Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

ΜΗΜΥΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΑΛΜΥΡΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ


Ἀγαπητοί μου πατέρες καί ἀδελφοί,
Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,

Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ στεκόμαστε σήμερα στό κατώφλι μιᾶς καινούριας χρονιᾶς,
ἑνός ἀκόμη ἔτους παρουσίας μας πάνω στή γῆ. Καθώς, ὅμως, ἀτενίζουμε τό
μέλλον, πολλοί προσπαθοῦν νά μᾶς φοβίσουν γιά δυσκολίες, συμφορές καί
προβλήματα πού θά φέρει ἡ οἰκονομική κατάσταση, στήν ὁποία ἔχει βρεθεῖ ἡ
χώρα μας. Ἄς κοιτάξουμε, ὡστόσο, μπροστά μέ αἰσιοδοξία. Κι αὐτή τή χρονιά θά γεννηθοῦν
παιδιά, ἄνθρωποι θά ἀγαπηθοῦν, γάμοι καί βαπτίσεις θά εὐλογηθοῦν, φιλίες θά
δεθοῦν, εὐκαιρίες μετανοίας καί ἁγιασμοῦ θά προσφερθοῦν καθημερινά στόν
καθένα μας.

Γιατί νά μήν κοιτάξουμε μπροστά μέ αἰσιοδοξία καί ἐμπιστοσύνη καί ὄχι μέ
φόβο; Ἄς κοιτάξουμε δίπλα μας καί θά καταλάβουμε. Δίπλα μας εἶναι ὁ ἀδελφός
μας, ὁ συνάνθρωπός μας. Ἐνώπιόν μας σήμερα, ὅμως, εἶναι καί μία λαμπερή
μορφή, τήν ὁποία ἔθεσε ἡ Ἐκκλησία γιά νά εὐλογεῖ τό νέο χρόνο. Ἡ Ἐκκλησία
μας τοποθέτησε δίπλα μας τόν Μέγα Βασίλειο νά μᾶς παραστέκει στό ξεκίνημα
τῆς νέας χρονιᾶς.

Ἄραγε, τί ἔχουμε νά ἀντιμετωπίσουμε τή νέα αὐτή χρονιά; Μήπως διχασμούς καί
ἀντιπαραθέσεις; Ὁ Ἅγιος Βασίλειος, ὅπως καί οἱ ἄλλοι μεγάλοι Πατέρες τῆς
Ἐκκλησίας, διακόνησε τή συνάντηση καί ἕνωση δύο κόσμων πού αντιπαρατίθονταν
καί ἀλληλοσπαράσσονταν γιά ἱκανό χρονικό διάστημα. Τόν ἑλληνορωμαϊκό καί τόν
χριστιανικό κόσμο. Ὁ ἕνας δαιμονοποιοῦσε τόν ἄλλο μέ ἀμοιβαία καχυποψία,
προκατάληψη καί φόβο. Ὁ Ἅγιος διεῖδε καί κοπίασε γιά τή δυνατότητα τῆς
δημιουργικῆς τους συνάντησης καί τή πρόσληψη τοῦ ἑλληνικοῦ πνέυματος ἀπό τό
χριστιανισμό. Ἔκοψε καί μπόλιασε. Ὁ ἑλληνικός τρόπος σκέψης, τό λεξιλόγιο,
οἱ ὅροι τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας ἀλλά καί ἡ ρητορική μπολιάστηκαν στό σῶμα
τῆς Ἐκκλησίας, λαμβάνοντας χριστιανικό νόημα καί περιεχόμενο. Τό οἰκουμενικό
μήνυμα τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας γιά τή σάρκωση καί τήν Ἀνάσταση τοῦ
Χριστοῦ καί τή σωτηρία τοῦ κόσμου, τό Εὐαγγέλιο δηλαδή, βρῆκε ἔκφραση μέσα
ἀπό τήν ἑλληνική γλῶσσα καί τίς ἑλληνικές κατηγορίες σκέψης.

Δέν περιφρόνησε τόν πολιτισμό τῶν Ἑλλήνων, δέν τόν εἶδε ἐχθρικό ὅπως πολλοί
σύγχρονοί του, ἀλλά τόν προσέλαβε κριτικά καί τόν κατέστησε μαζί καί μέ
ἄλλους Πατέρες τό ὄχημα γιά τή σάρκωση τοῦ εὐαγγελίου στήν ἐποχή του. Ἀπό τή
συγκομιδή τῆς μακρόχρονης σπουδῆς του καί τίς ἀπαράμιλλες συγγραφές του
ὠφελήθηκαν καί ὠφελοῦνται ἑκατομμύρια ψυχές μέχρι καί σήμερα.

Ἐκεῖ πού ἄλλοι ἔβλεπαν τόν διχασμό καί κίνδυνο, ὁ Ἱεράρχης τῆς Καισάρειας
ἔβλεπε εὐκαιρίες προόδου πνευματικῆς. Ἐκεῖ πού ἄλλοι ἔβλεπαν ἐχθρούς, ὁ
μέγας Διδάσκαλος καί θεολόγος εἶδε δασκάλους καί ἀδελφούς. Ἐκεῖ πού ἄλλοι
ἔβλεπαν παρακμή καί διαφθορά, ὁ στοργικός ποιμένας ἀνακάλυπτε δυνατότητες
πνευματικῆς ἀναγέννησης καί ἀνάτασης.

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος μᾶς παραστέκει ἐδῶ στό κατώφλι τοῦ νέου ἔτους. Τί λοιπόν
ἔχουμε νά ἀντιμετωπίσουμε; Κακουχίες καί στερήσεις; Ὁ Ἅγιος τίς ἀποδέχτηκε
καί τίς ἐπιδίωξε γιά τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του, ἐνῶ παράλληλα προστάτευε ὅλους
τους ἄλλους. Ἀρχοντόπουλο ἦταν πού ἀπαρνήθηκε τά πλούτη γιά νά μή μείνει
δεμένος μ΄ αὐτά. Ἐπέλεξε τήν ἄσκηση, ἀλλά δέν ἀπέρριψε τόν κόσμο καί τήν
ἐπιστήμη. Ἀσκήτεψε καί ἐκτός κόσμου καί μέσα στόν κόσμο, πιστός πάντα στό
καθῆκον του. Σιώπησε καί νήστεψε, ἀλλά καί στή κρίσιμη καί ἀναγκαία ὥρα
μίλησε στεντόρεια καί ἔγραψε Λόγους καί θεολογικά ἔργα. Ἐνέπνευσε καί
στήριξε τούς πιστούς, βοήθησε, ἔθρεψε τούς πειμασμένους, περιέθαλψε ὅσους
εἶχαν ἀνάγκη στήν περίφημη Βασιλειάδα του.

Δέν ἦταν εὔκολοι οἱ καιροί πού ἔζησε ὁ Μέγας Βασίλειος. Ἦταν καιροί εὐθύνης
καί δοκιμασίας. Αὐτοί οἱ καιροί ἀναδεικνύουν Ἅγιους καί Μάρτυρες. Ὑπῆρχαν
βέβαια καί εἰρηνικές γωνιές στήν ἐποχή του, πού πρόσφεραν ἀνέσεις καί
πλούτη. Ὁ Ἅγιος ἐπιδίωξε ὅμως νά βρεθεῖ ὄχι ἐκεῖ πού θά ἐπιθυμοῦσε ὁ ἴδιος,
ἀλλά ἐκεῖ πού τόν χρειάζονταν οἱ ἄλλοι. Τά ἑλληνικά γράμματα ἴσως ἔχασαν
ἔτσι ἕναν μεγάλο ρήτορα καί φιλόσοφο, ἀλλά οἱ χριστιανοί κέρδισαν ἕναν
μεγάλο θεολόγο καί Πατέρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ κόσμος ἔχασε ἕναν εὐγενικό
ἄρχοντα, ἕναν ἱκανό διοικητή καί πολιτικό, οἱ μαθητές τῆς φιλοσοφίας ἕναν
διακριτικό δάσκαλο καί ρήτορα, ἀλλά ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία Του κέρδισαν
ἕναν Ἅγιο.

Εἶναι αὐτός ὁ Ἅγιος πού στέκεται δίπλα μας στό κατώφλι τῆς νέας χρονιᾶς καί
μᾶς χαρίζει ἐλπίδα καί αἰσιοδοξία. Δέν μετρᾶ ὅσα θά χαθοῦν, μά τόν πολύ
μεγαλύτερο ἀριθμό ὅσων μποροῦν νά κερδηθοῦν. Μετρᾶ τά παιδιά πού θά
γεννηθοῦν, τήν ἀγάπη πού θά δυναμώσει, τήν ἀλληλεγγύη πού θά ἀνθίσει, τίς
ἀνθρώπινες ψυχές πού θά προοδεύσουν πνευματικά καί θά συναντηθοῦν σωτήρια μέ
τόν Χριστό. Μᾶς θυμίζει ὅτι μεγαλύτερη ἀξία ἔχει ὄχι τό τί εἶσαι ἀλλά τό τί
μπορεῖς νά γίνεις, δηλαδή Ἅγιος στήν αἰωνιότητα.

Εὐλογεῖ τή χρονιά πού εἶναι μπροστά μας, γιατί πιστεύει στή δύναμή μας,
γιατί ἐλπίζει στή σταθερότητά μας, γιατί δυναμώνει τήν ἀγάπη μας. Καί σέ
κάθε δύσκολη στιγμή μᾶς βεβαιώνει ὅτι μαζί μέ τόν Κύριό μας θά εἶναι καί
αὐτός δίπλα μας γιά νά μᾶς στηρίξει, νά μᾶς φωτίσει καί νά εὐλογήσει κάθε
καλό μας ἀγώνα.

Καλή καί εὐλογημένη χρονιά!

Μετά πατρικῆς ἀγάπης καί θερμῶν εὐχῶν

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΑΛΜΥΡΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΣ

