Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΗΣΤΕΙΑ, ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Είναι καιρός τώρα που στα περίφημα κανάλια της ελληνικής τηλοψίας αφιερώνονται πολλές ώρες στη μεγάλη τέχνη της μαγειρικής. Πολυτελείς, καλοφωτισμένες κουζίνες, με ακριβά μαγειρικά σκεύη, μόνιμα χαμογελαστά πρόσωπα γυναικών και ανδρών, μεσόκοπων και νέων με λουλουδάτες ή άσπρες ποδιές και σκούφους, αστειάκια συνήθως όχι έξυπνα και εκείνα τα ατέλειωτα φαιδρά υποκοριστικά καροτάκια, σαλτσούλες, ψαράκια, κρεατάκια και λοιπά.
Μάλιστα οι συνταγές τους είναι πολλές φορές λίαν δαπανηρές και σπάνιες. Προέρχονται από διάφορες μακρινές χώρες, ξένες, από την απλή, ωραία και υγιεινή γνωστή μεσογειακή δίαιτα. Σε μία εποχή δύσκολη, σαν τη δική μας, να παρουσιάζονται καθημερινά λαχταριστοί αστακοί, γαρίδες, κρέατα φερμένα από μακριά, αποτελεί μία οδυνηρή πρόκληση. Όταν οι συνάνθρωποί μας δεν έχουν ούτε τον άρτο τον επιούσιο, ξενίζει αυτή η πολυδάπανη και πολυποίκιλη παρουσίαση εδεσμάτων γαργαλιστικών.
Μερικοί φαίνεται ζουν για να τρώνε. Σε αυτούς απευθύνονται; Κάθονται άνθρωποι όλη τη μέρα και αντιγράφουν όλες αυτές τις σύνθετες συνταγές; Φαίνεται πως υπάρχει ένα τέτοιο φιλοθεάμον κοινό που ενδιαφέρεται και γι’ αυτό και βέβαια συνεχίζονται οι εκπομπές αυτές. Την ίδια περίοδο κυκλοφορεί ένα πλήθος βιβλίων – τσελεμεντέδων επίσης πανάκριβων, με ιλουστρασιόν χαρτί, πολλές έγχρωμες φωτογραφίες και καλλιτεχνικά δεσίματα. Μάλιστα κυκλοφορούν και αρκετά βιβλία με νηστίσιμες συνταγές για τα οποία έχω μία μικρή επιφύλαξη.
Βρισκόμαστε σε περίοδο νηστείας πριν τα Χριστούγεννα. Πάντοτε πριν τις μεγάλες εορτές της Χριστιανοσύνης έχουμε νηστεία ως προετοιμασία. Η νηστεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι πάντοτε συνδυασμένη με τη λιτοφαγία και την ολιγοφαγία. Αν είναι να τρώει κανείς γαρίδες, καραβίδες, χαβιάρια και αστακούς καλύτερα να νηστεύει. Η νηστεία όμως, όπως λεει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, θα πρέπει να είναι λιτή, φτωχή και απλή και τα χρήματα που κερδίζουμε μη χρησιμοποιώντας πολυδάπανες τροφές, να γεμίζουν με τις απαραίτητες τροφές τις κοιλιές των πεινασμένων. Η νηστεία λοιπόν συνδυάζεται με την ελεημοσύνη και την προσευχή.
Όταν ο άνθρωπος θα φάει βαριά και πολύ, θα κουβεντιάσει πολύ και θα κοιμηθεί πολύ. Η μία παραχώρηση φέρνει την άλλη. Όταν ο άνθρωπος θα φάει μέτρια θα βρίσκεται σε μία μεγαλύτερη εγρήγορση, θα ελέγχει τις σκέψεις του, θα συλλαμβάνει τους λογισμούς του και θα περιορίζει τη φαντασία του. Δεν νηστεύουμε για να έχουμε καλή υγεία και ωραία σιλουέτα, άσχετα αν βοηθά κάποτε και σε αυτά. Νηστεύουμε γιατί είναι εντολή Θεού, γιατί είναι το μόνο που μπορεί να προσφέρει ο άνθρωπος στον Θεό, γιατί είναι μία εκούσια προσφορά, στέρηση της τελικά επώδυνης ηδονής.
Ο καθηγητής κ. Α. Καφάτος έχει πει πως αν τηρούσαμε επακριβώς τις καθιερωμένες νηστείες της εκκλησίας θα είχαμε σαφώς καλύτερη υγεία. Η πολυφαγία, η καθημερινή κρεοφαγία, η τροφή με πολλά λιπαρά δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην υγεία. Όταν ο άνθρωπος νηστεύει έχει πιο καθαρό νου και μπορεί να προσεύχεται καθαρότερα και καλύτερα. Η νηστεία είναι ένα μέρος της ασκήσεως του πιστού. Η νηστεία από μόνη της δεν σημαίνει τίποτε. Οι φτωχοί νηστεύουν θέλοντας και μη. Αν όμως στενοχωρούνται γι’ αυτό γκρινιάζουν, άγχονται, νευριάζουν και γίνονται κακοί, χάνουν τον “μισθό” τους.
Επανερχόμενος στα τηλεοπτικά μαγειρέματα θυμάμαι και κάποια άλλα μαγειρέματα υποκρισίας, δολοπλοκίας, διπλωματίας και απάτης, υποστηρίζοντας τους δικούς μας και ας είναι αχρείοι και ανάξιοι. Βρέθηκα στο σπίτι της αδελφής μου στην Αθήνα και παρακολούθησα αυτόν τον μυρωδάτο ολοήμερο πόλεμο σκόρδου, κρεμμυδιού, βαλσάμικου, καρυκευμάτων και σαλτσών αλλά και περίεργων σαλατών και γλυκών και κουράστηκα πολύ.
Έλεγε ένας γέροντας πως γίνεται ένας μεγάλος πόλεμος για λίγα εκατοστά, ό,τι καταλάβει η γλώσσα, ο ουρανίσκος και ο λάρυγγας. Μετά καμία αίσθηση. Αν φας πολύ θα έχεις στομαχόπονο κι αν δεν πάρεις σχετικά φάρμακα σίγουρα θα θέλεις αναψυκτικά – χωνευτικά. Ένας άγιος είπε το κρασί δεν είναι αμαρτία αλλά η μέθη. Σε όλα χρειάζεται μέτρο, διάκριση και προσοχή.

Πηγή:Εφημερίδα Μακεδονία

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ «ΧΟΥΓΙΑ» ΣΤΗΝ ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΖΩΗ- ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ

Άραγε, με τις ανθρώπινες συνήθειες τι συμβαίνει στην πραγματικότητα; Διότι η παροιμία λέγει ότι τα «χούγια» δεν αλλάζουν μέχρι να πεθάνη ο άνθρωπος. Αυτό στην ουσία έχει δύο έννοιες.

Πρώτον, εκφράζει ότι εμείς οι άνθρωποι τόσο πολύ αγαπάμε τις συνήθειές μας, ώστε οι ίδιοι δεν θέλομε να τις βγάλωμε, όχι ότι δεν βγαίνουν οι συνήθειες. Τις αγαπάμε τις συνήθειές μας, τις υποστηρίζομε, μας αρέσουν και προτιμούμε καλύτερα να μας σφάξουν παρά να αλλάξωμε μία συνήθειά μας. Παρατηρήστε, όταν θελήσουν να μας αλλάξουν κάποια συνήθειά μας, κάποια σκέψι μας, κάποια γνώμη μας, πώς αμέσως αντιδράμε. Αμέσως ταραζόμαστε, γιατί την αγαπάμε την συνήθειά μας, όχι ότι αυτή δεν αλλάζει. Ίσα ίσα που η Αγία Γραφή λέγει ότι και ο ηλικιωμένος Νικόδημος ή οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να ξαναγεννηθή λαμβάνοντας το βάπτισμα. Η Αγία Γραφή λέγει ότι καρδίαν καινήν μας δίνει ο Θεός, κάνοντάς μας ανάπλασι του νου, του βαθύτερου είναι μας (57), και έτσι γινόμεθα καινούργιοι ήμερα τη ημέρα (58). Επομένως, αλλάζει ο άνθρωπος.

Δεύτερον, εκείνα που πράγματι δεν αλλάζουν είναι τα σωματικά και τα ψυχικά ιδιώματα του ανθρώπου -αμφότερα φυσικά είναι- στα οποία χωράει ένα πράγμα, η δική μας κατάφασις: τα δέχομαι και προχωράω. Εγώ, παραδείγματος χάριν, πάω στο μοναστήρι αγράμματος και θέλω να παρουσιάζωμαι ως εγγράμματος. Τότε είναι φυσικό να αποτύχω. Διότι, εάν δεν έμαθα γράμματα μέχρι της ηλικίας των δεκατεσσάρων, δεκαπέντε χρόνων, μετά δεν μπορώ να μάθω. Δεν μπορώ να αποκαταστήσω την άγνοιά μου με μεταγενέστερες σπουδές, διότι θα γίνω χειρότερος. Να παραδεχθώ λοιπόν την αγραμματωσύνη μου και να πάω στο μοναστήρι ως αγράμματος. Εάν θελήσω να εξομοιωθώ με τους μορφωμένους, θα χάσω την ειρήνη μου.

Υπάρχουν πολλά φυσικά ιδιώματα. Εκ φύσεως είμαι εξωστρεφής ή νωθρός ή έξυπνος ή αφελής ή ζωηρός ή σοβαρός, ή έχω τούτο το κακό ή το καλό. Μεταβολή βέβαια σε αυτά γίνεται˙ αύξησις, πρόοδος, μείωσις γίνεται, αλλά όχι τελεία αλλαγή. Αυτά αποτελούν το περιεχόμενο που μας χάρισε ο Θεός, επί τη βάσει του οποίου θα προχωρήσωμε, και το οποίο θα χρησιμοποιήσουμε ως αντάλλαγμα, για να πάρωμε την χάρι του Θεού.

Όταν λοιπόν λέμε, τα ανθρώπινα «χούγια» δεν αλλάζουν, εννοούμε: ή ότι δεν θέλουν οι άνθρωποι αλλαγή, ή ότι πρόκειται περί φυσικών και ψυχικών ιδιοτήτων του ανθρώπου. Αυτά δεν μας εμποδίζουν στον δρόμο μας. Αυτά είναι το χωράφι, το οποίο πρέπει να καλλιεργήσωμε˙ δεν χρειάζεται να αλλάξουν αυτά, μόνον να τα προσφέρωμε στην υπηρεσία του Θεού. Εγώ θα προσφέρω την χαρά μου, εσύ την εξυπνάδα σου, ο άλλος την μόρφωσί του. Να τα προσφέρω όμως σαν σκύβαλα, διότι τίποτε δεν είναι, πεταγμένα πράγματα είναι, αν και είναι αγαθά, και τότε μπορώ θαυμάσια να προχωρήσω. Τα «χούγια», και μάλιστα τα πνευματικά, δεν αλλάζουν, επειδή εμείς δεν θέλομε. Εμείς τα ράβομε επάνω στην ψυχή μας με την μεγάλη εκείνη βελόνα και με την κάμιλο (59), με το χονδρό δηλαδή σχοινί, με το παλαμάρι του θελήματος.

Και επειδή είναι τόσο δύσκολο να αλλάξη το «χούγι» του ανθρώπου, αφού το αγαπάει, γι' αυτό είναι φρόνιμο να μη θέλωμε να αλλάζωμε τους άλλους, τον εαυτό μας όμως να τον αλλάζωμε. Λόγου χάριν, θα δης ότι ο άλλος είναι τεμπέλης. Μη θέλης να αλλάξη. θα διαπιστώσης ότι ο διπλανός σου είναι πολυλογάς. Δέξου τον όπως είναι. Τι μπορείς μόνον να κάνης; Όταν δης τα παπούτσια του, κλείσε την πόρτα σου και μη μιλάς, ώστε να κτυπήση και να αναγκασθή να φύγη. Ή, βλέπεις ότι ο άλλος είναι υβριστής• φωνάζει, νευριάζει. Όταν σε πλησίαση, πες στον εαυτό σου: Τώρα θα έρθουν τα σύννεφα, οι βροντές, οι αστραπές• θα αρχίσουν οι φωνές, οι θυμοί. Να το περιμένης αυτό, και να μη θέλης να αλλάξη. Να μη λες: Μα, καλόγηρος και να θυμώνη; διότι από την ώρα εκείνη διακυβεύεται η δική σου ζωή.

Όπως, όταν αμαρτάνη ο άλλος τον δικαιολογούμε και λέμε ότι άνθρωπος είναι, το ίδιο να λέμε και για το «χούγι» των άλλων. Αλλά, όταν αμαρτάνωμε εμείς, να λέμε: Δεν μπορεί να αμαρτάνη ο άνθρωπος που γεννήθηκε από το Πνεύμα το Άγιον (60), διότι η αμαρτία είναι χωρισμός από τον Θεόν. Άλλα θα πούμε για τον εαυτό μας και άλλα για τους άλλους. Και όντως, είναι αφελέστατος και a priori αποτυχημένος, όποιος συλλαβή έστω και απλώς την ιδέα να αλλάξη τους άλλους. Αποτυγχάνει καθημερινά, όταν θελήση να επιφέρη κάποια αλλαγή στον άλλο και ιδίως στην γνώμη του άλλου.

Γι’ αυτό, μόλις ο άλλος σου πή κάτι, εσύ όχι μόνον να το δεχθής, αλλά να βάλης και θαυμαστικά, θα σου πη, επί παραδείγματι, πετάει ο γάιδαρος. Βεβαίως, πετάει ο γάιδαρος, θα του πης, aφού κατάλαβες ότι αυτός πιστεύει ότι πετάει. Θα σου πη, η γη είναι επίπεδος. Βεβαίως, επίπεδος είναι η γη, θα του πης, και ας ξεύρης εσύ ότι η γη είναι στρογγυλή. Θα σου πη, πρώτα έγινε η γη και την τρίτη ήμερα έγινε το φως, όπως λέγει η Γραφή. Βεβαίως, θα πης, το λέει ο Μωυσής˙ δεν μπορεί να λέη ψέματα ο Μωυσής˙ και ας ξεύρης εσύ ότι πρώτα έγινε το φως και μετά η γη (61). Δηλαδή, δεχόμαστε ο,τιδήποτε λέει ο άλλος. Θα δης τότε μέσα στην καρδιά σου ειρήνη, χαρά, άπλα, άνεσι, Θεόν.

Θα θυμάστε το περιστατικό από το Ευαγγέλιο, που πήγαν στον Χριστόν δύο αδέλφια και του είπαν: Χώρισέ μας το χωραφάκι μας, σε παρακαλούμε. Τι τους απάντησε; Δεν είναι δουλειά μου (62). Γιατί; Διότι θα ερχόταν σε σύγκρουσι με την θέλησι του ενός εξ αυτών. Ουδέποτε ήρχετο ο Χριστός σε σύγκρουσι. Μια φορά μόνον το έκανε, με τους Φαρισαίους, με τα «ουαί» (63). Έρριχνε απλώς τον λόγο, την διδασκαλία του, τα δίχτυα του, και μάλιστα πώς; Με παραβολές• γιατί, εάν θα μιλούσε ανοιχτά, θα συγκρουόταν με τις ιδέες τους, με τις αντιλήψεις τους. Ο άνθρωπος πάντοτε καταλαβαίνει αυτό που θέλει. Τα έλεγε λοιπόν κεκαλυμμένα, και τα καταλάβαιναν όσοι ήθελαν˙ όσοι δεν ήθελαν, έλεγαν μόνον, τι ωραία που μιλάει (64)! Μέλι και γάλα βγαίνει από το στόμα του. Έτσι τους κέρδιζε όλους.

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

O ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΤΥΡΝΟΒΟΥ - 27 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

