση του «εγκεφαλικού θανάτου» δεν είναι επαρκής ώστε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ένας ασθενής είναι σίγουρα νεκρός. Ούτε είναι επαρκής για να καταλήξουμε σε ηθική βεβαιότητα.
Πολλοί στην ιατρική και επιστημονική κοινότητα ισχυρίζονται ότι τα εγκεφαλικά κριτήρια θανάτου είναι επαρκή για να οδηγηθούμε σε ηθική βεβαιότητα σχετικά με τον ίδιο το θάνατο. Όμως, αυξανόμενες ιατρικές και επιστημονικές αποδείξεις αντικρούουν αυτόν τον ισχυρισμό. Τα νευρολογικά κριτήρια μόνα τους δεν είναι αρκετά για να οδηγήσουν σε ηθική βεβαιότητα σχετικά με το θάνατο, και είναι απολύτως ανίκανα να οδηγήσουν σε απτή βεβαιότητα ότι έχει επέλθει ο θάνατος.
Είναι καταφανές ότι δεν υπάρχει ένα νευρολογικό κριτήριο, κοινό για τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, για να ορίσει το βέβαιο θάνατο. Αλλά χρησιμοποιούνται διαφορετικά σετ νευρολογικών κριτηρίων χωρίς να υπάρχει παγκόσμια ομοφωνία.
Τα νευρολογικά κριτήρια δεν είναι επαρκή για τη δήλωση του θανάτου όταν λειτουργεί το καρδιο-αναπνευστικό σύστημα. Αυτά τα νευρολογικά κριτήρια ελέγχουν την απουσία ορισμένων συγκεκριμένων εγκεφαλικών αντανακλαστικών.
Η δοκιμασία της άπνοιας -η απομάκρυνση της αναπνευστικής στήριξης- διατάσσεται ως μέρος της νευρολογικής διάγνωσης και κατά παράδοξο τρόπο εφαρμόζεται για να διασφαλίσει τη μη αναστρεψιμότητα. Όμως, η δοκιμασία της άπνοιας βλάπτει την έκβαση, ή προκαλεί ακόμα και το θάνατο, σε ασθενείς με βαριά εγκεφαλική βλάβη.
Υπάρχουν συντριπτικές ιατρικές και επιστημονικές αποδείξεις ότι η πλήρης και μη αναστρέψιμη παύση όλης της εγκεφαλικής δραστηριότητας (στον εγκέφαλο, στην παρεγκεφαλίδα και στο στέλεχος του εγκεφάλου) δεν αποτελεί απόδειξη θανάτου. Η πλήρης παύση της εγκεφαλικής δραστηριότητας δεν μπορεί να αξιολογηθεί επαρκώς. Η μη αναστρεψιμότητα αποτελεί πρόγνωση και όχι γεγονός υποκείμενο σε ιατρική παρατήρηση.
Η διάγνωση του θανάτου με νευρολογικά κριτήρια μόνο, αποτελεί θεωρία και όχι επιστημονικό γεγονός. Δεν αρκεί για να εξαλειφθεί η υπόθεση ύπαρξης ζωής.
Κανένας απολύτως νόμος δεν πρέπει να προσπαθεί να καταστήσει θεμιτό αυτό που είναι εγγενώς κακό. «Επαναλαμβάνω για άλλη μια φορά ότι ένας νόμος που παραβιάζει το φυσικό δικαίωμα ενός ανθρώπου στη ζωή είναι άδικος και, ως τέτοιος, δεν είναι έγκυρος ως νόμος. Για αυτό το λόγο κάνω επείγουσα έκκληση σε όλους τους πολιτικούς αρχηγούς να μην περνούν νόμους, οι οποίοι, αψηφώντας την αξιοπρέπεια του ανθρωπίνου προσώπου, υποσκάπτουν το ίδιο το οικοδόμημα της κοινωνίας».
Ο τερματισμός μιας αθώας ζωής αναζητώντας τη σωτηρία μιας άλλης, όπως στην περίπτωση της μεταμόσχευσης μη διπλών ζωτικών οργάνων, δεν μετριάζει το κακό της αφαίρεσης μιας αθώας ανθρώπινης ζωής. Το κακό δεν πρέπει να γίνεται, ακόμα και όταν μπορεί να προκύψει καλό από αυτό.

ΟΙ ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ:

01. J.A. Armour, ιατρός, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Sacred Heart, Montreal, Quebec.
02. Fabian Bruskewitz, επίσκοπος στο Lincoln, Nebraska
03. Paul A. Byrne, πρώην πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Καθολικών, Αμερική.
04. Pilar Mercado Calva, καθηγητής, Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Anahuac, Μεξικό.
05. Cicero G. Coimbra, καθηγητής Κλινικής Νευρολογίας, Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο Σάο Πάολο, Βραζιλία.
06. William F. Colliton, συντ. καθηγητής Μαιευτικής και Γυναικολογίας, Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου George Washington , Virginia.
07. Joseph C. Evers, κλινικός ιατρός, αναπληρωτής καθηγητής Παιδιατρικής, Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Georgetown, Washington, DC.
08. David Hill, ομότιμος διευθυντής αναισθησιολογίας στο νοσοκομείο Addenbrooke and λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, Αγγλία.
09. Ruth Oliver, ψυχίατρος, Kingston, Ontario.
10.Michael Potts, πρόεδρος του Τμήματος Θρησκείας και Φιλοσοφίας, Methodist College, Fayetteville, North Carolina.
11.Josef Seifert, καθηγητής Φιλοσοφίας στη Διεθνή Ακαδημία Φιλοσοφίας, Vaduz, Λίχτενσταϊν, επίτιμο μέλος της Ιατρικής Σχολής του Παπικού Καθολικού Πανεπιστημίου στο Σαντιάγκο, Χιλή.
12.Robert Spaemann, ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο Μονάχου, Γερμανία.
13.Robert F. Vasa, επίσκοπος στο Baker, Oregon.
14.Yoshio Watanabe, διευθυντής καρδιολογίας, Γενικό Νοσοκομείο Nagoya Tokushukai, Ιαπωνία.
15.Mercedes Arzú Wilson, πρόεδρος του Αμερικανικού Ιδρύματος για την Οικογένεια και της Παγκόσμιας Οργάνωσης για την Οικογένεια.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Θεωρούμε τη Διακήρυξη αυτή ιδιαίτερα σημαντική. Από αυτήν προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο προηγούμενος Πάπας και το Βατικανό, παρά την αντίθετη θέση που είχαν το 2000, επανεξέτασαν το θέμα του «εγκεφαλικού θανάτου» σε ειδική Συνδιάσκεψη και το 2005 κατεδίκασαν τις μεταμοσχεύσεις από «εγκεφαλικά νεκρούς».

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΗ ΙΩΑΝΝΗ


Ο Τίμιος Πρόδρομος είναι ο τελευταίος και μεγαλύτερος προφήτης του Ιησού Χριστού και προέρχεται από τη φυλή του αρχιερέα Ααρών και από την πατριά του Δαυίδ. Είναι δε συγγενής του Ιησού Χριστού. Η συγγένεια που υπάρχει μεταξύ τους είναι εξ αίματος έκτου βαθμού, δηλ. β’ ξαδέρφια. Η σχέση αυτή προκύπτει μέσα από το λεγόμενο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου του Αδελφοθέου. Σύμφωνα με αυτό ο ιερέας Ματθάν νυμφεύθηκε τη Μαρία και γέννησαν τέσσερα παιδιά:
  1. τον Ιακώβ, ο οποίος γέννησε τον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Παναγίας
  2. τη Μαρία, η οποία γέννησε τη Σαλώμη τη μαία
  3. τη Σοβή, η οποία γέννησε την Ελισάβετ, τη μητέρα του Τιμίου Προδρόμου
  4. την Άννα, η οποία γέννησε τη Μαρία, τη Μητέρα του Ιησού Χριστού.
Η Ελισάβετ, λοιπόν, παντρέυτηκε τον προφήτη Ζαχαρία και αρχικά δεν μπορούσε να γεννήσει, γιατί ήταν στείρα. Θαυμαστά γεγονότα, όμως, οδήγησαν στην σύλληψη και γέννηση του Προδρόμου. Σύμφωνα με την διήγηση της Κ.Δ (Λουκά 1, 5-25 και 57-80) κατά την ημέρα της εορτής του Εξιλασμού ο προφήτης Ζαχαρίας, που ήταν ο εφημερεύων αρχιερέας, εισήλθε στο Ναό με σκοπό να προσφέρει θυμίαμα και τότε εμφανίσθηκε στα δεξιά του θυσιαστηρίου ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Ο Αρχάγγελος διεμήνυσε στο Ζαχαρία ότι ο Θεός εισήκουσε τις προσευχές του και η γυναίκα του θα γεννήσει υιό και μάλιστα θα ονομαστεί Ιωάννης. Στο άκουσμα αυτό ο Ζαχαρίας δεν πείστηκε, λόγω του περασμένου της ηλικίας τους, και τότε ο Αρχάγγελος για να τον βεβαιώσει, πως είναι θέλημα Θεού να γεννηθεί ο Ιωάννης, του πήρε τη φωνή, ωσότου θα πραγματοποιούνταν οι υποσχέσεις του Κυρίου. Έτσι, την ογδόη ημέρα της γέννησης του Προδρόμου, όταν επρόκειτο να γίνει η περιτομή του, ρώτησαν οι συγγενείς πως θα ονομαστεί το παιδί και ο Ζαχαρίας έγραψε επάνω σε πλάκα: «Ἰωάννης ἐστὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ». Τότε ακριβώς ξαναβρήκε τη φωνή του δοξολόγησε το Θεό και απευθυνόμενος στο βρέφος είπε: «Και σύ, παιδίον, προφήτης Ὑψίστου κληθήση• προπορεύση γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ἐτοιμᾶσαι ὀδούς Αὐτοῦ, τοῦ δοῦναι γνῶσιν σωτηρίας τῷ λαώ Αὐτοῦ, ἐν ἀφέσει ἁμαρτιῶν αὐτῶν διὰ σπλάγχνα ἐλέους Θεοῦ ἠμῶν, ἐν οἲς ἐπεσκέψατο ἠμᾶς ἀνατολὴ ἐξ ὕψους, ἐπιφάναι τοὶς ἐν σκότει καὶ σκιὰ θανάτου καθημένοις, τοῦ κατευθύναι τοὺς πόδας ἠμῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης» (Λουκά 1, 76-79).