ΤΟ ΧΡΣΤΟΨΩΜΟ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Μεταξύ των πολλών δημωδών τύπων, τους οποίους θα έχωσι να εκμεταλλευθώσιν οι μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπή κατέχει θέσιν η κακή πενθερά, ως και η κακή μητρυιά. Περί μητρυιάς άλλωστε θα αποπειραθώ να διαλάβω τινά, προς εποικοδόμησιν των αναγνωστών μου.Περί μιας κακής πενθεράς σήμερον ο λόγος. Εις τι έπταιεν η ατυχής νέα Διαλεχτή, ούτως ωνομάζετο, θυγάτηρ του Κασσανδρέως μπάρμπα Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εις μίαν των νήσων του Αιγαίου.Εις τι έπταιεν αν ήτο στείρα και άτεκνος; Είχε νυμφευθή προ επταετίας, έκτοτε δις μετέβη εις τα λουτρά της Αιδηψού, πεντάκις τής έδωκαν να πίη διάφορα τελεσιουργά βότανα, εις μάτην, η γη έμενεν άγονος. Δύο ή τρεις γύφτισσαι τής έδωκαν να φορέση περίαπτα θαυματουργά περί τας μασχάλας, ειπούσαι αυτή, ότι τούτο ήτο το μόνον μέσον, όπως γεννήση, και μάλιστα υιόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τη εδώρησεν ηγιασμένον κομβολόγιον, ειπών αυτή να το βαπτίζη και να πίνη το ύδωρ. Τα πάντα μάταια. Επί τέλους με την απελπισίαν ήλθε και η ανάπαυσις της συνειδήσεως, και δεν ενόμιζεν εαυτήν ένοχον. Το αυτό όμως δεν εφρόνει και η γραία Καντάκαινα, η πενθερά της, ήτις επέρριπτεν εις την νύμφην αυτής το σφάλμα της μη αποκτήσεως εγγόνου διά το γήρας της.
Είναι αληθές, ότι ο σύζυγος της Διαλεχτής ήτο το μόνον τέκνον της γραίας ταύτης, και ούτος δε συνεμερίζετο την πρόληψιν της μητρός του εναντίον της συμβίας αυτού. Αν δεν τω εγέννα η σύζυγός του, η γενεά εχάνετο. Περίεργον, δε, ότι πας Ελλην της εποχής μας ιερώτατον θεωρεί χρέος και υπερτάτην ανάγκην την διαιώνισιν του γένους του.
Εκάστοτε, οσάκις ο υιός της επέστρεφεν εκ του ταξιδίου του, διότι είχε βρατσέραν, και ήτο τολμηρότατος εις την ακτοπλοΐαν, η γραία Καντάκαινα ήρχετο εις προϋπάντησιν αυτού, τον ωδήγει εις τον οικίσκον της, τον εδιάβαζε, τον εκατήχει, του έβαζε μαναφούκια, και ούτω τον προέπεμπε παρά τη γυναικί αυτού. Και δεν έλεγε τα ελαττώματά της, αλλά τα αυγάτιζε, δεν ήτο μόνο «μαρμάρα», τουτέστι στείρα η νύμφη της, τούτο δεν ήρκει, αλλ’ ήτο άπαστρη, απασσάλωτη, ξετσίπωτη κλπ. Ολα τα είχεν, «η ποίσα, η δείξα, η άκληρη».
Ο καπετάν Καντάκης, φλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τα ήκουεν όλα αυτά, η φαντασία του εφούσκωνεν, εξερχόμενος είτα συνήντα τους συναδέλφους του ναυτικούς, ήρχιζαν τα καλώς ώρισες, καλώς σας ηύρα, έπινεν επτά ή οκτώ ρώμια, και με τριπλήν σκοτοδίνην, την εκ της θαλάσσης, την εκ της γυναικείας διαβολής και την εκ των ποτών, εισήρχετο οίκαδε και βάρβαροι σκηναί συνέβαινον τότε μεταξύ αυτού και της συζύγου του.
Ούτως είχον τα πράγματα μέχρι της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους 186… Ο καπετάν Καντάκης προ πέντε ημερών είχε πλεύσει με την βρατσέραν του εις την απέναντι νήσον με φορτίον αμνών και ερίφων, και ήλπιζεν, ότι θα εώρταζε τα Χριστούγεννα εις την οικίαν του. Αλλά τον λογαριασμόν τον έκαμνεν άνευ του ξενοδόχου, δηλ. άνευ του Βορρά, όστις εφύσησεν αιφνιδίως άγριος και έκλεισαν όλα τα πλοία εις τους όρμους, όπου ευρέθησαν. Είπομεν όμως, ότι ο καπετάν Καντάκης ήτο τολμηρός περί την ακτοπλοΐαν. Περί την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων ο άνεμος εμετριάσθη ολίγον, αλλ’ ουχ ήττον εξηκολούθει να πνέη. Το μεσονύκτιον πάλιν εδυνάμωσε.
Τινές ναυτικοί εν τη αγορά εστοιχημάτιζον, ότι, αφού κατέπεσεν ο Βορράς, ο καπετάν Καντάκης θα έφθανε περί το μεσονύκτιον. Η σύζυγός του όμως δεν ήτο εκεί να τους ακούση και δεν τον επερίμενεν. Αύτη εδέχθη μόνο περί την εσπέραν την επίσκεψιν της πενθεράς της, ασυνήθως φιλόφρονος και μηδιώσης, ήτις τη ευχήθη το απαραίτητον «καλό δέξιμο», και διά χιλιοστήν φορά το στερεότυπον «μ’ έναν καλό γυιό».
Και ου μόνον, τούτο, αλλά τη προσέφερε και εν χριστόψωμο.
- Το ζύμωσα μοναχή μου, είπεν η θειά Καντάκαινα, με γεια να το φας.
- Θα το φυλάξω ως τα Φώτα, διά ν’ αγιασθή, παρετήρησεν η νύμφη.
- Οχι, όχι, είπε μετ’ αλλοκότου σπουδής η γραία, το δικό της φυλάει η κάθε μια νοικοκυρά διά τα Φώτα, το πεσκέσι τρώγεται.
- Καλά, απήντησεν ηρέμα η Διαλεχτή, του λόγου σου ξέρεις καλλίτερα.
Η Διαλεχτή ήτο αγαθωτάτης ψυχής νέα, ουδέποτε ηδύνατο να φαντασθή ή να υποπτεύση κακό τι.
«Πώς τώπαθε η πεθερά μου και μου έφερε χριστόψωμο», είπε μόνον καθ’ εαυτήν, και αφού απήλθεν η γραία εκλείσθη εις την οικίαν της και εκοιμήθη μετά τινος δεκαετούς παιδίσκης γειτονοπούλας, ήτις τη έκανε συντροφίαν, οσάκις έλειπεν ο σύζυγός της. Η Διαλεχτή εκοιμήθη πολύ ενωρίς, διότι σκοπόν είχε να υπάγη εις την εκκλησίαν περί το μεσονύκτιον. Ο ναός δε του Αγίου Νικολάου μόλις απείχε πεντήκοντα βήματα από της οικίας της.
Περί το μεσονύκτιον εσήμαναν παρατεταμένως οι κώδωνες. Η Διαλεχτή ηγέρθη, ενεδύθη και απήλθεν εις την εκκλησίαν. Η παρακοιμωμένη αυτή κόρη ήτο συμπεφωνημένον, ότι μόνον μέχρι ου σημάνη ο όρθρος θα έμενε μετ’ αυτής, όθεν αφυπνίσασα αυτήν την ωδήγησε πλησίον των αδελφών της. Αι δύο οικίαι εχωρίζοντο διά τοίχου κοινού.
Η Διαλεχτή ανήλθεν εις τον γυναικωνίτην του ναού, αλλά μόλις παρήλθεν ημίσεια ώρα και γυνή τις πτωχή και χωλή δυστυχής, ήτις υπηρέτει ως νεωκόρος της εκκλησίας, ελθούσα τη λέγει εις το ους.
- Δόσε μου το κλειδί, ήλθε ο άντρας σου.
- Ο άντρας μου! ανεφώνησεν η Διαλεχτή έκπληκτος.
Και αντί να δώση το κλειδί έσπευσε να καταβή η ιδία.
Ελθούσα εις την κλίμακα της οικίας, βλέπει τον σύζυγόν της κατάβρεκτον, αποστάζοντα ύδωρ και αφρόν.
- Είναι μισοπνιγμένος, είπε μορμυρίζων ούτος, αλλά δεν είναι τίποτε. Αντί να το ρίξωμε έξω, το καθίσαμε στα ρηχά.
- Πέσατε έξω; ανέκραξεν η Διαλεχτή.
- Οχι, δεν είναι σου λέω τίποτε. Η βρατσέρα είναι σίγουρη, με δυο άγκουρες αραγμένη και καθισμένη.
- Θέλεις ν’ ανάψω φωτιά;
- Αναψε και δόσε μου ν’ αλλάξω.
Η Διαλεχτή εξήγαγε εκ του κιβωτίου ενδύματα διά τον σύζυγόν της και ήναψε πυρ.
- Θέλεις κανένα ζεστό;
- Δεν μ’ ωφελεί εμένα το ζεστό, είπεν ο καπετάν Καντάκης. Κρασί να βγάλης.
Η Διαλεχτή εξήγαγεν εκ του βαρελίου οίνον.
- Πώς δεν εφρόντισες να μαγειρεύσης τίποτε; είπε γογγύζων ο ναυτικός.
- Δεν σ’ επερίμενα απόψε, απήντησε μετά ταπεινότητος η Διαλεχτή. Κρέας επήρα. Θέλεις να σου ψήσω πριζόλα;
- Βάλε, στα κάρβουνα, και πήγαινε συ στην εκκλησιά σου, είπεν ο καπετάν Καντάκης. Θα έλθω κι εγώ σε λίγο.
Η Διαλεχτή έθεσε το κρέας επί της ανθρακιάς, ήτις εσχηματίσθη ήδη, και ητοιμάζετο να υπακούση εις την διαταγήν του συζύγου της, ήτις ήτο και ιδική της επιθυμία, διότι ήθελε να κοινωνήση.
Σημειωτέον ότι την φράσιν «πήγαινε συ στην εκκλησιά σου» έβαψεν ο Καντάκης διά στρυφνής χροιάς.
- Η μάννα μου δε θα τώμαθε βέβαια ότι ήλθα, παρετήρησεν αύθις ο Καντάκης.
- Εκείνη είναι στην ενορία της, απήντησεν η Διαλεχτή. Θέλεις να της παραγγείλω;
- Παράγγειλέ της να έλθη το πρωί.
Η Διαλεχτή εξήλθεν. Ο Καντάκης την ανεκάλεσεν αίφνης.
- Μα τώρα είναι τρόπος να πας εσύ στην εκκλησιά, και να με αφήσεις μόνον;
- Να μεταλάβω κι έρχομαι, απήντησεν η γυνή.
Ο Καντάκης δεν ετόλμησε ν’ αντείπη τι, διότι η απάντησις θα ήτο βλασφημία. Ουχ ήττον όμως την βλασφημίαν ενδιαθέτως την επρόφερεν.
Η Διαλεχτή εφρόντισε να στείλη αγγελιοφόρον προς την πενθεράν της, ένα δωδεκαετή παίδα της αυτής εκείνης γειτονικής οικογενείας, ης η θυγάτηρ εκοιμήθη αφ’ εσπέρας πλησίον της, και επέστρεψεν εις τον ναόν.
Ο Καντάκης, όστις επείνα τρομερά, ήρχισε να καταβροχθίζη την πριζόλαν. Καθήμενος οκλαδόν παρά την εστίαν, εβαρύνετο να σηκωθή και ν’ ανοίξη το ερμάρι διά να λάβη άρτον, αλλ’ αριστερόθεν αυτού υπεράνω της εστίας επί μικρού σανιδώματος ευρίσκετο το Χριστόψωμον εκείνο, το δώρον της μητρός του προς την νύμφην αυτής. Το έφθασε και το έφαγεν ολόκληρον σχεδόν μετά του οπτού κρέατος
Περί την αυγήν, η Διαλεχτή επέστρεψεν εκ του ναού, αλλ’ εύρε την πενθεράν της περιβάλλουσαν διά της ωλένης το μέτωπον του υιού αυτής και γοερώς θρηνούσαν.
Ελθούσα αύτη προ ολίγων στιγμών τον εύρε κοκκαλωμένον και άπνουν. Επάρασα τους οφθαλμούς, παρετήρησε την απουσίαν του Χριστοψώμου από του σανιδώματος της εστίας, και αμέσως ενόησε τα πάντα. Ο Καντάκης έφαγε το φαρμακωμένο χριστόψωμο, το οποίον η γραία στρίγλα είχε παρασκευάσει διά την νύμφην της.
Ιατροί επιστήμονες δεν υπήρχον εν τη μικρά νήσω. ουδεμία νεκροψία ενεργήθη. Ενομίσθη, ότι ο θάνατος προήλθεν εκ παγώματος συνεπεία του ναυαγίου. Μόνη η γραία Καντάκαινα ήξευρε το αίτιον του θανάτου. Σημειωτέον, ότι η γραία, συναισθανθείσα και αυτή το έγκλημά της, δεν εμέμφθη την νύμφην της. Αλλά τουναντίον την υπερήσπισε κατά της κακολογίας άλλων.
Εάν έζησε και άλλα κατόπιν Χριστούγεννα, η άστοργος πενθερά και ακουσία παιδοκτόνος, δε θα ήτο πολύ ευτυχής εις το γήρας της.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΙ ΧΕΡΡΟΝΗΣΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ,
Χριστὸς γεννᾶται. Καὶ αὐτὸ τὸ Βρέφος εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ποὺ γεννήθηκε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου. Αὐτὸ τὸ Βρέφος εἶναι τὸ πλήρωμα τῆς σωτηρίας μας, ποὺ ἀνακαίνισε τὴν φθαρτή μας φύση, ποὺ ἀναδημιούργησε ὁλόκληρο τὸν κόσμο.
Τὰ Χριστούγεννα ἀποτελοῦν τὴν ἐγγύηση τῆς σωτηρίας τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, τῆς μελλοντικῆς ἐν Χριστῷ ἀνακεφαλαιώσεως τῶν πάντων. Τὰ Χριστούγεννα γιὰ νὰ βιώνονται λυτρωτικά, νὰ κατανοοῦνται θεολογικά, πρέπει νὰ ἑορτάζονται ἐκκλησιαστικά, δηλαδὴ πνευματικά, γιατί πολλοὶ λίγοι ἄνθρωποι ἑορτάζουν Χριστούγεννα κατὰ Χριστόν.
Ἐπηρεασμένοι ἀπὸ ξενόφερτα ἤθη καὶ ἔθιμα, μὲ τὴν ἀργία ἁπλῶς τῶν ἡμερῶν, δὲν καταλαβαίνουμε τὴν ἑορτή. Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μόνο μία ἱστορικὴ πραγματικότητα. Πρέπει νὰ βιώνεται καὶ ὡς σύγχρονος γεγονὸς τῆς προσωπικῆς μας ζωῆς. Ἡ καρδιά μας νὰ εἶναι φάτνη, μέσα στὴν ὁποία θὰ ἔλθει καὶ θὰ γεννηθεῖ ὁ Χριστός.
Ἀγαπητοί μου,
Ἐμεῖς ἐδῶ στὸν τόπο μας ἑορτάζαμε παλαιότερα τὰ Χριστούγεννα κατὰ Θεόν. Ὅλοι σχεδὸν πήγαιναν στὴν Ἐκκλησία καὶ τὰ Χριστούγεννα ἦταν πανηγύρι, στὸ ὁποῖο συμμετεῖχε ὅλη ἡ πλάση. Δὲν ὑπῆρχαν τότε τὰ κοσμικὰ ρεβεγιὸν τῆς παραμονῆς, πού μᾶς τὰ εἰσήγαγε ὁ πολιτιστικὸς ἐκβαρβαρισμός.
Τὰ σπίτια τότε ἦταν φάτνες Χριστουγέννων, πενιχρὰ καὶ ταπεινά, μὲ τὸ καντήλι καὶ τὸ θυμίαμα. Κι ἂν ὑπῆρχε μία μικρὴ φάτνη, αὐτὴ τὴν ἔφτιαχναν τὰ παιδικὰ χέρια μὲ ὑλικὰ τῆς γῆς. Αὐτὴ ἡ ἔσχατη πτωχεία φανέρωνε τὸν ἄπειρο Θεό, ποὺ σαρκώθηκε ὡς βρέφος ἀνάμεσα στὰ ζῶα, ποὺ δὲν λείπανε τότε ἀπὸ τὰ σπίτια. Ὅλη ἡ οἰκογένεια νηστεμένη, ἀπὸ πολλὲς ἡμέρες, εἶχε τὴν προσδοκία καὶ γευόταν τὴ χαρὰ τῆς μεγάλης ἑορτῆς.
Ἄλλαξαν ὅμως οἱ καιροὶ καὶ τὸ πνεῦμα τῶν Χριστουγέννων ἔγινε κοσμικό, ἐμπορικό, χωρὶς ἴχνος πνευματικότητας, χωρὶς τὴν πνοὴ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ξεφύτρωσαν στὰ σπίτια τῶν ἀνθρώπων τὰ δέντρα, ἄγνωστα στὴν παράδοσή μας, ποὺ τάχατες συμβολίζουν τὴν ράβδο ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀνεβλάστησε ὁ Χριστός. Μὰ τὸ δέντρο δὲν εἶχε ρίζες, τὸ ἔκοβαν καὶ τὸ στεροῦσαν ἀπὸ τὴ φύση ἢ ἦταν πλαστικὸ καὶ δὲν εἶχε ἄνθη, οὔτε καρπούς. Καὶ οἱ ἄνθρωποι τὸ στόλισαν μὲ ψεύτικους καρποὺς καὶ τὸ φωταγώγησαν μὲ λαμπιόνια.
Κι ὅπως περνοῦσαν τὰ χρόνια, μὲ τὴν ἐξέλιξη τοῦ κόσμου, ἄλλαζαν ὅλο καὶ περισσότερο τὰ πράγματα. Μεγάλωναν τὰ χριστουγεννιάτικα δέντρα καὶ γινόταν πιὸ φανταχτερὸς ὁ διάκοσμός τους. Ἡ φάτνη ὅμως παρέμενε ταπεινή, περιφρονημένη. Ἀλλὰ καὶ πῶς νὰ γίνει πολυτελὴς, ἀφοῦ ἐξέφραζε τὴν ἔσχατη πτωχεία; Δέντρα πολλὰ στολίστηκαν στὶς βιτρίνες τῶν καταστημάτων, δέντρα πολλά ὑψώθηκαν στίς πλατεῖες, φωταγωγήθηκαν καὶ ἄρχισαν οἱ ἄνθρωποι πλέον νὰ προσέχουν περισσότερο τὸ δέντρο ἀπὸ τὴ φάτνη.
Ἀργότερα προστέθηκε κι ἕνα παράξενο ὂν στὴ συνοδεία τοῦ δέντρου. Ὁ Ἅι Βασίλης. Αὐτὸς δὲν εἶχε σχέση μὲ τὴ φάτνη. Μᾶς ἦλθε εἰσαγόμενος, εἶναι ἀποκύημα τῆς φαντασίας κάποιων, ἀποτελεῖ δὲ διακωμώδηση τῶν σεπτῶν ἀσκητικῶν μορφῶν τῶν Ἁγίων μας. Αὐτὴ ἡ ἀπατηλὴ εἰκόνα ἐξαπάτησε τὰ μικρὰ παιδιά, ποὺ ἄφησαν τὴν πενιχρὴ φάτνη καὶ τὸ μυστήριο τῶν Χριστουγέννων καὶ ἄρχισαν νὰ μιλοῦν γιὰ ταράνδους, γιὰ ἕλκηθρα, γιὰ τὸν κόκκινο ταξιδιώτη ποὺ θὰ τοὺς φέρει δῶρα, ὄχι ὅμως τὸ Χριστό.
Οἱ μοντέρνοι ἄνθρωποι δὲν ἤθελαν τὴν ταπεινὴ σκηνὴ τῆς φάτνης, γιατί τοὺς χαλοῦσε τὴν ὄμορφη ἀτμόσφαιρα τῶν κοσμικῶν Χριστουγέννων. Δημιούργησαν μία ἄλλη εἰκόνα μὲ τὸ χονδρὸ κόκκινο ξωτικὸ, ποὺ φέρνει δῶρα καὶ χορταίνει. Καὶ ἡ σημερινὴ πραγματικότητα φανερώνει αὐτὴ τὴν ἀλλοτρίωσή μας. Ἡ φάτνη στὰ σπίτια μας καὶ στὶς πλατεῖες συνεχῶς μικραίνει, ἂν δὲν ἔχει ἀφαιρεθεῖ. Ἀλλὰ τὰ δέντρα γιγαντώνονται καὶ τὰ ψεύτικα φῶτα αὐξάνουν, μερικοὶ μάλιστα καυχῶνται γιὰ τὸν μεγάλο ἀριθμό τους.
Πίστεψαν οἱ ἄνθρωποι ὅτι ἀντικαθιστώντας τὸν ἀστέρα τῶν Χριστουγέννων μ' αὐτὰ τὰ φῶτα, ποὺ δὲν εἶναι φῶς, θὰ φωτισθοῦν, θὰ βαδίζουν ἀπρόσκοπτα, θὰ ἁπλωθεῖ ἡ κοσμικὴ εἰρήνη στὸν κόσμο.
Δὲν εἶναι αὐτὰ μέσα στὴν ὀρθόδοξη παράδοση. Ἡ Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι τὸ ἀνέσπερο φῶς ἔρχεται ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ τῶν Ἀνατολῶν, ἀπὸ τὸν ἀστέρα τῶν Χριστουγέννων, τὸν λαμπρό, τὸν πρωινό, ποὺ μηνύει τὸν Ἥλιον τῆς Δικαιοσύνης. Τὰ μάτια καὶ οἱ λογισμοὶ τῶν ἀνθρώπων σήμερα δὲν εἶναι στραμμένα σ' αὐτὴν τὴν Ἀνατολὴ ἀλλά... πρὸς τὴν Δύση. Ἀποπροσανατολιστήκαμε γι' αὐτὸ εὐτελιστήκαμε, καταντήσαμε πτωχοὶ καὶ ἀνυπόληπτοι, γι' αὐτὸ διερχόμαστε ποικίλη κρίση καὶ βιώνουμε τραγικὰ δράματα.
Ἡ Δύση γιὰ τὴν ὁποία καυχηθήκαμε, πού μᾶς ἔδωσε πανύψηλα χριστουγεννιάτικα δέντρα καὶ κοσμικοὺς Ἁγίους Βασίληδες, μᾶς ἔφερε μοναξιὰ, κρίσεις καὶ τελικά μᾶς πρόδωσε γιὰ ἄλλη μία φορά. Καὶ τί μᾶς ἀπέμεινε; Τὸ χριστουγεννιάτικο δέντρο μὲ τοὺς κούφιους καρπούς, μὲ τὰ πολλὰ φῶτα πού μᾶς ὁδήγησαν στὸ Διεθνὲς Ταμεῖο, μὲ τὰ δῶρα τοῦ Ἅι Βασίλη, πού μᾶς δόθηκαν μὲ δυσβάσταχτους τόκους καὶ ὑποθήκευσαν τὸ μέλλον τῶν ἑπόμενων γενεῶν.
Καὶ τώρα τί κάνουμε; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ξαναθυμηθοῦμε, νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν ταπεινή, τὴν ἀπέριττη φάτνη τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς Πίστεως, τῆς παραδόσεως καὶ τοῦ πολιτισμοῦ μας. Ἐκεῖ στὸ Σπήλαιό της εἶναι ἡ διέξοδος τῶν κρίσεων. Ἐκεῖ διαλάμπει, στὴν ἔσχατη πτωχεία της ὁ τῆς θεότητος πλοῦτος. Μόνο αὐτὸς ὁ πλοῦτος τῆς Πίστεως χαρίζει ἐλπίδα, ἀπαντοχή, διεξόδους. Εἶναι αὐτὸς ποὺ κρίνει τὶς κρίσεις καὶ μᾶς εἰσάγει στὴν καινούρια λυτρωτική πραγματικότητα τῆς θεανθρωπίας τῶν Χριστουγέννων.
Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ,
Χριστὸς ἐτέχθη... Δοξάσατε... Ἀπαντήσατε... Ὑψώθητε... Ἀνυμνήσατε... Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰώνας. Ἀμήν.

