Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Καλά το έλεγεν ο μπαρμπα – Μηλιός, ότι το έτος εκείνο εκινδύνευον να μείνουν οι άνθρωποι οι χριστιανοί, οι ξωμερίτες, την ημέραν του Πάσχα, αλειτούργητοι. Και ουδέποτε πρόρρησις επλησίασε τόσον εγγύς να πληρωθή, όσον αυτή. Διότι δις εκινδύνευσε να επαληθεύση, αλλ’ ευτυχώς ο Θεός έδωκε καλήν φώτισιν εις τους αρμοδίους και οι πτωχοί χωρικοί, οι γεωργοποιμένες του μέρους εκείνου, ηξιώθησαν και αυτοί να ακούσωσι τον καλόν λόγον και να φάγωσι και αυτοί το κόκκινο αυγό.
Όλα αυτά διότι το μεν ταχύπλουν, αυτό το προκομμένον πλοίον, το οποίον εκτελεί δήθεν την επικοινωνίαν μεταξύ των ατυχών νήσων και της απέναντι αξένου ακτής, σχεδόν τακτικώς, δις του έτους, ήτοι κατά τις δύο αλλαξοκαιριές, το φθινόπωρον και το έαρ, βυθίζεται, και συνήθως χάνεται αύτανδρον. Είτα γίνεται νέα δημοπρασία, και ευρίσκεται τολμητίας τις πτωχός κυβερνήτης, όστις δεν σωφρονίζεται από το πάθημα του προκατόχου του, αναλαμβάνων εκάστοτε το κινδυνωδέστατον έργον.
Και την φοράν ταύτην, το ταχύπλουν, λήγοντος του Μαρτίου, του αποχαιρετισμού του χειμώνος γενομένου, είχε βυθισθή. Ο δε παπα – Βαγγέλης, ο εφημέριος άμα και ηγούμενος και μόνος αδελφός του μονυδρίου του Αγίου Αθανασίου, έχων κατ’ εύνοιαν του επισκόπου και το αξίωμα του εξάρχου και πνευματικού των απέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ήδη, έπλεε τετράκις του έτους, ήτοι κατά πάσαν τεσσαρακοστήν, εις τας αντικρύ εκτεινομένας ακτάς, όπως εξομολογήση και καταρτίση πνευματικώς τους δυστυχείς εκείνους δουλοπαροίκους, τους «κουκκουβίνους η κουκκοσκιάχτες», όπως τους ωνόμαζον, σπεύδων, κατά την Μ. Τεσσαρακοστήν, να επιστρέψη εγκαίρως εις την μονήν του, όπως εορτάση το Πάσχα.
Αλλά κατ’ εκείνο το έτος, το ταχύπλουν είχε βυθισθή, ως είπομεν, η συγκοινωνία εκόπη επί τινάς ημέρας, και ούτως ο παπα – Βαγγέλης έμεινεν ακουσίως, ηναγκασμένος να εορτάση το Πάσχα πέραν της πολυκυμάντου και βορειοπλήκτου θαλάσσης, το δε μικρόν ποίμνιόν του, οι γείτονες του Αγ. Αθανασίου, οι χωρικοί των Καλυβιών, εκινδύνευον να μείνωσιν αλειτούργητοι.
Τινές είπον γνώμην, να παραλάβωσι τας γυναίκας και τα τέκνα των και να κατέλθωσιν εις την πολίχνην, όπως ακούσωσι την Ανάστασιν και λειτουργηθώσιν. Αλλ’ ο μπαρμπα – Μηλιός, όστις έκαμνε τον προεστόν εις τα Καλύβια, και ήθελε να εορτάση το Πάσχα όπως αυτός ενόει, ο Φταμηνίτης, όστις δεν ήθελε να εκθέση την γυναίκά του εις τα όμματα του πλήθους, και ο μπάρμπ’ Αναγνώστης, χωρικός όστις «τα ήξευρεν απ’ έξω όλα τα γράμματα της Λαμπρής», αλλά δεν ηδύνατο ν’ αναγνώση τίποτε «από μέσα», και επεθύμει να ψάλη το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε», – οι τρεις ούτοι επέμειναν, και πολλοί ησπάσθησαν την γνώμην των, ότι έπρεπεν εκ παντός τρόπου να πείσωσιν ένα των εν τη πόλει εφημερίων ν’ ανέλθη εις τα Καλύβια να τους λειτουργήση.