Απολυτίκιον της εορτής
Ἡ πρώην οὐ τίκτουσα, στείρα εὐφράνθητι. Ἰδοὺ γὰρ συνέλαβες Ἡλίου λύχνου σαφῶς, φωτίζειν τὸν μέλλοντα, πάσαν τὴν οἰκουμένην, ἀβλεψία νοσοῦσαν. Χόρευε Ζαχαρία, ἐκβοῶν παρρησία. Προφήτης τοῦ Ὑψίστου, ἐστιν ὁ μέλλων τίκτεσθαι.

Κοντάκιο της εορτής
Εὐφραίνεται λαμπρῶς, Ζαχαρίας ὁ μέγας, καὶ ἡ πανευκλεὴς Ἐλισάβετ ἡ σύζυξ, ἀξίως συλλαμβάνουσα Ἰωάννην τὸν Πρόδρομον, ὂν Ἀρχάγγελος, εὐηγγελίσατο χαίρων, καὶ οἱ ἄνθρωποι, ἀξιοχρέως τιμῶμεν, ὡς μύστην τῆς χάριτος.

Πηγή: www.churchofcyprus.org.cy

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ΩΣ ΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ: ΙΑΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΔΕΣΠΟΤΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΑΘΗΝΩΝ
Ο Απόστολος Λουκάς είναι γνωστός από την συγγραφή δύο μεγάλων σε έκταση βιβλίων της Κ.Δ.: του κατά Λουκά Ευαγγελίου και των Πράξεων των Αποστόλων (52 συνολικά κεφάλαια). Καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας. Ασκώντας το επάγγελμα του ιατρού κατά τους χρόνους του Κλαυδίου (42 μ.Χ.) συνάντησε τον απ. Παύλο. Μετά την επιστροφή του στον Κύριο Ιησού Χριστό κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Ελλάδα και εκοιμήθη σε ηλικία 84 ετών “δουλεύσας τω Χριστώ απερισπάστως” σύμφωνα με τον αρχαίο πρόλογο του κατά Λουκάν).

Στο παρόν άρθρο θα εξετασθή η προσωπικότητα του Λουκά, υπό το πρίσμα της ιατρικής του ιδιότητος. Ήταν ο αγαπητός προσωπικός ιατρός του απ. Παύλου (Κολ. 4:14) και τον συνόδευσε όχι μόνον στα υπερπόντια ταξίδια του, αλλά και στις δύσκολες ώρες της φυλάκισής τους (Φιλημ. 24, Β, Τιμ. 4:11). Ο Έλληνας ιατρός Λουκάς, ο μόνος μη Ιουδαίος συγγραφέας της Καινής Διαθήκης, διέθετε μία πολύπλευρη και πολυδιάσταστη προσωπικότητα. Εντυπωσιάζεται, όποιος προσεκτικά μελετήσει τα έργα, τα οποία απέστειλε στον κράτιστο Θεόφιλο (Πρ. 1:1), με την ιστορική ακρίβεια, την άριστη χρήση της Ελληνικής γλώσσας και την πλαστικότητα με την οποία περιγράφει την ζωή του Ιησού, την “γέννηση” και την εξάπλωση της Εκκλησίας, με ιδιαίτερη έμφαση στο έργο του απ. Παύλου, τον οποίο και στενά “παρακολούθησε μέχρι του μαρτυρίου” του. Οι δύο ωραιότερες παραβολές του Καλού Σαμαρείτη (Λκ. 10:30-37) και του ασώτου υιού (Λκ. 15:11-32) προέρχονται από την γραφίδα του Έλληνα ιατρού Λουκά. Από φιλολογικής απόψεως δικαίως έχει καταταγεί στους κορυφαίους ιστορικούς της Ελληνιστικής περιόδου.

Εκτός της συγγραφικής δεινότητος ο ιατρός Λουκάς είχε το τάλαντο της ζωγραφικής. Εικόνες, τις οποίες ιστόρησε ο ίδιος, σώζονται σύμφωνα με την εκκλησιασιτκή παράδοση μέχρι σήμερα. Από τις εικόνες αυτές ο ερευνητής μπορεί να κατανοήση ότι ο ιατρός Λουκάς δεν ήταν ένας ψυχρος ανατόμος του ανθρωπίνου σώματος, αλλά ένας ευαίσθητος καλλιτέχνης, δέκτης των μηνυμάτων της φύσης, θαυμαστής των χρωμάτων και της ποικιλομορφίας που εκπέμπεται από τον κόσμο και το σύμπαν, προσκυνητής του αληθινά Ωραίου, το οποίο σύμφωνα με τον Ντοστογιέφσκι, θα σώση τον κόσμο.

Εκτός της συγγραφικότητος και της καλλιτεχνικότητος ο ιατρός Λουκάς ήταν πολύ ευαίσθητος όσον αφορά τον άνθρωπο και τα προβλήματά του. Είναι εντυπωσιακό το ότι είναι ο μοναδικός Ευαγγελιστής που ασχολείται τόσο πολύ στο Ευαγγέλιό του με κοινωνικά προβλήματα (Λκ. 4:18). Αντικείμενο του ενδιαφέροντός του είναι ο πτωχός Λάζαρος (Λκ. 16:20-25), η περιθωριοποιημένη ένεκα της φύσης και των τόσο σωματικών και ψυχολογικών προβλημάτων (τά οποία αντιμετώπιζε τη εποχή του Χριστού) γυναίκα (Λκ. 8:43), τα παιδιά (Λκ. 18:16-17), οι πόρνες και οι τελώνες (Λκ. 5:29 κ.ε., 19:1-10). Αντικείμενο της οξείας κριτικής του αντίθετα είναι οι αναίσθητοι στον ανθρώπινο πόνο πλούσιοι (Λκ. 6:20, 12:13-21), οι αυτάρεσκοι και υπερφίαλοι Φαρισαίοι.

Η ευαισθησία στη φύση και τον συνάνθρωπο εξηγεί το τρίτο μεγάλο χάρισμα του Λουκά. την ευαισθησία του έναντι του Θεού. Ένεκα αυτής της αγάπης και αναζήτησης για την ανακάλυψη της υπερτάτης Σοφίας, η οποία δημιούργησε το τόσο πολύπλοκο και αρμονικό σύμπαν, και ιδιαίτερα το συμμετρικότατο σώμα, ο ιατρός Λουκάς δεν δίστασε σε βάρος ίσως της επαγγελματικής του καριέρας, να διακινδυνεύση μία Οδύσσεια, συνοδεύοντας τον απ. Παύλο σε ταξίδια υπερπόντια και επικίνδυνα. Το ίδιο του το έργο χαρακτηρίζεται από την συνεχή πορεία για την εξαγγελία της “οδού σωτηρίας” (Πράξ. 16:17).

Την πολυδιάστατη προσωπικότητα του Λουκά μπορούμε να προσεγγίσουμε, μόνον αν κατανοήσουμε ποιός ήταν ο ρόλος του ιατρού στάχρόνια που προηγήθηκαν και σε εκείνα, που έζησε ο ιατρός απόστολος Λουκάς. Στον διάλογο του Πλάτωνος “Χαρμίδης” ο Σωκράτης θαυμάζει το κάλλος και την ομορφιά του νέου Χαρμίδη και προσπαθεί να ανακαλύψη αν το κάλλος αυτό συνοδεύεται από ανάλογη πνευματική καλλιέργεια. Ο ίδιος ο νέος Χαρμίδης παραπονείται στον Σωκράτη ότι πάσχει από ισχυρούς πονοκεφάλους. Ο Σωκράτης λαμβάνοντας αφορμή από το γεγονός αυτό, αναπτύσσει στους συνομιλητές του ποιά ιατρική αγωγή είναι η αρίστη. Είναι αδύνατον, σύμφωνα με τον Σωκράτη, να θεραπεύση κανείς κάποια ασθένεια των οφθαλμών, χωρίς να ερευνήση γενικώς την κατάσταση του κεφαλιού. Και αδύνατον επίσης να θεραπεύση κάποια πάθηση του κεφαλιού, χωρίς να εξετάση ολόκληρο το σώμα. Και αδύνατον να προσπαθή κανείς να θεραπεύση κάποια ασθένεια του σώματος χωρίς να διαγνώση από τί πάσχει η ψυχή! Στην συνέχεια ο Σωκράτης αναφέρει πώς οι θράκες ιατροί εφήρμοζαν την σφαιρική αυτή διάγνωση, ενώ οι Έλληνες αντίθετα αποτύγχαναν να διαγνώσουν και να θεραπεύσουν ορθά την ανθρωπίνη ασθένεια, επειδή ακριβώς εστίαζαν το ενδιαφέρον τους στο μερικό αντί του ολικού. Ο Σωκράτης καταλήγει στο ότι όταν η ψυχή διαμέσου ενός φιλικού και ωραίου λόγου θερμανθή και θεραπευθή, τότε ολόκληρο το σώμα μαζί με το πάσχον όργανο του σώματος θεραπεύονται. Οποιοδήποτε ιατρικό μέσο και φάρμακο (όπως ένα συγκεκριμένο φύλλο που συνιστούσαν οι Θράκες ιατροί για να επιτεθή πάνω στο μέτωπο, όταν πάσχη ο ασθενής από πονοκεφάλους) αν δε συνοδευθή από τον διάλογο, από μία θεραπευτική συζήτηση, δεν φέρνει κανένα απολύτως αποτέλεσμα.