Ο Μητροπολίτης

†Ο Πέτρας και Χερρονήσου
ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Ο ΘΕΟΣ ΗΛΘΕ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΜΑΖΙ ΜΑΣ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΙΡΑΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

«Και το όνομα αυτού Εμμανουήλ, ο έστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ημών ο Θεός». Η σημερινή γιορτή διακηρύσσει κάτι το ασύλληπτο από τον ανθρώπινο νου: Ο Θεός ήλθε να μείνει μαζί μας. Ήλθε να ενωθεί με την ανθρωπότητα, να συμμερισθεί τον πόνο της, να ανταποκριθεί στον πόθο της για λύτρωση. Ίχνη από την αναζήτηση των ανθρώπων για το Υπερβατικό, για το Θείο, βρίσκει κανείς σε διάφορα θρησκευτικά συστήματα. Εκείνο όμως που διαφοροποιεί και κάνει μοναδικό το χριστιανικό μήνυμα είναι ότι ο ίδιος ο Θεός έγινε άνθρωπος, «ίνα θεώση τον άνθρωπον». Πρόκειται για μια συνταρακτική πραγματικότητα.
Ο Θεάνθρωπος δεν ήλθε σαν ένας άγγελος ή προφήτης για να μας αποκαλύψει τη βουλή του Θεού, να καθορίσει τον ύψιστο Νόμο και κατόπιν να αναχωρήσει. Ήλθε να γίνει ένα με μας: «και εσκήνωσεν εν ημίν». Εισήλθε στην ανθρωπότητα με μια πραγματική γέννηση εκ της Παρθένου Μαρίας για να μένει αιωνίως «εις εξ ημών», όμοιος με μας, εκτός αμαρτίας, ένας που να ανήκει αληθινά στη δική μας ανθρώπινη οικογένεια.
Με τη διαβεβαίωση ότι ο Ιησούς είναι ο Εμμανουήλ, «ο Θεός μεθ’ ημών», αρχίζει η Καινή Διαθήκη. Και με αυτή την επιβεβαίωση του αναστάντος Κυρίου, «και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντέλειας του αιώνος», ολοκληρώνεται το έργο Του. Το όνομα Εμμανουήλ συγκεντρώνει σε μια μόνο λέξη το μυστήριο της ενανθρωπήσεως.
Ο Μέγας Βασίλειος, συνοψίζοντας το νόημα της σημερινής εορτής, εξηγεί ότι ο Λόγος του Θεού ήλθε στη γη, ίνα «επαναγάγη πάσαν την ανθρωπότητα προς εαυτόν». Για να ξαναφέρει το ανθρώπινο γένος στην ορθή κατεύθυνση, την οποία είχε χάσει· να επανασυνδέσει την ανθρωπότητα με τη ρίζα της, με τον Θεό. «Εγώ ειμί η οδός, η αλήθεια και η ζωή», διακήρυξε ο Χριστός. Η σοφία, η δικαιοσύνη, η ειρήνη, η λύτρωση, που λαχταρούν οι άνθρωποι, συγκεντρώνονται στο πρόσωπο Του. «Στον Χριστό βρίσκονται κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως», διαβεβαίωσε ο απόστολος Παύλος. Η προσωπική ένωση της θείας και ανθρωπινής φύσεως εν τω Χριστώ έδωσε στην ανθρωπότητα μια νέα δυναμική. Με την έλευσή Του στη γη, ο Θεάνθρωπος επανέφερε στον Τριαδικό Θεό, στη ζώσα Αγάπη, «πάσαν την ανθρωπότητα», όλο το ανθρώπινο γένος, ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, όλη την ανθρώπινη δημιουργικότητα. Για να τα αναπλάσει και να τα ανυψώσει μέσα στο φως των ακτίστων θείων ενεργειών, που ακτινοβολεί η αγάπη Του.
Αυτή τη βεβαιότητα, ότι ο Θεός είναι «μεθ’ ημών», έρχεται να ζωντανέψει μέσα στη συνείδησή μας η εορτή των Χριστουγέννων. Η Εκκλησία με την υμνολογία της μας προσκαλεί να νιώσουμε αυτά τα γεγονότα ως σημερινά. «Σή­μερον γεννάται εκ Παρθένου ο δρακί την πάσαν έχων κτίσιν», ακούσαμε σ’ ένα τροπάριο. «Τα σύμπαντα σήμερον χαράς πληρούνται, Χριστός ετέχθη εκ της Παρθένου», σ’ ένα άλλο.
Πολλοί, συνήθως, σκέπτονται τον Ιησού σαν ένα πρόσωπο του παρελθόντος, και όχι ως τον Εμμανουήλ, τον ζωντανό Χριστό που παραμένει μαζί μας. Πολλοί πιστεύουν περισσότερο σ’ έναν απόντα παρά στον αιωνίως παρόντα Κύριο. Πολλοί, ακόμη και από μας, αναπαυόμαστε και αισθανόμαστε μεγαλύτερη ασφάλεια στη σκέψη ότι «μεθ’ ημών το χρήμα, μεθ’ ημών η εξουσία, μεθ’ ημών η προστασία των ισχυρών», παρά στην πίστη ότι μεθ’ ημών είναι ο Θεός. Γι’ αυτό και τόσο συχνά παραμένει μεθ’ ημών η πικρία, ο φόβος, η θλίψη, και βυθιζόμαστε στη μοναξιά.
Τη βεβαιότητα ότι ο Χριστός μένει εις το διηνεκές μαζί μας διακηρύσσει σταθερά η Εκκλησία Του. Αυτή τη ζωντανή αίσθηση της παρουσίας Του και την οργανική ένωση μαζί Του διασφαλίζει με την τέλεση των Ιερών Μυστηρίων, που αρχίζουν με το Βάπτισμα και κορυφώνονται στη Θεία Ευχαριστία. Την υπόσχεση του Κυρίου, μετά το Πάθος και την Ανάστασή Του, «ότι και ιδού εγώ μεθ’ ημών ειμί πάσας τας ημέρας της ζωής υμών», υπενθυμίζει και σταθεροποιεί η Εκκλησία στη συνείδησή μας.
Ο Χριστός είναι μαζί μας όχι μόνο τις ώρες της κατανύξεως και της ειρήνης, αλλά και τις ημέρες τις θολές, της αμφιβολίας και της αδυναμίας. Την ώρα ακόμη της δειλίας ή της αθέλητης προδοσίας. Η συνείδηση της παρουσίας του Κυρίου Ιησού μας ενισχύει και μας εμπνέει.
«Και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ, ο έστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ημών ο Θεός». Αυτή τη συναίσθηση της συνεχούς παρουσίας του Εμμανουήλ μας καλεί η εορτή των Χριστουγέννων να ενισχύσουμε. Για να κινούμεθα με το όραμα, τα κριτήρια, τη δύναμη τη δική Του. Με την ειλικρίνεια, την αγνότητα, την αγάπη τη δική Του. Για να είμαστε ελεύθεροι από φοβίες και αγωνίες, προσβλέποντας στο δικό Του Πρόσωπο, στηριζόμενοι στο δικό Του χέρι. Για να είμαστε φορείς ειρήνης, δικαιοσύνης, συμφιλιώσεως και αισιοδοξίας στο άμεσο και, ευρύτερο περιβάλλον μας. Για να αποδεικνυόμεθα ανθεκτικοί και δημιουργικοί και στις πιο δύσκολες και αβέβαιες κοινωνικές συνθήκες. Το χαρακτηριστικό του Ορθόδοξου πιστού παραμένει, πρώτον, η ζωντανή αίσθηση της παρουσίας του Εμμανουήλ· και δεύτερο, η συνεπής προσπάθεια για να γίνεται αισθητή η παρουσία του Χριστού και
στους άλλους – με τον λόγο, με το έργο, με τη σιωπή, με την όλη ύπαρξή μας.
Την ώρα που η βία, η αδικία και η φτώχεια μαστίζουν την ανθρωπότητα και γεμίζουν τις καρδιές μας με ανησυχία και ταραχή, η εορτή των Χριστουγέννων έρχεται και πάλι να ανάψει φως πίστεως και ελπίδος στις ψυχές μας. Στην εποχή μας, όπου η ανθρώπινη γνώση βυθίζει τη σκέψη μας στο άπειρο -στο απείρως μεγάλο του διαστήματος και στο απειροελάχιστο της ύλης- η καρδιά μας σκιρτά στο αιώνιο μήνυμα της χριστιανικής πίστεως, ότι ο Άπειρος Θεός έρχεται να προσλάβει την ανθρώπινη φύση μας και να μας οδηγήσει στο μέγιστο της αναπτύξεως: στην κατά χάρη θέωση.
Ο Λόγος του Θεού ήλθε, αδελφοί μου, όπως «επαναγάγη πάσαν την ανθρωπότητα προς εαυτόν» – δηλαδή την αληθινή ζωή και αγάπη. Ας Τον υποδεχθούμε με περισσότερη αφοσίωση, ανοίγοντας διάπλατα τις θύρες του νου και της καρδιάς μας. Και ας εργασθούμε για να Τον συναντήσουν όλο και περισσότεροι αδελφοί μας, εγγύς και μακράν. Ολόκληρη η ζωή μας μπορεί να μεταμορφωθεί σε ευφρόσυνη γιορτή, αν η αλήθεια ότι «μεθ’ ημών ο Θεός» γίνει η ατμόσφαιρα στην οποία θα αναπνέουμε και θα κινούμεθα.
Ευλογημένα τα Χριστούγεννα και το νέον έτος. Με συνεχή τη συναίσθηση της παρουσίας Του.

(Αναστασίου, Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, «Θεός εφανερώθη εν σαρκί». Εκδ. Μαΐστρος. Αθήνα 2006)

ΧΤΥΠΟΥΝ ΞΑΝΑ ΓΛΥΚΟΛΑΛΑ ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΡΟΙΚΟΝΝΗΣΟΥ ΙΩΣΗΦ

Ακόμα μια φορά γιορτάζουμε Χριστούγεννα! Χαράς κι ελπίδας χαραυγή στον κόσμο απ’ άκρη σ’ άκρη! Και στις καρδιές των Χριστιανών γλυκασμός. παραμυθία και ευφροσύνη μυστική, που ο «Μεγάλης Βουλής Άγγελος» (Βλ, Ησαΐα 9: 5) αφειδώλευτα επιδαψιλεύει!
Χτυπούν ξανά γλυκόλαλα οι καμπάνες οι Χριστουγεννιάτικες, κι εκεί που η φωνή τους ακούγεται ελεύθερα, κι εκεί που γίνεται προσπάθεια να καταπνιγεί, και διαλαλούν επίμονα το «ευαγγέλιον», το χαρούμενο μήνυμα, ότι «Θεός εφανερώθη εν σαρκί»! (Α’ Τιμ. 3: 16) «Ήλιος εν σπαργάνοις »! «Ετέχθη ημίν σήμερον Σωτήρ»! (Λουκ. 2: 11) «Χριστός γεννάται»! Ακουε γη του τέλος του εικοστού αιώνα! Ενωτίζου(βάλτο στ’ αυτιά σου) εποχή κενή, άδεια από αγάπη, από κατανόηση, από ελπίδα! Νιώστε το άνθρωποι, που τα χείλη σας ξέκαψαν από τη δίψα τής χαράς -που τα γόνατά σας λύθηκαν από την πείνα της δικαιοσύνης που η καρδιά σας σκίστηκε από την αγωνία για ειρήνη!
Τούτη τη νύχτα την ιερή, «την άγια νύχτα την αστερομάτα», «συγκαταβαίνει ο Σωτήρ τω γένει των ανθρώπων» και προσλαμβάνει τη φύση μας, και ντύνεται τη φτώχεια μας, και περιβάλλεται την ασθένεια μας, για ν’ αναλάβει την αμαρτία μας. Να σπάσει τις αλυσίδες μας. Να θεραπεύσει τα πάθη μας. Να φωτίσει το δρόμο μας. Να στεγνώσει το δάκρυ μας. Να κατανοήσει «εν τη ιδία σαρκί» το δράμα μας. Να σηκώσει τον σταυρό μας. Να ενισχύσει το «ησθενικός»· να σωματοποιήσει το «κακώς έχον»· να καταδήσει το «συντετριμμένον»· να αποστρέψει το «πλανώμενον»· να ζητήσει το «απολωλός» και να κατεργαστεί μόχθω το «ισχυρόν»! (Πρβλ. Ιεζεκιήλ 34: 4). Να «λογοποιήσει» τη ζωή μας! Να δώσει νόημα αιώνιο στην ύπαρξή μας! Να νεκρώσει τον θάνατο! Να πηγάσει για μας κρουνούς ζωής και αφθαρσίας!
Έλα, αστέρι, Άγγελε Κυρίου Παντοκράτορος, να οδηγήσεις τα βήματά μας στην αγία Βηθλεέμ! Ελάτε, Ποιμένες άγιοι, «πτωχοί τω πνεύματι» (Ματθ. 5: 3) και ταπεινοί τη καρδία, να μας δείξετε το θεοδέγμον (αυτός που δέχτηκε μέσα του το Θεό) σπήλαιο, τον στάβλο όπου ταπεινώθηκε και «εκένωσεν εαυτόν» (Φιλιπ. 2: 7) ο υπερένδοξος Θεός! Κοπιάστε, Μάγοι θεόφρονες, εραστές της Σοφίας και της Αλήθειας του Θεού, να μας πληροφορήσετε τα περί Ιησού! Αγία, νοερή, φύση ασώματη Αγγέλων κι Αρχαγγέλων, έλα να μας μυσταγωγήσεις στων μυστηρίων το Μυστήριο, το «πάντων καινών καινότατον, το μόνον καινόν υπό τον ήλιον»!
Έλα, παμπόθητο προσκυνητό Νήπιο, ο Παλαιός των Ημερών, Αδωναΐ Σαβαώθ(Κύριε των δυνάμεων), έλα στη σπηλαιώδη και ακάθαρτη καρδιά μας και ανακλίσου στη φάτνη της ψυχής μας την ευτελέστατη και παθοβριθή! Έλα και φώτισε το εν ημίν σκότος! Έλα και κατάκαψε τα φρυγανώδη πάθη της σάρκας μας! Έλα και διάλυσε την αχλύ των πταισμάτων μας! Έλα και σβήσε «τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού, τα καθ’ ημών δολίως κινούμενα»! Έλα να κάμεις το δάκρυ μας ιάμα! Τον στεναγμό, χαράς τραγούδι! Την οίησή μας, κένωση! Τα κρίματά μας, στάχτη!
«Δόξα εν υφίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη   εν  ανθρώποις ευδοκία»!
Ο ύμνος ο θεοπρεπής, ο αγγελόψαλτος,  που αντιλαλεί εξίσου όμορφα και στους μεγάλους, τους καθεδρικούς ναούς των πόλεων, και στα ταπεινά αιγαιοπελαγίτικα εκκλησάκια- και στα θυσιαστήρια τα ιερά που είναι μέσα στον κόσμο, και στα πανσέβαστα «καθολικά» των Ιερών «Σεμνείων» (μοναστηριών) της Ορθοδοξίας μας, «ξένον άκουσμα» και «μελωδία ενός κόσμου άλλου», δονεί τις ψυχές και συνταράσσει γαληνώς καρδιές και συνειδήσεις, όσων δεν έκλιναν γόνυ στον Βάαλ όσων μπορούνε ακόμα με ειλικρίνεια να λένε στον Εμμανουήλ: «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και Σοι μόνω λατρεύομεν ουκ οίδαμεν προσκονείν θεώ αλλοτρίω»…
Στο κάλεσμα του άλλου εκείνου ωραίου ύμνου, της Καταβασίας, που είναι υφασμένη με υφάδι τα λόγια του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Χριστός γεννάται, δοξάσατε- Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε· Χριστός επί γης, υψώθητε!…», ο λαός μας, στο ποσοστό που δεν έχει υποστεί οθνείαν(ξένη) αλλοίωση «απρεπεστάτην» από το κοσμικό και σαρκικό πνεύμα της Δύσεως, το οποίο σαν λίβας απειλεί τον ιερό λειμώνα της Ορθοδοξίας, ο αναλλοτρίωτος λαός μας, ανταποκρίνεται «ανατολικώς και ορθοδόξως». όπως θάλεγε κι ο Μακρυγιάννης. Σπάει το φράγμα της γαλοπούλας, των γλυκισμάτων, των δώρων και των γλυκερών χριστουγεννιάτικων τραγουδιών της Εσπερίας, και αναζήτα αυτό τούτο το πανάγιο πρόσωπο του Μεσσία! Πετάει από πάνω του τα ράκη της αμαρτίας με υπαρξιακή μετάνοια και καθαρή εξομολόγηση, ντύνεται το ευπρεπέστατο ένδυμα της υψοποιού ταπεινώσεως, στολίζεται με τα πολύτιμα κοσμήματα της αγάπης, αρωματίζεται με τα μύρα της συγγνώμης, στηρίζεται στη βακτηρία της ελεημοσύνης και προχωρεί για τη θολόχτιστη ορθόδοξη εκκλησιά, όπου η γη μας γίνεται ουρανός κι ο ουρανός συγκαταβαίνει, και γίνεται ανάκραση ανθρώπινου και θείου, κατά το θέλημα της αγάπης και της φιλανθρωπίας τού Τριαδικού Θεού!
Κι ενώνει ο λαός μας στη Λειτουργία τη Χριστουγεννιάτικη τη φωνή του με τα «Δόξα εν υψίστοις» των Αγγέλων, και προσκυνεί με τους Ποιμένες και τους Μάγους τον Σαρκωμένο Λόγο του Θεού. Ανοίγει το στόμα του και δέχεται τον θείο μαργαρίτη, και γίνεται η καρδιά του Σπήλαιο και η ψυχή του Φάτνη, και ανακλίνεται εκεί ο «Αχώρητος παντί» και τον γεμίζει με ειρήνη, τον πλημμυρίζει με φως, τον καταιονίζει(τον λούζει) με ζωή, τον ενδύει «αφθαρσίας ευπρέπειαν»!…
Πώς να σταθούν δίπλα σε όλα τούτα, τα «ρεβεγιόν» και τα  ανόητα, δήθεν χριστουγεννιάτικα, «σουαρέ», που ο κενός, ο απνευμάτιστος, ο υλόφρων, ο δίχως Θεό κόσμος λογαριάζει για γιορτασμό των Χριστουγέννων; Εκάς(μακρυά) οι ξενόφερτες συνήθειες και τα οθνεία αήθη ήθη που απογυμνώνουν την εορτή μας, τη «μητρόπολη των εορτών» -κατά τον ιερό Χρυσόστομο- απ’ όλο το πνευματικό της περιεχόμενο, απ’ όλο το άφθαρτο μεγαλείο της, και τη μεταποιούν σε ευκαιρία αμαρτωλού γλεντιού και μάταιων απολαύσεων! Οσοι ποθούν τα υψηλά, όσοι φρονούν τα θεία, όσοι πιστοί του Ευλογητού, «…νουν καθαρθέντες, τω βίω προσενέγκωμεν αρετάς αντί μύρου, προευτρεπίζοντες πιστώς των Γενεθλίων τας εισόδους επί των ψυχικών θησαυρι­σμάτων»(αφού καθαρίσουμε το νου μας, ας προσφέρουμε αντί μύρο αρετές, προετοιμάζοντας κατάλληλα με πίστη τον ερχομό των Γενεθλίων του Χριστού, στολισμένοι με ψυχικούς θησαυρούς)  κατά πως η θεοπρεπής υμνολογία των Χριστουγέννων μας παρακινεί…