O όσιος Θεοδόσιος (βουλγαρικής καταγωγής) έζησε στα τέλη του 13ου αιώνος στην περιοχή του Τυρνόβου. Υπήρξε μια μεγάλη εκκλησιαστική μορφή της εποχής του. Είναι εκείνος πού πρώτος έφερε στη Βουλγαρία τη διδασκαλία του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου και το ορθόδοξο ασκητικό ήθος του Αγίου Όρους.
Ο ισχυρός πόθος του να αφιερωθεί στον Θεό από τη νεανική του ηλικία τον έκανε να απαρνηθεί τα εγκόσμια, πατρίδα, περιουσία και συγγενείς, και να πορευθεί στη Μονή του Αγίου Νικολάου του Άρτσάρ (περιοχή Βιδυνίου). Έκεί απορροφήθηκε από τη μελέτη των Αγίων Γραφών. Αποστήθισε το Ψαλτήριο και προσευχόταν απερίσπαστα καλλιεργώντας τις αρετές της νηστείας, της ταπεινοφροσύνης και της υπακοής. Όταν έκοιμήθη ό πνευματικός του καθοδηγός Ίώβ, αναχώρησε για την Ιερά Μονή της Θεοτόκου της Οδηγήτριας στο Τύρνοβο. Έκεΐ μέσα στην ησυχία των δασών του Σλίβεν με μια ομάδα ασκητών μοναχών απολάμβανε την παρουσία του Θεού και ζοΰσε πλημμυρισμένος από τη θεία Χάρη του.
Συντομα όμως αναχώρησε για τη Μονή της Θεοτόκου Έπικέρνους αναζητώντας νέο πνευματικό οδηγό. Ό Κύριος ικανοποίησε τον βαθύ πόθο του δούλου του.Έκεί στα σύνορα της Βουλγαρίας με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατέφθασε τότε από το Άγιον "Ορος ό μεγάλος ασκητής και όσιος, ό Γρηγόριος ό Σιναΐτης με συνοδεία μαθητών. Οι ληστρικές επιδρομές Σαρακηνών πειρατών είχαν καταστήσει το Άγιον Όρος την εποχή εκείνη δύσκολο τόπο ασκήσεως.Συνάντησε λοιπόν ό όσιος Θεοδόσιος τον όσιο Γρηγόριο καί συνέβη, όπως λέει ό βιογράφος του, να έλκυσθεί από αυτόν τόσο ισχυρά «όπως ό σίδηρος έλκεται από τον μαγνήτη».
Ό Θεοδόσιος ανακάλυψε στο πρόσωπο του οσίου Γρηγορίου πνευματικό θησαυρό. Αφοσιώθηκε στο νέο του γέροντα απορροφώντας με δίψα το ασκητικό του ήθος αλλά και τις σοφές διδαχές του. Σύντομα ό Θεοδόσιος αναδείχθηκε πρότυπο μονάχου, έγινε «υπόδειγμα υπακοής καϊ ζηλωτής νοεράς προσευχής». Στή συνοδεία αυτή γνώρισε και συνεδέθη με πνευματική φιλία και με τον όσιο Ρωμύλο. Δυστυχώς όμως ό Θεοδόσιος δεν απόλαυσε για πολύ τη χαρά του Κοινοβίου, γιατί ό όσιος Γρηγόριος έκοιμήθη. Οι μοναχοί προέκριναν για νέο ηγούμενο τον όσιο και ευλαβή Θεοδόσιο. Αυτός όμως έντονα αρνήθηκε και αναχώρησε αμέσως με τον συμμοναστή του Ρωμύλο για την περιοχή του Σλίβεν και τον Αθωνα για μελέτη των έργων των αγίων Πατέρων. Επειδή όμως οί πειρατείες δεν είχαν κοπάσει, σύντομα αναχώρησε και από εδώ. Και μετά από επίπονη περιοδεία (Θεσσαλονίκη - Βέροια - Κωνσταντινούπολη - Παρορια, Σλίβεν) κατέληξε στο όρος Κελιφάρεβο (κοντά στο σημερινό Μπουργκάς στη Μαύρη θάλασσα). Εκεί με τη συνδρομή του Βούλγαρου βασιλιά Ιωάννη Αλεξάνδρου (1331-1371), πού αγαπούσε και θαύμαζε πολύ τον Μοναχισμό και τον βυζαντινό πολιτισμό, έκτισε Μονή. Το ιερό αυτό συγκρότημα από 50 περίπου μοναχούς πού διηύθυνε ό Θεοδόσιος θεμελιώθηκε στις πνευματικές αυστηρές βάσεις της ασκητικής διδασκαλίας του οσίου Γρηγορίου. Υπήρξε φάρος της Ορθοδοξίας πού εξέπεμπε το φως του γνήσιου ήσυχασμού σ' όλη τη Βουλγαρία και έξω από τα σύνορα της. Έκεϊ οί μοναχοί «αντέγραφαν χειρόγραφα και μετέφραζαν στα Σλαβονικά έργα μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας» μεταγγίζοντας στη χώρα τους την αγιοπνευματικη εμπειρία της Ορθοδοξίας. Σ' αυτή τη Μονή έφθαναν μαθητές από τη Σερβία, Ουγγαρία και Βλαχία για να φωτισθούν και να ακούσουν την ορθόδοξη διδασκαλία. Ή Μονή υπήρξε ακόμη και κέντρο άντιαιρετικό πού αντιμετώπιζε με σθένος τους οπαδούς των αιρετικών Βαρλαάμ και Ακίνδυνου, τους Βογομίλους και Ίουδάίζοντες. Μεγάλη υπήρξε ή συμβολή του οσίου Θεοδοσίου και στη Σύνοδο της Βουλγαρίας του 1359, πού συγκλήθηκε για θέματα αιρέσεων. Ό ίδιος ό Όσιος προήδρευσε σ' αυτήν και με τη δυναμική του συμβολή χάρισε νίκη στην Ορθοδοξία. "Ομως επιδρομές αλλοθρήσκων ανάγκασαν τον Θεοδόσιο να αναχωρήσει από το Μοναστήρι. Αποσύρεται λοιπόν σε απρόσιτο σπήλαιο, όπου έζησε έκεί τρία χρόνια με αυστηρότερη άσκηση.Ασθένεια όμως βαριά τον καθήλωσε επί είκοσι μήνες. Αγόγγυστα ύπέμενε τη νέα δοκιμασία ευρισκόμενος πάντα ξαπλωμένος με αχώριστο σύντροφο τη νοερά προσευχή και την ιερά μελέτη. "Επιθυμούσε όμως πολύ πριν πεθάνει να επισκεφθεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κάλλιστο τον Α', παλαιό φίλο και συμμαθητή του. Έφθασε λοιπόν στην Κωνσταντινούπολη και του υπέβαλε ευλαβικά τη «μετάνοια» του. Ζήτησε την ευλογία του και συζήτησε μαζί του με εγκαρδιότητα όχι μόνο θέματα πνευματικής ζωής αλλά και για προβλήματα της "Εκκλησίας της Βουλγαρίας. Μέχρι το τέλος της ζωής του ό μακάριος όσιος Θεοδόσιος παρέμεινε στη Βασιλεύουσα στην Ιερά Μονή του Άγιου Μάμαντος. Προαισθανόμενος το τέλος του κάλεσε γύρω του τους μαθητές του αφήνοντας τους τις τελευταίες του υποθήκες. Τους είπε: «Να είστε αυστηροί στα δόγματα, να μένετε προσηλωμένοι στο Θεό, να προσεύχεσθε, να άγνίζετε τα συναισθήματα σας και να εύαρεστείτε στον πανάγιο Θεό με τον αγώνα σας». Οί μαθητές ασπάστηκαν με δάκρυα τα χέρια και τα πόδια του άγιου καθοδηγού τους. Και άφοΰ ό Όσιος άπήγγειλε το «Πιστεύω» και μετέλαβε με κατάνυξη τα Άχραντα Μυστήρια, παραδόθηκε σε έκσταση βλέποντας γύρω του φωτοειδεϊς Αγγέλους. Και με ειρηνικό μειδίαμα στα χείλη κλείνοντας τα βλέφαρα του παρέδωσε την ψυχή του στον Δημιουργό του, τον Κύριο και Θεό μας, στις 27 Νοεμβρίου του 1363. Τότε γέμισε το κελλί του από μια άρρητη ευωδιά. 'Ο Κύριος δόξασε τον δούλο του και πιστό του μαθητή Θεοδόσιο. Ή κηδεία του έγινε στην Κωνσταντινούπολη με μεγαλοπρέπεια με την παρουσία του Πατριάρχου και τής'Ιεράς Συνόδου. Το έργο του οσίου Θεοδοσίου δεν έσβησε. Δικά του πνευματικά αναστήματα εϊναι ό άγιος Κυπριανός Κιέβου (16/9) και ό άγιος Ευθύμιος Πατριάρχης Τυρνόβου (20/1). Το αγνό, γνήσιο και αυθεντικό ήθος και δόγμα της "Ορθοδοξίας μας, πού μας χάρισε ό πανάγιος Θεός, ας το απολαμβάνουμε. Και ας το μεταλαμπαδεύουμε γύρω μας με καύχηση εν Κυρίω και με συναίσθηση ευθύνης όπως ό όσιος Θεοδόσιος ό εν Τυρνόβω.