Όπως φαίνεται από τον διάλογο αυτό του Πλάτωνα, αντικείμενο του ενδιαφέροντος και της προσοχής του ιατρού στην αρχαιότητα δεν ήταν αποκλειστικά η εξέταση του συμπτώματος μιας ορισμένης δυσλειτουργίας ενός οργάνου ή μιας περιοχής του ανθρωπίνου σώματος, αλλά η δυσλειτουργία ολοκλήρου του ανθρώπου. Η καρτεσιανή διαίρεση σε σώμα και ψυχή, άνθρωπο και φύση, συνειδητό και ασυνείδητο, απουσίαζε από την λογική της αρχαίας ιατρικής. Η ασθένεια και η πάθηση ενός οργάνου του σώματος αποτελούσε το σύμπτωμα μιας βαθύτερης χαλάρωσης της αρμονίας σώματος και ψυχής, ανθρώπου και φύσης, μικρόκοσμου και μακρόκοσμου, κτίσματος και Θεού. Γι’ αυτό και η ιατρική αγωγή χρησιμοποιούσε φυσικά προϊόντα σε συνδυασμό είτε με τον προσωπικό διάλογο, όπως εφήρμοσε ο Εμπεδοκλής (492-432 π.Χ.) ή με την μουσική, όπως αποτυπώθηκε στον μύθο του Ορφέως και εφήρμοζαν οι Πυθαγόρειοι. Αυτή ακριβώς την σφαιρική αρμονία προσπαθούσαν να επιτύχουν οι σύγχρονοι του Λουκά ιατροί του Ασκληπιού, εισάγοντας τους ασθενείς στα άγια των Αγίων του Ναού της Επιδαύρου ή της Περγάμου, σε ένα χώρο - τμήμα του ουρανού και του Παραδείσου στην γή, έτσι ώστε δια των ονείρων και της συμβολικής (κυρίως δια του όφεως) εμφανίσεως του θεού να αποκαταστήσουν την διαταραγμένη ενότητα του εαυτού τους με τον θεό και να θεραπευθούν. Είναι πραγματικά άξιες προσεκτικότερης ερεύνης οι θεραπείες παραλυσίας, τύφλωσης και στειρότητος, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στα τεμένη της Επιδαύρου και της Περγάμου και αποτυπώθηκαν σε ευχαριστήρια αναθήματα των ασθενών, τα οποία έφερε στο φως η αρχαιοελληνική σκαπάνη. Πολύ πριν ο άίήη διατυπώσει το ότι κυρία αιτία της νευρώσεως των ενηλίκων είναι η έλλειψη θρησκευτικότητας, οι αρχαίοι λαοί ταυτίζοντας τα άγια των Αγίων με το χώρο θεραπείας της ασθένειας, είχαν ανακαλύψει το βαθύτερο αίτιο της ανθρώπινης ασθένειας.

Με τα παραπάνω δεδομένα μπορεί να κατανοηθή το ενδιαφέρον του Λουκά για την φύση, τον άνθρωπο και τον Θεό. Γράφει χαρακτηριστκά ο E.Lienk-Danzig. “Ο Παράκελσος ισχυριζόταν ότι ο ιατρός προέρχεται από τον Θεό. Ένα τμήμα της δύναμης, η οποία δημιούργησε τον ουρανό και την γή, τα ζώα και τα φυτά, υπάρχει μέσα στους ιατρούς. Εμείς οι ιατροί είμαστε οι διάκονοι και οι υπηρέτες της ζωής... Το να εξετάζης και να θεραπεύης αποτελεί μια πράξη δημιουργίας, έστω κι αν η ιατρική δημιουργία (ή καλύτερα ανα-δημιουργία) είναι σχετική και όχι απόλυτη θεϊκή πράξη, διότι ο ιατρός είναι και παραμένει άνθρωπος. Για να δημιουργήσης όμως πρέπει να έχης καθαρά χέρια και καθαρή καρδιά!”. “Ο ιατρός”, σημειώνει ο Drewerman “είναι κατ’ ουσίαν ιερεύς, μεσίτης και ενδιάμεσος της ανθρωπίνης ζωής και της όντως αυτοζωής του Θεού, που είναι ο χορηγός και η πηγή της ζωής. Αλλά και ο ιερεύς είναι ιατρός αφού μπορεί ως φορέας της όντως ζωής και της πίστης-εμπιστοσύνης, που μπορεί να εμπνεύση προς τον Θεό να αποκαταστήση την διαταραγμένη ισορροπία του ανθρώπου προς τον Θεό και τον ίδιο του τον εαυτό και συνεπώς να θεραπεύση. Η διάκριση ιατρού και ιερέως αποτελεί διάκριση των νεωτέρων χρόνων και επακόλουθο της διάκρισης σώματος και ψυχής, υποκειμένου και αντικειμένου, σκέψης (λογικής) και συναισθήματος, συνειδητού και ασυνειδήτου. Η ιατρική έγινε άψυχη και η ποιμαντική από-κοσμη”.

Είναι γεγονός ότι η σύγχρονη ιατρική προσπαθεί να ανακαλύψη και τις ψυχικές παραμέτρους της ασθενείας, όπως σημειώνει πάλι ο E.Lienk-Danzig “η εκ νέου ανακάλυψη και αναγνώριση του παράγοντα “ψυχή” αποτελεί για πολλούς τομείς της ιατρικής ένα επιπλέον βάρος. Χωρίς αυτόν τον παράγοντα θα ήταν ειλικρινά τα πράγματα ανετότερα. Η εμφάνιση αυτού του παράγοντα είναι σίγουρο ότι θα κλονίση πολλά ακλόνητα δεδομένα της επιστήμης”. Από τις θεραπείες του Ιησού Χριστού οι οποίες περιγράφονται από τον ευαγγελιστή Λουκά δεν θα ασχοληθώ με τον παράγοντα “θαύμα” και την τεράστια προβληματική του, ούτε στον υπερ-φυσικό παράγοντα, ο οποίος έπαιξε πρωτέυοντα ρόλο τις ιάσεις, που επιτέλεσε ο Ιησούς Χριστός, αλλά σε στοιχεία “εφηρμοσμένης” ιατρικής.

Υπάρχει καταρχήν προσωπική σχέση μεταξύ θεραπευτού και θεραπευομένου. Συνήθως της θεραπείας προηγείται ένας διάλογος στον οποίον ο ασθενής αισθάνεται την πραγματική αγάπη και το ενδιαφέρον του Κυρίου. Αναπτύσσεται έτσι μια προσωπική και άμεση σχέση, η οποία οδηγεί στην ανάπτυξη πίστης - εμπιστοσύνης του ασθενούς στο πρόσωπο του Κυρίου. Το στοιχείο αυτό προκαλεί ξεχωριστό ενδιαφέρον σήμερα που ο ιατρός ολοένα και χάνεται πίσω από το πλήθος των διαγνωστικών μηχανημάτων και άλλων ιατρικών υπολογιστών, δημιουργώντας έτσι μία απρόσωπη και εμπορική σχέση με τον ασθενή πελάτη του, ο οποίος αντί να λάβη κάποτε ένα πραγματικό ζωογόνο λόγο - συμβουλή από τον θεράποντα ιατρό του, λαμβάνει μία συνταγή λήψεως κάποιων χημικών ενώσεων με δυνατότητα καταπράϋνσης ή ακόμη και μερικής ίασης της νόσου ενός οργάνου, όχι όμως την δυνατότητα παροχής σφαιρικής και ολικής θεραπείας.

Δεύτερον, ο ιατρός Λουκάς επιμένει στην θεραπεία όχι μόνο του σώματος, αλλά και της ψυχής. Ο Κύριος “ο σαρκικός και πνευματικός ιατρός” (Επιστολή Ιγνατίου προς Εφεσίους, 7, 2) στόχευε όχι σε μια ψυχ-ανάλυση η οποία τεμαχίζει τον άνθρωπο σε ακόμη περισσότερα τεμάχια, αλλά σε μία ψυχο-σύνθεση, η οποία παρέχεται με την ανεύρεση ενός κέντρου αναφοράς, που βρίσκεται όχι στο μακρινό σύμπαν, αλλά στην καρδιά και όχι την λογική του ανθρώπου, στον ίδιο τον Θεό και στην καρδιά, όπου κατοικεί ο Θεός. Ο παράγων “ψυχή”, ο οποίος ανακαλύφθηκε πάλι πρόσφατα από την ιατρική επιστήμη και ο τρόπος της θεραπείας του, καθιστά τον Λουκά και όλη την θεολογία της Ορθοδοξίας, η οποία επικέντρωσε δια των Πατέρων της την προσοχή της όχι στην μεταφυσική και την φιλοσοφία, αλλά στην θεραπεία της καρδιάς από τα πάθη και του νού από τους λογισμούς, επίκαιρα.

Εφαρμοσμένη ψυχοσωματική ιατρική εφάρμοσε ο Μ. Βασίλειος στα νοσοκομεία της Βασιλειάδος. Ο Βασίλειος, γνώστης της ιατρικής και φιλάσθενος ο ίδιος, θεωρεί την ιατρική επιστήμη φιλανθρωπία. Όπως γράφει ο ίδιος σε επιστολή του στον αρχίατρο Ευστάθιο, ο ικανός ιατρός “ού μέχρι των σωμάτων περιορίζει της ιατρικής τέχνης την χάριν, αλλά των ψυχικών αρρωστημάτων επινοεί την διόρθωσιν” (ά.ά. 32, 684-685). Στο σημείο αυτό ακολουθεί την Σοφ. Σειράχ: “τίμα ιατρόν προς τας χρείας” (38, 1).