Πηγή: «Οσμή ζωής», εκδόσεις Άθως

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ


ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ
Αγίου Φιλάρετου Μόσχας

«Τούτο γαρ φρονείσθω εν υμίν ο και εν Χριστώ Ιησού, ως εν μορφή Θεού ύπαρχων ούχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, άλλ' εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λα­βών, εν ομοιώματι ανθρώπων γε­νόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος». (Φιλ. 2, 57)
 Εάν κατά τη ρήση τού Σολομώντα, «τοις πάσι χρό­νος και καιρός τω παντι πράγματι υπό τον ουρανόν» (Εκκλησιαστής 3, 1), δεν είναι η ώρα σήμερα να μελετήσουμε με τον Απόστολο την θεία κένωση τού Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, καθώς Τον βλέπου­με να ταπεινώνει τον εαυτό Του στο μέγεθος του παιδιού, να κενούται ως τη φάτνη;
Οι άνθρωποι, παρασυρμένοι από τα πάθη τους προς τα ανθρώπινα επιτεύγματα, συχνά σκανδαλίζονται από την ταπείνωση τού Χριστού. Αφ' ότου όμως η εμπειρία τόσων αιώνων κατέδειξε ότι «ο Θεός αυτόν υπερύψωσε και εχαρίσατο αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα, ίνα εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων» (Φιλιππησίους 2, 9, 10), επειδή από την ημέρα της Ανάστασής Του και της Ανάληψής Του αναρίθμητοι μάρτυρες αντίκρισαν τις δυνάμεις των επουρανίων να εκπληρώνουν υποτακτικά κάθε Του θέλημα, ενώ απεναντίας τις καταχθόνιες να απωθούνται, εν τω Ονόματί Του, στο βάθος των αβύσσων, και χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν την μακαριότητα τους λατρεύοντας το ίδιο αυτό Όνομα.
 Επομένως, όταν μιλούμε σε ανθρώπους συναγμένους για να γονυπετήσουν ενώπιων τού ονόματος τού Χριστού, μπορούμε να απαλλαγούμε από τη φροντίδα να υπερασπιστούμε και να δικαιολογήσουμε την ταπείνωσή Του. Τίποτε δε μας εμποδίζει να θεωρήσουμε αυτή την ταπείνωση με την ευλάβεια που θεωρούμε τη μεγαλοσύνη Του.
 Πόσο, αλήθεια, ο Υιός τού Θεού ταπεινώθηκε κατά την ενσάρκωσή Του! Και αυτή η ταπείνωση μας πα­ραξενεύει ακόμη περισσότερο καθώς ενεργείται μέσα από ένα είδος αντιφατικής συμμόρφωσης με το αρχικό μεγαλείο τού ίδιου του ανθρώπου. Όντως, δεν είναι άσκοπα που η θε­ϊκή γλώσσα χρησιμοποιεί, για να πε­ριγράψει αυτές τις αντίθετες καταστά­σεις, την ιδία και μοναδική έκφραση: εικόνα και ομοίωσις. «Ποιήσωμεν άνθρωπον», λέει ο Θεός Δημιουρ­γός, «κατ' εικόνα ημετέραν και καθ' ομοίωσιν». Και ο Απόστολος λέει, μιλώντας για την ενσάρκωση τού Υιού τού Θεού: «μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος».
 Ένας επιφανής άνθρω­πος στη γη, όποιος κι αν ήταν, δεν θα χρειαζόταν να ταπεινωθεί πολύ για να μοιάσει με δούλο. Όταν όμως ο μέγας και δυνατός Θεός, που κά­νει ακόμη και τους δούλους Του με­γάλα πρόσωπα, μεταμορφώνεται ο ίδιος κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν τού δούλου, αντικρίζοντας το ύψιστο μεγαλείο να υφίσταται μία τέτοια αμέτρητη ταπείνωση, είναι αδύνατο να μη δοκιμάσουμε ένα αίσθημα ιδιαίτερου θαυμασμού που φτάνει ως την συγκίνηση ή ως τη φρικίαση. Σε τέτοιο βαθμό ταπεινώθηκε ο Υιός τού Θεού κατά την ενσάρκωσή Του.
 Μα πόσο ακόμη περισσότερο ταπεινώθηκε από τις περιστάσεις της επίγειας γέννησής Του! Έπρεπε να επιλέξει το λαό ανάμεσα στον οποίο θα γεννιόταν, και επέλεξε τον κατώτερο λαό της γης, ένα λαό που δεν είχε καλά καλά δική του κυβέρνηση, που ήταν συχνά υποδουλωμένος και κοντεύει να είναι ακόμη, που άλλοτε είχε ευλογηθεί αλλά είναι πολύ κοντά στην απόρριψη. Έπρεπε να επιλέξει μία πόλη και επέλεξε τη Βηθλεέμ, τόσο μικρή που ένας προφήτης θέλοντας να την επαινέσει, δεν μπορεί να αποσιωπήσει την κατηγορία που της αξίζει, και δε βρίσκει για να την εκφράσει παρά το όνομα τού Ιησού, τού ταπεινωμένου Θεού που θα γεννιόταν εκεί. «Και συ, Βηθλεέμ οίκος τού Εφραθά, ολιγοστός εκ τού είναι εν χιλιάσιν Ιούδα· εκ σου μοι εξελεύσεται τού είναι εις άρχο­ντα εν τω Ισραήλ, και αι έξοδοι αυτού άπ' αρχής εξ ημερών αιώνος» (Μιχαΐας 5, 1).
 Έπρεπε να επιλέξει μία μητέρα και για να κρύψει για ένα ακόμη διάστημα από τους άπιστους το μυστήριο της σαρκώσεως, έπρεπε να της επισυνάψει με νομικά δεσμά και όχι σαρκικά έναν υποτιθέμενο πατέρα, και επέλεξε  καταγόμενο, είναι αλήθεια, από βασιλικό γένος, για να πληρωθούν οι υποσχέσεις και οι προφητείες  έναν ξυλουργό και μία φτωχή παρ­θένο που είχε απομείνει ορφανή. Μα δεν αρκούσαν αυτά. Εάν ο Κύριος τού κόσμου είχε γεννηθεί σε ένα φτωχικό κατά­λυμα που ανήκε στον Ιωσήφ, ή τουλάχιστον νοικιαζόταν από αυτόν. Εάν η Μαρία τον είχε γεννήσει σε ένα φτωχικό λίκνο, η μορφή τού δούλου, που λάμβανε, δεν θα είχε ίσως όλα τα χαρακτηριστικά που την συνιστούν, επειδή θα μπορούσε να βρεθεί υποδεέστερος δούλος, ακόμη κατώτερος τού Ιωσήφ και ένα λίκνο ταπεινότερο από αυτό της Μαρίας.
 Τι συνέλαβε λοιπόν η φαντασία τού άπειρα Με­γάλου αναζητώντας μία ατέλειωτη ταπείνωση; Ένα αυτοκρατορικό δι­άταγμα που διέταζε «απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην» (Λουκάς 2, 1) κινητοποίησε ολόκληρο τον πλη­θυσμό της Ιουδαίας, ώστε ο Ιωσήφ να μην μπορέσει να μείνει στην οικία του της Ναζαρέτ, ούτε να βρει ένα κονάκι να νοικιάσει στη Βηθλεέμ, όταν θα έρθει η μέρα να γεννηθεί ο αληθινός Βασιλέας της γης. Έτσι, ταπεινούμενος ως το μέγεθος τού παιδιού, ο Κύριος ταπεινώνεται ακόμη ως το σημείο να έχει μία φάτνη για λίκνο. «Και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη, διότι ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι» (Λουκάς 2, 7).
 Εάν, από αυτό τον ταπεινωμένο Θεό, φέρουμε το βλέμμα μας σε όλη την έκταση τού κόσμου μέσα στον οποίο και για τον οποίο ταπεινώνε­ται, αυτή η τερατώδης ταπείνωση πα­ρουσιάζεται με νέες όψεις όχι λιγότερο εκπληκτικές. Εδώ μου έρχεται στη σκέψη η εικόνα τού Λόγου τού Θεού κατερχόμενου από τον ουρανό στη γη της Αιγύπτου, αυτήν που αποτυπώνει ο συγγραφέας τού βιβλίου της Σοφίας: «ησύχου γαρ σιγής περιεχούσης τα πάντα και νυκτός εν ιδίω τάχει μεσαζούσης, ο παντοδύναμός σου λόγος άπ' ουρανών εκ θρόνων βασιλείων απότομος πολεμιστής εις μέσον της ολεθρίας ήλατο γης» (Σοφία Σολομώντος 18, 14-15). Και στην κάθοδο όμως τού Σαρκωμένου Λόγου τού Θεού στη γη τού Ισρα­ήλ, δεν βασίλευε η νύχτα, αφού, την ίδια τη στιγμή της γέννησής Του, «ποιμένες ήσαν εν τη χώρα τη αύτη αγραυλούντες και φυλάσσοντες φυλακάς της νυκτός επί την ποίμνην αυτών» (Λουκάς 2, 8); Βαθειά σιγή δεν επικρατούσε πάνω στη γη, αφού μία μονάχα φωνή βοσκού ακούστηκε, και την άκουσαν βοσκοί στην ερημιά;
 Τι φρικτός αιφνιδιασμός τού εκδικητή Λόγου τού Θεού, κατερ­χόμενου στην ολέθρια γη της Αίγυπτου για να πληρώσει «τα πάντα θα­νάτου» (Σοφία Σολομώντος 18, 16), χτυπώντας όλα τα πρωτότοκα της Αιγύπτου! Ωστόσο, όχι μόνο αυτό το απρόσμενο χτύπημα δεν ελάττωσε, αλλά μάλλον αύξησε τη δόξα τού εκδικητή τού Θεού που, χωρίς κανένα αισθητό μέσο, χωρίς καμμιά πράξη συλλαμβανόμενη με τις αισθήσεις, με μόνη τη δύναμη μιας σιωπηλής διαταγής, ή ακόμη, θα λέγαμε, με μόνη την παύση τού λόγου Του που δίνει ζωή σε κάθε δημιούργημα, ολοκληρώνει την τιμωρία της ασέβειας.
 Δι­αφορετικά, αλλά όχι λιγότερο φρικτός είναι ο αιφνιδιασμός με τον οποίο ο απελευθερωτικός Λόγος τού Θεού, με την εν σαρκί γέννησή Του, έρχεται να επισκεφτεί ολόκληρη τη γη, γη ολέθρια επειδή «πάντες οι κάτοικοί της ήμαρτον και υστερούνται της δόξης τού Θεού» (Ρωμαίους 3, 24). Έρχεται, όχι πια σαν ένας φοβερός πολε­μιστής απειλώντας με θάνατο κάθε ζώσα ύπαρξη, αλλά ως νεογέννητο, φέροντας σε ολόκληρη την αυτοκρατορία τού θανάτου την ελπίδα για μία αναγεννημένη ζωή. Έρχεται, όμως αυτή η γη δεν πηγαίνει να Τον προϋπαντήσει, δεν Τον περιβάλλει, δεν Τού αποδίδει τιμές, δεν αντιλαμβάνεται καν το Σωτήρα της, δεν ακούει το σιωπηλό ρήμα τού Θεού μέσα από τη φάτνη. Μάταια σχεδόν η δόξα που είχε «παρά τω Πατρί, προ τού τον κόσμον είναι παρά σοί» ( Ιωάν­νης 17, 5), τον συνοδεύει δια στό­ματος αγγέλων, κατά την είσοδό Του στον κόσμο, και φθάνει μαζί Του  ακόμη και ως τη γη: σε αυτή την ολέθρια γη, όπου σχεδόν δεν υπάρχουν αυτιά που να μην είναι κουφά από τις έγνοιες της ζωής, ανίκανα να Τον ακούσουν.
 Το ίδιο μά­ταια σχεδόν ο πιο θεόπνευστος και λαμπερός αστέρας πραγματοποίησε ένα ασυνήθιστο ταξίδι για να σημά­νει την Ανατολή, καταμεσής βαθειάς νύχτας, τού Ήλιου της Αλήθειας. Και μόλις που βρέθηκαν δυο-τρεις άνθρωποι ικανοί να κατανοήσουν αυτή την ένδειξη και έτοιμοι να την ακολουθούσουν, ενώ μάλιστα αυτό έγινε εν μέσω εθνών καθημένων εν σκότει και εν τη θανάσιμη σκιά τού παγανισμού, και ανάμεσα σε λάτρεις των αστεριών. Και η Ιουδαία, όπου «Γνωστός ο Θεός» (Ψαλμός 75, 2); Ούτε καν υποψιάζεται ότι «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Τιμόθεον Α' 3, 16). Και η Ιερουσαλήμ, «η πόλις τού Θεού» (Ψαλμός 86, 3); Δεν χαί­ρει μαζί με το Χριστό που έρχεται να τη σώσει, αλλά ταράζεται με τον Ηρώδη που ετοιμάζει τη σφαγή. Και οι αρχιερείς, οι διδάσκαλοι, που αρμόζει ιδιαίτερα σε αυτούς να είναι πιο κοντά στο Θεό και τα μυστήριά του, προσευχόμενοι και ερμηνεύοντες τον νόμο; Απαντούν θαυμάσια στο φιλοσοφικό ερώτημα: «που ο Χριστός γεννάται;» (Ματθαίος 2, 4) Και πάνω σε αυτό τους ικανοποιεί ότι δεν κρίνουν απαραίτητο να νοιαστούν περισσότερο για να μάθουν μήπως δε γεννηθεί πραγματικά.
  Έτσι, όχι μόνο μέσα στη σκο­τεινιά της φυσικής νύχτας, αλλά ακόμη και μέσα στα σκοτάδια, εξίσου βαθιά, της άγνοιας και της λήθης, στα οποία ζουν οι άνθρω­ποι, για Εσένα και τις βου­λές Σου, «ο παντοδύναμός σου λόγος άπ' ουρανών εκ θρόνων βασιλειών, εις μέσον της ολέθριας ήλατο γης», και χωρίς να δώσει σημασία στο γεγονός ότι κανένας σχεδόν δεν Τον τιμούσε, κανένας δεν Τον αναγνώριζε, ούτε ζητούσε να Τον αναγνωρίσει, αντί να εξαπολύσει τη φοβερά Του κρίση, σιωπά εν μακροθυμία, όπου μέσα της βρί­σκουν τη σωτηρία τους οι χαμένοι. Κατ' αυτό τον τρόπο δεν ταπεινώθη­κε μόνο όντας κατ' εικόνα τού Θεού και ισόθεος, και όντας Θεός, αλλά πρόσθεσε ένα ακόμη βαθμό ταπεί­νωσης από την άγνοια και τη λήθη εκείνων για την αγάπη των οποίων ταπεινώθηκε!
 Ας αποθαυμάσουμε, χριστιανοί, την εκούσια ταπείνωση στην οποία υποβιβάστηκε για μας ο μέγας Θεός μας και Σωτήρας μας. Κι αυτό λίγο είναι. Ας γονυπετήσουμε μπροστά σε αυτή την ταπείνωση. Μα ούτε αυτό αρκεί. «Τούτο γαρ φρονείσθω εν υμίν ο και εν Χριστώ Ιησού», μας λέει ο Απόστολος. Να έχετε τα ίδια αισθήματα που είχε ο Χριστός, την ίδια προδιάθεση με Κείνον. Τι ση­μαίνει αυτό; Ο Απόστολος μας το εξηγεί ο ίδιος με τούτα τα λόγια που προηγούνται των άλλων: «μηδέν κατά ερίθειαν ή κενοδοξίαν, αλλά τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντας εαυτών» (Φιλιππησίους 2, 3). Είναι ολοφάνερο ότι μας διδάσκει εδώ, κατά το παράδειγμα τού Ιησού Χριστού, να μη σηκώνου­με το ανάστημά μας, να μην υπερηφανευόμαστε για τα προνόμιά μας, όποια κι αν είναι αυτά, αλλά να τα­πεινωνόμαστε και μέσα μας και ενώπιον των άλλων.
 Αυτός που έχει δούλους, ας αναθυμάται Αυτόν που έλαβε σχήμα δούλου, και ας μη ταπεινώνει πια αυτούς που ταπεινώθηκαν από τη μοίρα τους, και όπως Εκείνος υψώθηκε από το Θεό πάνω από αυτούς, ας μη γυρεύει να υψωθεί ακόμη ο ίδιος με την αλαζονεία του.
Αυτός που κατοικεί σ' ένα υπέροχο σπίτι, που κοιμάται στα πούπου­λα, που είναι ντυμένος στα μετάξια, ας τα συγκρίνει αναθυμούμενος το στάβλο με τη φάτνη και τα κακότε­χνα σπάργανα, και ας μη περιφρονεί πια αυτούς που μένουν σε χαμόσπιτα, που κοιμούνται πάνω σε άχυ­ρα, που ντύνονται με κουρέλια και που ίσως, όχι μόνο με την εξωτερική τους εμφάνιση, αλλά ακόμη και με την εσωτερική τους κατάσταση, μοιάζουν στο Χριστό πιο πολύ από αυτόν. Ο πλούσιος ας περηφανεύε­ται, λέει ο απόστολος Ιάκωβος «ο δε πλούσιος καυχάσθω εν τη ταπει­νώσει αυτού» (Ιακώβου 1, 10).
 Όσο για σένα που, κατά την έκφραση τού Αποστόλου, «επαναπαύη τω νόμω και καυχάσαι εν Θεώ, και γινώσκεις το θέλημα, και δοκιμάζεις τα διαφέ­ροντα, κατηχούμενος εκ τού νόμου» (Ρωμαίους 2, 17-18)  έ! εσύ, «ο καυχώμενος εν Κυρίω καυχάσθω» (Κορινθί­ους Α' 1,31)! Όμως, «ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση (Κορινθίους Α' 10, 12)! Προπαντώς ας μη καταδικάζει τους αδαείς, ας μη κοροϊδεύει αυτούς που πέφτουν. Ο Χριστός είναι το φως «ο φωτίζει πάντα άνθρωπον, ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιωάννης 1, 9): ίσως αυτοί που βλέπετε καθισμένους εν σκότει και σκιά θανάτου, γρή­γορα θα φωτιστούν από αυτό το φως πολύ κα­λύτερα από σάς, ή ίσως να φέγγει μέσα τους από τώρα κιόλας, μέσα στην ψυχή τους. Κι ίσως οι μάγοι της παγανιστικής Ανατολής να βιάζονταν περισσότερο από σάς στην αναζήτηση τού Χριστού και να προηγηθούν από σάς στο πλησίασμά Του. Ίσως «οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την Βασιλείαν τού Θεού» (Ματθαίος 21,31).
Η γλυκύτητα, η απλότητα, η τα­πεινότητα, η επιείκεια ισούνται με τον τελευταίο των αδυνάτων, η εν ταπεινώσει ηρεμία, μια υπομονή που δοκιμάζεται από κάθε προσβολή «ιδού το φρόνημα το εν υμίν ο και εν Χριστώ Ιησού».