Πηγή: περιοδικό ΣΩΤΗΡ

Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ

Ο υμνωδός την ονομάζει «πανεύφημον νύμφην Χριστού» την Αγίαν Αικατερίναν και πολύ δικαίως γιατί η Αγία ως μόνον νυμφίον της ψυχής της είχε κάνει τον Χριστόν. Η ζωή της πραγματικά πολύαθλος κατέπληξε τους πάντας. Η σοφία και η γνώσις, όλη η επιστήμη του καιρού της είχε γίνει κτήμα της. Όλα όμως τα περιφρόνησε για την αγάπη του μοναδικού Νυμφίου, του Χριστού.
Και όμως η σοφία του κόσμου αυτού δεν την παραπλάνησε, ούτε η γήινη φιλοσοφία. Την έθεσε στην υπηρεσία της αληθινής φιλοσοφίας, για να ελκύση στην πίστι του Χριστού τους φιλοσόφους του καιρού εκείνου και τους ρήτορας.
Υπέμεινε πολλά βασανιστήρια και φυλακίσεις και απ’ όλα αυτά την εγλύτωσε θαυματουργικά ο Κύριος. Τέλος παρέδωσε την αγία ψυχή της με μαρτυρικόν διά ξίφους θάνατον, διά να πρεσβεύη από τότε για όλους, όσοι επικαλούνται την προστασία της. Ιδιαιτέρως τιμάται εις το όρος Σινά από τους μοναχούς της Μονής Σινά, γιατί θαυματουργικώς μετεφέρθη το σώμα της επί του όρους αυτού.
Νομίζομεν ότι μεγάλην ωφέλειαν θα λάβη ο αγαπητός αναγνώστης από την ανάγνωσιν του βίου της Αγίας Αικατερίνης, γι’ αυτό και προβαίνομεν εις την έκδοσιν του φυλλαδίου αυτού με την ευχήν όπως η Μεγαλομάρτυς «αιτήται πάσι το μέγα έλεος».
Γνωριμία με τον Ιησού Χριστό
Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια και μαρτύρησε κατά την εποχή των ασεβών βασιλέων Μαξιμιανού, Μαξεντίου και Μαξιμίνου (305-313). Ήταν κόρη του ηγεμόνος της Αλεξανδρείας Κώνστα (η Κέστου) φημισμένη για το κάλλος της και τη σοφία, διότι είχε μορφωθή με τα διδάγματα της ελληνικής παιδείας και γνώριζε Όμηρο, Βιργίλιο, Αριστοτέλη, Πλάτωνα και άλλους αρχαίους συγγραφείς.
Πολλοί πλουσιώτατοι άρχοντες της συγκλήτου την ζήτησαν σε γάμο από την μητέρα της, που ήταν κρυφή χριστιανή εξ αιτίας του διωγμού, που κίνησε ο Μαξιμιανός. Οι συγγενείς και η μητέρα της την συμβούλευαν να παντρευθή για να μην περιέλθη η βασιλεία του πατέρα της σε ξένο άνδρα, αλλά η Αικατερίνη αγαπούσε την παρθενία και απέφευγε τις προτάσεις. Η παράδοση αναφέρει το εξής περιστατικό: Όταν άρχισαν να την ενοχλούν συστηματικά τους είπε:
Βρήτε ένα νέο να μου μοιάζη στα τέσσερα χαρίσματα που ομολογείτε, ότι ξεπερνώ τις άλλες νέες και τότε να τον κάνω σύζυγό μου, γιατί δεν καταδέχομαι να πάρω κατώτερό μου. Ερευνήστε αν υπάρχη κάποιος όμοιός μου στην ευγένεια, στον πλούτο, στη σοφία, και στην ωραιότητα. Αν του λείπη κάτι απ’ αυτά δεν είναι άξιος για μένα.
Εγνώριζαν όλοι, ότι ήταν αδύνατο να βρεθή τέτοιος άνθρωπος και της έλεγαν, ότι ο γιος του βασιλιά της Ρώμης και άλλοι είναι ευγενείς και πλουσιώτεροι από αυτή, αλλά υστερούν στην σοφία και στην ομορφιά. Αλλά η κόρη δεν δεχόταν να πάρη «αγράμματο», όπως έλεγε.
Η μητέρα της είχε πνευματικό ένα άγιο άνθρωπο έξω από την πόλι. Πήρε, λοιπόν, την Αικατερίνη και πήγαν να τον συμβουλευθούν. Ο ασκητής άκουσε τα φρόνημα λόγια της και σκέφθηκε να την ελκύση στην πίστι του Χριστού. Της είπε λοιπόν: Γνωρίζω έναν θαυμάσιο άνθρωπο, που σε υπερβαίνει σ’ όλα τα χαρίσματα και σ’ άλλα αναρίθμητα. Η ωραιότητά του νικά στη λάμψη τον ήλιο, η σοφία του κυβερνά όλα τα όντα , ο πλούτος του διαμοιράζεται σ’ όλο τον κόσμο και δεν λιγοστεύει ποτέ, η ευγένειά του είναι ασύλληπτη και ακατανίκητη.
Η κόρη νόμισε, ότι πρόκειται για επίγειο άρχοντα και ρωτούσε αν αυτά τα χαρίσματα ήταν αληθινά. Ρώτησε λοιπόν:
Τίνος είναι γιός;
Αυτός δεν έχει πατέρα στη γη, αλλά γεννήθηκε υπερφυσικά από μια Υπεραγία Παρθένο, που αξιώθηκε για την αγιότητά της να μείνη αθάνατη στην ψυχή και στο σώμα.
Είναι δυνατό να δω αυτό το νέο, για τον οποίο διηγείσαι τόσα θαυμαστά;
Αν κάμης ό,τι σου πω, θα αξιωθής να δης το πρόσωπό του.
Σε βλέπω άνθρωπο γνωστικό και σεβάσμιο, πιστεύω ότι δεν μου λες ψέματα. Είμαι έτοιμη να κάνω ό,τι μου πης.
Τότε ο ασκητής της έδωσε μιά εικόνα της Παναγίας, που κρατούσε το θείο Βρέφος και της λέει: Αυτή είναι η αειπάρθενος Μητέρα Εκείνου. Πάρε την και αφού κλείσης την πόρτα του δωματίου συ κάμε ολονύκτια προσευχή και παρακάλεσε αυτήν, που ονομάζεται Μαρία, να σου δείξη τον Υιόν της. Ελπίζω, ότι αν παρακαλέσης με πίστι, θα σε ακούση.
Πήρε η Αικατερίνη την εικόνα και όλη τη νύκτα κλεισμένη στο θάλαμό της προσευχόταν, όπως της είπε ο γέροντας. Από τον κόπο κοιμήθηκε και βλέπει σε όραμα την Παναγία με το θείο Βρέφος. Αλλά είχε στραμμένο το πρόσωπό του προς τη Μητέρα του, έτσι η κόρη έβλεπε τα νώτα του, επιθυμώντας να δη από μπροστά πήγε προς το άλλο μέρος, αλλά ο Χριστός έστρεφε πάλι το πρόσωπό του. Τούτο έγινε τρεις φορές. Τότε άκουσε την Παναγία να λέη:
Κύτταξε, παιδί μου, τη δούλη σου Αικατερίνη, πόσο είναι ωραία και καλή.
Το βρέφος αποκρίθηκε:
Είναι σκοτεινή και άσχημη, τόσο που δεν μπορώ να την δω καθόλου.
Δεν είναι πάνσοφη παραπάνω από όλους τους ρήτορες, πλούσια και ευγενή;
Μητέρα μου, είναι αμαθής και πολύ χαμηλά όσο βρίσκεται σε τέτοια κατάστασι, ώστε δεν πρέπει να με δη στο πρόσωπο.
Σε παρακαλώ, παιδί μου, να μην περιφρονήσεις το πλάσμα σου, αλλά να την νουθετήσης κα να την οδηγήσης για να απολαύση τη δόξα σου και να δη το πρόσωπό σου, που επιθυμούν και οι Άγγελοι να βλέπουν.
Ας πάη στο γέροντα, που της έδωσε την εικόνα και ας κάνη ό,τι θα την συμβουλεύση και τότε θα με δη.
Την άλλη μέρα ξεκίνησε το πρωί με λίγες γυναίκες κι έφθασε στο κελλί του γέροντα. Με δάκρυα του διηγήθηκε το όραμα και του ζήτησε τη συμβουλή του. Ο όσιος διηγήθηκε όλα τα Μυστήρια της αληθινής πίστεως, αρχίζοντας από τη δημιουργία του ανθρώπου.
Μετά την κατήχησι η Αγία αποθέτοντας τον παλαιό άνθρωπο και φορώντας στολή θεοΰφαντη, γύρισε στα ανάκτορα. Όλη τη νύκτα πέρασε προσευχόμενη μέχρι την ώρα που κοιμήθηκε και είδε σε οπτασία την Παρθένο με το βρέφος, που κοίτταζε την Αικατερίνη, με πολύ ιλαρότητα. Στην ερώτηση της Θεομήτορος αν ήταν τώρα αρεστή η κόρη, ο Δεσπότης απάντησε:
Τώρα έγινε ένδοξη η άσχημη και σκοτεινή, η πτωχή και χωρίς γνώσι έγινε πλούσια και πάνσοφη, η καταφρονεμένη και άσημη έγινε ευγενής και ένδοξη. Είναι στολισμένη με τέτοια χαρίσματα, ώστε επιθυμώ να τη μνηστευθώ για νύφη μου άφθορη.
Δεν είμαι άξια, Υπερένδοξε Δέσποτα, να βλέπω τη βασιλεία σου, αλλά αξίωσέ με να συναριθμηθώ με τους δούλους σου.
Η Θεοτόκος τότε πήρε το δεξί χέρι της κόρης και της είπε:
Δώσε της, παιδί μου, δακτυλίδι σαν αρραβώνα, για να την αξιώσης της βασιλείας σου.
Τότε ο Κύριος της έδωσε ένα ωραίο δακτυλίδι λέγοντας:
Σήμερα σε παίρνω για νύφη μου αιώνια και άφθορη. Να φυλάξης αυτή τη συμφωνία. Να μην πάρης άλλον νυμφίο στη γη.
Από τη στιγμή εκείνη ελκύσθηκε η Αικατερίνη από τον Ουράνιο Νυμφίο και αιχμαλωτίσθηκε η καρδιά της από τον θείο έρωτα του Χριστού.
Ενώπιον του βασιλέως Μαξεντίου
Εκείνη την εποχή ο βασιλιάς έβγαλε την εξής διαταγή: «Εγώ ο βασιλιάς, προστάζω όλους, όσοι είναι υπό την εξουσία μου, να μαζευθούν στ’ ανάκτορα για να τιμήσωμε τους μεγάλους θεούς, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη μας με θυσίες για όσες ευεργεσίες μας έκαναν. Όποιος περιφρονήσει αυτή την εντολή και τολμήσει να προσκυνήση άλλον θεό θα τιμωρηθή σκληρά».
Μετά από αυτά τα προστάγματα συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου για να προσφέρη θυσία, ό,τι ο καθένας μπορούσε. Ο βασιλιάς θυσίασε εκατόν τριάντα ταύρους, ενώ οι άλλοι άρχοντες και ηγεμόνες λιγώτερους.
Η Αικατερίνη εστενοχωρείτο, που έβλεπε την ασέβεια των ανθρώπων, που πρόδιδαν τη ψυχή τους από φόβο. Από ζήλο θεϊκό παρακινημένη πήρε λίγους δούλους και πήγε στον ειδωλολατρικό ναό, όπου θυσίαζαν. Στάθηκε στην πόρτα ελκύοντας τα βλέμματα όλων. Ειδοποίησε εν συνεχεία τον βασιλιά, ότι έχει να του πη κάτι σπουδαίο για μια υπόθεσι. Ο βασιλιάς πρόσταξε να πλησιάση. Η Αικατερίνη υποκλίθηκε και με παρρησία είπε:
Έπρεπε, βασιλιά, πρώτα συ να γνωρίσης την πλάνη, που έχετε λατρεύοντας σαν θεούς τα είδωλα. Είναι ντροπή και μεγάλη ανοησία να προσκυνάτε φθαρτά και αναίσθητα δημιουργήματα. Δεν πιστεύετε τουλάχιστον τον σοφό Διόδωρο, που λέγει, ότι οι θεοί αυτοί ήταν άνθρωποι με πάθη και ελαττώματα, αλλά επειδή μερικές φορές έδειξαν ανδρεία, ωνομάσθηκαν αθάνατοι. Αργότερα οι άνθρωποι νομίζοντας ότι είναι πράγματι θεοί τους προσκυνούσαν και τους τιμούσαν. Ακόμη και ο Πλούταρχος κατηγορεί και περιφρονεί όσους σέβονται τέτοια αγάλματα. Πρέπει να υπακούσης, βασιλιά, σ΄ αυτούς τους διδασκάλους και να μην γίνης αιτία να χαθούν τόσες ψυχές. Ένας είναι ο Θεός, Αΐδιος και Αθάνατος, που για την σωτηρία μας έγινε άνθρωπος. Αυτός ο Παντοδύναμος Θεός δεν έχει ανάγκη από τέτοιες θυσίες, αλλά μόνο προστάζει να τηρούμε τις εντολές του.
Ο βασιλιάς θύμωσε στο άκουσμα των συνετών λόγων της Αικατερίνης, αλλά μη μπορώντας να αναντιωθή αποκρίθηκε:
Άφησε να τελειώσουμε τη θυσία και τότε θα ακούσουμε τα λόγια σου.
Όταν τελείωσε την ανόητη πανήγυρι και τελετή, πρόσταξε να φέρουν την Αγία στ’ ανάκτορα και της είπε:
Πες μας ποια είσαι και τι σημαίνουν τα λόγια, που προηγουμένως έλεγες;
Είμαι κόρη του ηγεμόνα Κώνστα. Ονομάζομαι Αικατερίνη και έχω σπουδάσει Ρητορική, Φιλοσοφία, Γεωμετρία και τις άλλες επιστήμες. Αλλά όλα αυτά τα περιφρόνησα και ήλθα να γίνω νύφη του Δεσπότη Χριστού, που λέγει με το στόμα του προφήτου: «Απολώ την σοφία των σοφών και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω».
Ο βασιλιάς θαύμασε την σοφία, την ευστροφία και την ωραιότητα της παρθένου κι’ ενόμισε ότι δεν ήτο γεννημένη στη γη από θνητούς, αλλά ότι ήταν θεότης απ’ εκείνες, που σεβόταν ο ίδιος και λάτρευε. Επειδή ο βασιλιάς φανέρωσε αυτή τη γνώμη του, η Αικατερίνη του είπε:
Βέβαια, αληθινά είπες αυτά, βασιλιά, διότι ονομάζεις θεούς τους δαίμονες, που σας δείχνουν διάφορα φαντάσματα και σας παρακινούν σε ασέλγειες και σ’ άλλες άτοπες επιθυμίες. Εγώ είμαι απ’ τη γη και μ’ έπλασε ο Θεός με τέτοια μορφή και με τίμησε με το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσι» και γι’ αυτό πρέπει να θαυμάζεται η σοφία του Πλάστη, επειδή από ευτελή ύλη κατώρθωσε να δώση τόση ομορφιά.
Μη λέγης κακό για τους θεούς, που έχουν δόξα αθάνατη, είπε πειραγμένος ο βασιλιάς.
Αν θελήσης να αποτινάξης το σκοτάδι της απάτης θα γνωρίσης την ευτέλια των θεών σου και θα καταλάβης τον αληθινό Θεό. Και μόνο το όνομα του Θεού η και ο Σταυρός του τυπούμενος στον αέρα αφανίζει τους θεούς σου, κι’ αν θέλης μπορώ να στο αποδείξω.
Ο βασιλιάς φοβήθηκε μήπως τον νικήση με αποδείξεις και ντροπιασθή και της είπε:
Είναι άπρεπο να συζητά ο βασιλιάς με γυναίκες. Θα μαζέψω τους σοφούς ρήτορές μου και τότε θα καταλάβης την αδυναμία των λόγων σου και θα πιστέψης αυτά που λέω εγώ.
Συνομιλία με τους ρήτορες.
Μαρτύριον των ρητόρων
Μετά απ’ αυτή τη συνομιλία ο βασιλιάς με επιστολές κάλεσε όλους τους σοφούς και ρήτορες. Το περιεχόμενο των επιστολών ήταν περίπου έτσι:
«Εγώ ο βασιλιάς χαιρετώ όλους τους σοφούς και τους ρήτορες των Ελλήνων και σας παρακαλώ να έλθετε εδώ γρήγορα, για να αποστομώσετε μια γυναίκα σοφή, με τη βοήθεια του σοφώτατου θεού Ερμή. Αυτή η γυναίκα χλευάζει τους θεούς μας, ονομάζει τις πράξεις τους μύθους και φλυαρίες. Αν την νικήσετε, θα αξιωθήτε πολλών τιμών».
Συγκεντρώθηκαν, λοιπόν, εκατόν πενήντα σοφοί, οξείς στο νου και ικανώτατοι στην ομιλία. Τους είπε λοιπόν ο βασιλιάς.
Ετοιμασθήτε με επιμέλεια ν’ αγωνισθήτε καλά και μην αμελήσετε, νομίζοντας ότι είναι εύκολο το έργο σας, επειδή έχετε να αντιμετωπίσετε μια γυναίκα. Αλλά ετοιμασθήτε σαν να έχετε ανταγωνιστή σοφώτατον ρήτορα. Δείξτε την σοφίαν σας, που νομίζω ότι υπερβαίνει τη σοφία και αυτού του Πλάτωνος.
Σ’ αυτά τα λόγια απάντησε κάποιος απ’ τους ρήτορες που ξεχώριζε:
Έστω κι’ αν είναι η φρονιμώτερη γυναίκα και η σοφώτερη δεν θα μπορέση να συζητήση μαζί μας. Πρόσταξέ την, λοιπόν, να έλθη.
Γεμάτος χαρά ο βασιλιάς, ελπίζοντας ότι θα νικήση την πλήρη χάριτος φιλοσοφία διατάζει να φέρουν την κόρη στο θέατρο, όπου είχε συγκεντρωθή πλήθος κόσμου. Πριν φθάσουν οι απεσταλμένοι στην Αγία ήλθε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και της λέγει:
Μη ταράζεσαι, κόρη. Ο Κύριος θα προσθέση σοφία στην σοφία σου, για να νικήσης τους ρήτορες και όχι μόνο αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι θα πιστέψουν και θα αξιωθήτε όλοι να λάβετε το στεφάνι του μαρτυρίου.
Όταν παρουσιάσθηκε εμπρός στους σοφούς η παρθένος, ο υπερήφανος ρήτορας, που είχε διαβεβαιώσει τον βασιλιά για την νίκη, της είπε:
Συ είσαι εκείνη, που βλασφημεί τους θεούς μας τόσο αναίσχυντα;
Εγώ είμαι. Δεν βλασφημώ όμως αναίσχυντα, όπως είπες, αλλά ήπια και με φιλαλήθεια μιλώ για τους ψεύτικους θεούς σας.
Ενώ οι μεγάλοι ποιητές τους ονομάζουν υψηλούς, συ, που γνώρισες την σοφία τους, τολμάς να μιλάς με τόση θρασύτητα;
Την φοβία μου την έχω δώρο από τον Θεό, που είναι η Σοφία και η Ζωή. Εκείνος, που σέβεται και τηρεί τις θείες εντολές είναι πράγματι φιλόσοφος. Τα έργα των θεών σας και οι διηγήσεις γι’ αυτούς είναι γεμάτες απάτη. Πες μου ποιος από τους μεγάλους ποιητές τους ονόμασε θεούς!…
Πρώτος ο Όμηρος και ο Ορφέας και όλοι οι άλλοι. Μην απατάσαι, λοιπόν, συ η σοφή να προσκυνάς τον Εσταυρωμένο, που κανένας ποιητής δεν τον ωνόμασε Θεό.
Μα ο ίδιος ο Όμηρος λέγει για τον Δία, ότι είναι απατεώνας, πανούργος και ψεύτης και ότι ήθελαν να τον δέσουν η Ήρα, ο Ποσειδών κι’ η Αθηνά, αν δεν πρόφθαινε να κρυφθή. Και οι άλλοι αναφέρουν τέτοια υβριστικά για τους Θεούς. Είπες, ότι τον Εσταυρωμένο δεν τον αναφέρει κανένας παλαιός σοφός, και γι’ αυτό να μην ασχολούμεθα μ’ αυτόν, που είναι ο αληθινός Θεός, Δημιουργός πάσης κτίσεως και όλου του ανθρώπινου γένους. Θυμίσου τι λέγει για τη σάρκωσί του και τη σωτήρια Σταύρωσί Του η Σίβυλλα και ο Απόλλων. Αυτός ο Θεός έγινε άνθρωπος, περπάτησε στη γη, δίδαξε, εθαυματούργησε. Έπειτα καταδέχτηκε και τον θάνατον για να λύση την πρώτη καταδίκη και να ανοίξη τις πύλες του Παραδείσου. Μετά το μαρτύριό του πέθανε και αναστήθηκε. Όταν ανέβηκε στους Ουρανούς ‘έστειλε στον κόσμο τους Μαθητές φωτισμένους απ’ το Άγιο Πνεύμα, για να λυτρώσουν τις ψυχές από την πλάνη της απιστίας. Αυτά πρέπει και συ να τα πιστέψης και να γνωρίσης τον αληθινό Θεό και να γίνης δούλος του, αν θέλης το συμφέρον σου. Ο ίδιος ο Χριστός λέγει καλώντας όλους: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς»…
Με τέτοια λόγια γεμάτα σοφία κατέπληξε η πάνσοφη τον φιλόσοφο, που έμεινε άφωνος. Ο βασιλιάς βλέποντας την ήττα του σοφού διέταξε τους άλλους να συζητήσουν με την χριστιανή. Εκείνοι όμως δήλωσαν:
Δεν μπορούμε ν’ αντισταθούμε στην αλήθεια, τώρα μάλιστα, που βλέπομε ότι ο καλύτερος ρήτορας νικήθηκε.
Τότε ο βασιλιάς θύμωσε και πρόσταξε να τους κάψουν στο μέσον της πόλεως. Εκείνοι έπεσαν στα πόδια της Αγίας παρακαλώντας να τους συγχωρήση ο Θεός για όσα από άγνοια έκαμαν, γιατί τώρα πιστεύουν στην αληθινή πίστι και επιθυμούν να βαπτιστούν και να πάρουν την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος. Η Αγία λοιπόν τους είπε:
Είσθε τώρα ευτυχείς και καλότυχοι, γιατί αφήσατε το σκοτάδι και ακολουθήσατε το φως της αλήθειας. Η φωτιά, που σας απειλεί ο ασεβής βασιλιάς, θα γίνη για σας Βάπτισμα, που θα σας καθαρίση από κάθε ακαθαρσία της ψυχής και του σώματος.
Έτσι τους παρακίνησε όλους και τους σφράγισε με το σημείο του Σταυρού στέλνοντάς τους στο μαρτύριο.
Τους έρριξαν οι στρατιώτες στη φωτιά στις 17 Νοεμβρίου. Το βράδυ της ίδιας ημέρας πήγαν μερικοί ευσεβείς να συνάξουν τα λείψανα και τα βρήκαν όλα σώα και ακέραια χωρίς να τα έχη βλάψει η φωτιά,
Βασανιστήρια και φυλάκισις της Αγίας
Ο βασιλιάς από την πλευρά του είχε συγκεντρώσει όλη του την φροντίδα στην Αγία. Επειδή δεν μπορούσε να την νικήση με συλλογισμούς φιλοσοφίας, προσπαθούσε να επιτύχη το σκοπό του με κολακείες και πανουργίες λέγοντας:
Υπάκουσε σε μένα, που σε συμβουλεύω σαν φιλόστοργος πατέρας να προσκυνήσης τους μεγάλους θεούς και ιδιαίτερα τον Ερμή, που σε στόλισε με της φιλοσοφίας τα χαρίσματα και θα σου δώσω το μισό της εξουσίας μου και θα κατοικής μαζί μου στ’ ανάκτορα.
Βγάλε το προσωπείο, βασιλιά, και μην υποκρίνεσαι, απάντησε η Αγία. Εγώ είμαι χριστιανή και θα γίνω νύφη Χριστού, που τον έχω μοναδικό Νυμφίο και σύμβουλο, στολισμό της παρθενίας μου και ποθώ το μαρτύριο περισσότερο από κάθε βασιλικό ένδυμα και στεφάνι.
Μη μ’ αναγκάσης να βρίσω την αξία σου χωρίς να το θέλω, είπε πάλι ο βασιλιάς.
Κάνε ό,τι θέλεις, γιατί με την πρόσκαιρη αυτή ατιμία θα γίνης αφορμή να δοξασθώ με δόξα αθάνατη και να πιστέψη πλήθος κόσμου στον Χριστό μου ακόμη και μέσα από το παλάτι σου.
Ωργίσθηκε ο βασιλιάς ύστερα απ’ αυτήν την απάντησι και διέταξε να την κτυπήσουν με νεύρα βοδιών. Κτυπούσαν, λοιπόν, την Μάρτυρα επί δύο ώρες δυνατά στην κοιλιά και στην ράχη, μέχρις ότου ξέσκισαν το παρθενικό της σώμα. Η Αγία στεκόταν με τόση ανδρεία και γενναιότητα, ώστε εθαύμαζαν όσοι την έβλεπαν. Το βράδυ δόθηκε διαταγή να την φυλακίσουν και να μην της δώσουν φαγητό και νερό για δώδεκα μέρες, μέχρι να βγη η απόφασι με ποιο τρόπο θα θανατωθή.
Επιστροφή εις την πίστιν της βασιλίσσης και του Πορφυρίωνος
Η Φαυστίνα, σύζυγος του βασιλιά, είχε πόθο να γνωρίση την Αγία, που την είχε αγαπήσει ακούγοντας τις αρετές και τα ανδραγαθήματά της. Βρήκε, λοιπόν, την ευκαιρία, όταν έλειπε ο σύζυγός της από την πόλι. Κάλεσε την στρατοπεδάρχη Πορφυρίωνα, άνθρωπο άξιο και έμπιστο, και του είπε:
Την περασμένη νύκτα είδα σ’ όραμα την Αικατερίνη καθισμένη μεταξύ πολλών παρθένων. Όταν με είδε με κάθισε κοντά της και μου έβαλε στο κεφάλι χρυσό στεφάνι λέγοντας: «Ο Δεσπότης Χριστός σου στέλλει αυτό το στεφάνι». Σε παρακαλώ, λοιπόν, Πορφυρίωνα, να βρης ένα τρόπο να συναντήσω απόψε την κόρη αυτή.
Θα εκπληρώσω την επιθυμία σου, δέσποινα, απάντησε ο Πορφυρίων.
Όταν νύκτωσε λοιπόν πήρε διακόσιους στρατιώτες και πήγαν στη φυλακή με τη βασίλισσα. Έδωσαν χρήματα στον δεσμοφύλακα κι’ εκείνος τους άνοιξε την πόρτα της φυλακής. Η Αυγούστα έπεσε με δάκρυα στα πόδια της Μάρτυρος λέγοντας:
Τώρα είμαι καλότυχη και ευτυχισμένη, είπε η βασίλισσα, γιατί σε γνώρισα. Ποθούσα να δω το βασιλικό σου πρόσωπο και διψούσα ν’ ακούσω τα μελίρρυτα λόγια σου. Τώρα κι’ αν στερηθώ τη ζωή και την βασιλεία μου δεν θα λυπηθώ καθόλου. Είσαι ζηλευτή συ, που προσκολλήθηκες σε τέτοιο Δεσπότη, που σου χαρίζει τόσες δωρεές και χαρίσματα.
Κι’ εσύ είσαι ευτυχισμένη, βασίλισσά μου, γιατί βλέπω, το στεφάνι που σου βάζουν στο κεφάλι οι Άγιοι Άγγελοι. Μετά τρεις μέρες θα το πάρης, αφού υπομείνης μαρτύριο. Τότε θα πας κοντά στον Αληθινό Βασιλέα, για να βασιλεύσης αιώνια.
Φοβάμαι τα βασανιστήρια και τον σύζυγό μου, γιατί είναι πολύ σκληρός κι’ απάνθρωπος.
Έχε θάρρος. Στην καρδιά σου θα βρίσκεται ο Χριστός, που θα σε δυναμώνη στη δύσκολη ώρα του μαρτυρίου. Πολύ λίγο θα πονέση το σώμα σου εδώ, για να αναπαύεται εκεί αιώνια.
Ενώ οι δυό γυναίκες έλεγαν αυτά, ρώτησε ο Πορφυρίων την Αγία:
Τι χαρίζει ο Χριστός σ’ όσους πιστεύουν; Θέλω κι΄ εγώ να τον γνωρίσω και να γίνω οπαδός του.
Δεν διάβασες ποτέ καμμιά γραφή των χριστιανών; Ούτε έχεις ακούσει τίποτε γι’ αυτά;
Από παιδί βρίσκομαι στους πολέμους και μόνο μ’ αυτούς ασχολούμαι. Δεν έχω φροντίσει γι’ άλλα πράγματα.
Δεν μπορεί η γλώσσα να διηγηθή τα αγαθά, που ο Θεός ετοιμάζει για όσους Τον αγαπούν και τηρούν τις εντολές του.
Τότε η χάρις γέμισε τη καρδιά του Πορφυρίωνα. Πίστεψε μ’ όλη του την καρδιά στον Χριστό μαζί με τους διακόσιους στρατιώτες του και αφού πήραν όλοι δύναμι από την Μάρτυρα έφυγαν.
Τροφή από τον Θεόν. Νέα βασανιστήρια
Ο φιλάνθρωπος Χριστός δεν άφησε μόνη την Αγία. Σαν φιλόστοργος πατέρας έστελνε τροφή μ’ ένα περιστέρι και την δυνάμωνε λέγοντάς της: «Μη δειλιάσης, κόρη, γιατί εγώ είμαι μαζί σου. Θα μείνης ανέγγιχτη από τα μαρτύρια και με την υπομονή σου θα επιστρέψης πολλούς στην ορθή πίστι και θα αξιωθής πολλών αφθάρτων τιμών».
Την άλλη μέρα ο βασιλιάς πρόσταξε να φέρουν την Μάρτυρα μπροστά του. Μόλις την είδε απόρησε, γιατί ενώ περίμενε να την δη αδυνατισμένη κα καταβεβλημένη, την είδε να λάμπη από ομορφιά και χάρι. Σκέφθηκε, ότι ίσως κάποιος φύλακας να την έτρεφε κρυφά και σχεδίαζε να τιμωρήση τους φύλακες. Η Αγία όμως για να μην τιμωρηθούν ανεύθυνοι άνθρωποι, ωμολόγησε την αλήθεια:
Κανένας άνθρωπος, βασιλιά, δεν μου έδωσε τροφή, αλλά με έτρεφε ο Δεσπότης Χριστός, που φροντίζει για τους δούλους του.
Ο βασιλιάς προσπάθησε για τελευταία φορά να την μεταπείση με κολακείες:
Σε σένα, ηλιόμορφη κόρη, αξίζει το βασίλειο, Σε σένα, που υπερβαίνεις κι’ αυτή την Αφροδίτη στην ομορφιά. Έλα, λοιπόν, να θυσιάσης στους θεούς και να γίνης βασίλισσά μου. Μη θελήσης, σε παρακαλώ, να χαθή τέτοια ομορφιά με βασανιστήρια.
Εγώ είμαι γη και πηλός και κάθε ομορφιά μαραίνεται σαν άνθος και σαν όνειρο χάνεται η από αρρώστια η από τα γηρατειά η από τον θάνατο. Λοιπόν, μη νοιάζεσαι για την ομορφιά μου.
Ενώ συνομιλούσε η Αγία με τον βασιλιά, κάποιος έπαρχος, Χουρσασαδέν ονομαζόμενος, θέλοντας να δείξη στο βασιλιά αγάπη κι’ εύνοια, είπε:
Εγώ, βασιλιά, ξέρω μια μηχανή, που μ’ αυτήν θα νικήσης την κόρη η θα θανατωθή με πόνους. Διάταξε να κάμουν τέσσερους ξύλινους τροχούς. Γύρω σ’ αυτούς να καρφώσουν ξυράφια κι’ άλλα σίδερα κοφτερά. Οι δυό να γυρίζουν αριστερά κι’ οι άλλοι δυό δεξιά. Στη μέση τους θα βάλουν δεμένη αυτήν και έτσι γυρίζοντας οι τροχοί θα κατασχίσουν τις σάρκες της.
Το σχέδιο άρεσε στο βασιλιά κι’ έδωσε διαταγή να κατασκευασθή το μηχάνημα. Σε τρεις μέρες κατασκευάσθηκε ο τροχός και για να φοβίσουν την Αγία έκαναν επίδειξι γυρίζοντας γρήγορα τους τροχούς. Ο βασιλιάς απευθύνθηκε στην Αικατερίνη λέγοντας:
Βλέπεις; Σ’ αυτό το μηχάνημα θα δοκιμάσης τον θάνατο, αν δεν προσκυνήσης τους θεούς.
Σου είπα πολλές φορές την απόφασί μου. Μη χάνης καιρό. Κάμε ό,τι θέλεις, του είπε με θάρρος η Αικατερίνη.
Ύστερα από τη σταθερή απόφασί της την έρριξαν στους τροχούς δεμένη, αλλά η θεία χάρις βοήθησε την Αγία, που βρέθηκε λυμένη και αβλαβής, με τη βοήθεια ενός Αγγέλου. Όταν οι παριστάμενοι είδαν το παράδοξο θέαμα φώναξαν: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών».
Μαρτύριον της βασιλίσσης.
Ο βασιλιάς σκοτισμένος από το θυμό του έκανε σαν τρελλός και απειλούσε ότι θα της επιβάλη νεώτερη τιμωρία. Όταν πληροφορήθηκε τα γεγονότα η βασίλισσα βγήκε από τα ιδιαίτερα διαμερίσματά της και ελέγχοντας τον σύζυγό της είπε με παρρησία:
Στ’ αλήθεια είσαι μωρός κι’ ανόητος να πολεμάς τον ζωντανό Θεό και να βασανίζης άδικα την δούλη του.
Στο άσκουσμα αυτών των λόγων ο βασιλιάς έγινε αγριώτερος και από τα θηρία. Άφησε λοιπόν την Αικατερίνη και στράφηκε κατά της συζύγου του. Διέταξε να της κόψουν τους μαστούς. Η Φαυστίνα αντιμετωπίζει με χαρά τα βασανιστήρια. Προσεύχεται να της δώση ο Θεός δύναμι και βοήθεια. Η θηριωδία του συζύγου της φθάνει στο αποκορύφωμα. Διατάζει να της κόψουν το κεφάλι. Η βασίλισσα δέχθηκε με αγαλλίασι την απόφασι λέγοντας στην Αγία:
Δούλη του αληθινού Θεού, κάνε προσευχή για μένα.
Πήγαινε να βασιλεύσης με τον Χριστόν αιώνια, της αποκρίθηκε η Αγία.
Η μακάρια Φαυστίνα μαρτύρησε στις 23 Νοεμβρίου. Τη νύκτα ο Πορφυρίων με τους συντρόφους του κρυφά έθαψε το λείψανό της.
Μαρτύριον του Πορφυρίωνος και των πιστευσάντων στρατιωτών
Το άλλο πρωί επειδή ήθελε να τιμωρήση ο βασιλιάς μερικούς σαν υπεύθυνους, παρουσιάσθηκε ο Πορφυρίων με τους λοιπούς στο κριτήριο και είπε:
Και εμείς είμαστε Χριστιανοί, στρατιώτες του Μεγάλου Θεού.
Ο βασιλιάς αναστέναξε από λύπη και φώναξε.
Χάθηκα, γιατί έχασα τον θαυμαστό Πορφυρίωνα. Και σεις στρατιώτες μου, τι πάθατε και περιφρονήσατε τους θεούς των πατέρων μας; Τι σας έκαναν;
Ο Πορφυρίων λοιπόν είπε στον τύραννο:
Γιατί αφήνεις το κεφάλι και ρωτάς τα πόδια; Με μένα να μιλήσης.
Συ είσαι η αιτία της καταστροφής τους. Διατάζει λοιπόν να τους αποκεφαλίσουν. Ήταν 24 Νοεμβρίου.
Μαρτυρικόν τέλος της Αγίας
Την επομένη έφεραν την Αικατερίνη στο κριτήριο. Της λέει ο βασιλιάς:
Πολλή θλίψι και ζημιά μου έδωσες, συ πλάνησες την γυναίκα μου και τον ανδρείο μου στρατηλάτη, που ήταν η δύναμη του στρατού μου. Πρέπει να σε θανατώσω αλύπητα. Αλλά σε συγχωρώ, γιατί λυπάμαι να χαθή μια κόρη σοφή και όμορφη, όπως συ. Θυσίασε στους θεούς και θα σε κάνω μόνιμη βασίλισσα.
Άδικα όμως προσπάθησε να της αλλάξη τη γνώμη. Απελπίσθηκε λοιπόν κι’ έδωσε εντολή να την αποκεφαλίσουν. Οι στρατιώτες πήραν την Αγία και πήγαν στον τόπο της καταδίκης. Ακολουθούσε πολύς λαός πίσω, άνδρες και γυναίκες, που έκλαιγαν πικρά για την κόρη, την ωραία, την πάνσοφη, την Αγία, που επρόκειτο να χαθή.
Εκείνη όμως τους παρηγορούσε λέγοντάς τους:
Αφήστε τον ανώφελο θρήνο και χαρήτε, γιατί εγώ βλέπω τον Νυμφίον μου Ιησού Χριστόν, τον πλάστη και Σωτήρα μου, που με προσκαλεί στα άρρητα κάλλη του Παραδείσου, να βασιλεύσω μαζί του αιώνια.
Όταν έφθασαν στον τόπο του μαρτυρίου της έκαμε την προσευχή της λέγοντας:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, σ’ ευχαριστώ, γιατί μου έδωσες υπομονή και ωδήγησες τα βήματά μου. Συγχώρησε , Κύριε, τα σφάλματά μου και κράτησε αθέατο το σώμα μου από εκείνους, που θα το ζητούν. Φύλαξέ το σώο και ακέραιο, όπου ορίσης συ ο Βασιλεύς μου. Δώσε τα προς το συμφέρον αιτήματα σ’ όσους Σε επικαλούνται. Αμήν».
Τότε ο δήμιος έκοψε με το ξίφος την τίμια κεφαλή της στις 25 Νοεμβρίου του 307. Το τίμιο λείψανό της Άγιοι Άγγελοι το μετέφεραν στο όρος Σινά, όπου και ιδιαίτερα τιμούν την Αγία.
Αυτός είναι ο βίος της πάνσοφης Αικατερίνης και το μαρτύριό της. Αγάπησε τον Κύριο τόσο ώστε θυσίασε τα πάντα για την δόξα Του. Η μνήμη της εορτάζεται την ημέρα του μαρτυρίου της, στις 25 Νοεμβρίου.