Αυτό, το οποίο πιστεύω θα συγκλόνισε τον ιατρό Λουκά από τον Κύριο Ιησού Χριστό, και τον έκανε να μυηθή στην νέα διδασκαλία του Χριστιανισμού δεν ήταν μόνον η ακτινοβολία του Θεανθρώπινου προσώπου του Κυρίου, αλλά επιπλέον το ενδιαφέρον, η αγάπη, η τρυφερότητα, που επέδειξε ο Χριστός στα πρόσωπα ενός εκάστου των ασθενών, που εθεράπευσε. Το ότι ο Κύριος δεν χρησιμοποίησε μαγικές ρήσεις και συνταγές, όπως γινόταν στις ημέρες του, αλλά έφθασε στο σημείο, έστω και Θεός, αγγίζοντας σωματικά τους ασθενείς (πολλές φορές με μεταδοτικές ασθένειες), να σηκώση τον ανθρώπινο πόνο και να αποκαταστήση την υγεία όχι μόνον του σώματος, αλλά ολοκλήρου του ανθρώπου. Η παραπάνω μικρή προσέγγιση του Λουκά ως ιατρού, ίσως συμβάλλει στην λεπτομερέστερη προσέγγιση του προσώπου και του έργου του ιδιαιτέρως από τους ιατρούς έτσι ώστε η ιατρική και η θεολογία να βρουν τον συνδετικό εκείνον κρίκο που τις συνέδεε επί τόσους αιώνες.

Για οικονομία χώρου παραλείφθηκαν οι σημαντικές παραπομπές και υποσημειώσεις

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΥ ΣΕΒΑΣΜΟΥ

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Αναγινώσκω ότι πάσαν την κρίσιν έδωκεν ο Πατήρ τω Υιώ (Ιωάν. Ε' 22). Βλέπω δε εξ άλλου ότι ο Υιός την κρίσιν ταύτην ενεχείρισεν ολόκληρον εις τους ιερείς... Χωρίς ιερωσύνην, ούτε την ψυχικήν μας σωτηρίαν δυνάμεθα να κατορθώσωμεν, ούτε τα αιώνια αγαθά να αποκτήσωμεν! Δεν ελέχθη ότι κανείς δεν ημπορεί να εισέλθη εις την βασιλείαν των Ουρανών, εάν δεν αναγεννηθή με το βάπτισμα του ύδατος και του πνεύματος; (Ιωάν. Γ' 5). Δεν εγράφη ότι εκείνος, όστις δεν ήθελε τρώγει την σάρκα του Κυρίου και δεν ήθελε πίνει το αίμα του, χάνει την αιώνιον ζωήν; (Ιωάν, ΣΤ' 54).

Αλλά και τα δύο αυτά, το μυστήριον του αγίου βαπτίσματος και το μυστήριον της θείας κοινωνίας δεν ημπορούν να τελεσθούν παρά μόνον με τα χέρια του ιερέως, πως, λοιπόν, χωρίς αυτά θα ημπορέση κανείς ν' αποφύγη την κόλασιν ή να λάβη τους προωρισμένους δια την τήρησιν των θείων εντολών στεφάνους; Αυτοί οι Ιερείς είναι εκείνοι, οι οποίοι επιστατούν εις τον πνευματικόν μας τοκετόν δια του βαπτίσματος. Δι' αυτών - των ιερέων - , με τας τρεις καταδύσεις και τας τρεις αναδύσεις, ενδυόμεθα τον Χριστόν και γινόμεθα μέλη της Εκκλησίας, η οποία Εκείνον έχει κεφαλήν. Οι Ιερείς, λοιπόν, ευλόγως πρέπει να μας είναι σεβαστότεροι από κάθε άλλον άρχοντα και τιμιώτεροι και άπ' αυτούς τους γονείς μας, διότι αυτοί μεν μας εγέννησαν σωματικώς, εις δε τους ιερείς οφείλομεν την γέννησίν μας εκ του Θεού και την δια της θείας χάριτος υιοθεσίαν.

Οι Ιερείς των Ιουδαίων είχον την εξουσίαν να θεραπεύουν την λέπραν του σώματος, ή, ακριβέστερον, να πιστοποιούν μόνον την θεραπείαν αυτήν. Και όμως γνωρίζομεν πόσον ζηλευτόν και τιμημένον ήτο το αξίωμά των! Οι ιδικοί μας ιερείς έλαβον εξουσίαν όχι δια λέπραν σώματος, αλλά δια λέπραν ψυχής! Και όχι απλώς να εξετάζουν αν έγινε η θεραπεία, αλλά να ενεργούν αυτοί ό,τι χρειάζεται δια την πλήρη θεραπείαν! Ώστε εκείνοι, οι οποίοι ήθελον τους καταφρονεί, είναι κατά πολύ μιαρώτεροι και ανοσιώτεροι από τον Δαθάν και τους συντρόφους του (Αριθμ. ΙΣΤ') και άξιοι μεγαλυτέρας τιμωρίας. Και το λέγω καθαρά. Δεν γνωρίζω τίποτα αθλιώτερον από ψυχήν, η οποία αρνείται τιμήν προς τους Ιερείς. Η ψυχή αύτη είναι γεμάτη από οίστρον δαιμονικόν.


Διατί οφείλομεν να τιμώμεν τους ιερείς, να πειθαρχώμεν εις αυτούς και να μη τους κακολογώμεν.

(Εκ της 86ης ομιλίας του εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον)

Οφείλομεν να περιβάλλωμεν με πολλήν τιμήν τους λειτουργούς της χάριτος του αγίου Πνεύματος. Διότι μέγα είναι το αξίωμα των Ιερέων. Το φανερώνει και μόνος ο λόγος του Χριστού, αν τίνων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς (Ιωάν. Κ' 23). Δια αυτό και ο Παύλος λέγει: πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε (Εβρ. ΙΕ' 17). Εννοεί με αυτό ότι η τιμή μας προς τους ιερείς πρέπει να είναι πλήρης, ότι οφείλομεν προς αυτούς όχι σεβασμόν μόνον, αλλά και πειθαρχίαν και ύπακοήν.

Διότι συ μεν έχεις να μεριμνήσης μόνον δια την ιδικήν σου ψυχικήν σωτηρίαν. Διέθεσες καλώς τα κατ' αυτήν; Σου είναι αρκετόν. Δια τον ιερέα όμως το πράγμα είναι πολύ διαφορετικόν. Δεν φθάνει να φροντίση δια τον εαυτόν του˙ οφείλει να μεριμνήση επιμελώς και δια την ψυχήν την ιδικήν σου. Και αν δεν ήθελε να το κάμη, πηγαίνει εις την κόλασιν μαζί με τους πονηρούς, όχι δια τα ιδικά του, τα προσωπικά του αμαρτήματα, αλλά δια τα αμαρτήματα του ποιμνίου του, καθ' ην περίπτωσιν δεν έκαμεν ό,τι εξ αυτού εξηρτάτο, δια να το κατάρτιση καλώς˙ ένας επί πλέον λόγος, όχι μόνον δια να σέβεσθε τον Ιερέα, αλλά και δια να τον περιβάλλετε με πολλήν αγάπην και με μεγάλην συμπάθειαν.

Αυτό ηθέλησε να διδάξη και ο Παύλος, όταν έλεγεν ότι οφείλετε να πείθεσθε και να υπακούετε εις τους εν τη Εκκλησία ηγουμένους, διότι αυτοί αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών και όχι αγρυπνούν απλώς, άλλ' ως λόγον αποδώσοντες (Εβρ. ΙΓ' 17). Ιδού, διατί πρέπει να φέρεσθε προς τους Ιερείς με πολύν σεβασμόν και πολλήν εύνοιαν.


Όταν τιμώμεν και όταν περιφρονώμεν τους ιερείς.

Οφείλετε ακόμη να έχετε ύπ' όψιν σας ότι η κακή συμπεριφορά των ενοριτών προς τον Ιερέα των δύναται να επιφέρη πολλήν ψυχικήν και εκκλησιαστικήν ζημίαν. Ας λάβωμε το παράδειγμα από τον κυβερνήτην του πλοίου. Του αναγνωρίζουν οι επιβάται το αξίωμα και την αρχήν του και του αποδίδουν την οφειλομένην τιμήν και υπακοήν; Κυβερνά τότε με την απαιτουμένην επιστασίαν και καταβάλλει κάθε προσπάθειαν δια την ασφάλειαν του πλοίου και των επιβατών. Εάν όμως τον στενοχωρούν και τον ταράττουν με την εναντίον του κακολογίαν των, και αν ήθελαν τον παρακούει και τον περιφρονεί, τότε, χάνει και την αντοχήν του και την τέχνην του και, χωρίς να το θέλη, τους εκθέτει εις μυρίους κινδύνους.

Ομοίως συμβαίνει και με τους ιερείς. Εάν τους τιμάτε, θα ημπορέσουν να βοηθήσουν εις την ψυχικήν σας ασφάλειαν. Αν όμως, με την περιφρονητικήν προς αυτούς διαγωγήν σας και την καταλαλιάν σας, τους κάμνετε να αθυμούν, θα παραλύσετε την προθυμίαν των και θα επιφέρετε το ψυχικόν σας ναυάγιον.


Ας κάμωμεν προς τον ιερέα ό,τι και προς τον κοσμικόν άρχοντα.