Πηγή: wwww.egolpion.com

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΔΡΑΜΑΣ ΠΑΥΛΟΥ

Π Α Υ Λ Ο Σ
Ελέω Θεού Επίσκοπος και Μητροπολίτης της Θεοσώστου Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας

προς

τον ευαγή Ιερόν Κλήρον και τους ευσεβείς και ευλογημένους χριστιανούς της μαρτυρικής Επαρχίας ταύτης, ευχήν και ευλογίαν παρά του τεχθέντος Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Χαρμόσυνον το λυτρωτικόν μήνυμα, το εκχυθέν από των χειλέων των αγίων αγγέλων προς τον κόσμον. Μήνυμα του Ουρανού προς την Γην. «Ιδού ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ, ότι ετέχθη υμίν σήμερον Σωτήρ, ος εστι Χριστός Κύριος». (Λουκ. β  10-11).
Ο καθήμενος επί των Χερουβείμ σήμερον ευρίσκεται ως βρέφος επάνω εις την γην. Αυτός που είναι αθέατος από τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, έγινε σάρκα και οράται αισθητώς από τους ανθρωπίνους οφθαλμούς.
«Ετέχθη ημίν σήμερον Σωτήρ». Ο μοναδικός αιώνιος Σωτήρ, ο οποίος έφερε την αληθινήν Σωτηρίαν, την αιωνίαν λύτρωσιν, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Ο εκ της Παρθένου Μαρίας γεννηθείς και επί του σταυρού προσηλωθείς παραμένει, λίθος ακρογωνιαίος, σημείον αντιλεγόμενον, προσφέρων εις την ανθρωπότητα το πανάγιον Σώμα Του και το ζωήρυτον Αίμα Του λύτρωσιν και σωτηρίαν, ζωήν και ανάστασιν εις πάντα άνθρωπον.
Σήμερον ετέχθη ο Σωτήρ, ο άρχων της ειρήνης, ο ειρηνοποιός των ψυχών και των οίκων εκείνων, των απεκδεχομένων την πνευματικήν βασιλείαν Του.
Σήμερον ετέχθη ο Σωτήρ των τυραννουμένων από τον διάβολον, από την φρίκην του θανάτου, δια να καταργήση τον θάνατον, δια να καταπατήση τον διάβολον.
Σήμερον ετέχθη ο Σωτήρ των απεγνωσμένων και των τεθλιμμένων, δια να λυτρώση από την απογοήτευσιν και την θλίψιν.
«Ο λαός ο καθήμενος εν χώρα και σκια θανάτου είδε φως μέγα». Ο δεδουλωμένος τη αμαρτία και τω μισοκάλω δαίμονι κόσμος, του Σωτήρος ελθόντος ελυτρώθη, ο κεκλεισμένος Παράδεισος ήνοιξεν. Ο Γεννηθείς «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου» εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας, Σωτήρ, έθεσεν εις την διάθεσιν του ανθρώπου όλα τα μέσα δια οικοδόμησιν ζωής κατά Θεόν.
Ουδέν παρέλειψε δια την σωτηρίαν ημών και αναμένει....
Εις το κρίσιμον ερώτημα, εάν πράγματι επωφελήθη ο άνθρωπος από την προσφερθείσαν σωτηρίαν, την απάντησιν δίδει η ιστορία και το νεφελώδες παρόν. Αμφότερα παρέχουν την θλιβεράν μαρτυρίαν ότι ο Σωτήρ περιεφρονήθη και περιφρονείται. Ο εντός εισαγωγικών καλούμενος χριστιανικός κόσμος ζει και πολιτεύεται κατά τρόπον ειδωλολατρικόν. Μικρά μόνον μερίς ζει και πολιτεύεται κατά το θείον θέλημα. Ηχούν χαρμοσύνως τα σήμαντρα των Χριστουγέννων, όμως αι καρδίαι συνέχονται από το καταθλιπτικόν παρόν, από την σκληράν πραγματικότητα. Κύμβαλα πολέμων ηχούν, αναταραχαί, αναστατώσεις, διαθέσεις αλληλοεξοντώσεως σημειώνονται καθημερινώς. Επιδρομαί και λεηλασίαι ακόμη και τάφων. Ανηθικότητες και ασέλγειαι ανατριχιαστικαί. Πέραν όλων αυτών, την Πατρίδα μας, την χώραν των μαρτύρων και των ηρώων σκιάζει η οικονομική υποδούλωσις και ο φόβος της οικονομικής καταρρεύσεώς της. Δια μίαν ακόμη φοράν, κάτω από τα φώτα του εορταστικού διακόσμου των Χριστουγέννων θα ψαλούν οι παναρμόνιοι ύμνοι της μεγάλης εορτής, χωρίς όμως νʼ αγγίζουν το σκοτεινόν σπήλαιον των ανθρωπίνων καρδιών.
Δια μίαν ακόμη φοράν θα παραμείνουν οι άνθρωποι ασυγκίνητοι από την θυσίαν, του σαρκωθέντος Θεού, γεμάτοι έπαρσιν, σκότος, οργήν και κακότητα, εστερημένοι ομονοίας, ενότητος, συγχωρητικότητος, ειρήνης, θύματα μιας εποχής σκληράς, ανειρηνεύτου, παραβατικής των εντολών του Θεού.

Αδελφοί μου.
Γνωρίσματα αποκλειστικά της ιδιότητος του Χριστιανού αποτελούν η ειρήνη, η ενότης, η συγχωρητικότης, η ανιδιοτελής
αγάπη.
Ας εκζητήσωμεν συντετριμμένοι τον της Μεγάλης Βουλής του Θεού Άγγελον, τον παρέχοντα την ειρήνην, να φωτίση το εν ημίν σκότος, να καταυγάση την διάνοιαν ημών με το πνεύμα Του το παράκλητον, το ευθές, το ηγεμονικόν, το αγαθόν και να στερεώση τας χείρας ημών εις την επιτέλεσιν του αγαθού και να κατευθύνη τους πόδας ημών εις οδόν ειρήνης.
Είναι καιρός να κατανοήσωμεν ότι «όπου ζήλος και εριθεία, εκεί ακαταστασία και παν φαύλον πράγμα». (Ιακώβ, 3, 16). Και όπου συμφωνία, ειρήνη, ομόνοια, εκεί ο Χριστός.
Ας ειρηνεύωμεν, αδελφοί, προς τον Θεόν τα ευάρεστα Αυτώ ποιούντες, σωφρονούντες, αληθεύοντες, δικαιοπραγούντες.
Ας ειρηνεύωμεν προς τους εαυτούς μας υποτάσσοντας την σάρκα εις το πνεύμα προτιμώντες την κατά συνείδησιν πολιτείαν.
Ας ειρηνεύωμεν προς αλλήλους «ανεχόμενοι αλλήλων και χαριζόμενοι, καθώς και ο Χριστός εχαρίσατο υμίν». (Κολασ. 3,13).
Ας ειρηνεύωμεν φυλάττοντες την ειρήνην, την οποίαν ως κληρονομίαν ελάβομεν παρά του τεχθέντος Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ποιούντες τα ευάρεστα Αυτώ.
Είθε, εν ειρήνη, του Κυρίου δεόμενοι, να λαμβάνωμεν καθʼ άπαντα τον βίον μας τα εκ του Θεοδέγμονος Σπηλαίου της Βηθλεέμ πηγάσαντα δωρήματα, απεκδεχόμενοι την παρεχομένην λύτρωσιν εκ της φθοράς και εκζητούντες την απόλαυσιν των αιωνίων αγαθών ως τέκνα του ουρανίου Πατρός, ω η δόξα και το Κράτος εις τους αιώνας. ΑΜΗΝ.

Διάπυρος προς τον εν τω Θεοδέγμονι Σπηλαίω
τεχθέντα Κύριον ευχέτης πάντων υμών.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο ΔΡΑΜΑΣ ΠΑΥΛΟΣ.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Προς το Χριστεπώνυμο πλήρωμα της Ιεράς Μητροπόλεως

Αγαπητά μου παιδιά,

Σήμερα που η Αλήθεια χάνει την επικαιρότητά της και οι Αξίες δεν θεωρούνται πλέον ως κάτι δεδομένο,
Σήμερα που η αντιπαλότητα τείνει να μεταβληθεί σε έκφραση φονικού μίσους και απάνθρωπης συμπεριφοράς,

Σήμερα που η αβεβαιότητα και η κρίση οδηγεί σε στασιμότητα και απραξία, η αντίληψη ότι ο αγώνας του ανθρώπου μέσα στον κόσμο κινείται μεταξύ πίστεως και απιστίας είναι χωρίς περιεχόμενο, ενώ συγχρόνως αποτελεί απλά μία διαπίστωση χωρίς νόημα.

Η Γέννηση του Χριστού, μέσα στην ιστορία, ως μία πρόκληση για αφύπνιση, μετοχή και ανάληψη ευθυνών, αποτελεί το πρότυπο για να κατανοήσουμε την έννοια της συλλογικής συμμετοχικότητας, την ανάληψη των ευθυνών μας, την αυτοσυνειδησία των αδυναμιών μας και συγχρόνως να αγωνιστούμε το άθλημα της κοινωνίας,της αυθυπέρβασης, της ανιδιοτέλειας και της προσφοράς, με σκοπό να αναδειχθεί η Αλήθεια για τη ζωή και η Αξία για τον άνθρωπο και την κοινωνία.

Η Γέννηση του Χριστοῦ αλλά και ολόκληρο το επί γης έργο Του, μας φανερώνει το πραγματικό και έμπρακτο περιεχόμενο της πίστης μας στην Αλήθεια και στήν Αξία.

Μόνο ο προσανατολισμός στο μήνυμα των Χριστουγέννων μπορεί νά δώσει ελπίδα για ένα καλύτερο, αληθινό και αξιοκρατικό μέλλον με νόημα ζωής, αφού μόνο ο Γεννηθείς Χριστός είναι η Αλήθεια και η Ζωή του κόσμου.

ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

† Ο ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΣΕΡΡΩΝ ΚΑΙ ΝΙΓΡΙΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥ


«Ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ, ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ, ος εστι Χριστός Κύριος, εν πόλει Δαυίδ». (Λκ 2, 10, 11)
Αγαπητοί μου αδελφοί,
 
Χριστούγεννα σήμερα και όλη η κτίση χαίρει και ανυμνεί τον Τρισάγιο Θεό, που με τρόπο αντάξιο της Θείας μεγαλειότητος και πανσοφίας οικονόμησε την σωτηρία του ανθρώπου. Υπερφυές όντως και μεγαλειώδες το σήμερον τελεσιουργούμενο μυστήριο. Ο παντοδύναμος και ανενδεης Θεός, ο Κτίστης και Δημιουργός του παντός, γίνεται άνθρωπος. Εκείνος που πλουτίζει με την αγαθότητα και την δόξα Του τα σύμπαντα, θεληματικώς πτωχεύει, ώστε εμείς να πλουτίσουμε, πλούτον αληθούς θεο¬γνωσίας, χρηστότητος και ζωής. Ο συνάναρχος Υιός και Λόγος του Θεού, γίνεται Υιός της Παρθένου Μαρίας, χωρίς να παύσει να είναι Θεός, ώστε να γίνει Εκείνος για όλους μας ο «πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς» (Ρωμ. 8, 29) αδελφός. Ο Κτίστης και Δημιουργός Θεός μας, γίνεται στο θε¬ανδρικό πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού, αδελφός μας. Τι πιο συγκλονι¬στικό συνέβη ποτέ στον κόσμο αυτό; Ας αποθέσει αναπαυόμενος πλέον, ο μέγας Σολομών ενώπιον της θείας πανσοφίας την γραφίδα του, η οποίας μελαγχολικώς διεπίστωνε ότι μέσα στον ανθρώπινο χρόνο «ουδέν καινον» (Εκκλ. 1, 9) συντελείται. Καινούργια και καινοφανή, πρωτόγνωρα και θαυμαστά, όμως τελεσιουργεί σήμερα η θεία αγάπη στην ταπεινή Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου είναι το μέγα και ανεπανάληπτο γεγονός των αιώνων, η πανεφρόσυνη αρχή όλων των εκκλησιαστικών εορτών και πανηγύρεων.

Εορτάζουμε σήμερα την φιλάνθρωπη συγκατάβαση του Θεού στους ανθρώπους, την φανέρωση μέσα στον ιστορικό χρόνο του σεσιγημένου μυστηρίου της θείας οικονομίας. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος κατά χάριν Θεός. Σημερα ο υπέρχρονος και αιώνιος Θεός εισοδεύει μέσα στον ανθρώπινο χρόνο για να χαρίσει στον άνθρωπο και πάλι προοπτική σωτηρίας και αιωνιότητος. Το θαύμα της θείας ενανθρωπήσεως, η υπέρλογος γέννησις του Κυρίου μας, ξεπερνά σε μεγαλείο και θάμβος όλα «όσα εποίησεν ο Κύριος». Το θειότατο μυστήριο της εν χρόνω γεννήσεως του Θεού Λόγου υπερβαίνει ακόμη και αυτό το θαύμα της δημιουργίας του κόσμου. Τότε ο Θεός δημιουργεί από το μηδέν «δι’ άκραν αγαθότητα» τον αόρατο και ορατό κόσμο. Τώρα ο Ίδιος «ταπεινούμενος δι’ ευσπλαγχνίαν» γίνεται δημιούργημα. Ο Δημιουργός γίνεται δημιούργημα και ο Κτίστης κτίσμα. Τι μεγαλύτερο και αγιώτερο είδε ποτέ ο κόσμος; Μυστήριο όντως φοβερό και παράδοξο, ασύλληπτο και απροσπέλαστο για την ανθρώπινη διάνοια, αλλά και για αυτούς ακόμη τους πλησιοθέους αγγέλους. Το άδυτο και ανέσπερο Φως που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο, έλαμψε σωματικώς μέσα στην αχλύ της ανθρωπίνης ισστορίας χαρίζοντας απλώχερα ελπίδα, παρηγοριά, δύναμη και πλησμονή ζωής, στον «εν χώρα και σκια θανάτου» διαβιούντα άνθρωπο.

Το υπέροχο θαύμα της θείας ενανθρωπήσεως συνιστά την ακριβέστατη εκπλήρωση όλων των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης αλλά και την φιλανθρωποτάτη απάντηση του ουρανού στην εναγώνια προσδοκία και την λαχτάρα όλων των λαών του κοσμου. Ο μέγας αναμενόμενος, ο Σωτήρας και Ελευθερωτής του κόσμου, ο θαυμαστός Μεσσίας, το θεϊκόν παιδίον, ο πολυτίμητος Υιός του Θεού, ο Άγιος, ο Άρτος της ζωής, γεννήθηκε «εκ πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», στην πόλη των άρτων, την αγία Βηθλεέμ, «εν ημέραις Καίσαρος Αυγούστου». Ο Χριστός όμως «αεί γεννάται» μυστικώς μέσα στις καρδιές των «ταπεινών τη καρδία» ανθρώπων που αγωνίζονται να έχουν στη ζωή τους το ησυχαστικό και ταπεινό φρόνημα των ποιμένων, τον ένθεο ζήλο και την αγία υπομονή των Μάγων, την θαυμαστή πίστη, τη στοργή και την εγκαρτέρηση του μνήστορος Ιωσήφ, την ηλιόφωτη καθαρότητα και την τελεία υπακοή της αγίας Παρθένου. Και σήμερα ο Χριστός γεννάται στις καρδιές όσων δεν προσκύνησαν τα ψεύτικα είδωλα που υψώνει η ανθρώπινη παραφροσύνη και αλλαζονεία. Είναι αυτά τα σύγχρονα είδωλα που δημιουργούν και ανακυκλώνουν κρίσεις και περιπέτειες μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Και σήμερα ο Χριστός γεννάται, μέσα στις καρδιές εκείνων που αντιστέκονται σθεναρώς και με το όποιο κόστος, στην ευτέλεια, την αμαρτία, την εγωπαθή αυτάρκεια, το ψεύδος, εκείνων που δεν επέλεξαν την ψεύτικη γοητεία και λάμψη του παροδικού, του κίβδηλου και του εφήμερου έναντι του αιωνίου, του αυθεντικού και του αληθι¬νου. Και σήμερα ο Χριστός γεννάται στις καρδιές εκείνων που επιλέγουν να ασφαλίσουν και να αγιάσουν την ζωή τους μέσα στην φιλόστοργη αγάπη και την σωτήρια φροντίδα της πνευματικής μητέρας όλων μας, της αγίας Εκκλησίας μας.

Τα εφετεινά Χριστούγεννα εορτάζονται μέσα σε κλίμα γενικευμένης ανησυχίας που διαμορφώνει η οικονομική κρίση που πλήττει και την πατρίδα μας. Η κρίση αυτή βεβαίως ούτε τυχαίως σχεδιάσθηκε και δημιουργήθηκε, ούτε αναίτιος υπάρχει. Έχει βαθειές ρίζες μέσα στην ανθρώπινη αστοχία να οριοθετήσει με ευθυκρισία τα όρια, τον αξιακό ορίζοντα και τις προτεραιότητες της ζωής. Είναι αλήθεια ότι πολλοί άνθρωποι εντελως άκριτα, ασυλλόγιστα και βλαπτικώς για τους ιδίους και την κοινωνία υιοθετούν τρόπους και επιλογές ζωής, που ούτε σύμφωνες με το θέλημα του Θεού είναι, ούτε προσφέρουν ευρύχωρα περιθώρια ποιοτικής βελτιώσεως και προόδου. Ζώντας ο σημερινός άνθρωπος μέσα στον παραλογισμο ενός επίπλαστου ευδαιμονισμού, τελικώς εγκλωβίζεται μέσα στα ίδια τα εγωπαθή όνειρά του, τα οποία επειδή είναι τόσο ρηχά και μάταια δεν μπορούν να του προσφέρουν διέξοδο, όραμα, προοπτική ζωής και χαράς.