Πηγή: www.impantokratoros.gr

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Η ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΟΡΘΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ ΕΞΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΙ

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Τί άραγε υπάρχει στις τέσσερις γωνιές της γης, θνητέ άνθρωπε, το οποίο μπορεί να μας κάνει περήφανους, παρεκτός ανοησίες και δαιμονικές ψευδαισθήσεις; Μήπως δεν ήρθαμε στον κόσμο γυμνοί κι ανήμποροι; Και με τον ίδιο τρόπο δεν θα αναχωρήσουμε απ’ τον κόσμο; Ό,τι έχουμε, δεν το έχουμε δανειστεί; Με το θάνατό μας δεν θα επιστρέψουμε όλα τα δανεικά; Ω, πόσες φορές έχει ειπωθεί αυτό και αγνοηθεί; Ο σοφός απόστολος λέει: «Γιατί τίποτε δε φέραμε μαζί μας όταν ήρθαμε στο κόσμο κι είναι φανερό πως ούτε μπορούμε να βγάλουμε τίποτα φεύγοντας» (Α’ Τιμόθεον 6:7). Όταν προσφέρουμε τη θυσία μας στο Θεό, το κοινό ψωμί και το κρασί, λέμε: Τα Σα εκ των Σων Σοι προσφέρομεν. Διότι τίποτε απ’ όσα έχουμε εδώ στον κόσμο δεν είναι δικά μας, ούτε καν ένα ψίχουλο ψωμί ή μια σταγόνα κρασί·  στ’ αλήθεια δεν υπάρχει κάτι που να μην είναι του Θεού. Πραγματικά η υπερηφάνεια είναι θυγατέρα της ανοησίας, η θυγατέρα ενός σκοτισμένου νου, γεννημένη από φαύλους δεσμούς με τους δαίμονες.
Η υπερηφάνεια είναι ένα ορθάνοιχτο παράθυρο, μέσα από το οποίο όλες οι αρετές -και τα καλά έργα ακόμη- εξανεμίζονται. Τίποτε δεν μας κάνει τόσο κενούς ενώπιον των ανθρώπων και τόσο ανάξιους ενώπιον του Θεού, όσο η υπερηφάνεια. Αν ο Κύριος δεν είναι υπερήφανος, γιατί να είμαστε εμείς; Ποιός να έχει περισσότερο δίκαιο να είναι υπερήφανος από τον ίδιο τον Κύριο, ο οποίος δημιούργησε τον κόσμο και ο οποίος τον συντηρεί με τη δύναμή Του; Δείτε! Εκείνος ταπεινώνει τον Εαυτό Του σαν δούλος και υπήκοος, ο οποίος διακονεί όλο τον κόσμο·  υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού!
Ω, ταπεινέ Κύριε, κάψε μέσα στις καρδιές μας με τη φωτιά του Άγιου Σου Πνεύματος το σπόρο της υπερηφάνειας, που σπέρνει ο διάβολος και φύτεψε μέσα της τον ευγενικό σπόρο της ταπείνωσης και της πραότητας.
Γιατί Σε σένα  ανήκει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση στους αιώνες. Αμήν.

Πηγή: Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδας», εκδόσεις Άθως

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΕ ΝΑ ΜΗΝ.....

« Να προσεύχεσαι, λέγει, να μην εισέλθεις σε πειρασμούς της πίστης σου. Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στον πειρασμό του δαίμονα της βλασφημίας και της υπερηφάνειας με την οίηση του νου σου. Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις, κατά παραχώρηση του Θεού, στους φανερούς πειρασμούς των … αισθήσεων, που ο διάβολος ξέρει πως να σου δημιουργεί όταν το επιτρέπει ο Θεός λόγω των ανόητων λογισμών που καλλιεργείς…
Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στους πειρασμούς της ψυχής μέσα από αμφιβολίες και προκλήσεις, με τις οποίες η ψυχή σύρεται βίαια σε μεγάλη σύγκρουση. Ακόμα και έτσι, ετοιμάσου να δεχτείς ολόψυχα σωματικούς πειρασμούς. Να τους διαπλεύσεις με όλα σου τα μέλη και να γεμίσεις τα μάτια σου με δάκρυα, έτσι ώστε ο άγγελος που σε φυλάει να μη σε εγκαταλείψει. Επειδή χωρίς δοκιμασίες δεν φαίνεται η Πρόνοια του Θεού και δεν μπορείς να αποκτήσεις παρρησία μπροστά στον Θεό, ούτε να μάθεις τη σοφία του Πνεύματος, ούτε μπορεί να εδραιωθεί μέσα σου ο θείος πόθος. Πρίν από τους πειρασμούς ο άνθρωπος προσεύχεται στον Θεό σαν να είναι ξένος, αλλά όταν εισέρχεται στους πειρασμούς για χάρη της αγάπης του και δεν αφήνεται να εκτραπεί, τότε άμεσα έχει, ούτως ειπείν, τον Θεό ως χρεώστη του και ο Θεός τον υπολογίζει ως αληθινό φίλο, διότι για χάρη του θελήματός Του πολέμησε εναντίον του εχθρού του και τον νίκησε. Αυτό σημαίνει «προσεύχεσθε ίνα μη εισέλθετε εις πειρασμόν».
Και πάλι, να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στο φοβερό πειρασμό του διαβόλου για την αλαζονεία σου, αλλά επειδή αγαπάς τον Θεό, ώστε η δύναμή Του να σου είναι αρωγός, και διά μέσου σου να συντρίψει τους εχθρούς Του. Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις σε τέτοιες δοκιμασίες εξαιτίας της αφροσύνης των λογισμών και των έργων σου, αλλά αντίθετα για να δοκιμαστεί η αγάπη σου πρός τον Θεό και για να δοξαστεί η δύναμη Του στην υπομονή σου».

(Εκ του βιβλίου: Ιλαρίων Αλφέγιεφ, Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2005, σ. 119-125).

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ - ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