Δεν βλέπετε τι γίνεται εις τους κοσμικούς άρχοντας; Ακόμη και εκείνοι, οι οποίοι, υπό πολλάς επόψεις, είναι καλύτεροί των, φέρονται προς αυτούς με πειθαρχίαν και υπακοήν και ανεξαρτήτως της προσωπικής αξίας των από σεβασμόν προς το αξίωμά των και προς το Κράτος, το οποίον αντιπροσωπεύουν. Πως, λοιπόν, προκειμένου περί ιερέως, οποίος είναι ο επιτετραμμένος του Θεού, όχι μόνον δεν τον σεβόμεθα και δεν τον ευλαβούμεθα, αλλά και τον καταφρονούμεν και τον κακολογούμεν, μερικοί δε και τον λούομεν με μυρίας ύβρεις; Πως, ενώ εμποδιζόμεθα από τον Χριστον να κρίνωμεν τους λαϊκούς, ακονίζομεν την γλώσσαν μας εις βάρος του ιερατείου; Πως δε θα δικαιολογηθώμεν δια την διαγωγήν μας αυτήν, όταν τα μεν τόσα ιδικά μας αμαρτήματα παρατρέχωμεν, σχολιάζωμεν δε πικρά το παραμικρόν αμάρτημα του άλλου; Δεν ηξεύρεις ότι με αυτό το κριτήριον, το τόσον εγωϊστικόν, το τόσον άνισον, το τόσον μισάδελφον, χειροτερεύεις ενώπιον του υπέρτατου Κριτού την ιδικήν σου θέσιν;


Δι' όσους επικρίνουν τους ιερείς και δι' όσους τους σέβονται.

Μ' αυτά, τα όποια λέγω, δεν επιδοκιμάζω εκείνους, οι οποίοι διαχειρίζονται αναξίως την ιερωσύνην των, άπ' εναντίας, τους οικτείρω πολύ και τους κλαίω. Άλλ' όμως δεν θεωρώ δίκαιον να τους κρίνουν και να τους κατακρίνουν οι αποτελούντες το ποίμνιόν των, όπως το κάμνουν δυστυχώς τόσοι, ακόμη και οι περισσότερον απαίδευτοι και αμόρφωτοι και, επομένως, και ολιγώτερον κατάλληλοι εις το να κρίνουν τους άλλους.

Δι' όλα, λοιπόν, αυτά και τον Θεόν ας φοβούμεθα και προς τους ιερείς ας δεικνύωμεν όλην την πρέπουσαν ευλάβειαν και τιμήν. Ο Θεός, τότε, θα μας ανταμείψη πλουσίως και δια τας ιδιαιτέρας αρετάς μας και δια τον σεβασμόν, με τον οποίον συμπεριεφέρθημεν προς τους πνευματικούς μας πατέρας.


Περί του μεγίστου κακού, το οποίον φέρουν αι κακολογίαι κατά των ιερέων και αι κοσμικοί επεμβάσεις εις την διοίκησιν της Εκκλησίας.

(Εκ του Β' λόγου εις Ακύλαν και Πρίσκιλλαν)

Ο Παύλος, δια να παραστήση πόση ήτο η προς αυτόν αγάπη και αφοσίωσις των χριστιανών της εκκλησίας της Γαλατίας, έγραφε: μαρτυρώ γαρ υμίν ότι, ει δυνατόν, τους οφθαλμούς υμών εξορύξαντες αν εδώκατέ μοι (Γαλ. Β' 30). Ποίοι θα ημπορούσαν να γίνουν περισσότερον μακάριοι από εκείνους, ποίοι δε περισσότερον άθλιοι από μερικούς σημερινούς χριστιανούς; Διότι εκείνοι μεν θα έδιδαν, αν ήτο ανάγκη, χάριν του διδασκάλου των, ό,τι πολυτιμότερον είχαν, τους οφθαλμούς των αυτούς, το αίμα των, την ζωήν των, ούτοι δε ουδέ με λόγον φροντίζουν να δείξουν ενδιαφέρον δια τους πνευματικούς των πατέρας, άλλ' ενώ ακούουν να υβρίζωνται οι ιερείς και να τους κακολογούν ο ένας και ο άλλος, δεν τους εμποδίζουν, δεν τους αποστομώνουν, δεν κάμνουν καμμίαν παρατήρησιν!


Η καταλαλιά κατά των ιερέων μεγίστη πληγή της Εκκλησίας.

Και είθε εις την μεγάλην αυτήν αμαρτίαν να μη ήσαν ένοχοι και άνθρωποι, οι όποιοι κάμνουν τον ευσεβή! Δυστυχώς, περισσότερον ενίοτε και άπ' αυτούς τους απίστους κακολογούν και ονειδίζουν τους ιερείς χριστιανοί εξ εκείνων, οι οποίοι λέγουν ότι ενδιαφέρονται δια την Εκκλησίαν και εμφανίζονται ως πιστοί. Και όμως τίποτε δεν ημπορεί τόσον να διαφθείρη και να κατάλυση μίαν Εκκλησίαν, με περισσήν μάλιστα ευκολίαν, όσον το να λείπη εις αυτήν ο στενός σύνδεσμος των μαθητών με τους διδασκάλους, των τέκνων με τους πατέρας, των αρχομένων με τους άρχοντας, του ποιμνίου με τους ποιμένας.


Ο κακολογών τους ιερείς ανάξιος να εισέλθει εις τον ναόν.

Και αν μεν κακολογήση κανείς τον αδελφόν του, κρίνεται ανάξιος και ν' αναγινώσκη τας Αγίας Γραφάς. Ίνα τι αναλαμβάνεις την διαθήκην μου δια στόματός σου; λέγει ο Θεός (Ψαλμ. ΜΘ' 16)• έπειτα, δηλώνων δια τι η τοιαύτη απαγόρευσις, προσθέτει, καθήμενος κατά του αδελφού σου κατελάλεις (Αυτόθι 20). Πως, λοιπόν, όταν καταλαλής τον πνευματικόν πατέρα σου, πως θεωρείς τον εαυτόν σου άξιον να πατήση εις τα ιερά πρόθυρα του ναού; Πως τολμείς να νομίζης ότι σου είναι το τοιούτο συγχωρημένον;

Όσοι κακολογούν τον πατέρα των ή την μητέρα των θεωρούνται από την Γραφήν άξιοι μεγίστης τιμωρίας. Ποία, λοιπόν, ποινή δεν θα έπρεπε να επιβληθή κατ' εκείνου, ο οποίος κακολογεί τον Ιερέα; Δεν φοβείσαι μήπως άνοιξη η γη και σε καταπίη ή κεραυνός πέση άνωθεν και σε κατακαύση;


Δια τους λαϊκούς τους κρίνοντας τους ιερείς και επεμβαίνοντας εις την διοίκησιν της Εκκλησίας.

Δι' αυτό παρακαλώ και συμβουλεύω να λείψη η πονηρά αυτή συνήθεια. Δια να μάθης δε καλά ότι, και αν ακόμη περιπίπτουν εις αμαρτήματα οι ιερείς, συ δεν δικαιολογείσαι να γίνεσαι παρήκοος, άκουσε τι λέγει δια τους συγχρόνους του άρχοντας των Ιουδαίων ο Χριστός Επί της Μωσέως καθέδρας εκάθησαν οι γραμματείς και οι φαρισαίοι πάντα ουν, όσα αν λέγωσιν υμίν ποιείν, ποιείτε˙ κατά δε τα έργα αυτών μη ποιείτε (Ματθ. ΚΓ' 23).


Και όμως τι ημπορούσε να είναι χειρότερον από εκείνους, των οποίων τα πάθη διέστρεφαν τους μαθητάς των; Αλλά και πάλιν δεν ηθέλησε να εκμηδένιση το κύρος των και να συστήση εις τον λαόν να παρακούη. Και πολύ σωστά. Διότι, αν οι λαϊκοί ήθελαν λάβη τοιαύτην εξουσίαν, θα τους εβλέπατε να καταληφθούν από την μανίαν να καθαιρούν και να εκβάλλουν τους ιερείς από το άγιον βήμα.

...Όχι, δεν είναι επιτετραμμένον εις τους λαϊκούς, οφείλοντας υποταγήν, να εμφανίζωνται επικριταί των Ιερέων και να αξιούν ότι αυτοί είναι αρμόδιοι να διορθώσουν την Εκκλησίαν. Διότι, εάν ο ένας και ο άλλος, με πρόφασιν να διορθώσουν τα κακώς κείμενα, έκαμνον επέμβασιν εις τα Ιερατικά δικαιώματα, ούτε πρόφασις επεμβάσεως θα λείψη ποτέ, ούτε θα γνωρίζωμεν ποίοι είναι εις την Εκκλησίαν οι άρχοντες και ποίοι οι αρχόμενοι, αλλά θα επήρχετο γενικόν ανακάτευμα και θαλάσσωμα.


Οι δήθεν ευσεβούντες κατήγοροι των ιερέων άθλιοι υποκριταί.

Είναι, δυστυχώς, βέβαιον ότι πολλοί λαϊκοί αγαπούν να παραμεγαλώνουν μικρά σφάλματα, εις τα οποία ημπορεί να περιπέση και ο ιερεύς, ως άνθρωπος και αυτός, δεν λείπουν δε και οι πρόθυμοι συκοφάνται και διαβολείς των ιερέων.


Συ όμως θέλεις να είσαι πράγματι ευσεβής; Φυλάξου από το να ύβρίζης και κακολογής τους ιερείς, έστω και αν ήθελε να είναι ελαττωματικοί εις το ποιμαντικόν και διδακτικόν των έργον. Διότι, εάν δια τον σωματικόν γονέα λέγει ένας σοφός καν απολίπη σύνεσιν, συγγνώμην έχε (Σοφίας Σειράχ Γ' 15), ήτοι, και αν καταντήση ανόητος, συ οφείλεις να τον συγχωρής, πολύ περισσότερον χρεωστούμεν να φυλάττωμεν τον νόμον αυτόν, προκειμένου δια τους πνευματικούς γονείς μας. Θα το φυλάττωμεν δε, εάν δεν κρίνωμεν τους ιερείς, αλλά κρίνωμεν τον εαυτόν μας, δια να μη ακούσωμεν κατ' εκείνην την ημέραν, υποκριτά, τι βλέπεις το κάρφος το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου, την δε εν τω σω οφθαλμώ ου κατανοείς δοκόν; (Ματθ. Ζ' 3).