Μέσα σ’ αυτό το στενάχωρο κλίμα «ο Χριστός γεννάται». Και μαζί του γεννιέται και πάλι η ελπίδα, η χαρά, η αισιοδοξία, η πίστη. Η γέννηση του Κυρίου μας σηματοδοτεί την οντολογική αναγέννηση και ανάπλαση του όλου ανθρώπου. Ο κάθε άνθρωπος με την δύναμη αυτής της πίστεως στον Χριστό μπορεί να αγωνισθεί νικηφόρα απέναντι στην κάθε κρίση και δοκιμασία που απειλούν την ειρήνη, την προπτική και την ζωή που του χάρισε αμετάκλητα με την Ενανθρώπησή Του ο παντοδύναμος και φιλάνθρωπος Υιός και Λόγος του θεού.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΤΕΧΘΗ, ΑΔΕΛΦΟΙ!  ΑΛΗΘΩΣ ΕΤΕΧΘΗ!
Χρόνια πολλά, ευλογημένα και άγια.
 Η δε χάρις και το άπειρον έλεος του δι’ ημάς και δια την ημετέραν σωτηρίαν ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου είησαν μετά πάντων ημών. Αμήν.
Διάπυρος προς τον γεννηθέντα Κύριον ευχέτης σας
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
Ο ΣΕΡΡΩΝ ΚΑΙ ΝΙΓΡΙΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ ΚΑΙ ΑΠΩ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2010
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΛΗΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΛΑΟ ΤΗΣ ΘΕΟΣΩΣΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ
ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μᾶς ἀξιώνει καί αὐτή τή χρονιά νά ἑορτάσουμε τήν Μητρόπολη τῶν
ἑορτῶν, τά Χριστούγεννα. Καί ὅπως συμβαίνει μέ κάθε χριστιανική ἑορτή, ἡ ἡμέρα τῶν
Χριστουγέννων εἶναι εὐκαιρία γιά ὅλους τούς πιστούς νά διδαχθοῦν τό βαθύτερο πνευματικό
νόημα τῆς ἑορτῆς.
Ἄς φέρουμε στό μυαλό μας τήν εἰκόνα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων.
Στό κέντρο τῆς εἰκόνας βρίσκεται τό βρέφος Ἰησοῦς. Δέν εἶναι τυχαῖα αὐτή ἡ θέση. Αὐτό τό
νήπιο δέν εἶναι ἕνας ἁπλοῦς ἄνθρωπος. Εἶναι τό Δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Υἱός τοῦΘεοῦ Πατρός, ὁ αἰώνιος Λόγος. Κατεβαίνει κι εἰσέρχεται στόν κτιστό κόσμο ὄχι ὡς παντοδύναμοςΘεός ἀλλά ἐνδεδυμένος τήν ἀνθρώπινη φύση. Ὁ Θεός ταπεινώνει τόν ἑαυτό του. Καί τό κάμει αὐτό ἀπό ἀγάπη γιά τά δημιουργήματά του. Γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο καί ὁλόκληρη τήνδημιουργία ἀπό τήν ἁμαρτία, τόν θάνατο καί τόν διάβολο.
Γι᾽ αὐτό τό λόγο ὁ Χριστός βρίσκεται στό κέντρο τῆς εἰκόνας. Γιατί Αὐτός εἶναι τό θεμέλιο
τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτός πρέπει νά εἶναι τό κέντρο τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ζωή καί τό Φῶς.
Αὐτές τίς ἡμέρες πολλές πόλεις σέ ὅλο τόν κόσμο στολίστηκαν καί φωταγωγήθηκαν
γιορτινά. Ἔχετε προσέξει ὅμως ὅτι σέ ὅλα αὐτά τά στολίδια λείπει ὁ Χριστός; Οἱ ἄνθρωποι θέλουνσήμερα νά ἑορτάσουν Χριστούγεννα ἀλλά δέν ἐπιθυμοῦν νά δεχθοῦν στήν ζωή τους τήν ἀλήθεια
τοῦ Χριστοῦ καί νά μιμηθοῦν τήν δική του ταπείνωση καί ἀγάπη. Ἐμεῖς ἀδελφοί μου σήμερα ἄς
μήν κάνουμε τό ἴδιο λάθος. Μέ ταπείνωση ἄς ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας κι ἄς δεχθοῦμε τόν
Σωτῆρα μας Χριστό.
Στήν εἰκόνα τῶν Χριστουγέννων ὁ Χριστός βρίσκεται μέσα σέ ἕνα σπήλαιο. Αὐτό τό
σπήλαιο εἶναι σύμβολο τοῦ κόσμου μας. Εἶναι πέτρινο καί σκοτεινό γιατί καί οἱ καρδιές μας ἔχουνπετρώσει ἀπό τόν ἐγωισμό καί τήν ἄρνηση τῆς ἀγάπης καί ἡ ἁμαρτία μᾶς ἔχει ὁδηγήσει στό βαθύπνευματικό σκοτάδι πού μᾶς ἐμποδίζει νά δοῦμε καί νά χαροῦμε τό Φῶς καί τήν Ἀγάπη τοῦἐπουράνιου Πατέρα μας. Αὐτόν τόν κόσμο, πού στενάζει ἀπό τήν ἀδικία καί καταστρέφεται ἀπότήν ἀνθρώπινη πλεονεξία, ἦλθε νά σώσει ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς. Γι᾽αὐτό καί εἶναι ὑποχρέωση τῶνχριστιανῶν ὄχι μόνον νά προστατεύουν τό φυσικό περιβάλλον ἀλλά καί νά τό ἁγιάζουνμεταφέροντας σέ αὐτό τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Κοντά στό βρέφος γονατιστή βρίσκεται ἡ Παρθένος Μαριάμ. Προσκυνᾶ τό γιό της.
Γνωρίζει ὅτι διακονεῖ σέ ἕνα μεγάλο καί ἀκατάληπτο μυστήριο. Βίωσε τό θαῦμα τήν ὥρα τῆς
γεννήσεως ὅταν γέννησε χωρίς ὠδῖνες καί χωρίς νά πειραχθεῖ ἡ σωματική της παρθενία. ΓέννησεΘεάνθρωπο. Γι᾽ αὐτό καί ὁ τρόπος τῆς γεννήσεως ξεφεύγει ἀπό τήν ἀνθρώπινη λογική. ἩἘκκλησία τιμᾶ τήν ταπεινή Παρθένο καί τήν ὀνομάζει Θεοτόκο καί Παναγία. Γιατί ἀξιώθηκε νάδιακονήσει τό Μυστήριο τῆς σωτηρίας μας καί ἀπό τό δικό της παρθενικό καί ἄσπιλο σῶμα νάλάβει ὁ Θεός τήν ἀνθρώπινη φύση.
Ἔξω ἀπό τό σπήλαιο βρίσκεται ὁ Ἰωσήφ. Κάθεται σέ ἕνα βράχο ἔκπληκτος γιά τό
Μυστήριο πού βλέπει μέ τά μάτια του. Ἔλαβε θεϊκή ἐντολή νά προστατεύει τήν Παρθένο καί τό παιδί της. Καί ὁ εὐσεβής καί δίκαιος Ἰωσήφ ὑπάκουσε μέ προθυμία. Ἅς σκεφτοῦμε πόσο μεγάλη τιμή κάνει σέ μᾶς τούς ἀνθρώπους ὁ Θεός! Ζητᾶ καί θέλει τήν συνεργασία μας. Γι᾽αὐτό καί τήν διακονία τῆς Ἐκκλησίας δέν τήν ἀνέθεσε σέ ἀγγέλους ἀλλά σέ ἀνθρώπους. Αὐτούς πού ὁ ἴδιος ἐξέλεξε. Τούς Ἀποστόλους καί τούς διαδόχους τους, τούς Ἐπισκόπους καί τούς ἱερεῖς.
Ἐξω ἀπό τό σπήλαιο βρίσκονται ἀκόμη οἱ ἄγγελοι πού μεταφέρουν τό χαρμόσυνο μήνυμα
στούς βοσκούς καί οἱ μάγοι πού ἔρχονται νά προσκυνήσουν τόν νεογέννητο Χριστό ἀπό τά βάθη τῆς Ἀνατολῆς.Ἄγγελοι καί ἄνθρωποι γιά πρώτη φορά ἑνωμένοι δοξολογοῦν καί προσκυνοῦν Αὐτόν πού μέ τήν γέννησή Του ἕνωσε τήν γῆ μέ τόν οὐρανό. Ἐκείνη τήν εὐλογημένη στιγμή, κοντά στό βρέφος Ἰησοῦς, βρέθηκαν κάποιοι ταπεινοί κι ἁπλοί βοσκοί καί κάποιοι σοφοί ἄρχοντες πού ἐγκατέλειψαν τά πάντα καί ἐμπιστεύθηκαν τήν ζωή τους στόν Θεάνθρωπο. Οἱ ἄνθρωποι πού οἰ καρδιές τους εἶναι παραδομένες στά ὑλικά ἀγαθά, τήν μάταιη δόξα καί τίς ἀπολαύσεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου δέν ἔχουν θέση κοντά στόν Χριστό.
, Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Ἡ εἰκόνα τῆς ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ καί μία εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας
Του. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή καί τό θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ
πνευματική Μητέρα καί προστάτις ὅλων τῶν χριστιανῶν. Οἱ Ἐπίσκοποι καί οἱ ἱερεῖς εἶναι αὐτοί πού προστατεύουν τόν λαό τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν πλάνη καί τούς πνευματικούς κινδύνους, διδάσκουν τό χαρμόσυνο μήνυμα τῆς Σωτηρίας καί μεταφέρουν τήν ἁγιαστική χάρη μέσω τῶν Μυστηρίων.
Μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι πού μέ ταπείνωση καί πίστη δέχθηκαν στήν ζωή τους τόν Χριστό, πού μεταμορφώνουν τήν ζωή τους σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία Του, πού ἀκολουθοῦν τόν δύσκολο δρόμο τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης.
Σέ αὐτήν τήν Ἐκκλησία μᾶς ἀξίωσε ὁ Σωτῆρας μας Χριστός νά εἴμαστε μέλη. Σήμερα
λοιπόν ὀφείλουμε νά τοῦ προσφέρουμε τήν εὐχαριστία καί τήν δοξολογία τῆς καρδιᾶς μας καί μέ χαρμόσυνη διάθεση, μέσα ἀπό τά λόγια ἀλλά καί τά ἔργα μας, νά διακηρύξουμε τό εὐφρόσυνο μήνυμα στά πέρατα τῆς οἰκουμένης:
“Χριστός γεννᾶται δοξάσατε, Χριστός ἐξ οὐρανῶν ἀπαντήσατε, Χριστός ἐπί γῆς ὑψώθητε.
Ἄσατε τῶ Κυρίω πᾶσα ἡ γῆ καί ἐν εὐφροσύνη ἀνυμνήσατε λαοί ὅτι δεδόξασται.
Εὔχομαι σέ ὅλους εὐλογημένα καί χαρούμενα Χριστούγεννα.
Ὁ Κύριός μας νά εὐλογεῖ τίς οἰκογένειές σας καί τά ἔργα τῶν χειρῶν σας καί νά σᾶς χαρίζει ὑγεία, ἀγάπη καί εἰρήνη.
Μέ τίς καλύτερες εὐχές μου καί πατρική ἀγάπη
Ὁ Μητροπολίτης
† Ο Χόνγκ Κόνγκ Νεκτάριος

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΙΡΑΝΩΝ, ΔΥΡΡΑΧΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

                  Αναστάσιος Αρχιεπίσκοπος Tιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας

    ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2010
    Αγνότητα -- Διαφθορά

    " Παιδίον εγεννήθη ημιν" ( Ησ. 9:5).

Στην σκληρότητα που δεσπόζει στον κόσμο, ο Λυτρωτής έρχεται ως “παιδίον”· προβάλλοντας από την πρώτη στιγμή την αγνότητα, η οποία συμπυκνώνει μια δυναμική μυστική και αναρίθμητες δυνατότητες. Με αυτή την ήρεμη και άφοβη αθωότητα, ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού αντικρίζει, τη γεμάτη πονηρία και ραδιουργία διεφθαρμένη ανθρώπινη πραγματικότητα. "Ακακίας γάρ σύμβολον το αρτιγενές εστί παιδίον· νέα γαρ ώσπερ κτίσις το βρέφος", επισημαίνει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Το παιδί έχει μια ομορφιά με πρωτόγονη ισχύ, όμως τόσο εύθραυστη.

Την αγνότητα της καρδιάς -- εκεί όπου γεννιούνται οι επιθυμίες και οι διαθέσεις-- ζήτησε από τούς δικούς Του ο Λυτρωτής του κόσμου. Όχι τόσο την εξωτερική επιφάνεια κάποιας ευσεβείας, αλλά κυρίως την καθαρότητα του βάθους της υπάρξεως. Σε ώριμη, αργότερα, ηλικία, ο Χριστός, καθώς αντιμετώπιζε την πολεμική των δήθεν θεοφοβούμενων Φαρισαίων και των σκεπτικιστών Σαδδουκαίων, προειδοποίησε: "Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών". Ευλόγησε και αγκάλιασε τα παιδιά και δήλωσε: "Των γάρ τοιούτων εστίν η βασιλεία του Θεού" (Μάρκ. 10:14). Σε όσους είναι σαν κι αυτά στην απλότητα, στην αγαθοσύνη, "τοιούτων τουτέστιν των εχόντων εκ φύσεως την ακακίαν και μετριοφροσύνην προαιρετικώς κτησαμένην, ην τα παιδία έχουσιν από φύσεως", εξηγεί ο αρχιεπίσκοπος Θεοφύλακτος. Και ο Χριστός επιμένει: "Αμήν, λέγω υμίν, ος εάν μη δέξηται την βασιλείαν του Θεού ως παιδίον, ου μη εισέλθη εις αυτήν" (Μάρκ. 10:15, Λουκ. 18:17).

Σε άλλη ευκαιρία, ζωγραφίζοντας το ήθος, τη στάση ζωής αυτών τους οποίους αναγνωρίζει δικούς Του, βεβαιώνει: "μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται" (Ματθ. 5:8). Όσοι έχουν καρδιά καθαρή θα δουν πρόσωπο προς πρόσωπο τον Θεό και θα έχουν αληθινή σχέση κοινωνίας μαζί Του. Αυτοί είναι όντως μακάριοι.

"Παιδίον εγεννήθη ημίν". Η αθωότητα και αγνότητα του "παιδιού", του σαρκωθέντος Λόγου του Θεού, του "νέου Αδάμ", του νέου ανθρώπου, σύντομα θα αντιμετώπιζε τη σκληρότητα και την πονηριά του παλαιού, του πεπτωκότος Αδάμ, πού προβάλλονται με όλη τους, την ένταση στο πρόσωπο του Ηρώδη. "Πορευθέντες ακριβώς εξετάσατε περί του παιδίου", ζήτησε ο πανούργος δυνάστης από τούς σοφούς της Ανατολής, τούς Μάγους, "επάν δε εύρητε, απαγγείλατε μοι, όπως καγώ ελθών προσκυνήσω αυτώ" (Ματθ. 2:8). Ο διεφθαρμένος και αδίστακτος ηγεμόνας σχεδιάζει να τελειώσει το συντομότερο με την απειλή πού διαισθάνεται ότι κρύβει ο νεογέννητος Ιησούς, η σαρκωμένη αγνότητα. Η ιστορία των Χριστουγέννων ολοκάθαρα αποκαλύπτει αυτή τη σύγκρουση: Η διαφθορά ενάντια στην αγνότητα. Και η αγνότητα ενάντια στη διαφθορά -μεγάλης ή μικρής εξουσίας.

Εκ πρώτης όψεως, το αποτέλεσμα της συγκρούσεως φαίνεται προκαθορισμένο. Η συντριβή της αγνότητος, η επικράτηση της διαφθοράς φαίνονται αναπόφευκτες. Μακροπρόθεσμα όμως, επιβάλλεται στην παγκόσμια συνείδηση η κρυστάλλινη καθαρότητα του Ιησού και βυθίζεται στην περιφρόνηση η διεφθαρμένη μορφή του Ηρώδη. Διότι αυτό το "παιδίον" πού γεννιέται είναι κατ' ουσίαν ο "Υιός του Θεού πού έχει την πραγματική εξουσία: "… και καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος, Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος" (Ησ. 1:6).

Η καθαρότητα, η αγιότητα ψυχής του Ιησού δεν έχει καμιά σχέση με την απλοϊκότητα ή την αδυναμία. Αντίθετα, αναδεικνύεται θαρρετή και αλύγιστη. Ο Ιησούς Χριστός στηλιτεύει την υποκρισία, τις αδικίες, τη διαφθορά. Και η κριτική του αντηχεί καθοριστικά στη διάρκεια της ιστορίας του κόσμου, ανατρέποντας ισχυρά και διεφθαρμένα κατεστημένα.

Η Γέννηση του Σωτήρος Χριστού ανοίγει τα μάτια μας για να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στην αθωότητα και καθαρότητα των παιδικών ματιών, σε όποια γωνιά του πλανήτη και αν πρωτοείδαν το φώς. Να τα δούμε με σεβασμό και στοργή. Και να εκφράσουμε, προς όσα παιδιά μπορούμε, ανυπόκριτο, έμπρακτο ενδιαφέρον.