Μετά την θεραπεία του ο Μοτοβίλωφ έγινε πολύ τακτικός επισκέπτης της μονής. Κατά την διάρκεια μιας συνομιλίας του με τον όσιο Σεραφείμ, τέλη Νοεμβρίου του 1831, ευτύχησε να τον δη καταγλαϊσμένο από τη Χάρη και λάμποντα μέσα στο φως, και να ακούσει από αυτόν ότι η Χριστιανική ζωή πρέπει να γίνη ζωή εν Αγίω Πνεύματι. Να τι έγραψε σχετικά ο Μοτοβίλωφ στο σημειωματάριο του, το οποίο βρέθηκε στο αρχείο της μονής Ντιβιέγιεβο, όπου είχε γίνει μοναχή η χήρα Ελένη Μοτοβίλοβα: «Η ημέρα ήταν συννεφιασμένη, η γη είχε καλυφθεί από παχύ στρώμα χιονιού, το οποίο έπεφτε συνεχώς, όταν ο στάρετς Σεραφείμ με έβαλε να καθήσω δίπλα του σ’ ένα πεσμένο κορμό δένδρου.
«Ο Κύριος μου αποκάλυψε, μου είπε, ότι στην παιδική σας ηλικία επιθυμούσατε να μάθετε ποιος είναι ο σκοπός της χριστιανικής ζωής. Σας συμβούλευαν να εκκλησιάζεσθε, να προσεύχεσθε, να κάνετε καλές πράξεις, διότι σ’ αυτά, σας έλεγαν, συνίσταται ο σκοπός της χριστιανικής ζωής. Αυτή η απάντηση όμως δεν μπορούσε να σας ικανοποιήσει. Όντως η προσευχή, η νηστεία, η αγρυπνία, όπως και όλη η χριστιανική άσκηση είναι καλά καθ’ εαυτά.
Αλλά ο σκοπός της ζωής μας δεν είναι μόνο να εκπληρώσουμε αυτά, διότι αυτά είναι μόνο μέσα. Ο πραγματικός σκοπός της χριστιανικής ζωής είναι αποκτήσουμε το Άγιο Πνεύμα. Πρέπει να γνωρίζετε ότι μόνο εκείνο το καλό έργο που έχει γίνει από αγάπη προς το Χριστό φέρει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος. Σύμφωνα μ’ αυτά η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος είναι ο σκοπός της ζωής μας».
«-Με ποια έννοια λέτε ότι πρέπει να κερδίσουμε το Άγιο Πνεύμα; (ερώτησα εγώ), δεν το καταλαβαίνω καλά αυτό».
«-Κερδίζω σημαίνει αποκτώ, (μου απάντησε). Εσείς γνωρίζετε σίγουρα τι σημαίνει αποκτώ χρήματα. Αυτό το ίδιο ισχύει και για το Άγιο Πνεύμα. Ο σκοπός της επίγειας ζωής για τον κοινό άνθρωπο είναι να κερδίσει χρήματα ή ν’ αποκτήσει τιμές, διακρίσεις και βραβεία. Το Άγιο Πνεύμα είναι επίσης κεφάλαιο και μάλιστα το αιώνιο κεφάλαιο και ο μοναδικός θησαυρός, αστείρευτος στον αιώνα. Κάθε έργο, που έγινε από αγάπη Χριστού, φέρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, όμως τούτο κατορθώνεται ευκολότερα με την προσευχή διότι αυτή αποτελεί το όργανο που διαθέτουμε. Μπορεί να τύχη να θέλετε να πάτε στην εκκλησία, αλλά η εκκλησία να μη είναι κοντά ή να έχει τελειώσει η ακολουθία. ΄Η έχετε ενδεχομένως επιθυμία να ελεήσετε κάποιον πτωχό, αλλά πτωχός δεν υπάρχει. Ίσως επιθυμείτε να γίνετε απαθής, αλλά δεν έχετε γι’ αυτό δυνάμεις. Για την προσευχή όμως υπάρχει πάντοτε δυνατότητα, αυτή είναι προσιτή τόσο στον πλούσιο, όσο και στον πτωχό, τόσο στον εγγράμματο, όσο και στον απλοϊκό, στον ισχυρό, όσο και στον αδύναμο, στον υγιή όσο και στον ασθενή, στον δίκαιο όσο και στον αμαρτωλό. Η δύναμη της προσευχής είναι τεράστια και περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο αυτή ελκύει το Άγιο Πνεύμα.»
«-Γέροντα, (είπα), όλη την ώρα μιλάτε για την χάρη του Αγίου Πνεύματος, την οποία πρέπει ν’ αποκτήσουμε, αλλά πώς και πού μπορώ να την δω; Τα καλά έργα είναι ορατά. Άραγε το Άγιο Πνεύμα μπορεί να γίνη ορατό; Πώς μπορώ να γνωρίζω αν Αυτό είναι μαζί μου ή όχι;»
«-Η χάρη του Αγίου Πνεύματος, η οποία μας έχει δοθεί στο βάπτισμα, λάμπει στην καρδιά μας παρά τις αμαρτίες και τα σκοτάδια που μας περικυκλώνουν. Αυτή εμφανίζεται μέσα σε άρρητο φως σ’ εκείνους, με τους οποίους ο Κύριος αναγγέλλει την παρουσία Του. Οι άγιοι Απόστολοι αισθάνθηκαν χειροπιαστά την παρουσία του Αγίου Πνεύματος.»
 Εγώ τότε ρώτησα: «-Πώς θα μπορούσα να γίνω και εγώ προσωπικά μάρτυρας αυτού του πράγματος;»
Ο π. Σεραφείμ με αγκάλιασε και μου είπε: «-Αγαπητέ μου, εμείς είμαστε και οι δύο τώρα εν Πνεύματι. Γιατί δεν με κοιτάζετε;»
«-Γέροντα, δεν μπορώ να σας κοιτάξω διότι το πρόσωπό σας έγινε φωτεινότερο από τον ήλιο και τα μάτια μου έχουν θαμβωθεί.»
«-Μη φοβήσθε, διότι και εσείς έχετε γίνει τώρα φωτοφόρος όπως και εγώ. Έχετε και εσείς τώρα πληρωθεί από το Άγιο Πνεύμα, αλλοιώς δεν θα μπορούσατε να με δήτε έτσι όπως με βλέπετε».
Και σκύβοντας κοντά μου, μου ψιθύρισε: «-Παρακαλούσα τον Κύριο με όλη μου την καρδιά να σας αξιώσει να δήτε με τα σωματικά σας μάτια αυτή την κάθοδο του Αγίου Του Πνεύματος. Και να, με το μέγα Του έλεος παρηγόρησε την καρδιά σας, όπως θάλπει η μητέρα τα παιδιά της. Λοιπόν αγαπητέ μου, γιατί δεν με κοιτάζετε; Μη φοβήσθε τίποτε, ο Κύριος είναι μαζί σας!»
Τον κοίταξα και με διαπέρασε ρίγος. Φαντασθήτε τον ήλιο στην πιο δυνατή λάμψη της μεσημβρινής ακτινοβολίας του και στο κέντρο του ηλίου να βλέπετε πρόσωπο ανθρώπου, ο οποίος συνομιλεί μαζί σας. Βλέπετε τις κινήσεις των χειλιών του, την έκφραση των ματιών του, ακούτε τη φωνή του, αισθάνεσθε ότι το ένα του χέρι είναι απλωμένο γύρω από τον ώμο σας, αλλά δεν βλέπετε ούτε αυτό το χέρι ούτε το πρόσωπο, παρά μόνο το εκτυφλωτικό φως που απλώνεται παντού γύρω σας και φωτίζει με τη λάμψη του το χιόνι που καλύπτει το ξέφωτο και τις χιονονιφάδες που πέφτουν.
«-Τι αισθάνεσθε;» με ερώτησε.
«-Ησυχία και ειρήνη ανέκφραστη», είπα.
«-Και τι ακόμη αισθάνεσθε;»
«-Να γεμίζει η καρδιά μου από άρρητη χαρά.»
«-Αυτή η χαρά που αισθάνεσθε είναι μηδαμινή όταν συγκριθεί με εκείνη τη χαρά για την οποία έχει γραφεί: οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν. Σε μας δόθηκε μία σκιά μόνο της χαράς αυτής, τι να πει κανείς για την πραγματική χαρά; Τι αισθάνεσθε ακόμη φιλόθεε;»
«-Ανέκφραστη θερμότητα», είπα.
«-Τι είδους θερμότητα; Είμαστε στο δάσος, τώρα είναι χειμώνας και παντού γύρω μας χιόνι... Τι είδους θερμότητα είναι αυτή που αισθάνεσθε;» Και εγώ αποκρίθηκα:
«-Όπως όταν λούζωμαι με ζεστό νερό. Αισθάνομαι ακόμη ευωδία τέτοια που ποτέ μέχρι τώρα δεν έχω αισθανθεί.»
«-Ξέρω, ξέρω, είπε εκείνος, σας ερωτώ επίτηδες. Αυτή η ευωδία που αισθάνεσθε είναι η ευωδία του Αγίου Πνεύματος. Και αυτή η θερμότητα για την οποία μιλάτε δεν υπάρχει στην ατμόσφαιρα, αλλά μέσα μας. Θερμαινόμενοι από αυτήν οι ερημίτες δεν φοβούνταν τον χειμώνα διότι φορούσαν τον χιτώνα της χάριτος ο οποίος αντικαθιστούσε το ένδυμα. Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστιν. Η κατάσταση στην οποία τώρα βρισκόμαστε το αποδεικνύει. Να τι σημαίνει να είσαι πλήρης Πνεύματος Αγίου.»
«-Θα θυμάμαι το έλεος αυτό που μας επισκέφθηκε σήμερα;» ερώτησα.
«-Πιστεύω ότι ο Κύριος θα σας βοηθήσει να το διαφυλάξετε στην καρδιά σας, διότι αυτό δόθηκε όχι μόνο για μας, αλλά διά μέσου ημών και για τον υπόλοιπο κόσμο. Πορεύεσθε εν ειρήνη! Ο Κύριος και η Παναγία ας είναι μαζί σας!»
Όταν τον άφησα το όραμα δεν είχε παύσει: ο γέροντας βρισκόταν στην ίδια θέση που είχε στην αρχή της συνομιλίας μας και το άρρητο φως που είχα ιδεί με τα μάτια μου συνέχιζε να τον περιβάλλει».

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ - ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

«..Εάν το δένδρο αναγνωρίζεται από τον καρπό, και το καλό δένδρο παράγει επίσης καλό καρπό, η μητέρα της αυτοαγαθότητος, η γεννήτρια της αιώνιας καλλονής, πως δεν θα υπερείχε ασύγκριτα κατά την καλοκαγαθία από κάθε αγαθό εγκόσμιο και υπερκόσμιο;Διότι η δύναμη που καλλιέργησε τα πάντα, ο προαιώνιος και υπερούσιος Λόγος, από ανέκφραστη φιλανθρωπία και ευσπλαχνία για χάρη μας θέλησε να περιβληθεί τη δική μας εικόνα, για να ανακαλέσει τη φύση πού σύρθηκε στον Άδη και να την ανακαινίσει, γιατί είχε παλαιωθεί και να την αναβιβάσει προς το υπερουράνιο ύψος της βασιλείας και θεότητός του.
Και βρίσκει αυτήν την αειπάρθενη η οποία υμνείται από μας σήμερα που γιορτάζουμε την παράδοξη είσοδό της στα άγια των αγίων και την εκλέγει ανάμεσα από όλους ανά τους αιώνες εκλεκτούς και θαυμαστούς και περιβόητους για την ευσέβεια και σύνεση και σε λόγια και σε έργα.
Ήταν αδύνατο η υψίστη και υπεράνω του νου καθαρότης, ο σαρκωθείς Λόγος, να ενωθεί με μολυσμένη φύση, γιατί ένα μόνο πράγμα είναι αδύνατο στο θεό, το να έλθει σε ένωση με ακάθαρτο, πριν αυτό καθαρισθεί. Γι' αυτό και χρειαζόταν κατ' ανάγκη μια τελείως αμόλυντη και καθαρότατη παρθένο για κυοφορία και γέννηση εκείνου που είναι και εραστής της και δοτήρας της καθαρότητας, η οποία και προορίσθηκε και φανερώθηκε και το σχετικό με αυτήν μυστήριο τελέσθηκε, με πολλά παράδοξα γεγονότα.
Πρώτα η γέννησή της από το ζεύγος που ζητούσε με άσκηση και προσευχή τη λήξη της ατεκνίας τους και έλαβαν την υπόσχεση και συνέλαβαν τη τωρινή Θεομήτωρ. Και επειδή οι πολυάρετοι γονείς της πέτυχαν το ζητούμενο, έσπευσαν να εκπληρώσουν την προς το Θεό υπόσχεσή τους και μετά τον απογαλακτισμό την οδηγούν στο ιερό του Θεού και στον ιεράρχη που ευρίσκετο εκεί, αλλά και αυτή μόνη της με ελεύθερη γνώμη προσήλθε στο Θεό και διέμενε στα άγια των αγίων. Τρεφόταν δε από πάνω με άγγελο με απόρρητη τροφή που δυνάμωνε καλύτερα τη φύση της και τελειοποιούσε τον εαυτό της κατά το σώμα, ώστε το κατάλληλο καιρό να ανοιχθούν οι ουράνιες μονές και να δοθούν για αιώνια κατοίκηση σε όσους πιστεύουν στη παράδοξη γέννα της.
Έχοντας πλέον από τη μητρική ακόμη κοιλιά τέτοια θεία χαρίσματα και φυσικά δώρα, δεν δέχθηκε ούτε καμιά άλλη επίκτητη φύση (διότι έτσι νομίζω ότι πρέπει να ονομάζουμε τα από τους δασκάλους αποκτήματα) να εισφέρει μέσα της φοιτώντας σε δασκάλους. Αντίθετα, αφού παρέδωσε στο Θεό τον ηγεμονικό νου ως υπήκοο σε όλα, εγκατέλειψε δε τελείως τα διδάγματα των ανθρώπων και έτσι δέχθηκε άφθονη την από τα άνω σοφία, στο σημείο της ηλικίας που οι γονείς τοποθετούν τα παιδιά χωρίς τη θέλησή τους ως νήπια κάτω από τη καθοδήγηση νηπιαγωγού και τα παραδίδουν σε γραμματοδιδασκάλους, αυτή παρακάθεται μαζί με το Θεό σε άγια άδυτα σαν θεσπέσια ανάκτορα, ως βασιλικός έμψυχος θρόνος ανώτερος από κάθε έδρα, στολισμένος ολόκληρος με αρετές που πρέπουν σε τέτοιο βασιλέα που κάθεται σε αυτόν.
Μόλις τριών ετών που μόλις είχε αποκοπεί από το θήλασμα και τη δίαιτα της αγκαλιάς δείκνυε το πρέπον σε όσους γνωρίζουν να κρίνουν αλάθευτα. Όταν έφθασε κοντά στα πρόθυρα του ιερού, ενώ νεάνιδες ευγενείς ντυμένες επάξια προς το γένος τους την περιστοίχιζαν κρατώντας λαμπάδες και έτσι με επισημότατη πομπή την προέπεμπαν με ευταξία προς το εσωτερικό, σε αυτό το σημείο φάνηκε ότι αισθανόταν καλύτερα από όλους όσα συμβαίνουν και πρόκειται να της συμβούν. Σεμνή τότε και χαρούμενη και θαυμαστή με το κατάλληλο παράστημα και ήθος και φρόνημα προχωρούσε και έρχεται σε συνάντηση με τον αρχιερέα.
Και αμέσως εγκατέλειψε όλους γονείς, τροφούς, συνομήλικες και αποχωρίσθηκε από τους συναγμένους, μόνη εντελώς, χαρούμενη προχωρεί στον αρχιερέα ο οποίος την εισήγαγε στα άγια των αγίων και έπεισε όλους τους τότε ζώντας να δέχονται το γεγονός αυτό, με τη σύμπραξη και τη συναπόφαση του Θεού. Διότι επρόκειτο να γίνει σκεύος εκλογής, όχι όπως η κιβωτός γεμάτο σκιές και τύπους, αλλά γεμάτο αλήθεια, για να βαστάει κυοφορώντας εκείνον τον ίδιο, του οποίου το όνομα είναι θαυμαστό. Τι σπουδαίο θαύμα;
Ας δούμε λοιπόν, πως τίθεται τέλος στους τύπους, πως πάνω σε εκείνη ακριβώς τη σκιαγραφία τελετουργείται η μορφή της αλήθειας. Εισήλθε στα πρόσκαιρα άγια των αγίων η παντοτινή αγία των αγίων. Εισήλθε η αχειροποίητη σκηνή του Λόγου, η λογική και έμψυχη κιβωτός του άρτου της ζωής που αληθινά αποστάλθηκε σε εμάς από τους ουρανούς. Εισήλθε η βίβλος της ζωής, που δεν δέχθηκε τύπους λόγου, αλλά τον ίδιο το Λόγο του Πατρός απορρήτως. Σε αυτήν την αληθινή κιβωτό παρίστανται όχι οι τύποι των αγγέλων, αλλά οι ίδιοι οι άγγελοι και το σπουδαιότερο είναι ότι δεν επεσκίαζαν απλά, αλλά διακονούσαν και υπηρετούσαν στη διατροφή. Διατροφή που δεν είναι δυνατό να πούμε ούτε τι ήταν, τόσο ξεπερνούσε σε θαυμασμό και το πολυθρύλητο εκείνο μάννα.
Ο διακομιστής ήταν καθαρό σύμβολο της αγγελικής πολιτείας της Παρθένου σε αυτό το στάδιο της ηλικίας την υπηρετούσε συνεχώς και δεν την επεσκίαζε, υποσχόμενος σε αυτήν το μελλοντικό μεγαλείο. Αυτήν άλλωστε πρόκειτο να επισκιάσει, όχι άγγελος ούτε αρχάγγελος ούτε τα ίδια τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ, αλλά η ίδια η ενυπόστατη δύναμη του Υψίστου. Τούτο μάλιστα δεν είναι επισκίαση αλλά καθαρά ένωση, όχι μόνο στη γαστέρα αλλά και μόρφωση. Και το μορφωμένο από τα δύο, δηλαδή από τη δύναμη του Υψίστου και στη παναγία και παρθενική εκείνη γαστέρα ήταν ο Λόγος Θεού σαρκωμένος.
Πω πω, σε ποιό βάθος μυστηρίου κατεβάσαμε το λογο! Και έτσι ζούσε λοιπόν σαν στο παράδεισο, βίο απαράσκευο, αφρόντιστο, αμέριμνο, αμέτοχο αγενών παθών, ζώντας μόνο για το Θεό, βλεπόμενη μόνο από το Θεό, τρεφόμενη μόνο από το Θεό και γενικά αφιερωμένη συνεχώς στο Θεό.
Ζούσε την ιερά ησυχία, τη στάση του νου και του κόσμου, τη λησμονιά των κάτω, την μύηση των άνω, την απόθεση των νοημάτων προς το καλύτερο, δια της παιδείας από την ησυχία που θεωρούμε μέσα το Θεό. Αφού λύθηκε από κάθε υλικό δεσμό ανυψώθηκε πάνω και από αυτή τη συμπάθεια προς το σώμα της, σύνηψε το νου της με τη προς τον εαυτό στροφή και προσοχή και με τη αδιάλειπτο θεία προσευχή. Και δι' αυτής ερχόμενη τελείως στον εαυτό της και υπερβαίνοντας το πολύμορφο συρφετό των λογισμών, διέκρινε νέα και απόρρητη οδό στους ουρανούς, που θα την έλεγα νοητή σιγή.
Αφού έτσι μυήθηκε στα ανώτατα μυστήρια με αυτές τις ακρότατες θεωρίες και κατά το τρόπο αυτόν ενώθηκε και αφομοιώθηκε με το Θεό, μόνη αυτή στους αιώνες επετέλεσε αυτή την υπερφυά πρεσβεία για χάρη μας και μόνη της την αποπεράτωσε, πραγματοποιώντας το μέγα και το πάνω από το μέγα κατόρθωμα. Διότι δεν έγινε μόνο καθ' ομοίωση Θεού, αλλά και έκαμε το Θεό καθ' ομοίωση ανθρώπου. Και δεν το έκανε αυτό πείθοντάς τον, αλλά και τον κυοφόρησε ασπόρως και τον γέννησε αφράστως, κατά την χάρη από το Θεό (γι' αυτό και προσαγορεύθηκε από τον αρχάγγελο, κεχαριτωμένη).
Ποιος μπορεί να περιγράψει τα μεγαλεία σου, παρθένε; Έγινες Θεομήτωρ, ένωσες το νου με το Θεό, ένωσες το Θεό με τη σάρκα, έκανες το Θεό υιό ανθρώπου και τον άνθρωπο υιό Θεού, συμφιλίωσες τον κόσμο με τον ποιητή του κόσμου. Μας δίδαξες με έργα ότι το θεωρείν δεν προσγίνεται μόνο με αίσθηση ή και λογισμό στους πραγματικούς ανθρώπους (διότι τότε θα ήσαν λίγο μόνο καλύτεροι από τα άλογα), αλλά πολύ περισσότερο με τη κάθαρση του νου και τη μέθεξη της θείας χάριτος, κατά την οποία εντρυφούμε στα θεοειδή κάλλη όχι με λογισμούς, αλλά με άυλες επαφές. Έκαμες τους ανθρώπους ομοδίαιτους με τους αγγέλους, ή μάλλον αξίωσες και μεγαλύτερων βραβείων, αφού συνέλαβες από το άγιο Πνεύμα θεανδρική μορφή και την γέννησες παράδοξα και κατέστησες την ανθρώπινη φύση απορρήτως συμφυή και, θα λέγαμε, ομόθεη με τη θεία φύση.
Ας φυλάττουμε επομένως τη προς το Θεό και προς αλλήλους ενότητα, που έχει εντυπωθεί σ' εμάς από το Θεό θείως, δια των δεσμών της αγάπης. Ας βλέπουμε πάντοτε προς τον άνω γεννήτορα. Ας υψώσουμε άνω προς αυτόν τη καρδιά μας. Ας παρατηρήσουμε το μέγα τούτο θέαμα, τη φύση μας να συνδιαιωνίζει αύλως με το πυρ της Θεότητος, και, αποβάλλοντας τους δερμάτινους χιτώνες, που έχουμε ενδυθεί από τη παράβαση, ας σταθούμε σε αγία γη, αναδεικνύοντας ο καθένας μας τη δική του γη αγία δια της αρετής και της προς το Θεό σταθερής αφοσιώσεως, να φωτισθούμε και φωτιζόμενοι να συνδιαιωνίσουμε σε δόξα της τρισηλίας Θεότητος που πρέπει κάθε δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνηση τώρα και στους ατέλειωτους αιώνες. Γένοιτο...».