Ενοχλείσαι, διότι σε είπα υποκριτήν;

Και όμως οφείλεις να το αναγνώρισης˙ Υποκριτής είσαι, όταν εις μεν τον ναόν φιλείς το χέρι του ιερέως και γονατίζεις εμπρός του και επιζητής τας προς τον Θεόν ευχάς του και, όταν χρειάζεσαι βάπτισιν, τρέχεις και τον αναζητείς, εις το σπίτι σου δε και εις τας διαφόρους συναναστροφάς σου τον λούεις με ύβρεις ή ανέχεσαι να κακολογούν και να καταλαλούν άλλοι τους περιβεβλημένους το ιερατικόν αξίωμα!


Η μεγαλύτερα βλάβη της Εκκλησίας.

Τίποτε δεν βλάπτει τόσον τας Εκκλησίας, όσον το νόσημα αυτό. Και όπως σώμα, του οποίου τα νεύρα είναι άτακτα, γεννά πολλάς ασθενείας και κάμνει αβίωτον τον βίον, τοιουτοτρόπως και μία Εκκλησία, όταν της λείπη η αρμονία και η τάξις και η αγάπη, περιπίπτει εις διχόνοιας και εσωτερικούς πολέμους και αυξάνει την οργήν του Θεού και εκτίθεται εις πολλούς πειρασμούς.


Προς αποφυγήν αυτών των κακών.

Δια να μη συμβαίνουν, λοιπόν, αυτά και δια να μη κινούμεν εναντίον μας την θείαν οργήν προς περισσοτέραν δυστυχίαν μας και αναπόφευκτον κόλασίν μας και δια να μη κάμνωμεν άχαριν και αηδή την ζωήν μας, ας αλλάξωμεν διαγωγήν. Αντί να κακολογή η γλώσσα μας τον πλησίον μας και να κρίνη και να λοιδορή τους ιερείς, ας την κάμωμεν εγκρατή και σεμνολόγον, ας αφήσωμεν να κρίνη τους άλλους ο παντογνώστης και δικαιοκρίτης Θεός και ας γίνωμεν κριταί μόνον δια τα ιδικά μας αμαρτήματα.

Αυτό είναι το δίκαιον και το εύλογον, αλλά και με τον τρόπον αυτόν θ' αποφύγωμεν την αιώνιον τιμωρίαν. Διότι, όπως, όσοι πολυπραγμονούν δια τα ξένα αμαρτήματα, παραμελούν εντελώς τα ιδικά των, τοιουτοτρόπως, όσοι δεν εξοδεύουν τον καιρόν των εις το να παρατηρούν και να κρίνουν τους άλλους, αφιερώνουν τον χρόνον των και την προσπάθειάν των εις την εξέτασιν και διόρθωσιν των ιδικών των πλημμελημάτων. Και πρέπει να σας είπω ότι εκείνοι, οι οποίοι προσέχουν εις τα ιδικά των σφάλματα και υποβάλλουν εις δίκην τον εαυτόν των, θα έχουν, κατά την μεγάλην Κρίσιν, ευνοϊκόν τον Δικαστήν. Αυτό ηθέλησε να δήλωση και ο Παύλος όταν έλεγεν: Ει γαρ εαυτούς εκρίνομεν, ουκ αν εκρινόμεθα υπό του Κυρίου (Α' Κορινθ. ΙΑ' 31).


Περί κακολογίας και κακολόγων.


(Εκ της Γ' ομιλίας του προς τον λαόν της Αντιοχείας και της ΚΓ' εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον)

Ας νηστεύη και το στόμα από λόγια αισχρά και από κακολογίας. Διότι ποίον το όφελος, εάν απέχωμεν μεν από ψάρια και κρέατα κατά τας νηστευσίμους ημέρας, δαγκάνω μεν δε και κατατρώγωμεν τους αδελφούς μας; Όποιος κατακρίνει και κακολογεί, αδελφικά κρέατα τρώγει, την σάρκα του πλησίον του δαγκάνει. Δια αυτό και ο Παύλος λέγει: Ει δε αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε, βλέπετε μη ύπ' αλλήλων αναλωθήτε (Γαλ. Ε' 15).

Θα είπης ότι δεν έχωσες τα δόντια σου εις την σάρκα του άλλου; Έχωσες όμως την μαχαιροειδή γλώσσαν σου εις την ψυχήν του και με την κατάκρισίν σου επλήγωσες την υπόληψιν του πλησίον σου! Τι εκέρδισες μ' αυτό; Έγινες εγκληματίας, άξιος δίκης και τιμωρίας!


Δια τους ζητούντας να δικαιολογήσουν τας κατακρίσεις των.

Και μη ζήτησης να δικαιολογηθής με το ότι: θα κατέκρινα, αν έλεγα ψεύματα. Εγώ όμως λέγω αληθινά, ώστε δεν κατακρίνω. Και εάν, αληθινά, κατακρίνης, και πάλιν εγκληματείς. Διότι και ο φαρισαίος ηλήθευεν, όταν κατέκρινε τον τελώνην, αλλά αυτό δεν τον ωφέλησε διόλου! Δια την κακολογίαν του έχασε και κάθε αξιομισθίαν του!

Ενδιαφέρεσαι πράγματι δια τον πλησίον σου; Λυπήσου τον ειλικρινώς, προσευχήσου υπέρ αυτού προς τον Θεόν, πήγαινε και εύρε τον κατ' ιδίαν και συμβούλευσέ τον και παρακάλεσε τον να φροντίση δια την διόρθωσίν του.

Ημάρτησεν ο αδελφός σου; Δείξε του αγάπην, πείσε τον ότι ομιλείς δια το αμάρτημα του από αδελφικόν ενδιαφέρον, όχι δια να τον θεατρίσης και δείξε του με κάθε τρόπον την προς αυτόν στοργήν σου, αν, αληθινά, επιθυμής να τον ιατρεύσης.

Τοιουτοτρόπως κάμνουν πολλές φορές και οι ιατροί. Χαϊδεύουν τους άρρωστους, όταν είναι δύστροποι, και τους πείθουν με τας παρακλήσεις των και τας στοργικάς προτροπάς των να δεχθούν το ευεργετικόν φάρμακον. Όμοια κάμε και συ. Αντί να κατακρίνης, δια να πληγώνης, πείσε τον αμαρτήσαντα να δείξη την πληγήν του προς τον θεραπευτήν ιερέα. Τοιουτοτρόπως κάμνει όποιος ενδιαφέρεται δια τον άλλον και προνοεί και φροντίζει δι' αυτόν.


Όταν κακολογούν άλλοι.

Δεν κακολογείς όμως εσύ. Είσαι αξιέπαινος, άλλ' αυτό μόνον δεν αρκεί, οφείλεις ακόμη, όταν, επί παρουσία σου, κακολογούν άλλοι, να φράσσης τας ακοάς σου και να μιμήσαι τον προφήτην, ο οποίος λέγει, τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού, τούτον κατεδίωκον (Ψαλμ. Ρ' 5). Ημπορείς να είπης προς τον κακολόγον έχεις να επαινέσης και να εγκωμιάσης; Ανοίγω τα αυτιά μου, δια να δεχθώ τα μύρα, αν όμως θέλης να κακολογήσης, τα κλείω, δια να μη δεχθούν κόπρον και βόρβορον. Τι θα κερδίσω με το να μάθω ότι έκαμε πονηρά ο δείνα;

Ημπορείς, ακόμη, να του ειπής, ας φροντίσωμεν δια τα ιδικά μας, πως δηλαδή ν' αποφύγωμεν τας μεγάλας ευθύνας των ιδικών μας αμαρτημάτων, και ας χρησιμοποιώμεν τον καιρόν μας εις εξέτασιν της ιδικής μας ζωής. Διότι τι θα απολογηθώμεν και πως θα συγχωρηθώμεν, όταν τα μεν ιδικά μας αμαρτήματα ούτε λογαριάζωμεν διόλου, λεπτολογούμεν όμως τόσον δια τα ξένα; Όπως είναι αίσχρόν να παρακύπτη ο διαβάτης μέσα εις τα ξένα σπίτια και να κρυφοκοιτάζη, τοιουτοτρόπως, και όποιος περιεργάζεται τι κάμνει ο ένας και ό άλλος, φανερώνει ότι του λείπει η καλή ανατροφή.


Μετά την προδοσίαν η δήθεν προστασία.

Να είπωμεν και το γελοίον εκείνο; Πολλές φορές, ο κακολόγος, αφού εδυσφήμησε τον άλλον με παντοίας αποκαλύψεις και διαβολάς, εις το τέλος, παρακαλεί τους ακροατάς του και τους εξορκίζει να μη ειπούν τίποτε εις κανένα!

Ερωτώ τον έντιμον αυτόν σπερμολόγον αντί να παρακαλής να κρατηθούν μυστικαί αι κακολογίαι σου, δεν ήτο προτιμότερον να μη τας ειπής διόλου; Τι δε θέλεις τώρα ν' αποδείξεις; Ότι ενδιαφέρεσαι δια την υπόληψιν του θύματος σου; Υποκριτά! Τον επρόδωκες πρώτον και κατόπιν θέλεις τάχα να τον προστατεύσης!

Ήκουσες κακολογίαν; θάψε την.

Μερικοί ευρίσκουν ότι το κακολογείν είναι γλυκύ. Αληθινά, γλυκύ είναι το ν' αποφεύγωμεν κάθε κακολογίαν. Ο κακολόγος υποπτεύεται πάντοτε και φοβείται ότι, αν ήθελον γίνει γνωσταί αι κακολογίαι του, θ' ακούση και αυτός χειρότερα και θα εκτεθή, ίσως, και εις άλλους κινδύνους,ενώ, όποιος έχει εγκρατή γλώσσαν και κανένα δεν εκακολόγησε και εναντίον κανενός δεν εσπερμολόγησεν, ούτε τίποτε εψιθύρισεν, αυτός θα έχη την ευχαρίστησιν, την οποίαν θα του δίδη η συναίσθησις ότι και αξιοπρεπώς εφέρθη και κανείς δεν θα τον εκδικηθή, αφού δεν εκέντησε κανένα.