Αλλά ακόμη, να αναζητήσουμε μέσα μας, στα βάθη της ψυχής μας, το "παιδίον", την αγνότητα· πού, κυνηγημένη από την εγωιστική πλευρά του εαυτού μας --η οποία θυμίζει διεφθαρμένο Ηρώδη--, έχει ξενητευθεί σε κάποια γωνιά του υποσυνειδήτου μας. Παρά τις αλλοιώσεις πού επιφέρει η ζωή, κάθε άνθρωπος κρύβει σε κάποια πτυχή της ψυχής του κάτι από την πρωτογενή παιδική αθωότητα. Να δώσουμε στην καθαρότητα και αγνότητα -- σκέψεων, διαθέσεων, κινήτρων -την πρέπουσα θέση στη ζωή μας.

Ασφαλώς, είναι καλές οι ανακοινώσεις και χρήσιμες οι αποφάσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Αναγκαία η αναζήτηση νέων μεθόδων και συστημάτων για την πάταξή της. Αλλά, όπως έχει περίτρανα αποδειχθεί από όσα καθημερινά έρχονται στο φώς, οι τρόποι και οι μέθοδοι διαφυγής των κυρώσεων είναι περισσότεροι. Η διαφθορά πηγάζει από τον νου και την καρδιά.. Και εκεί πρέπει μακροπρόθεσμα, μαζί με τα άμεσα τεχνικά μέτρα, να κατευθυνθεί η θεραπευτική αγωγή της κοινωνίας μας. Αρχίζοντας από την ορθή αγωγή των παιδιών, των μικρών και των μεγάλων, κάνοντας τους να αγαπήσουν την ομορφιά της αγνότητος και της τιμιότητος, Να μάθουν να αποστρέφονται την απάτη· και να μην καμαρώνουν γι’ αυτήν. Να συνειδητοποιήσουν ότι η ειλικρίνεια, η ευθύτητα και η δικαιοσύνη, όλες αυτές οι μορφές της αγνότητος στο ώριμο βίο, δεν είναι αδυναμία αλλά ιδιότητες ευγενικού και αδαμάντινου χαρακτήρα --πού τελικά παραμένει ό, τι πιο πολύτιμο για την οικογένεια, την κοινωνία και τον πολιτισμό.

"Παιδίον εγεννήθη ημίν". Σ’ αυτή τη μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων, ας δεηθούμε, ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού να μάς χαρίσει κάτι από την ήρεμη αθωότητα και την άφοβη αγνότητα Του. Να μάς δωρίσει καθαρότητα διαθέσεων, αισθημάτων, κινήτρων, ενεργειών. Και να μάς φωτίσει, με τη δύναμη της αλήθειας και της αγάπης Του, να αντιστεκόμαστε σταθερά σε κάθε μορφή διαφθοράς --εξωτερικής ή εσωτερικής.

Ευλογημένα Χριστούγεννα. Γεμάτος φώς και ελπίδα ο Νέος Χρόνος»

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ & ΑΛΜΥΡΟΥ Κ. ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ 2010

Ἀγαπητοί μου πατέρες καί ἀδελφοί, Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,

Καθώς σιγά-σιγά ξημερώνει καί ὁ ἥλιος ἔρχεται νά διαλύσει τό σκοτάδι τῆς ἀποψινῆς νύχτας, ἄς προσπαθήσουμε νά ἀτενίσουμε μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μας  τήν μυστική πραγματικότητα, ὅπως τήν περιέγραψε πρό ὀλίγου ὁ ἱερός ὑμνωδός: Αὐτό τό πρῶτο φῶς τῆς ἡμέρας φανερώνει μέ τόν καλύτερο τρόπο τό πρῶτο φῶς τοῦ κόσμου, τό φῶς τοῦ προσώπου τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ μας, πού χτυπάει ἀκόμη μιά φορά τήν πόρτα τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας.
Σέ μιά ἀνθρωπότητα πού ἀναζητεῖ ἐνόχους, σέ μιά κοινωνία, πού κανείς δέν εἶναι ὑπεύθυνος, ἀλλά καί κανείς μας δέν εἶναι καί ἀθῶος, τό γλυκό φῶς Του χτυπᾶ πάλι τήν πόρτα τῆς ψυχῆς μας καί περιμένει νά Tοῦ ἀνοίξουμε γιά νά πλημμυρίσει τή ζωή μας. Κάποτε, αὐτό «τό τῆς γνώσεως» φῶς δίδαξε τούς μάγους νά ἀπαρνηθοῦν τή λατρεία τῶν ἀστέρων καί νά λατρέψουν τόν «ἥλιο τῆς δικαιοσύνης». Σήμερα, κάνει λίκνο του τήν καρδιά τῶν ταπεινῶν καί καταφρονεμένων αὐτοῦ τοῦ κόσμου, καλώντας τους νά ξαναβροῦν τό κουράγιο καί τήν ἐλπίδα τους.
Ἐκείνη τή νύχτα τῆς Βηθλεέμ, πάνω ἀπό τή φάτνη Του συγκεντρώθηκαν οἱ πιό ἀνόμοιοι ἄνθρωποι. Τό φῶς Του ἔκανε τούς σοφούς νά ἐγκαταλείψουν τά ἔνδοξα καί τά μεγάλα καί νά ξεκινήσουν ἕναν δύσκολο καί μακρύ δρόμο. Τό ἴδιο φῶς ἔκανε τούς ποιμένες νά ἀπαρνηθοῦν τά λίγα καί ἀσήμαντα καί νά ἀναζητήσουν τούς ἀνοιχτούς οὐρανούς. Οἱ πρῶτοι δέν περιφρόνησαν τήν ἀπόλυτη ἀνέχεια τοῦ βασιλιά πού προσκύνησαν. Οἱ δεύτεροι δέν συντρίφτηκαν ἀπό τήν δόξα πού συνάντησαν. Αὐτό εἶναι τό μεγαλεῖο τοῦ νεογέννητου Χριστοῦ:  Δέν ἦρθε ὡς ἕνας αὐθαίρετος ἡγέτης νά μᾶς συντρίψει μέ τήν αὐθεντία του. Ἦρθε ὡς ἕνας Θεός φλογερῆς ἀλλά καί διακριτικῆς ἀγάπης νά συναντήσει τόν καθένα στόν δικό του πόνο, στήν δική του ἀνάγκη, στό δικό του ἀδιέξοδο.
Ὅπως πρίν ἀπό δύο χιλιάδες χρόνια, ἔτσι καί σήμερα, ἕνας κόσμος «ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου», χωρίς πυξίδα καί χωρίς στήριγμα, βυθίζεται μέρα μέ τή μέρα στήν ἀποδοχή τῆς ἐκμηδένισης τοῦ προσώπου καί στήν ἀκινησία τῆς ἀπελπισίας του. Ὁ Χριστός ὅμως, μᾶς καλεῖ καί πάλι νά δοῦμε τόν ἑαυτό μας μέ τά δικά Του μάτια. Ἀνοίγοντας τήν καρδιά μας στό φῶς Του, ἡ ὕπαρξή μας θά ξαναβρεῖ τήν χαμένη της ἀξία. Ἀξία, τόσο πολύτιμη καί μοναδική, ὥστε ὁ ἕνας καί παντοδύναμος Θεός καταδέχτηκε, γιά χάρη τῆς ἀναγέννησης τῆς ὕπαρξής μας, νά ἀπαρνηθεῖ τήν θεότητά Του καί νά γίνει ἄνθρωπος.
Μέ τήν ἐπίγνωση αὐτῆς τῆς ἀξίας, θά συνειδητοποιήσουμε κατ' ἀρχήν τή δυνατότητά μας νά παρεμβαίνουμε καί νά ἐπηρεάζουμε τήν πορεία πρός ἕνα μέλλον, πού φαίνεται νά σχεδιάζεται ἐρήμην μας. Σέ καιρούς φαινομενικῆς παντοδυναμίας τῶν ἀριθμῶν καί τῶν μεγεθῶν, ὁ Χριστός θά μᾶς ξαναθυμίσει καί φέτος, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία χωρίστηκε  στή μέση ἀπό ἕνα ἀσήμαντο βρέφος, περιφρονημένο ὄχι μόνο ἀπό τούς ἰσχυρούς, ἀλλά καί ἀπό τούς ἐφησυχασμένους, μέ τή δύναμή Του ἀφανῆ, ἀλλά ἀπρόσμενα ἀνατρεπτική.
Αὐτό, ὅμως, πού θά μετατρέψει τή δράση μας σέ ἀποτελεσματική προσφορά πρός τόν κόσμο, εἶναι ἡ μίμηση καί ἡ συμμετοχή μας στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί στήν ἐπιθυμία Του νά στηρίζει, νά παρηγορεῖ καί νά ἀνασταίνει τόν πληγωμένο ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί ὅλα τά μέλη της, καλούμαστε νά ἀφουγκραστοῦμε τίς ἀνάγκες καί τόν πόνο τῆς σύγχρονης κοινωνίας μέ τήν δική Του εὐαισθησία καί συμπόνια. Αὐτή ἡ στάση θά φανερώσει στίς δικές μας ἡμέρες τόν ἄναρχο καί αἰώνιο Θεό, ὡς ἀπόλυτα σημερινό, ὡς ἀπόλυτα δικό μας.
Τό μεγαλείο τῶν Χριστουγέννων δέν περιορίζεται μόνο σέ ἕνα ἱστορικό γεγονός. Ἡ ἴδια συγκατάβαση, πού ὤθησε ἕνα Θεό νά γίνει ἄνθρωπος καί νά εἰσέλθει στόν κόσμο μας, τόν κόσμο τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, εἶναι ἡ ἴδια δύναμη πού θά μᾶς κάνει ἱκανούς νά δείχνουμε στόν κόσμο ὅτι ἡ Βηθλεέμ δέν εἶναι τόπος ἀλλά τρόπος ζωῆς καί λυτρωτική ἀπάντηση στίς ἀπατηλές ἰδεολογίες καί στούς ψεύτικους τεχνολογικούς παραδείσους.
Μέ τή δική μας αἰσιοδοξία, διακριτικότητα καί ἔμπρακτη ἀγάπη, ὁ κόσμος θά ξαναβρεῖ τή χαμένη του ἐλπίδα καί τήν προοπτική στά ὑπαρξιακά του ἀδιέξοδα. Μεγάλες οἱ δυσκολίες τοῦ καιροῦ μας, μεγάλες ὅμως καί οἱ εὐκαιρίες γιά περισσότερη συμπαράσταση καί πιό προσωπική ἐπικοινωνία.
Μέ ἀφετηρία τά φετινά Χριστούγεννα, σᾶς καλῶ νά δοξάσουμε τήν ἄφατη φιλανθρωπία καί συγκατάβαση τοῦ Χριστοῦ μας καί ἀκολουθώντας τά βήματά Του, νά συμπορευτοῦμε μέ τόν ἀπελπισμένο καί προδομένο, ἀλλά καί διψασμένο, ὅσο ποτέ γιά ἀλήθεια καί δικαιοσύνη, σύγχρονο ἄνθρωπο.
Χρόνια πολλά καί εὐλογημένα!

Μετά πατρικῆς ἀγάπης καί θερμῶν εὐχῶν

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
Ο ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΚΙΑ ΑΛΜΥΡΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΣ

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΥΤΟΥΣΗ - ΣΥΨΑ, ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ

Ο Παπαδιαμάντης, βαθιά θρησκευτικός και με πλατιά γνώση της εκκλησιαστικής ζωής, μας άφησε υπέροχα χριστουγεννιάτικα διηγήματα, καθώς βέβαια και Πρωτοχρονιάτικα και Πασχαλινά. Μάλιστα κάποιοι τον επέκριναν, γιατί επέμενε τόσο πολύ σε θρησκευτικού περιεχομένου διηγήματα. Ωστόσο ο ίδιος τους απαντά: “Το επ’ εμοί ενόσω ζώ και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε ίδίως κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας, να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν, να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη. Εάν επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ, επιληθείη η δεξιά μου, κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν μη σού μνησθώ”.
Μέσα σ’ αυτά τα διηγήματα, όπως εξάλλλου σ’ όλο το έργο του Παπαδιαμάντη, συναντάμε ανθρώπους απλούς, ταπεινούς, καλωσυνάτους, βασανισμένους, αλλά και αγωνιστικούς, κάποτε μάλιστα και γραφικούς, που προκαλούν τη θυμηδία στον αναγνώστη με τις παιδιάστικες σχεδόν αδυναμίες τους ή τις προλήψεις και ιδιαιτερότητές τους. Είναι και αυτές, πιστεύει ο Παπαδιαμάντης, δεμένες με τη ζωή και δεν απομακρύνουν τους ανθρώπους από την αληθινή πίστη.
Ο Παπαδιαμάντης τους βλέπει με το μάτι του ανθρώπου που ξέρει να αγαπάη τον άνθρωπο, γνωρίζει τα βάσανά του, μπορεί να διαβάση την ψυχή του. Τους βλέπει με κατανόηση, σχεδόν με τρυφερότητα, αλλά και με το μάτι του τεχνίτη. Ιδιαίτερα τον συγκινούν οι πονεμένες γυναίκες, οι χτυπημένες από τη ζωή και τον θάνατο, οι οποίες όμως δεν παύουν να αγωνίζονται, να παλεύουν γι’ αυτούς που αγαπούν, να διεκδικούν το μερίδιό τους στη ζωή, έστω κι αν κάποτε φαίνονται σκληρές, ίδιόρρυθμες ίσως και γραφικές.
Μια τέτοια γυναίκα – ηρωΐδα του διηγήματος – είναι η θειά Μαριώ η Χρήσταινα – η Ντελησυφέρω. Γυναίκα με αγωνιστικό, σχεδόν αντρικό, φρόνημα βλέπει τη ζωή σαν έναν πόλεμο, τον οποίο πρέπει να κερδίση πάση θυσία. Πολεμάει μέσα και έξω από το σπίτι της, άνδρας και γυναίκα μαζί, μάνα και πατέρας, πάππος και μάμμη, αφού οι τραγικές συγκυρίες της ζωής της την άφησαν πρώτα χήρα να μεγαλώνη τα ορφανά παιδιά της και αργότερα χαροκαμένη μάνα να μεγαλώση μέσα σε αντίξοες συνθήκες τα ορφανά εγγόνια της. Πόλεμος να επιβληθή μέσα στο σπίτι της, πόλεμος για να βρη το δίκιο της στη γειτονιά, στην αγορά, στα δημόσια γραφεία. Πόλεμος ακόμα και στην Εκκλησία… για το στασίδι της, τη θέση της, “τήν αράδα της”. Καμιά άλλη δεν επιτρέπεται να το καταλάβη. Είναι σχεδόν ιδιοκτησία της, την οποία με κάθε τρόπο πρέπει να διαφυλάξη. Εξ ου και το παρεγκώμι “Ντελησυφέρω”, που της κόλλησαν οι άλλες γυναίκες. Ποιά τολμούσε να τα βάλη μαζί της, γνωρίζοντας μάλιστα ότι είναι ικανή να δείρη ακόμη και άνδρες;
Εκείνα τα Χριστούγεννα η καμπάνα που καλούσε τους Χριστιανούς για την Ακολουθία των Χριστουγέννων χτύπησε τόσο νωρίς – βαθιά μεσάνυχτα – που βρήκε τη θεια-Μαριώ, τη Χρήσταινα – τη Ντελησυφέρω – απροετοίμαστη. Αυτή που άλλες φορές, μια ώρα πριν σημάνη η καμπάνα, ήταν στολισμένη και πανέτοιμη, για να φτάση έγκαιρα στο γυναικωνίτη και να καταλάβη το στασίδι της. Βιασύνη και αγωνία την κυρίευσε, φοβούμενη μήπως κάποια από αυτές που μια δυο φορές το χρόνο πάνε στην Εκκλησία, πιο πολύ από συνήθεια ή για να δείξουν τα στολίδια τους χρονιάρες μέρες, προλάβη και καταλάβη τη θέση της. Φουριόζα και ετοιμοπόλεμη ξεκινάει για την ακολουθία της Γέννησης Εκείνου, για τον οποίο οι άγγελοι έψαλαν το “Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη”. Ευτυχώς, το θαύμα έγινε εκείνα τα Χριστούγεννα και επικράτησε ειρήνη και στο διαμέρισμα των γυναικών, εφόσον το όντως καταληφθέν από κάποια νεαρή γυναίκα στασίδι, παραχωρήθηκε άμεσα στη μαχητική θεια-Μαριώ, της οποίας εξάλλου οι άγριες διαθέσεις ήταν ζωγραφισμένες στο βλοσυρό και απειλητικό βλέμμα της. Έτσι, γαλήνεψε η καρδιά της παράξενης μεν και ιδιότροπης, φιλακόλουθης δε και φιλέορτης γυναίκας, την οποία, Κύριος οίδεν, πόσο στήριξε το στασίδι εκείνο της προσευχής στα τρομερά πλήγματα που δέχτηκε στη ζωή της.
Ενώ, λοιπόν, στη χριστουγεννιάτικη Ακολουθία εξελίχθηκαν όλα ομαλά στο γυναικωνίτη, με τη Ντελησυφέρω να έχη καταλάβει αμαχητί το στασίδι της, στη συνέχεια η φιλοπαίγμων ματιά του Παπαδιαμάντη πέφτει πάνω σε δυο παράξενους γέρους, σε μια άλλη γωνιά του Ναού, το γερο-Νταραδήμο και τον καπετάν-Γιώργο, τον Κονόμο. Ο πρώτος ανήκει στην κατηγορία εκείνων των χριστιανών που κατά τη διάρκεια των ιερών ακολουθιών έχουν τη συνήθεια να προφέρουν φωναχτά τις ευχές που αναπέμπει ο ιερέας, και μάλιστα πριν απ’ αυτόν, ή να προλαβαίνουν τους ψάλτες, άλλος από υπέρμετρο ζήλο και άλλος από διάθεση επίδειξης των φωνητικών του ικανοτήτων ή της γνώσης του περιεχομένου των ιερών ακολουθιών. Ο καπετάν-Γιώργος, ο Κονόμος, πάλι ανήκει σ’ αυτούς που ενοχλούνται και αντιδρούν και καμιά φορά δημιουργούν φαιδρές καταστάσεις, μη συνάδουσες με την κατανυκτική ατμόσφαιρα του χώρου.
Ο γερο-Νταραδήμος, λοιπόν, κατά τη συνήθειά του, με δυνατή φωνή προλάβαινε και καθοδηγούσε σαν υποβολέας τον ιερέα και τους ψάλτες, ενώ ο γερο-Κονόμος μη ανεχόμενος αυτή του τη μανία στρεφόταν στους χριστιανούς που βρίσκονταν κοντά του και τον κορόϊδευε λέγοντας: “Τ’ ακούτε χριστιανοί…τ’ ακούτε και δεν ξέραμε να τον παίρναμε αποβραδίς στα σπίτια μας να μας τα πη όλα!…θά γλιτώναμε απ’ τον κόπο να ’ρθουμε στην Εκκλησία”. Όπως ήταν φυσικό, γέλιο πνιχτό ακολούθησε το σχόλιο από τους παρεστώτες χριστιανούς. Ωστόσο ο Νταραδήμος συνέχιζε να ψάλλη μεγαλοφώνως μαζί με τους ψάλτες και ο γερο-Κονόμος να σχολιάζη προκαλώντας ακούσια μειδιάματα στο εκκλησίασμα: “Τον ακούτε, βρέ παιδιά… ανόητοι που πάν και κοπιάζουν για να μάθουν ψαλτικά….δέν τον παίρνουν δάσκαλο να τους μάθη τζάμπα”. Και όταν, πριν ο ιερέας εκφωνήση “Σύ γαρ εί ο Βασιλεύς της ειρήνης…..” άρχισε ο Νταραδήμος να εκφωνή την ευχή, ο γερο-Κονόμος συγκεφαλαίωσε: “Τ’ ακούτε χριστιανοί; δύο λειτουργίες κάνουμε τώρα… πάνε και σκοτίζονται και πληρώνουν, για να γίνουν παπάδες… δεν βάζουν το Νταραδήμο, που είναι ο ίδιος και παπάς και διάκος και ψάλτης”. Απτόητοι οι δύο “αθεόφοβοι” συνεχίζουν ο καθένας το τροπάρι του ακόμα και την ώρα της θείας Κοινωνίας! Όταν και πάλι ο Νταραδήμος προηγήθηκε του ιερέως στο “Μετά φόβου Θεού πίστεως……”, ο γερο-Κονόμος γύρισε λοξά προς το μέρος του, έκανε μισό σταυρό επιλέγοντας: “Κύριε ελέησον!…. προσκυνάτε, χριστιανοί… καταδώ, κατά τον Νταραδήμο γυρίστε!”. Και προχώρησε για να λάβη το αντίδωρο.
Μετά το πέρας της ακολουθίας οι τρεις γραφικοί χριστιανοί, οι δύο γέροντες και η κυρα-Μαριώ, η Χρήσταινα – η Ντελησυφέρω – σκοτάδι ακόμα, κατευθύνονται προς τα σπίτια τους μέσα στο χιόνι και στον παγωμένο βοριά εκείνου του πρωϊνού των Χριστουγέννων. Ωστόσο οι καρδιές τους, οι απλές και ανεπιτήδευτες είναι ζεστές. Ανταλλάσσουν ευχές και ο γερο-Κονόμος, σαν να αισθανοταν κάποιες τύψεις για τα πειράγματά του προς τον αυθόρμητο Νταραδήμο, τον καλεί στο σπίτι του να του προσφέρη σούπα και λουκουμάδες, που είχε ετοιμάσει η γερόντισσά του. Η κυρα-Μαριώ προθυμοποιήθηκε να πάρη μέρος και αυτή στην ομήγυρη φέρνοντας από το σπίτι της τηγανίτες. Κοντά στη γλυκιά θαλπωρή της αναμμένης φωτιάς με την καρδιά ανάλαφρη από το χαρμόσυνο γεγονός της Γέννησης του Χριστού, απολαμβάνοντας τα λαχταριστά εδέσματα και την αρωματική και χαλαρωτική μαστίχα, ο γερο-Κονόμος δεν άντεξε να μην πειράξη – καλοπροαίρετα τώρα – για μια τελευταία φορά τον Νταραδήμο: “Θα μας πής τώρα και κανένε τροπάρι για την καλή χρονιά; Μήν εξέχασαν κανένα οι ψαλτάδες και δεν το είπαν;” Και ο απλούς τη καρδία Νταραδήμος τον αφήνει άναυδο: “Αληθινά απαράτησαν ένα Μεγαλυνάριο, δεν ξέρω πώς τους ήρθε: Και άρχισε να ψάλλη: “Μεγάλυνον ψυχή μου, την αγνήν Παρθένον, την γεννησαμένην Χριστόν τον Βασιλέα”.
Μυστήριον ξένον…..σχολιάζει ο Παπαδιαμάντης κλείνοντας το διήγημά του. Μυστήριον ξένον η γέννηση του Θεανθρώπου, μυστήριον ξένον και η ανθρώπινη ψυχή. Τα βάθη της μόνον Εκείνος που την έπλασε μπορεί να τα γνωρίζη.