Πηγή: www.orthodoxfathers.com

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΔΕΚΑΠΟΛΙΤΗΣ


Ο Όσιος Γρηγόριος γεννήθηκε στα τέλη του 8ου αιώνα σε μια από τις πόλεις της Δεκαπόλεως της Ίσαυρίας, την Είρηνούπολη. Χάρη στην ευσέβεια και τις φροντίδες της μητέρας του, το νεαρό αγόρι έλαβε επαρκή στοιχειώδη εκπαίδευση και από την ηλικία των οκτώ χρόνων έδειξε σαφή προτίμηση για τη μελέτη των Ιερών Γραφών και τον εκκλησιασμό. Επιδιδόταν επιμελώς στη νηστεία και στην άσκηση όλων των αρετών με σκοπό να μορφώσει εντός του πιστά την εικόνα του Χρίστου. Στο κατώφλι της εφηβείας, οι γονείς του θέλησαν να τον νυμφεύσουν, αλλά ό Γρηγόριος επιθυμώντας να διαφυλάξει την παρθενία του για να την προσφέρει στον Κύριο έφυγε κρυφά από την πατρική εστία μεταβαίνοντας σε ένα μοναστήρι, όπου ήταν ηγούμενος ένας επίσκοπος πού είχε έξορισθεί εξαιτίας του διωγμού των είκονολατρών. Λίγο αργότερα, μετά τον θάνατο του πατέρα του, ή μητέρα του κατάφερε να τον βρει. Δεν αντιτάχθηκε στην κλήση του, τού ζήτησε μόνον να πάει να βρεί τον αδελφό του, ο οποίος ήταν μοναχός σε γειτονικό μοναστήρι. Ό Γρηγόριος υπάκουσε, αλλά δεν μπόρεσε να παραμείνει στη μονή εκείνη, αφού ο ηγούμενος ήταν εικονομάχος. Μετέβη, λοιπόν, σε μιάν άλλη μονή, ηγούμενος της οποίας ήταν ό Συμεών, ό θείος του. Έμεινε εκεί δεκατέσσερα χρόνια και διέλαμψε σε όλες τις αρετές τού κοινοβιακού βίου, ιδιαιτέρως στην υπακοή και την ταπείνωση.
Διψώντας για ζωή πιο ήσυχαστική, έλαβε άπό τον ηγούμενο του την ευλογία να αποσυρθεί σε μια σπηλιά των περιχώρων, για να αφιερωθεί εκεί αδιαλείπτως στην προσευχή, μόνος τω Θεφ μόνω. Ήρθε τότε αντιμέτωπος με πολλές και τρομερές δοκιμασίες έκ μέρους των δαιμόνων πού φθονούσαν την παρρησία του προς τον Θεό. Αυτοί έπαιρναν τη μορφή φιδιών και άλλων ιοβόλων θηρίων για να τον τρομοκρατήσουν και να τον κάνουν να εγκαταλείψει το έρημητήριό του. Ό άγιος όμως, με όπλα του το σημείο του Σταύρου και την ελπίδα του στον Θεό, περιγελούσε τις μηχανές τους και παρέμενε απερίσπαστος στην προσευχή του. Άφού δοκίμασαν και άλλους πειρασμούς για να τον πτοήσουν, οί δαίμονες του επιτέθηκαν με το δέλεαρ του φλογερού σαρκικού πολέμου. Ό Γρηγόριος αντιστεκόταν με θερμές ικεσίες λουσμένος στα δάκρυα, και μία ημέρα, μετά από όραμα, ελευθερώθηκε θαυματουργικώς από κάθε σαρκικό πειρασμό. Κατέκτησε τότε την απάθεια της σαρκός και μέρα με την ημέρα προόδευε στην ακόμη τελειότερη απάθεια, ή οποία είναι μίμηση της θεϊκής τελειότητας.
Μία ημέρα που ήταν καθισμένος στη σπηλιά του σε περισυλλογή, έπεσε σε έκσταση και ένα περίλαμπρο, ουράνιο φως, συνοδευόμενο από μια θεσπέσια εύωδία, γέμισε το σπήλαιο και παρέμεινε εκεί για ήμερες. Ό όσιος άρπαγείς στον Παράδεισο, σε κατάσταση που θα γνωρίσουν μόνον οί εκλεκτοί κατά την εσχάτη Ανάσταση, έχασε κάθε αίσθηση του χρόνου και όταν ό μαθητής του ήρθε να τον διακονήσει μετά από τέσσερις ημέρες, εκείνος είχε την εντύπωση πώς είχε περάσει μόλις μία ώρα άπό την επίσκεψη του φωτός εκείνου. “Οντας όμως συνετός και έχοντας διδαχθεί άπό την πείρα των Πατέρων ότι ό Σατανάς ξέρει να μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός (Β’ Κορ. 11, 14) ό Γρηγόριος ζήτησε τη συμβουλή του ηγουμένου της μονής, για να μάθει εάν ή οπτασία τούτη προερχόταν Οντως άπό τον Θεό. Εκείνος τον καθησύχασε και τον προέτρεψε να συνεχίσει τους ασκητικούς αγώνες του προς δόξαν Θεού .
Φωτισμένος έτσι άπό τη θεία Χάρη, ό Γρηγόριος στάλθηκε σύντομα άπό τον Θεό στον κόσμο, με σκοπό να λάμψουν στα μάτια των ανθρώπων οί αρετές του και ή στερεότητα της ορθοδόξου διδασκαλίας του. Μετέβη στην “Εφεσο, για να βρει πλοίο με προορισμό την Κωνσταντινούπολη, όπου επιθυμούσε να πάει για να άποστομώσει τους αιρετικούς είκονομάχους. Δεν μπόρεσε όμως να φθάσει, παρά μόνον έως την Πριγκιπόννησο, όπου, παρά την επίσημη απαγόρευση να δέχεται κανείς στο σπίτι του όμολογητές των ίερών εικόνων, φιλοξενήθηκε στο σπίτι ενός φτωχού. Καθώς δεν μπορούσε να μπει στην πρωτεύουσα, αναχώρησε για την πόλη Αίνο της Θράκης και άπό εκεί έφθασε στη Θεσσαλονίκη, αφού διέφυγε μιας συμμορίας Σλάβων ληστών. Φθάνοντας κατόπιν διά ξηράς στην Κόρινθο, απέπλευσε με προορισμό την Ιταλία και έφθασε στο Ρήγιο της Καλαβρίας. Κάποιοι πιστοί έκεί θέλησαν να τού προσφέρουν χρήματα, αλλά διαβλέποντας ότι δεν θα ήταν ευπρόσδεκτος, συνέχισε τον δρόμο του στη Ρώμη. Έμεινε εκεί τρεις μήνες, άγνωστος στους πάντες, σε ένα απομονωμένο κελλί. Άφού όμως έξέβαλε ένα δαιμόνιο άπό έναν δαιμονισμένο, σύντομα πολιορκήθηκε άπό πλήθος πιστών που τον τιμού σε ως άγιο. Διέφυγε τότε έκ νέου στις Συρακού σες, οπού κλείσθηκε σε εναν εγκαταλελειμμένο πύργο για να βρει έκεί την ησυχία. Οι δαίμονες τού επιτέθηκαν με πλήθος πειρασμών, ό Γρηγόριος όμως τους απώθησε όπως πάντα με την προσευχή. Μετέστρεψε επίσης στην πίστη μια πόρνη πού άσκού σε το θλιβερό της επάγγελμα έκεί πλησίον και την έπεισε να γίνει μοναχή και να μετατρέψει το σπίτι της ακολασίας όπου έμενε σε μοναστήρι. Πραγματοποίησε και άλλα θαύματα, ιδιαιτέρως κατά των δαιμόνων, και προσείλκυσε πάλι τα πλήθη γύρω του παρά τη θέληση του. Για τον λόγο αυτό, πήρε πάλι τον δρόμο της εξορίας, για να αποφύγει τη δόξα των ανθρώπων. Δεν μπόρεσε να μείνει στο Ότράντο, γιατί ό επίσκοπος έκεί είχε προσχωρήσει στην αίρεση, έτσι πήρε το πλοίο για τη Θεσσαλονίκη. Εγκαταστάθηκε στην εγκαταλελειμμένη εκκλησία του Αγίου Μηνά και έκτοτε εγκατέλειψε κάθε μέριμνα για τα επίγεια. Όταν πεινούσε, έβγαινε και δεχόταν τη φιλοξενία κάποιου γείτονα. Τότε γνωρίσθηκε με τον όσιο Ιωσήφ τον Υμνογράφο [3 Απρ.], πού κατάφερε να τον πείσει να κατοικεί μαζί του. Άπό τότε δέχθηκε και άλλους μαθητές και πραγματοποίησε πλήθος θαυμάτων, χάρη στο προορατικό χάρισμα πού έλαβε άπό τον Θεό.
Προς το τέλος της ζωής του προσβλήθηκε σοβαρά από νεφροπάθεια. Ικέτευσε τον Θεό να τού παραχωρήσει άντί γι’ αυτήν υδρωπικία και εισακούσθηκε. Παραμορφωμένος άπό την ασθένεια, άλλά ευτυχής πού υπέφερε για τον Κύριο, μπόρεσε τελικά να πάει στην Κωνσταντινούπολη και να διαμείνει για λίγο καιρό στο όρος Όλυμπος της Βιθυνίας, το προπύργιο αυτό τού μοναχικού βίου και της υπερασπίσεως της ορθοδοξίας. Επιστρέφοντας στη Βασιλεύουσα, εγκαταστάθηκε με τον Ιωσήφ στον ναό του Αγίου ‘Αντίπα, πλησίον τού Αγίου Μωκίου. Συνάντησε στη φυλακή του τον άγιο Συμεών, τον πνευματικό του πατέρα πού είχε υποστεί πλήθος διώξεων για την υπεράσπιση των εικόνων. Αφού ταλαιπωρήθηκε έναν ακόμη χρόνο άπό την ασθένεια του, ό όσιος Γρηγόριος προέβλεψε δώδεκα ήμερες πρωτύτερα την ώρα της έκδημίας του και έκοιμήθη έν ειρήνη το 842, λίγο πριν την οριστική αποκατάσταση της Όρθοδοξίας. Ακέραιο το λείψανο του βρίσκεται από το 1490 στη Μονή Βιστρίτσα.

Πηγή: Νέος Ορθόδοξος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΥΝΗΘΩΣ ΣΚΕΠΤΟΝΤΑΙ ΑΦΕΛΩΣ.

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΣΩΦΡΩΝΙΟΥ ΤΟΥ ΕΣΣΕΞ

Η παρουσίαση εκ μέρους μου του θέματος της μετανοίας έχει ως εξής: Όλη η ζωή μας, όταν την εκλάβουμε στην έσχατη πραγμάτωσή της, θα φανεί ως κάποια μοναδική πράξη χωρίς έκταση. Με άλλα λόγια θα θεωρηθεί αμέσως ολόκληρη από εκείνους που έχουν την αντίστοιχη όραση. Με την έννοια αυτή, κάθε στιγμιαία εσωτερική κίνηση αφήνει στο γενικό σύνολο της ζωής μας το ένα ή το άλλο ίχνος. Ας υποθέσουμε ότι στη ροή όλης μου της ζωής μόνο μία φορά εμφανίστηκε κακός λογισμός. Το “κακό” αυτό, αν δεν το απορρίψω από την ψυχή μου με την πράξη της αυτομεμψίας, θα παραμείνει ασφαλώς παρόν, προσδίδοντας στη ζωή μου άλλον χαρακτήρα, εισάγοντας στη σφαίρα της ζωής μου κάποιο σκοτεινό στίγμα. Η παρουσία του “σκότους” αυτού θα είναι αδύνατο να μην αποκαλυφθεί τόσο σ’ εμάς, όσο και στους άλλους. Και όπως λέγεται στο Ευαγγέλιο, «ου γαρ έστι κρυπτόν, ο εάν μη φανερωθή, ουδέ εγένετο απόκρυφον, αλλ’ ίνα έλθη εις φανερόν». Οι άνθρωποι συνήθως σκέπτονται αφελώς ότι, αν κανένας άνθρωπος δεν τους είδε και δεν γνωρίζει εκείνο που σκέφτονται ή κάνουν, αυτό σημαίνει ότι όλα είναι εν τάξει. Αν όμως βλέπουμε διαφορετικά τη ζωή μας, αν πραγματικά αγωνιζόμαστε για να μην υπάρχει μέσα μας ούτε ίχνος σκότους, τότε το πράγμα θα παρουσιαστεί εντελώς διαφορετικά. Να λοιπόν, τι συνάγεται από τη μακρά πείρα: Όλα εκείνα για τα οποία μετανόησε ο άνθρωπος κατακρίνοντας τον εαυτό του και τα έργα του ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων (ενώπιον της Εκκλησίας), όλα αυτά είναι σαν να εξαφανίζονται από την ύπαρξη, σαν να μην υπήρξαν ποτέ, και το εσωτερικό φως καθαρίζεται από κάθε σκοτάδι. Όταν εξομολογούμαι, κατηγορώ τον εαυτό μου για όλες τις “πονηρές σκέψεις”, γιατί ειλικρινά δεν βρίσκω σε όλο τον κόσμο κάποια αμαρτία που
να μην την έχω διαπράξει, έστω και με στιγμιαία επαφή της σκέψης. Η ίδια η δυνατότητα της σκέψης αυτής είναι ήδη σαφές δείγμα της καταστάσεως μου. Και ποιος από εμάς μπορεί να είναι απόλυτα βέβαιος για τον εαυτό του, ότι μένει έξω από την εξουσία των εμπαθών σκέψεων που τον επισκέπτονται; Αν έστω και για μία στιγμή ήμουν στην εξουσία κάποιας κακής σκέψεως, τότε πού είναι η εγγύηση ότι η στιγμή αυτή δεν θα μετατραπεί σε αιωνιότητα; Έτσι, κατά το μέτρο της επιγνώσεως μας, πρέπει να εξομολογούμαστε τις αμαρτίες μας, για να μην τις μεταφέρουμε μαζί μας μετά τον θάνατο. Ενόσω ζει ο άνθρωπος, υπάρχει ελπίδα για τη διόρθωσή του. Τί όμως θα γίνει μετά τον θάνατο, εμείς ακόμη δεν το γνωρίζουμε. Η έξοδος από τον κόσμο αυτό μπορεί να συγκριθεί με ό,τι τώρα έγινε σε όλους προσιτό στο υλικό [στο επιστημονικό] επίπεδο: Μια μάζα που έλαβε αρκετά δυνατή ώθηση, αφού αποσπασθεί από τη σφαίρα της έλξεως της γης, μπορεί θεωρητικά να πετά με απίστευτη ταχύτητα στο αχανές διάστημα του κόσμου. Έτσι, σκέφτομαι, και η ψυχή του ανθρώπου μετά την έξοδό της θα ελκύεται είτε προς την άπειρη χαρά της αιώνιας αγάπης, είτε προς τα ατελεύτητα βάσανα της ενάντιας προς την αγάπη καταστάσεως. Πράγματι η αμαρτία κατά την ουσία της δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η έκπτωση από τον νόμο της θείας αγάπης. Και αν εκλάβουμε την αγάπη αυτή στο πλήρωμά της, δεν θα φανούμε καθαροί ενώπιον της. Συνεπώς, αν πραγματικά επιθυμεί ο άνθρωπος να αποκτήσει την αμετάπτωτη διαμονή με τον Θεό, οφείλει να εξαγνίζει τον εαυτό του, γιατί ο Κύριος «αγνός εστίν».

Πηγή: Αρχιμ. Σωφρονίου, «Γράμματα στη Ρωσία». Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ-Αγγλίας 2009

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

ΠΕΡΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ

ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ

Πρόλογος
Η Νηστεία είναι θεσμός πανάρχαιος και θεόσδοτος. Τη νομοθέτησε ήδη στον παράδεισο ο Θεός, όταν απαγόρευσε στους πρωτοπλάστους να φάνε «από το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού» (Γεν. 2:17). Την όρισε στη συνέχεια ο Μωσαϊκός Νόμος. Την επικύρωσε ο Θεάνθρωπος Ιησούς τόσο με το λόγο Του όσο και με το παράδειγμά Του, όταν νήστεψε «σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες» (Ματθ. 4:2). Την τήρησαν οι απόστολοι και οι πρώτοι χριστιανοί. Τη θεσμοθέτησε η Εκκλησία.
Κάθε χριστιανός λοιπόν οφείλει να τηρεί τις «διατεταγμένες» νηστείες, υπακούοντας με ταπείνωση στο Χριστό και την Εκκλησία Του. Αυτή η υπακοή, βέβαια, δεν είναι άλογη ούτε ανώφελη. Γιατί με τη νηστεία ισχυροποιείται η θέληση, δουλαγωγείται το σώμα, καθαρίζεται ο νους, μαλακώνει η καρδιά, καταστέλλονται οι σαρκικές ορμές, θεραπεύεται η ψυχή. κοντολογίς, «παν καλόν και αγαθόν δια της νηστείας κατορθούται και τελειούται» (άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς).
Πολλοί, ωστόσο, είναι εκείνοι που δεν τηρούν τις νηστείες της Εκκλησίας, προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες.
Ο άγιος Βασίλειος ο Μέγας, στους δύο λόγους του «Περί νηστείας», επιλεγμένα αποσπάσματα των οποίων ακολουθούν σε ελεύθερη απόδοση, εξετάζοντας ιστορικά και θεολογικά το θεσμό, ορίζει ως αληθινή νηστεία τόσο την αποχή από ορισμένες τροφές όσο και την αποξένωση από την κακία. Γενικά συστήνει την καθολική εγκράτεια και την ασκητική τοποθέτηση απέναντι στα υλικά στοιχεία του κόσμου, τοποθέτηση που αποτρέπει την υποδούλωση του χριστιανού στα κτιστά και επιτρέπει την ελεύθερη και σωτήρια υποταγή του στο άγιο θέλημα του Κτίστη.