Ο καταλληλότερος δε, κατά την γνώμην πάντων, ιερεύς της πόλεως, ήτο ο παπα – Κυριάκος, όστις δεν ήτο «από μεγάλο τζάκι», είχε μάλιστα και συγγένειαν με τινας των εξωμεριτών, και τους κατεδέχετο. Ήτο ολίγον τσάμης, καθώς έλεγαν. Δεν έτρεφε προλήψεις. Ηκούετο μάλιστα εδώ κ’ εκεί, ότι ο ιερεύς ούτος είχε και την συνήθειαν «ν’ αποσώνη τα παιδιά» εις τους κόλπους των μητέρων, των ενοριτισσών του. Αλλά τούτο το έλεγον οι αστείοι η οι φθονεροί, και μόνον οι ανόητοι το επίστευον.
Ο εφημέριος ούτος, ως οι πλείστοι του γνησίου ελληνικού κλήρου, πλην μικρού ελευθεριασμού, ήτω κατά τα άλλα άμεμπτος.
Τούτο ναι, αληθεύει, αλλ’ οι έγγαμοι ιερείς, πενόμενοι και δυσπραγούντες, επιτακτικήν έχοντες ανάγκην να θρέψωσι τα τέκνα των, φαίνονται ως πλεονέκται, και καταντώσι να μη τρέφωσι πλέον εμπιστοσύνην ουδ’ εις αυτούς τους συλλειτουργούς των. Τούτο έπασχε και ο παπα – Κυριάκος, όστις επεθύμει μεν να υπάγη να κάμη Ανάστασιν εις τους χωρικούς, διότι ήτο ανοιχτόκαρδος και ήθελε να χαρή και αυτός ολίγην Ανάστασιν και ολίγην άνοιξιν, αλλ’ εδυσπίστει εις τον συνεφημέριόν του, και έπειτα δεν ήθελε να αφήση την ενορίαν με ένα μόνον ιερέα τοιαύτην ημέραν.
Αλλ’ αυτός ο παπα – Θεοδωρής ο Σφοντύλας, ο συνεφημέριός του, τον παρεκίνησε να υπάγη, ειπών ότι καλόν ήτο να μη χάσωσι και το εισόδημα των Καλυβιών, αινιττόμενος ότι τα τε εκ του ενοριακού ναού έσοδα και τα της εξοχικής παροικίας, αμφότερα εξ ίσου θα τα εμοιράζοντο.
Τούτο δεν έπεισε τον παπα – Κυριάκον, τω ενέπνευσε μάλιστα πλείονας υποψίας. Αλλ’ ότε ηρώτησε την γνώμην του συλλειτουργού του, ήτο ήδη κατά τα εννέα δέκατα αποφασισμένος να υπάγη. Έπειτα υπεχρέωσε τον υιόν του Ζάχον, μορφάζοντα και μεμψιμοιρούντα, να παραμείνη εν τω ενοριακώ ναώ κατάσκοπος εις το ιερόν βήμα, να παραλάβη το μερίδιον των προσφορών και συλλειτουργικών, και μόνον μετά την απόλυσιν της λειτουργίας, ότε θα ανέτελλεν ήδη η ημέρα, ν’ ανέλθη εις τα Καλύβια παρ’ αυτώ.
Η Πούλια ήτο ήδη υψηλά, «τέσσαρες ώρες να φέξη», και ο μπάρμπ’ Αναγνώστης, αφού εξύπνισε τον ιερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον εκ στερεού ξύλου καρυάς και πλήκτρον, περιήρχετο τα Καλύβια, θορυβωδώς κρούων, όπως εξεγείρη τους χωρικούς.
Εισήλθον εις το μικρόν εξωκκλήσιον του Αγ. Δημητρίου. Εις μετά τον άλλον προσήρχοντο οι χωρικοί με τας χωρικάς των και με τα καλά των ενδύματα.
Ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν.
Ο μπάρμπ’ Αναγνώστης ήρχισε να τα λέγη όλα απ’ έξω, την προκαταρκτικήν προσευχήν και τον Κανόνα, το Κύματι θαλάσσης.