Δι' αυτό σε συμβουλεύει ο σοφός της Γραφής, ήκουσες λόγον; εν αποθανέτω σοι (Εκκλησ. ΙΘ' 10). Ήκουσες, λέγει, κακόν λόγον δια κανένα; Θάψε τον εντός σου. Οφείλεις μάλιστα και να φεύγης, όπου αρχίσουν να επικρίνουν και να κατακρίνουν και να κακολογούν! Αν όμως συνέβη να γίνη ποτέ κακολογία επί παρουσία σου, χώσε την εις τα κατάβαθα της ψυχής σου, σύμπνιξέ την, λησμόνησέ την, δια να μη γίνης όμοιος προς εκείνους, οι οποίοι μεταδίδουν τας σπερμολογίας και τας διαβολάς, και δια να μην εκτεθής εις τας ανησυχίας και τους κινδύνους, οι οποίοι, πολλές φορές, ευρίσκουν τους κακολόγους!

Δια την διόρθωσιν των καταλάλων.

Ας φιλοτιμηθώμεν δε και να γίνωμεν παιδαγωγοί των καταλάλων. Εάν ηθέλαμεν τους κάμει να αντιληφθούν ότι το καταλαλείν κινεί την αποστροφήν και ότι χάνουν εις την εκτίμησίν μας αυτοί και όχι εκείνοι, οι οποίοι καταλαλούνται, ποίος ηξεύρει αν δεν έλθουν εις συναίσθησιν και δεν παύσουν την πονηράν αυτήν συνήθειαν και γίνωμεν, τοιουτοτρόπως, σωτήρες των και ευεργέται των;

Άθλιαι συνέπειαι της κακολογίας.

Επαναλαμβάνω δε και πάλιν ότι, όπως ο καλός λόγος και ο έπαινος είναι αρχή φιλίας, τοιουτοτρόπως η κακολογία και η διαβολή φέρει έχθρας και μίση και γίνεται αιτία μυρίων κακών εις τας ανθρωπίνους κοινωνίας. Ότι προ πάντων μας κάμνει να αμελώμεν την ιδικήν μας διόρθωσιν, είναι αυτή η μανία του να πολυενασχολούμεθα με τα ξένα! Διότι αδύνατον είναι πολυπερίεργος και κακολόγος άνθρωπος να επιμεληθή ποτέ τον εαυτόν του. Απορροφημένος εξ ολοκλήρου από το να μανθάνη και να κρίνη τα των άλλων, θ' αφήση, κατ' ανάγκην, τα ιδικά του αφρόντιστα και αμελημένα. Και ερωτώ, όταν διαρκώς φροντίζης, δια να πληροφορήσαι και ομιλής δια τα ξένα σφάλματα και παραπατήματα, πότε θα φροντίζης δια τα ιδικά σου;

Δυστυχώς, πολλοί δεν προσέχουν διόλου εις το Ευαγγελικόν: Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε (Ματθ. Ζ' 1). Όχι μόνον κρίνουν, αλλά και γίνονται πικροί κριταί, ακόμη, και δια πράγματα, προς τα οποία ώφειλαν να είναι παραβλεπτικοί, αφού μάλιστα, αν επρόσεχαν εις τον εαυτόν των, θα εύρισκαν ότι αυτοί περιπίπτουν εις μεγαλύτερα σφάλματα!

Η μανία της κατακρίσεως προχωρεί και μέχρι του μοναχού! Λαϊκοί, οι οποίοι ζουν άσωτα ή διαπράττουν μυρίας άρπαγας και πλεονεξίας καθ' εκάστην, κακολογούν τον μοναχόν, ο οποίος έχει κάποια βιωτικά μέσα και ενδύεται με κάποιαν ευπρέπειαν. Και σκανδαλίζονται οι σεμνότατοι άνθρωποι, εάν ένας καλόγηρος ήθελεν εξέλθει ενίοτε από την πολύ αυστηράν δίαιταν, να τον καταγγέλλουν ως επικούρειον, ενώ οι ίδιοι γαστριμαργούν και πίνουν ή και μεθύουν και κραιπαλούν συχνά! Δεν λαμβάνουν υπ' όψιν των ότι, τοιουτοτρόπως, επιβαρύνουν τρομερά τα αμαρτήματά των και στερούν τον εαυτόν των από κάθε απολογίαν!

Ύστερον από την τοιαύτην διαγωγήν σου, πως θα ζήτησης από τον Θεόν να μη σε κρίνη αυστηρά; Εάν θέλης επιεική κρίσιν δια τον εαυτόν σου, διατί, τότε, συ κρίνεις τόσον πικρά τον πλησίον σου και είσαι τόσο ανηλεής δια τον ιερέα και δεν εννοείς να παράβλεψης ουδέ τα ελάχιστα σφάλματα του; Θα κριθής, λοιπόν, με τα ίδια σου μέτρα και δεν θα δύνασαι να παραπονεθής ότι σου ζητούνται βαρείαι ευθύναι! Ο Χριστός σου το φωνάζει. Διατί δεν τον ακούεις; ω μέτρω μετρείτε, αντιμετρηθήσεται υμίν (Ματθ. Ζ' 1).

Υποκριτής ο καταλαλών. Το ιδικόν του δοκάρι.

Άκουσε και το άλλο τούτο: Υποκριτά (Ματθ. Ζ' 5). Διατί η κραυγή αυτή του Ιησού εναντίον του καταλάλου; Διατί ο χαρακτηρισμός του ως υποκριτού; Διότι, όσον και αν προσπαθούμεν να παραστήσωμεν ότι κρίνομεν και κατακρίνομεν από ενδιαφέρον μας προς τον πταίστην ή από ενδιαφέρον μας προς την κοινωνίαν, η αλήθεια είναι διαφορετική. Υπό τα προσχήματα, τα οποία προβάλλομεν, κρύπτομεν χυδαία πάθη. Και δια τούτο τους καταλάλους υποκριτάς τους ωνόμασεν ο Χριστός.

Και ο έλεγχός του εξακολουθεί. Έκβαλε πρώτον την δοκόν εκ του οφθαλμού σου. Πολύ σωστά. Αφού δεν ανέχεσαι εις τους άλλους ουδέ τα μικρά σφάλματα, αλλά τους κρίνεις, πολλές φορές, και δια τιποτένια πράγματα, διατί επιτρέπεις εις τον εαυτόν σου τα πολύ μεγαλύτερα και βαρύτερα; Αφού ενδιαφέρεσαι δια τους άλλους και δια αυτό τους κρίνεις, ως βεβαιώνεις, διατί δεν κατακρίνεις πρωτίστως τον εαυτόν σου; Αφού καταγίνεσαι με τα ξένα αμαρτήματα, τα οποία δεν δύνασαι να γνωρίζης επακριβώς, διατί παρατρέχεις τα ιδικά σου, τα οποία ημπορείς να γνωρίζης καλύτερα; Θέλεις να απαλλαγή ο αδελφός σου από το μικροσκοπικό ξυλαράκι, το οποίον έχει εις τον οφθαλμόν του; Διατί δεν ελευθερώνεις τον ιδικόν σου οφθαλμόν από το εντός του δοκάρι; Εφ όσον δεν κάμνεις κατ' αυτόν τον τρόπον, αυτοκαταγγέλλεσαι ότι κρίνεις τον αδελφόν σου όχι από ενδιαφέρον, αλλά διότι τον εχθρεύεσαι ή διότι αισθάνεσαι ηδονήν εις το να κακολογής και να εξευτελίζης τον πλησίον σου.

Με τι ομοιάζει οποίος καταλαλεί.

Ενόησέ το, λοιπόν, καλά. Εάν θα έπρεπε να κριθή όποιος αμαρτάνει, ο αρμόδιος να τον κρίνη δεν είσαι συ. Άλλ' ο Χριστός έκρινε. Ναι, εκείνος όμως ήτο αναμάρτητος και είχε το αξίωμα του Κριτού. Εκτός τούτου, ο Χριστός δεν έκαμνε σπερμολογίας και καταλαλιάς και δεν ενησχολείτο με τας υπολήψεις των ατόμων και ιδιωτών, άλλ' έκαμνε γενικούς ελέγχους προς κοινήν διδασκαλίαν και διόρθωσιν. Συ δε θέλεις να μάθης με ποίον ομοιάζεις;

Ομοιος είσαι με άρρωστον, ο οποίος, ενώ κατέχεται ο ίδιος από βαρεί αν υδρωπικίαν, αδιαφορεί δι' αυτήν και έχει να κάμη με τα μικρά κρυολογήματα των άλλων. Και, κατά την παρομοίωσιν αυτού του Ιησού, ενθυμίζεις εκείνον, ο οποίος βλέπει το λεπτότατον ξυλαράκι εις τον οφθαλμόν του άλλου και αναισθητεί προς το μεγάλο ξύλο, που τυφλώνει τον ιδικόν του οφθαλμόν.

Ήδη είναι κακόν το να μη βλέπη τις τα ιδικά του αμαρτήματα. Άλλ' είναι τρισχειρότερον, όταν και κρίνωμεν και κατακρίνωμεν τους άλλους, ενώ ημείς φέρομεν επάνω μας και περισσότερα και βαρύτερα παραπτώματα.

Περί τιμής και πειθαρχίας προς τον κλήρον και προς τους κρίνοντας Επισκόπους και Ιερείς.
(Εκ της Β' ομιλίας του εις την Β' προς Τιμόθεον)

Τα τέκνα οφείλουν να είναι φιλόστοργα προς τον πατέρα. Τοιουτοτρόπως οφείλουν και οι πιστοί να είναι φιλόστοργοι προς τους Ιερείς. Όχι δε μόνον φιλόστοργοι, αλλά υποτασσόμενοι. Πείθεσθε, λέγει ο Παύλος, τοίς ηγουμένοις υμών και υπείκετε, ειδότες ότι αυτοί αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών, ως λόγον αποδώσοντες (Έβρ. ΙΓ' 17).