Η νηστεία
Πολύτιμο δώρο του Θεού είναι η νηστεία, θεσμός πανάρχαιος, που διατηρήθηκε σαν πατρική κληρονομιά κι έφτασε μέχρι τις μέρες μας.
Δεχθείτε τη λοιπόν με χαρά. Δεχθείτε οι φτωχοί τη σύντροφό σας. Δεχθείτε οι υπηρέτες την ανάπαυσή σας. Δεχθείτε οι πλούσιοι αυτή που σας σώζει από τον κίνδυνο του κορεσμού και νοστιμίζει όσα η συνεχής απόλαυση ανοσταίνει.
Οι άρρωστοι δεχθείτε τη μητέρα της υγείας. Οι υγιείς την εξασφάλιση της ευεξίας. Ρωτήστε τους γιατρούς, και θα σας πουν πως τίποτα δεν είναι τόσο αμφίβολο κι αβέβαιο όσο η υγεία. Γι’ αυτό οι συνετοί με τη νηστεία προσπαθούν να διατηρήσουν την υγεία τους και να γλυτώσουν από το συντριπτικό φορτίο της παχυσαρκίας.
Μην ισχυρίζεσαι πως δεν μπορείς να νηστέψεις, φέρνοντας σαν πρόφαση αρρώστια ή σωματική αδυναμία, αφού, από την άλλη μεριά, σ’ όλη σου τη ζωή ταλαιπωρείς το σώμα σου με την πολυφαγία. Γνωρίζω πολύ καλά πως οι γιατροί επιβάλλουν στους αρρώστους μάλλον λιτή δίαιτα και νηστεία παρά ποικιλία και αφθονία φαγητών.
Άλλωστε, τί είναι ευκολότερο για το σώμα, να περάσει τη νύχτα μ’ ένα ελαφρό δείπνο ή να πέσει στο κρεβάτι βαρύ από την πολυφαγία; Μπορεί ν’ ανα παυθεί έτσι ή θα στριφογυρίζει παραφορτωμένο και ταλαίπωρο; Ποιο πλοίο μπορεί να κυβερνήσει ευκολότερα ένας καπετάνιος και να το σώσει σε μια θαλασσοταραχή, το βαρυφορτωμένο ή εκείνο που έχει το κανονικό του φορτίο; Το βαρυφορτωμένο δεν θα το βυθίσει μια μικρή τρικυμία; Έτσι και τα σώματα, όταν ταλαιπωρούνται με την πολλή τροφή, εύκολα υποκύπτουν στις αρρώστιες. Ενώ όταν τρέφονται ελαφρά, διατηρούν την καλή τους υγεία.

Ας παρακολουθήσουμε όμως ιστορικά την υπόθεση της νηστείας, για να δούμε πόσο εκτιμήθηκε από τους αγίους και πόσα καλά προξένησε.
Ο θεόπτης Μωυσής ύστερ’ από νηστεία σαράντα ημερών τόλμησε ν’ ανεβεί στην κορυφή του όρους Σινά και να παραλάβει τις πλάκες των δέκα εντολών (Εξ. 24:18). Δεν θα έπαιρνε το θάρρος να πλησιάσει την κορυφή, που κάπνιζε από τη θεία παρουσία, αν δεν είχε οπλιστεί με τη νηστεία. Νήστεψε, κι έτσι μπόρεσε να συνομιλήσει με το Θεό.
Ο προφήτης Σαμουήλ υπήρξε καρπός της νηστείας. Η μητέρα του Άννα, αφού νήστεψε, προσευχήθηκε στο Θεό και Του ζήτησε ένα παιδί, με την υπόσχεση να το αφιερώσει σ’ Εκείνον (Α’ Βασ. 1:11).
Τον μεγάλο ήρωα Σαμψών, τί ήταν εκείνο που τον έκανε ακαταμάχητο; Η νηστεία! Με τη νηστεία συνε λήφθη στα σπλάχνα της μητέρας του. Η νηστεία τον γέννησε. Η νηστεία τον θήλασε. Η νηστεία τον ανέθρεψε. Η νηστεία εκείνη, που όρισε ο άγγελος: «Το παιδί, που θα γεννηθεί, δεν θα πρέπει να γευθεί κανένα από τα προϊόντα του αμπελιού. Δεν θα πιει κρασί ούτε κανένα άλλο δυνατό ποτό» (Κριτ. 13:14).
Η νηστεία γεννάει προφήτες. Ενισχύει τους δυνατούς. Σοφίζει τους νομοθέτες. Εξοπλίζει τους ήρωες. Γυμνάζει τους αθλητές. Αποκρούει τους πειρασμούς. Συγκατοικεί με τη νηφαλιότητα και την αγνότητα. Στους πολέμους κάνει ανδραγαθήματα και στον καιρό της ειρήνης διδάσκει την ησυχία. Αγιάζει τους αφιερωμένους και τελειοποιεί τους ιερείς. Κανείς δεν μπορεί να πλησιάσει το Θυσιαστήριο και να τελέσει τη θεία Λειτουργία, χωρίς προηγουμένως να έχει νηστέψει.
Έπειτα από νηστεία σαράντα ημερών αξιώθηκε ο προφήτης Ηλίας ν’ αντικρύσει τον Κύριο (Γ’ Βασ. 19:8-18). Χάρη στη νηστεία αποδείχθηκε ισχυρότερος από το θάνατο και ανέστησε το πεθαμένο παιδί (Γ’ Βασ. 17:21-23). Χάρη στη νηστεία εμπόδισε τον ουρανό να βρέξει για τριάμιση χρόνια (Γ’ Βασ. 17:1, 18:1). Κι αυτό, για να μαλακώσει τη σκληροκαρδία των Ισραηλιτών, που είχαν παραδοθεί στην ασέβεια και στην παρανομία. Έτσι προκάλεσε σ’ ολόκληρο λαό υποχρεωτική νηστεία, μέχρι να μετανοήσουν και να επανορθώσουν «την αμαρτία, που προήλθε από την καλοπέραση και τον μαλθακό βίο.
Ο προφήτης Δανιήλ, που για ένα εικοσαήμερο δεν γεύθηκε ψωμί ούτε ήπιε νερό (Δαν. 10:2-3), δίδαξε και τα λιοντάρια ακόμα να νηστεύουν (Δαν. 6:16-22). Τα πεινασμένα λιοντάρια δεν τον κατασπάραξαν, σαν να είχε σώμα από πέτρα ή χαλκό ή άλλο σκληρό υλικό. Η νηστεία δυνάμωσε το σώμα του προφήτη και το έκανε απρόσβλητο από τα δόντια των θηρίων, όπως η βαφή κάνει το σίδερο απρόσβλητο από τη σκουριά.

Η νηστεία ενισχύει την προσευχή. Γίνεται φτερό στην πορεία της προς τον ουρανό. Είναι μητέρα της υγείας, παιδαγωγός της νιότης, στολίδι των γηρατειών. Είναι συνοδοιπόρος των ταξιδιωτών και ασφάλεια των συγκατοίκων.
Ο άνδρας δεν αμφιβάλλει καθόλου για τη συζυγική πίστη της γυναίκας του, όταν τη βλέπει να συζεί με τη νηστεία. Η γυναίκα δεν λιώνει από ζήλεια, όταν βλέπει τον άνδρα της να νηστεύει.
Ποιος ζημιώθηκε ποτέ από τη νηστεία; Υπολόγισε την οικονομική κατάσταση του σπιτιού σου σε μια μέρα νηστείας. Υπολόγισέ την και σε μια συνηθισμένη μέρα. Θα διαπιστώσεις έτσι εύκολα, πόσο μεγάλο κέρδος έχεις με τη νηστεία.
Σκέψου πως ακόμα και οι εφοριακοί αφήνουν τους φορολογουμένους να ζήσουν λίγο καιρό ήσυχοι και ανενόχλητοι. Ας επιτρέψει λοιπόν και η σάρκα μια μικρή ανάπαυλα στο στόμα. Ας κάνει μια μικρή ανακωχή αυτή, που, όταν χορτάσει, φιλοσοφεί γύρω από την εγκράτεια, ενώ, όταν πεινάσει, ξεχνάει όσα δέχτηκε πριν.
Όποιος νηστεύει, δεν έχει ανάγκη από δάνεια ούτε χρειάζεται να πληρώνει τόκους. Η νηστεία γίνεται αφορμή να ευφραίνεται ο άνθρωπος. Γιατί όπως η δίψα κάνει γλυκό το πιοτό και η πείνα ευχάριστο το τραπέζι, έτσι και η νηστεία κάνει απολαυστικά τα φαγητά. ·
Αν θέλεις λοιπόν να ‘ναι ευχάριστο το τραπέζι σου, δέξου την αλλαγή της νηστείας. Αν όμως είσαι πάντα κυκλωμένος από πλούσια φαγητά, αδικείς τον εαυτό σου, γιατί εξαφανίζεις την απόλαυση με την άμετρη φιληδονία.
Τίποτα δεν υπάρχει, που να μην περιφρονηθεί με τη συνεχή απόλαυσή του. Ενώ, αντίθετα, συχνά επιθυμούμε εκείνα τα φαγητά, που σπάνια γευόμαστε. Γι’ αυτό και ο Δημιουργός μας επινόησε την ποικιλία στη ζωή μας, ώστε να νιώθουμε την απόλαυση όλων των αγαθών Του. Παρατήρησε τί συμβαίνει στη φύση: Ο ήλιος δεν είναι λαμπρότερος μετά τη νύχτα; Ο ύπνος δεν είναι γλυκύτερος μετά την αγρυπνία; Η υγεία δεν είναι περισσότερο επιθυμητή μετά τη δοκιμασία της αρρώστιας; Έτσι και το τραπέζι γίνεται περισσότερο ευχάριστο μετά τη νηστεία. Αυτό μάλιστα ισχύει για όλους. Και για τους πλουσίους, που έχουν άφθονα φαγητά, και για τους φτωχούς, που διαθέτουν λιγότερη τροφή.

Να θυμάσαι και να φοβάσαι το παράδειγμα του πλουσίου της παραβολής (Λουκ. 16:19-31). Οι συνεχείς απολαύσεις τον οδήγησαν στην αιώνια κόλαση. Ο πλούσιος αυτός δεν κατηγορήθηκε για καμιά αδικία. Εξαιτίας όμως των ανέσεων και της τροφής που απολάμβανε, καθώς και της αδιαφορίας του για τη φτώχεια του Λαζάρου, τιμωρήθηκε τόσο σκληρά. Η νηστεία και η υπομονή στις κακοπάθειες δεν ήταν, αντίθετα, εκείνες που χάρισαν την ανάπαυση στο Λάζαρο; Η παραβολή δεν αναφέρει γι’ άλλες αρετές του, παρά μόνο γι’ αυτές, που, σαν δυο φτερά, τον ύψωσαν και τον ανέπαυσαν στους κόλπους του Αβραάμ.
Πρόσεξε λοιπόν κι εσύ, μήπως, ενώ τώρα πίνεις ευχάριστα ποτά και αποστρέφεσαι το νερό, αργότερα ικετεύεις για μια μονάχα σταγόνα του, όπως ο πλούσιος. Κανείς δεν έπαθε τίποτα πίνοντας νερό. Κανείς δεν μέθυσε. Κανείς δεν ένιωσε πονοκέφαλο ή ζάλη. Ενώ, αντίθετα, η κακή χώνεψη, που αναγκαστικά ακολουθεί τα συμπόσια, δημιουργεί φοβερές αρρώστιες.

Η ζωή του Τιμίου Προδρόμου ήταν μια συνεχής νηστεία. Δεν είχε ούτε κρεβάτι ούτε τραπέζι ούτε κτήματα ούτε ζώα ούτε αποθήκες τροφίμων ούτε τίποτ’ άλλο, απ’ αυτά που θεωρούνται απαραίτητα για τη ζωή. Γι’ αυτό όμως ο Κύριος διακήρυξε πως ήταν «ο σπουδαιότερος απ’ όσους γέννησαν ποτέ γυναίκες» (Ματθ. 11:11).
Η νηστεία ανέβασε στον τρίτο ουρανό και τον απόστολο Παύλο, που την απαρίθμησε ανάμεσα στα καυχήματα για τις θλίψεις του (Β’ Κορ. 11:27).
Για όλες όμως τις αρετές, κορυφαίο τύπο και υπογραμμό έχουμε τον ίδιο τον Κύριο. Ο Κύριος λοιπόν, έπειτα από νηστεία σαράντα ημερών, άρχισε το έργο του εδώ στη γη (Ματθ. 4:2). Πρώτα οχύρωσε και εξό πλισε με τη νηστεία τη σάρκα, που πήρε για χάρη μας, κι υστέρα δέχτηκε τους πειρασμούς του διαβόλου. Παρόμοια κι εμείς, με νηστείες ας ετοιμαζόμαστε κι ας προγυμναζόμαστε στους αγώνες εναντίον των πνευματικών αντιπάλων.
Σε μιαν αμφίρροπη πολεμική συμπλοκή, η παρουσία κάποιου συμμάχου στο πλευρό του ενός εμπολέμου προκαλεί την ήττα του άλλου. Λοιπόν, το πνεύμα και η σάρκα βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Με ποιο θα συμμαχήσεις; Αν συμμαχήσεις με τη σάρκα, θα εξασθενήσεις το πνεύμα. Ενώ αν συμμαχήσεις με το πνεύμα, θα υποδουλώσεις τη σάρκα. Αφού θέλεις να ισχυροποιήσεις το πνεύμα σου, δάμασε τη σάρκα με τη νηστεία. Ο απόστολος Παύλος γράφει: «Όσο ο εξωτερικός άνθρωπος (δηλαδή η σάρκα) φθείρεται, τόσο ο εσωτερικός (δηλαδή το πνεύμα) ανανεώνεται» (Β’ Κορ. 4:16).
Ο Μωυσής, για να πάρει τη νομοθεσία για δεύτερη φορά, χρειάστηκε και δεύτερη νηστεία (Εξ. 34:28).
Οι Νινευίτες, αν δεν είχαν νηστέψει οι ίδιοι και τα ζώα τους, δεν θα είχαν γλυτώσει την καταστροφή (Ιων. 3:4-10).
Αλλά και τον Ησαύ, τί ήταν εκείνο που τον εξευτέλισε και τον έκανε δούλο του αδελφού του; Δεν ήταν ένα φαγητό; Γι’ αυτό και μόνο πούλησε τα πρωτοτόκια του (Γεν. 25:29-34)!
Ποιοι, πάλι, άφησαν τα πτώματά τους στην έρημο; Δεν τ’ άφησαν εκείνοι που επιζήτησαν την κρεοφαγία και την καλοπέραση της Αιγύπτου (Αριθ. 11:33-34); Όσο δηλαδή οι Ισραηλίτες έμεναν ικανοποιημένοι μόνο με το μάννα, νικούσαν τους εχθρούς τους και κανείς τους δεν αρρώσταινε. Όταν όμως θυμήθηκαν τις χύτρες με τα κρέατα και νοστάλγησαν τη δουλεία στην Αίγυπτο, τιμωρήθηκαν. Πέθαναν στην έρημο και δεν αξιώθηκαν να δουν τη γη της επαγγελίας.
Δεν φοβάσαι κι εσύ το παράδειγμα αυτό; Δεν σκέφτεσαι μήπως με την πολυφαγία αποκλειστείς από την ουράνια γη της επαγγελίας;
Η απόλαυση άφθονης και λιπαρής τροφής δημιουργεί στην ψυχή αναθυμιάσεις, που, σαν ένα πυκνό σύννεφο καπνού, εμποδίζουν το νου ν’ αντικρύσει τις ελλάμψεις του Παναγίου Πνεύματος.
Η νηστεία είναι ισχυρό όπλο εναντίον των δαιμόνων. «Αυτό το δαιμονικό γένος δεν μπορεί να διωχθεί με κανένα άλλο μέσο, παρά μόνο με την προσευχή και τη νηστεία», είπε ο Κύριος στην περίπτωση του δαιμονισμένου νέου (Μάρκ. 9:29).
Με την τρυφή, τη μέθη και τα διάφορα καρυκεύματα εξάπτεται και κάθε είδος ακολασίας. Το κυνήγι της απολαύσεως μεταβάλλει τους λογικούς ανθρώπους σε άλογα ζώα.
Η κραιπάλη προκαλεί και φρικτές διαστροφές. Γίνεται αιτία ν’ αναζητούν οι ακόλαστοι τη γυναίκα στον άνδρα και τον άνδρα στη γυναίκα.
Η νηστεία ρυθμίζει και την έγγαμη ζωή. Εμποδίζει την ασυδοσία και επιβάλλει σύμφωνη εγκράτεια, για ν’ αφοσιωθούν οι σύζυγοι στην προσευχή.