Πηγή: www.orthodoxi-pisti.blogspot.com

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

«Σ’ ΑΓΑΠΩ ΓΙΑΤΙ ΕΙΣΑΙ ΣΥ»

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΣΙΣΑΝΙΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ ΠΑΥΛΟΥ

Αρρωστημένη θρησκευτικότητα και αγωγή
Η σχέση τώρα του ανθρώπου με το Θεό. Ένα μεγάλο θέμα. Μια προσεκτική ματιά θα μας κάνει να δούμε ότι πολλές φορές είμαστε μάρτυρες μιας μεγάλης αρρωστημένης θρησκευτικότητας. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι άρρωστοι θρησκευτικά, που έχουν αρρωστημένη θρησκευτικότητα. Μια θρησκευτικότητα που στερείται και την ελευθερία και την αγάπη. Αρρωστημένη θρησκευτικότητα όσον άφορα στον εαυτό μας, αρρωστημένη θρησκευτικότητα όσον άφορα αυτήν που πάμε να προσφέρουμε στους άλλους. Ποιά είναι η σχέση του ανθρώπου με το Θεό; Είναι μια υπεύθυνη σχέση, και είναι μια σχέση ελευθερίας και από την πλευρά του ανθρώπου και από την πλευρά του Θεού. Ουσιαστικά είπαμε για την ελευθερία του Θεού. Ο άνθρωπος στο Θεό πηγαίνει ελεύθερα. Τί σημαίνει ελεύθερα; Σημαίνει υπεύθυνα. Σημαίνει ότι πηγαίνει εν επιγνώσει. Σημαίνει ότι δεν ζητάει από τον Θεό να του κάνει το κέφι του αλλά ζητάει να γνωρίσει την αλήθεια και το πρόσωπο του Θεού. Πηγαίνει υπεύθυνα, που σημαίνει, πηγαίνει γιατί εμπιστεύεται το πρόσωπό Του και το Λόγο Του, και το εμπιστεύεται «κατά πάντα και διά πάντα». Δεν ζητάει από το Θεό, σαν τον Φαρισαίο, να είναι μάρτυρας της καλοσύνης του και της αρετής του. Γιατί; Γιατί η συναίσθηση της ευθύνης έρχεται να μας φανερώσει πόσο άρρωστοι είμαστε πολλές φορές. Γιατί άρρωστος είναι ο άνθρωπος που λειτουργεί εγωιστικά, άρρωστος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι Αγάπη, όσο κι αν λέει ότι έχει αγάπη. Γιατί αυτό που λέμε ότι έχουμε, το διαψεύδει η καθημερινότητά μας. Η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό λοιπόν, είναι μια σχέση ευθύνης του ανθρώπου. Ο άνθρωπος πηγαίνει όντως στο Θεό και πηγαίνει γιατί Τον εμπιστεύεται. Τον αγαπά. Τί σημαίνει Τον εμπιστεύεται ; Λέει η οπισθάμβωνος Ευχή· «Πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον». Αυτό έχει και μια δεύτερη ανάγνωση. Ό, τι κατέρχεται άνωθεν είναι «δόσις αγα­θή» και «δώρημα τέλειον». Δηλαδή; Δηλαδή και μια αρρώστια και μια δοκιμασία και ένας θάνατος. Εμείς όμως, που δεν κατανοήσαμε τη σχέση μας αυτή, ουσιαστικά δεν εμπιστευόμαστε τον Θεό. Νομίζουμε ότι ο Θεός τότε τα λέει καλά, όταν συμφωνεί μαζί μας, γιατί ακριβώς έχουμε μια λαθεμένη θρησκευτικότητα. Εμπιστεύομαι λοιπόν την αγάπη του Θεού και δεν πηγαίνω στον Θεό με το ζόρι. Ο Θεός, ούτε εμένα ούτε εσάς έχει ανάγκη. Υπήρχε πριν από μας και μπορεί να υπάρχει και χωρίς εμάς. Κι είναι σημαντικό να το καταλάβουμε. Γιατί μερικές φορές θεωρούμε ότι ο Θεός είναι υποχρεωμένος σε μας, γιατί νηστεύουμε, γιατί πάμε στην εκκλησία. Είναι γνωστή η φράση που προέρχεται από τα χείλη, πολλές φορές, ευσεβών ανθρώπων: «Γιατί, Θεέ μου, σε μένα;». Δηλαδή, γιατί όχι σε σένα; Γιατί σε μένα; Τί σημαίνει αυτό το ερώτημα; Πόσο λίγο εμπιστευόμαστε. Και δεν καταλάβαμε κάτι. Ακριβώς γι’ αυτό σε μας. Γιατί έχουμε οικοδομήσει μια λαθεμένη οικοδομή και επειδή ο Θεός μας αγαπάει δεν μας αφήνει στην πλάνη μας και μας παραχωρεί τη δοκιμασία που φέρνει στην επιφάνεια ποιοί πραγματικά είμαστε. Κάποτε ένα πρόσωπο, το οποίο εργάστηκε χρόνια ολόκληρα μέσα στην Εκκλησία ασθένησε, και είπε αυτό: «Γιατί, Θεέ μου, σε μένα;». Κι εγώ του παρήγγειλα: «Γιατί όχι σε σένα; Πρώτον, και δεύτερον, το ερώτημα σου είναι και η απάντηση. Όταν παλιότερα εσύ πήγαινες σε κάποιον ασθενή να τον παρηγορήσεις, τί του έλεγες; Γιατί δεν τα λες τώρα στον εαυτό σου; Από αυτά τα καλούπια ο Θεός πάει να σε βγάλει». Και έτσι ήτανε, ο Θεός ετοίμασε το πρόσωπο αυτό, το ωρίμασε. Γιατί; Γιατί ο Θεός θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι». Και η σωτηρία είναι η ζωή με Εκείνον.
Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν να προσέξουμε μήπως η θρησκευτικότητά μας και η πίστη μας είναι αρρωστημένη. Γιατί η αρρωστημένη θρησκευτικότητα επηρεάζει την κατάσταση του σπιτιού μας, επηρεάζει την αγωγή που δίνουμε στα παιδιά μας και πολλές φορές εξηγεί γιατί είναι αποτυχημένη αυτή η αγωγή, όταν εμείς προσπαθούμε να διορθώσουμε το έργο του Θεού, ενώ ο Θεός μας έδωσε τη δυνατότητα να πούμε ακόμα και σ’ Αυτόν, όχι. Εμείς θέλουμε να τ’ απαγορεύσουμε αυτό από τα παιδιά μας. Από αγάπη, λέμε. Σα να μη μας αγαπούσε ο Θεός. Έτσι λοιπόν, είναι πάρα πολύ σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι μια υγιής σχέση του Θεού με τον άνθρωπο έχει αυτά τα δύο θεμέλια. Την ελευθερία του ανθρώπου, που πηγαίνει ελεύθερα στον Θεό γιατί Τον αγαπά και Τον εμπιστεύεται, και την αγάπη του Θεού.
Ελευθερία και αγάπη μέσα στο γάμο
Ας έρθουμε όμως λιγάκι πιο κοντά σε πιο ανθρώπινα πράγματα. Τί συμβαίνει μ’ ένα ζευγάρι ανθρώπων; Πού θεμελιώνεται αυτή η σχέση κι αυτός ο γάμος; Δεν μπορεί να έχει άλλο θεμέλιο, παρά στην Ελευθερία και στην Αγάπη. Πόσες φορές επιδιώκουμε να αλλάξουμε τον άλλον, να αφομοιώσουμε τον άλλον; Αυτό σημαίνει πως δεν τον αγαπάμε. Γιατί, στην πραγματικότητα. γνώρισες έναν άνθρωπο τον αγάπησες γι’ αυτό που είναι, τώρα γιατί θες να τον αλλάξεις; Και με τί κριτήριο θέλεις; Με το κριτήριο ότι εσύ είσαι καλύτερος από εκείνον; Εκείνη ή εκείνον; Ποιό είναι το κριτήριο; Και γιατί αυτό το κριτήριο δεν είναι εγωιστικό, δικό σου; Ο γάμος είναι ο μόνος χώρος που ένα κι ένα κάνει πάλι ένα. Έχουμε ένα πρόσωπο, μία ανδρόγυνη φύση, στα δύο αυτά πρόσωπα. Είπαμε ποιό είναι το καλούπι: «Μονάς εν τριάδι, και τριάς εν μονάδι». Δεν υπάρχει άλλο σταθερότερο θεμέλιο από την Ελευθερία και την Αγάπη σαν θεμέλιο αυτής της σχέσης. Πολύ περισσότερο όταν αυτή η ελευθερία κι αυτή η αγάπη μπολιάζεται στη Χάρη του Θεού και γίνεται -γι’ αυτό ο γάμος είναι μυστήριο- ελευθερία και αγάπη του Θεού, που προσφέρεται στον άνθρωπο.
Τί σημαίνει Ελευθερία; Σεβασμός της ετερότητας του άλλου. Βρήκες έναν άνθρωπο. Αυτός ο άνθρωπος είναι κάτι άλλο από σένα. Πώς αυτό το υπολογίζεις; Πόσο το εκτιμάς; Ακόμα περισσότερο πόσο θεωρείς δώρο του Θεού την ετερότητα του άλλου ανθρώπου με ό,τι χαρίσματα μα κι ελαττώματα αν έχει. Εάν πραγματικά αγαπώ τον άλλον, θέλω να παραμείνει έτερος, γιατί τότε μόνο θα μπορώ να τον αγαπώ. Αν τον άλλο θέλω να τον αφομοιώσω, εάν θέλω να γίνει σαν κι εμένα, δεν τον αγαπώ, θέλω να υποτάξω την προσωπικότητά του. Κι αυτό δείχνει δύο λάθη. Ότι θεωρώ τον εαυτό μου κριτήριο, απ’ όποιον κι αν γίνεται η κίνηση αυτή και ότι δεν σέβομαι την ετερότητα του άλλου. Όπου υπάρχει αληθινή ελευθερία, υπάρχει κι αληθινή αγάπη. Κι αυτή δεν οδηγεί στην αφομοίωση ούτε στην ισοπέδωση, αλλά στην αναγνώριση του άλλου.
Πού οδηγεί μια σχέση μέσα στην ελευθερία και στην αγάπη; Σ’ ένα διάλογο των δύο προσώπων. Πρώτον γιατί είναι έτεροι· και δεύτερον γιατί αγαπώνται. Γι’ αυτό διαλέγονται. Κι αυτός ο διάλογος είναι ένας πλούτος. Γιατί κι ο καθένας είναι ένας πλούτος για τον άλλον, κι είναι σημαντικό να τον ανακαλύψουμε. Ο στόχος είναι η διαρκής ανακάλυψη του άλλου. Πολλές φορές νομίζουμε ότι ξέρουμε καλά τον άνθρωπό μας κι αποδεικνύεται ότι δεν τον ξέρουμε. Και πολλές φορές έχουν περάσει κάποια χρόνια κι έρχεται η κρίση. Γιατί; Γιατί αυτό που διαρκώς πιέζαμε κάποια στιγμή κάνει την έκρηξή του. Θέλω να σας θυμίσω το στίχο ενός όμορφου τραγουδιού· «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι συ». Έχετε σκεφθεί καθόλου το μήνυμα που κομίζει αυτός ο στίχος; Σ’ αγαπώ, και μπορώ να σ’ αγαπώ, γιατί δεν είσαι γώ. Αυτή είναι η πρώτη του ερμηνεία. Ουσιαστικά δεν σ’ αγαπώ, αν θέλω εσύ να γίνεις εγώ.
Μέσα από τη διαφορετικότητα του κάθε προσώπου, μέσα στην αγάπη, επιτυγχάνεται ένας διαρκής εμπλουτισμός της σχέσης. Αλλιώς, όπως λένε, στον κόσμο και στην κοινωνία, «παλιώνει η σχέση και ο γάμος». Όμως παλιώνει γιατί εμείς τον αφήνουμε και παλιώνει. Εάν δε σκεφθείτε την δυνατότητα του καθενός ανθρώπου να αγιάζεται και να μετέχει όλο και περισσότερο της δόξης του Θεού και της χάριτός Του, τότε διαρκώς μπορούμε να έχουμε έναν καινούργιο άνθρωπο. Αλλά εμείς προσπαθούμε να διορθώσουμε τα έργα του Θεού νομίζοντας ότι ξέρουμε καλύτερα τί πρέπει να κάνουμε· θα το δούμε ακόμα τραγικότερα το θέμα, όταν φτάσουμε σε μια άλλη σχέση, πολύ βασική και καθημερινή.
(Μητροπ. Σισανίου και Σιατίστης Παύλου, «Ελευθερία και Αγάπη οι βασικές συντεταγμένες των ανθρωπίνων σχέσεων.» Συλλογικός τόμος, «Ονειρεύομαι μια οικογένεια και ένα σχολείο», εκδ. Αρχονταρίκι)