Ειπέ μοι, λοιπόν αυτός μεν - ο Ιερεύς - είναι υπεύθυνος δια σε εις τόσον κίνδυνον. Διότι, και αν δεν τον βαρύνουν αυτόν τον ίδιον αμέσως προσωπικά του αμαρτήματα, η ευθύνη του είναι τρομερά, εάν δεν ήθελε φροντίσει να θέση και σε εν τάξει απέναντι του Θεού. Και σκέψου πόσον βαρύ είναι να έχη κανείς ευθύνας δια τόσας ψυχάς. Συ δε τι καλείσαι να δώσης προς τον ιερέα; Τιμήν, πειθαρχίαν εκκλησιαστική ν και κάποιαν υποστήριξιν δια την συντήρησίν του, αφού συ μεν και έμπορος δύνασαι να είσαι και άλλας εργασίας και επιχειρήσεις να αναλαμβάνης, εκείνος δε οφείλει να δουλεύη μόνον εις τον ναόν και εις τας θρησκευτικός υπηρεσίας. Έδωκες την τιμήν ταύτην, την υπακοήν, την υποστήριξιν; Και πάλιν μένεις υποχρεωμένος προς τον Ιερέα. Διότι ό, τι του προσφέρεις, είναι κατώτερον από ό, τι εκείνος σου έδωκε, και από τους κινδύνους, εις τους οποίους είναι εκτεθειμένος δια σε. Αλλά δεν δείχνει όσην έπρεπε προθυμίαν και δεν καταβάλλει όλον τον απαιτούμενον κόπον; Τότε μάλιστα να τον συμπαθήσης περισσότερον, διότι, εξ ιδικής σου αφορμής, κινδυνεύει να στερηθή την σωτηρίαν της ψυχής του.

Το μεγαλύτερον κακόν της Εκκλησίας.

Δυστυχώς, πολλοί αγαπούν να φιλονεικούν και να παρακούουν εις τους Ιερείς. Φυγαδεύεται τοιουτοτρόπως η αιδώς και ο σεβασμός του λαού προς τους άρχοντας της Εκκλησίας, δια να εισέλθη εις αυτήν η ανυποταξία και η αναρχία. Και τούτο είναι το κύριον αίτιον όλων των Εκκλησιαστικών κακών. Αυτό θα σας επαναλάβω και πάλιν πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε. Δεν το κάμνω δε χάριν των Ιερέων, αλλά προς χάριν ιδικήν σας. Όποιος τιμά τον ιερέα, θα τιμήση και τον Θεόν. Όποιος εσυνήθισε να καταφρονή τους ιερείς, θα φθάση και εις την καταφρόνησιν του Θεού. Δι' αυτό είπεν ο Χριστός, ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται. Δια τούτο η Σοφία Σειράχ παραγγέλει: τους ιερείς εντίμως έχε. Όταν οι Ιουδαίοι κατεφρόνησαν τον Μωυσην, δεν εδυσκολεύθησαν να καταφρονήσουν και τον Θεόν.

Διατί δεν δικαιούσαι να κρίνεις τον ιερέα.

Αλλά λέγεις: Δεν έχω, λοιπόν, εγώ το δικαίωμα να κρίνω τον ιερέα; Όχι, δεν δικαιούσαι,.Εάν οι λαϊκοί είχον το δικαίωμα να ερευνούν τον βίον και την πολιτείαν των πνευματικών των ποιμένων, δια να αποφασίζουν αν πρέπη να πειθαρχούν εις αυτούς ή να ανταρτεύουν, τότε, οι αρχόμενοι θα έθεταν τον εαυτόν των επάνω από τους άρχοντας και το παν θα εγίνετο άνω κάτω, θα ήσαν άνω τα πόδια και κάτω η κεφαλή. Ή δεν ακούεις τον Χριστόν, ο οποίος λέγει: μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε; (Ματθ. Ζ' 1), και τον Παύλον, ο οποίος μας φωνάζει, Συ τι κρίνεις τον αδελφόν σου; (Ρωμ. ΙΔ' 10). Εάν τον αδελφόν σου έχεις καθήκον να μη κρίνης, πολύ περισσότερον οφείλης ν' απέχης από του να κρίνης τον ιερέα. Ο Θεός σου το απαγορεύει. Πως το τολμάς εσύ;

Ύστερον από την μοσχοποιΐαν εις την έρημον οι περί τον Κορέ και τον Δαθάν και τον Αβειρών επανεστάτησαν κατά του αρχιερέως Ααρών. Τι έγινε τότε; ο Θεός τους κατέστρεψε. Ο καθείς, λοιπόν, ας κοιτάζη τα ιδικά του.

Δια τας διαφόρους αιτιάσεις κατά του επισκόπου και του ιερέως.

Αλλά δεν δίδει ο επίσκοπος, δεν δίδει ο ιερεύς προς τους πτωχούς και φρονείς, ως λέγεις, ότι δεν διοικούν καλά. Σ' ερωτώ και εγώ: Είσαι απολύτως βέβαιος περί τούτου; Έχεις εξακριβώσει τα πράγματα, ώστε να μη σου μένη καμμιά αμφιβολία; Διατί, λοιπόν, μέμφεσαι; Φοβήσου τας ευθύνας. Και οφείλεις να μη λησμονής ότι πολλά οι άνθρωποι τα κρίνουν με τας υποψίας των ή παρασυρόμενοι ευκολόπιστα από τας υποψίας και τας σπερμολογίας των άλλων. Συ, λοιπόν, μιμήσου τον Θεόν. Άκουε τον, όπου λέγει: Καταβάς δέομαι, ει κατά την κραυγήν αυτών συντελούνται (Γεν. ΙΗ' 21). Ηθέλησε να μας διδάξη δια τούτου ότι ακόμη και φωνή ολοκλήρου λαού ημπορεί να είναι πεπλανημένη και άδικος.

Επί τέλους περίμενε τον Κριτήν.

Εξήτασες όμως επιμελέστατα και επληροφορήθης ακριβέστατα και έχεις πεισθή πλέον τελείως; Και, αν τυχόν τοιουτοτρόπως είναι το πράγμα, το καθήκον σου και πάλιν είναι να περιμένης τον Κριτήν και να μη σπεύδης και αρπάζης την θέσιν του Χριστού. Εις Εκείνον ανήκει η κρίσις, όχι εις εσέ. Συ είσαι υπήκοος, όχι Κύριος. Και δεν σου αρμόζει να σφετερίζεσαι δικαιώματα, τα οποία ανήκουν εις την ανωτέραν διοίκησιν της Εκκλησίας και εις τον Θεόν.

Δια τους φρονούντας ότι αυτοί είναι καλύτεροι από τον ιερέα.

Άλλ' ο ιερεύς, λέγει, οφείλει να είναι καλύτερος μου. Ώστε είσαι πεπεισμένος ότι συ είσαι καλύτερος από τον ιερέα! Ας υποθέσωμεν ότι είσαι πράγματι. Λησμονείς όμως ότι, όποιος καυχάται δια την αρετήν του, έχασε κάθε αξιομισθίαν! Νομίζεις ότι είσαι καλύτερος! Και δεν στενάζεις, λοιπόν, και δεν κτυπάς το στήθος σου και δεν κύπτεις κάτω και δεν μιμείσαι τον τελώνην; Τότε, ταλαίπωρε, κατέστρεψες τον εαυτόν σου, έστω και αν ήσουν αληθινά καλύτερος!

Είσαι καλύτερος; Σιώπα, δια να μείνης τοιούτος. Εάν το είπης, έχασες το παν! Και δεν αρκεί μόνον να μη το είπης, Δεν πρέπει ούτε η ιδέα να σου πέραση ότι είσαι καλύτερος. Ενώπιον του θεού κερδίζει όποιος φρονεί ότι είναι δυνατόν όλοι οι άλλοι να είναι καλύτεροι του. Τι ήτο χειρότερον από τον τελώνην; Και όμως, μόνον με το να είπη ο φαρισαίος ότι ουκ ειμί ώσπερ ούτος ο τελώνης, τα έχασε όλα! Συ λέγεις περί του εαυτού σου ότι δεν είσαι ως ούτος ο ιερεύς! Δυστυχή! Έχασες κάθε αρετήν σου, με την καύχησιν άφ' ενός, με την κατάκρισιν εξ άλλου.

Υπέρ του μη καταλαλείν τον ιερέα.

Ας μη καταλαλώμεν, λοιπόν, παρακαλώ, τους ιερείς, και ας μη γινώμεθα αυστηροί εξετασταί των δια να μη ζημιώνωμεν τους εαυτούς μας. Μη λησμονής ότι ιερεύς σε εβάπτισε και σ' έκαμε χριστιανόν και ότι προς τους ιερείς - τους πνευματικούς μας πατέρας - οφείλομεν όχι ολιγώτερον σεβασμόν από εκείνον, τον οποίον χρεωστούμεν προς τους σωματικούς γονείς μας.

Σεβάσου, λοιπόν, τον ιερέα, διότι αυτός κάθε ημέραν διακονεί και δι' εσέ. Δι' εσέ μεταβαίνει εις τον ναόν του Θεού και αναγινώσκει τας Γραφάς. Δι' σε εύχεται και παρακαλεί τον Θεόν και τον καθικετεύει.

Δια σε, όπως και δια τον λοιπόν λαόν, είναι όλη η ιερατική του διακονία. Σεβάσου, λοιπόν, όλα αυτά, τήρει τα πάντοτε εις τον νουν σου και έχε την φρόνησιν και την ευγένειαν να φέρεσαι προς τον ιερέα με ευλάβειαν βαθυτάτην.