Μην περιορίζεις όμως την αρετή της νηστείας μόνο στη δίαιτα. Αληθινή νηστεία δεν είναι μόνο η αποχή από ορισμένα φαγητά, αλλά και η αποξένωση από τα πάθη και τις αμαρτίες: Να μην αδικήσεις κανένα. Να συγχωρήσεις τον πλησίον σου για τη λύπη που σου προξένησε, για το κακό που σου έκανε, για τα λεφτά που σου χρωστάει. Διαφορετικά, μολονότι δεν τρως κρέας, τρως τον ίδιο τον αδελφό σου. Μολονότι εγκρατεύεσαι στο κρασί, δεν εγκρατεύεσαι στις κακολογίες. Μολονότι νηστεύεις ως το βράδυ, ξοδεύεις την ημέρα σου στα δικαστήρια.
Η Αγία Γραφή αναφέρει: «Αλίμονο σ’ αυτούς που μεθάνε χωρίς κρασί» (Ησ. 28:1). Τέτοια μέθη είναι π.χ. ο θυμός, που κάνει την ψυχή να παραφρονήσει. Είναι επίσης ο φόβος, που παραλύει τη διάνοια. Γενικά, κάθε πάθος που ζαλίζει το νου, είναι και μια μέθη. Ο οργισμένος μεθάει με το πάθος του. Δεν σκέφτεται ποιους έχει μπροστά του. Σαν να πολεμάει μέσα στη νύχτα, αρπάζει το καθετί, σκοντάφτει στον καθένα. Δεν ξέρει τι λέει, βρίζει, χτυπάει, απειλεί, ορκίζεται, κραυγάζει.
Αν λοιπόν θέλεις να νηστέψεις πραγματικά, πρέπει ν’ αποφεύγεις όλα τα πάθη.
Πρόσεξε και κάτι άλλο: Να μη γίνει η αυριανή νηστεία αφορμή κραιπάλης σήμερα. Μην καταστρέφεις με τη σημερινή ασυδοσία την αυριανή εγκράτεια. Όταν κανείς θέλει να συνάψει γάμο με μια σεμνή γυναίκα, δεν βάζει πρωτύτερα στο σπίτι του παλλακίδες και πόρνες. Γιατί η νόμιμη γυναίκα δεν ανέχεται να συγκατοικεί με τις παράνομες και διεφθαρμένες.
Έτσι λοιπόν κι εσύ. Με την προσδοκία της νηστείας, μη δέχεσαι την ακόλαστη μέθη, που είναι μητέρα της αναισχυντίας, φίλη του αισχρού αστείου, έτοιμη για κάθε ανηθικότητα. Η νηστεία και η προσευχή δεν θα κατοικήσουν μέσα σε ψυχή που έχει μολυνθεί με την κραιπάλη. Ο Κύριος δέχεται στα θεία σκηνώματα αυτόν που νηστεύει. Αποστρέφεται όμως σαν βέβηλο και ανίερο τον άσωτο. Αν λοιπόν έρθεις αύριο εδώ και μυρίζεις κρασί, πώς θα λογαριάσω σαν νηστεία την κραιπάλη σου; Πού θα σε κατατάξω; Στους μέθυσους ή στους εγκρατείς; Η μέθη που προηγήθηκε, σε παρουσιάζει μέθυσο, ενώ η δίαιτα που άρχισες, νηστευτή. Με τα λείψανα της μέθης, η νηστεία σου γίνεται ανώφελη. Και αν η αρχή είναι ανώφελη, κινδυνεύει ανώφελο να καταλήξει και το σύνολο.
Η νηστεία δεν ασκεί επίδραση μόνο στα άτομα. Επηρεάζει και ολόκληρη την κοινωνία. Συμμορφώνει και καθησυχάζει σύντομα όλους τους ανθρώπους. Επιβάλλει σιγή στα ξεφωνητά και τις κραυγές, εξορίζει τους τσακωμούς και τις διαμάχες, απομακρύνει την κατάκριση και την καταλαλιά.
Ποιου δασκάλου η παρουσία σταματάει τόσο γρήγορα τις αταξίες και το θόρυβο των παιδιών; Μόλις εμφανιστεί η νηστεία, κάθε ταραχή στην πόλη αυτόματα σταματάει.
Ποιος μπορεί να συνεχίζει το γλέντι και τη διασκέδαση σε καιρό νηστείας; Ποιος μπορεί να συνδυάσει τη νηστεία με ασελγείς χορούς; Τα άπρεπα γέλια και τα πορνικά τραγούδια και οι έξαλλοι χοροί απομακρύνονται από την πόλη, μόλις φτάσει η νηστεία σαν ένας αυστηρός δικαστής.
Αν όλοι άκουγαν τις συμβουλές της νηστείας, θα επικρατούσε τέλεια ειρήνη σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα. Δεν θα ξεσηκωνόταν το ένα κράτος εναντίον του άλλου. Δεν θα είχαμε πολεμικές συμπλοκές ούτε κατασκευαστές όπλων. Δεν θα υπήρχαν δικαστήρια ούτε φυλακές. Οι ερημιές δεν θα φιλοξενούσαν κακοποιούς ούτε οι πόλεις συκοφάντες ούτε οι θάλασσες πειρατές.
Αν κυριαρχούσε η νηστεία, η ζωή μας δεν θα ήταν γεμάτη στεναγμούς. Γιατί αυτή θα δίδασκε σ’ όλους όχι μόνο τον περιορισμό της σπάταλης ζωής, αλλά και την αποχή από πολλά άλλα κακά. Θα δίδασκε την ολοκληρωτική φυγή και αποξένωση από τη φιλαργυρία και την πλεονεξία, από τη φιλοδοξία και τη φιληδονία. Αν απαλλαγούμε απ’ αυτά, θα ζούμε με ειρήνη και αγιασμό.
Αφού λοιπόν τέτοια αγαθά μας προσφέρει η βασίλισσα αυτή των αρετών, ας τη δεχτούμε χωρίς καμιά κατήφεια, χωρίς κανένα γογγυσμό. Όλοι πρόθυμα ας τιμήσουμε το πνευματικό τραπέζι που μας παραθέτει η νηστεία, εξαγνίζοντάς μας και προετοιμάζοντάς μας για την αιώνια θεία ευφροσύνη του παραδείσου.


Πηγή: www.impantokratoros.gr

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

ΠΕΡΙ ΠΡΑΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΕΞΙΚΑΚΙΑΣ

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΗ

 Παραπονιέσαι ότι δεν σου συμπεριφέρονται καλά αυτοί με τους οποίους συναναστρέφεσαι. Άκου τη συμβουλή μου: Εάν κάποιος δεν σου συμπεριφέρεται καλά, εσύ να του συμπεριφέρεσαι με καλωσύνη. Όλη η υπόθεση θέλει ταπείνωση. Ας πούμε ένα παράδειγμα: Σου λέγει κάποιος πως η δουλειά σου δεν είναι καλή. Να του πης: "Ευχαριστώ, που με συμβουλεύεις. Βοήθησε με να γίνω καλύτερος. Λέγε μου τα λάθη μου, για να τα διορθώσω". Να δέχεσαι απ’ όλους συμβουλές, από ταπείνωση όμως και όχι από δειλία. Έτσι θα διατηρής στην ψυχή σου την ουράνια χαρά και την ειρήνη.
Σου είπε ο αδελφός σου ότι είσαι ύπουλος! Πάρε το για αστείο, και μη σου κακοφανή! Αλλά, κι άν ακόμη το εννοούσε, σε ερωτώ: Μήπως στην πραγματικότητα δεν είμαστε όλοι ύπουλοι; Ποιός μπορεί να ισχυρισθή πως είναι παντού και πάντοτε ευθύς και ειλικρινής; Πες ότι σου το είπε αυτό ο αδελφός σου κατά παραχώρηση Θεού, για να ταπεινωθής και να διορθωθής. Και εσύ να νοιώθης όχι αντιπάθεια, αλλά αγάπη και ευγνωμοσύνη για τον αδελφό σου, που, έστω και μ’ αυτό τον τρόπο, σε βοηθά να διορθωθής και να σωθής!
Όταν σε λυπούν ή όταν σε προσβάλλουν, τότε να ενθυμήσαι τα Πάθη του Κυρίου μας: Όταν τον ύβρισαν, αυτός δεν ύβριζεR όταν τον ειρωνεύονταν, αυτός δεν ειρωνευότανR όταν τον κτυπούσαν, αυτός δεν κτυπούσεR όταν τον κακολογούσαν, αυτός δεν κακολογούσεR αλλά σ’ όλα αυτά ανταποκρινόταν με ηρεμία: "Ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού" (Ιω. ιη’ 23). Και προσευχόταν για τους σταυρωτές Του. Να ζούμε, όπως έζησε ο ΧριστόςR δηλαδή με ταπείνωση, με υπακοή, με ανεξικακία. Να φροντίζουμε να Τον μιμούμαστε, όσο γίνεται, σε όλα. Μετά χαράς να βαδίζουμε τη στενή και τεθλιμμένη οδό, και να μισούμε τον φαρδύ και αστόχαστο βίο.
Πρόσεξε να μη σου κακοφαίνεται, όταν σου πουν λόγο σκληρό. Οι λόγοι οι σκληροί, οι υβρισιές, οι καταφρονήσεις απαλλάτουν τον άνθρωπο από τους κακούς λογισμούς, και μάλιστα τους αισχρούς. Τον απαλλάτουν απ’ όλα τα πάθη, αρκεί να υπομένη όλα αυτά αγόγγυστα. Όταν φθάσης στο σημείο να ευχαριστείσαι, όταν σε καταφρονούν, σε υβρίζουν και σε συκοφαντούν, τότε να ξέρης σίγουρα ότι θα απολαύσης στέφανον αμάραντον στους ουρανούς.
Αν σε κοροϊδεύουν, εσύ κάνε καλούς λογισμούς, παίρνε το π.χ. για αστείο, και έτσι φεύγει εύκολα η παρεξήγηση και το σκάνδαλο. Να σας πω ένα παράδειγμα: Στο διακόνημα της γεωργίας, είχα δύο λαϊκούς βοηθούς, μισθωτούς της Μονής. Ο ένας ήταν έμπειρος στη γεωργία, ενώ ο άλλος εργαζόταν προηγουμένως ως κουρέας, και μόνο πρόσφατα είχε αρχίσει να επιδίδεται και αυτός στη γεωργία. Ο έμπειρος ήταν μικρότερος στην ηλικία από τον άλλο. Κι όμως τον πείραζε, αποκαλώντας τον "ψωμά", υπονοώντας ότι δεν ήταν άξιος στη δουλειά του, αλλά μόνο για να τρώη ψωμί ήταν ικανός. Όμως ο άλλος ήταν πράος και ανεξίκακος, άν και ήταν μεγαλύτερος και είχε και δέκα παιδιά. Έλεγε με τον λογισμό του: "γιατί να μου κακοφανή, άν με αποκάλεσε "ψωμά"; Ας τον να λέη. Δεν πειράζει!" Δηλαδή ταπεινώθηκε εκούσια, εξέλαβε την προσβολή για αστείο, δεν στενοχωρήθηκε, και έτσι κέρδισε ό,τι πιο πολύτιμο: Τη Χάρη του Θεού!
Ο Κύριος μακαρίζει τους πραείς. Λέγει ότι "αυτοί κληρονομήσουσι την γην" (Ματθ. ε’ 5). Αυτός, που είναι πραγματικά πράος, όχι μόνο εξωτερικά δεν οργίζεται, αλλ’ ούτε και μέσα στην ψυχή του. Την ώρα του παροξυσμού να προτιμάς τη σιωπή, την προσευχή και τη φυγή, και ποτέ σου δεν θα το μετανοιώσης.
Πολλοί οργίζονται όχι μόνον εναντίον ανθρώπων, αλλά και εναντίον αψύχων πραγμάτων, και αρχίζουν να σπάνε αντικείμενα και να χτυπούν τα ζώα, που νομίζουν ότι τους έφταιξαν. Όμως ο αληθινά πράος και ανεξίκακος δεν οργίζεται με τίποτε και είναι πάντοτε ειρηνικός. Το Πνεύμα το Άγιο κατοικεί μέσα στην ψυχή του.
Η πραότης, όταν είναι κατά Θεόν, δεν είναι ούτε δειλία, ούτε αδυναμία, αλλά είναι δύναμη πνευματική και πίστη στον Θεό αληθινή.
Ο πραός παραμένει ανεπηρέαστος στον νου και στην καρδιά του. Δεν ταράσσεται, ούτε όταν τον κατηγορούν, ούτε όταν τον επαινούνR ούτε όταν τον υπολογίζουν, ούτε όταν τον αγνοούνR ούτε όταν τον εξυψώνουν, ούτε όταν τον ταπεινώνουν. Αυτή όμως η αρετή είναι καρπός μεγάλης πίστης στον Θεό, βαθιάς ταπείνωσης και καθαρής προσευχής.
Ο πράος επηρεάζει και τους άλλους γύρω του. Ειρηνεύει αυτούς, που διαπληκτίζονται, γαληνεύει αυτούς, που έχουν ταραχή και σύγχυση.
Ο πράος, και με μόνη τη θέα του, σκορπίζει ειρήνη και χάρη.

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ ΑΠΕΝΤΑΝΤΙ Σ’ ΟΠΟΙΟΝ ΔΙΑΦΩΝΟΥΣΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ

Είναι αδύνατο ν’ αποσιωπήσουμε ένα αξιόλογο διακριτικό του χαρακτήρα του Γέροντα: τη στάση του απέναντι σ’ όποιον διαφωνούσε μαζί του. Επιθυμούσε ειλικρινώς και βαθειά να καταλάβει ένα τέτοιον άνθρωπο όσο μπορούσε καλύτερα και να μην προσβάλει ό,τι είναι ιερό γι’ αυτόν.
Ξέρουμε τη συνομιλία του Γέροντα με έναν αρχιμανδρίτη, που ασχολείτο με το ιεραποστολικό έργο μεταξύ των ετεροδόξων. Ο αρχιμανδρίτης αυτός σεβόταν πολύ τον Γέροντα, κι όταν επισκεπτόταν το Άγιον Όρος, ερχόταν επανειλημμένως να συνομιλήσει μαζί του. Ο Γέροντας τον ρώτησε πώς κηρύττει. Ο αρχιμανδρίτης, νέος και άπειρος ακόμη, με υπερβολικές μάλλον χειρονομίες, απάντησε νευρικά:
-Τους λέω: Η πίστη σας είναι διεστραμμένη. Όλα σ’ εσάς είναι διεστραμμένα, όλα ψεύτικα, κι αν δεν μετανοήσετε, δεν θα σωθείτε.
Σαν τ’ άκουσε ο Γέροντας, τον ρώτησε:
-Πέστε μας όμως, άγιε αρχιμανδρίτα, αυτοί πιστεύουν στον Κύριον Ιησού Χριστό, πως είναι ο αληθινός Θεός;
-Αυτό το πιστεύουν.
-Και τιμούν την Παναγία;
-Την τιμούν, αλλά διδάσκουν λανθασμένα πράγματα γι’ αυτήν.
-Και τους αγίους τους παραδέχονται;
-Ναι, τους παραδέχονται, αλλά από τότε που αποσχίστηκαν από την Εκκλησία, τί αγίους μπορούν να έχουν;
-Κάνουν ακολουθίες στις Εκκλησίες; διαβάζουν τον λόγο του Θεού;
-Ναι, και ναούς έχουν και ακολουθίες, μα αν τις βλέπατε πόσο υστερούν οι ακολουθίες τους από τις δικές μας, πόσο ψυχρές, πόσο άψυχες είναι!
-Άγιε αρχιμανδρίτα, η ψυχή τους αισθάνεται πως πράττουν σωστά που πιστεύουν στο Χριστό, που τιμούν την Παναγία και τους αγίους, που τους επικαλούνται στις προσευχές τους. Γι’ αυτό, όταν τους λέτε πως η πίστη τους είναι νόθα, δεν θα σας ακούσουν… Αν όμως λέγατε στους ανθρώπους πως καλώς κάνουν που πιστεύουν στο Θεό, πως καλά κάνουν που τιμούν την Παναγία και τους αγίους, που πηγαίνουν να λειτουργηθούν στις εκκλησίες και που προσεύχονται στα σπίτια τους, πως καλά κάνουν όταν διαβάζουν τον Λόγο του Θεού και τα λοιπά, έχουν όμως εδώ κι εκεί λανθασμένες θεωρίες και πρέπει να τις διορθώσουν και τότε όλα θα είναι καλά και θεάρεστα κι έτσι με τη χάρη του Θεού όλοι θα σωθούμε… «Ο Θεός αγάπη εστίν» και γι’ αυτό το κήρυγμα πρέπει να βγαίνει πάντα από την αγάπη. Τότε θα ωφεληθεί κι αυτός που κηρύττει κι αυτός που ακούει. Αν τους κατακρίνετε όμως, τότε η ψυχή του λαού δεν θα σας ακούσει και δεν θα προέλθει όφελος.Συνήθως ζητούν την ελευθερία οι άνθρωποι, για να κάνουν «ό,τι θέλουν».
Κάποτε ο Γέροντας συνομιλούσε μ’ ένα φοιτητή που επισκέφθηκε τον Άθωνα και έλεγε πολλά περί ελευθερίας. Όπως πάντα, ο Γέροντας παρακολούθησε με πολλή προσοχή τις σκέψεις και τα συναισθήματα του συμπαθούς, αλλά και αφελούς συνομιλητή του. Βέβαια οι ιδέες του περί ελευθερίας συγκεντρωνόταν από τη μια στην απαίτηση για περισσότερες πολιτικές ελευθερίες κι από την άλλη στη δυνατότητα να ενεργεί κανείς γενικά σύμφωνα με τα κίνητρα και τις επιθυμίες του.
Ο Γέροντας απαντώντας του εξέθεσε τις δικές του απόψεις: «Ποιός δεν θέλει ελευθερία; Όλοι την θέλουν, αλλά πρέπει να ξέρεις πού είναι και πώς να την βρεις. Για να γίνεις ελεύθερος, πρέπει να δεσμεύσεις τον εαυτό σου. Όσο περισσότερο δεσμεύεις τον εαυτό σου, τόσο μεγαλύτερη ελευθερία θα έχει το πνεύμα σου… Πρέπει να δεσμεύεις μέσα σου τα πάθη, να μην σε κυριεύουν, πρέπει να δεσμεύεις τον εαυτό σου για να μην κάμεις κακό στον πλησίον σου… Συνήθως ζητούν την ελευθερία οι άνθρωποι, για να κάνουν «ό,τι θέλουν». Αυτό όμως δεν είναι ελευθερία, αλλά η κυριαρχία της αμαρτίας πάνω σου. Η ελευθερία να αμαρτάνεις, να πορνεύεις, να είσαι άκρατης και να μεθάς, να μνησικακείς, να εκβιάζεις, να φονεύεις ή να κάνεις κάτι παρόμοιο, όλα αυτά δεν είναι ελευθερία, αλλά δουλεία, καθώς είπε ο Κύριος: «πας ο ποιών την αμαρτίαν, δούλος έστι της αμαρτίας». Και πρέπει να προσευχηθεί κανείς πολύ για να γλυτώσει απ’ αυτή τη φοβερή δουλεία.
Εμείς νομίζομε πως η αληθινή ελευθερία έγκειται στο να μην αμαρτάνεις και στο ν’ αγαπάς τον Κύριο και τον πλησίον σου μ’ όλη την καρδιά σου και μ’ όλη τη δύναμή σου.
«Η αληθινή ελευθερία είναι η διαρκής παραμονή κοντά στο Θεό».
Παρότι το βάθος των λόγων του Γέροντα ξεπερνούσε τα όρια της αντιλήψεως του νεαρού φοιτητού, αυτός έφυγε ζωηρά επηρεασμένος.

Πηγή: Αρχιμ. Σωφρονίου, «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