Ο παπα – Κυριάκος προέκυψεν εις τα βημόθυρα, ψάλλων το Δεύτε λάβετε φως.
Ήναψαν τας λαμπάδας κ’ εξήλθον όλοι εις το ύπαιθρον ν’ ακούσωσι την Ανάστασιν. Γλυκείαν και κατανυκτικήν Ανάστασιν, εν μέσω των ανθούντων δένδρων, των υπό ελαφράς αύρας σειομένων ευωδών θάμνων, και των λευκών ανθέων της αγραμπελιάς.
Ψαλέντος του Χριστός ανέστη, εισήλθον πάντες εις τον ναόν. Θα ήσαν το πολύ εβδομήκοντα άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παίδες.
Ο μπάρμπ’ Αναγνώστης ήρχισε να ψάλλη τον Κανόνα του Πάσχα, ο δε ιερεύς, άμα αντιψάλλων αυτώ εξ ανάγκης από του ιερού βήματος, ητοιμάζετο «να πάρη καιρόν», και αφού τελέση τον ασπασμόν, να έμβη εις την λειτουργίαν.
Αλλά την στιγμήν εκείνην, εισήλθεν ή μάλλον εισώρμησεν εις το ναϊδριον, ακολουθούμενος υπό δύο άλλων ομηλίκων του, δωδεκαέτης περίπου παις, υψηλός ως προς την ηλικίαν του, ασθμαίνων και εν εξάψει. Ήτο ο Ζάχος, ο υιός του παπα – Κυριάκου.
Εισέβαλε πνευστιών εις το ιερόν βήμα και ήρχισε να ομιλή προς τον ιερέα. Η φωνή του ηκούετο από του χορού, αλλ’ αι λέξεις δεν διεκρίνοντο.
Ιδού τι έλεγεν εν τούτοις:
– Παπά, παπά!…
(Τα παπαδόπουλα εκάλουν συνήθως παπά τον πατέρα των.)
– Παπά, παπά!… ο παπα – Σφοντύλας… απ’ την οξώπορτα… τις λειτουργιές… απ’ τ’ αι – βήμα η πεθερά του… κ’ η παπαδιά… κουβαλούν…
απ’ την οξώπορτα… τις λειτουργιές… τους είδα… απ’ την οξώπορτα… τις λειτουργιές… απ’ τ’ αι – βήμα… κ’ η πεθερά του… κ’ η παπαδιά…
Μόνος ο παπα – Κυριάκος ήτο ικανός να βγάλη νόημα από τα ασυνάρτητα ταύτα και ασθματικά του υιού του. Ιδού δε πως εξήγησε τα λεγόμενα: «Ο παπα – Θοδωρής ο Σφοντύλας, ο σύντροφός του εις την ενορίαν, έκλεπτε τας προσφοράς, μεταβιβάζων αυτάς δια της εξωθύρας του ιερού βήματος, εις χείρας της συζύγου και της πενθεράς του».
Ίσως το πράγμα δεν θα ήτο τόσον αληθές, όσον ο Ζάχος ήθελε να το παραστήση. Διότι ούτος, αγαπών ως όλοι οι νέοι την εξοχήν και την διασκέδασιν, μετά δυσκολίας είχεν υπακούσει εις το πατρικόν κέλευσμα, όπως μείνη εις την πόλιν, και αφορμήν θα εζήτει δια να το στρίψη και μεταβή εις νυκτερινήν εκδρομήν εις τα Καλύβια, αφού μάλιστα ευκόλως εύρισκε συνοδοιπόρους ομήλικας.
Αλλ’ ο παπα – Κυριάκος δεν εσυλλογίσθη τίποτε. Εξήφθη αμέσως, ηγανάκτησε, δεν εκρατήθη. Ήμαρτεν. Αντί δε να καταφέρη σφοδρόν ράπισμα κατά της παρειάς του υιού του, και να εξακολουθήση ήσυχος το καθήκον του… απέβαλεν ευθύς το επιτραχήλιον, εξεδύθη το φαιλόνιον, και διασχίσας τον ναόν εξήλθεν, αποφεύγων το βλέμμα της πρεσβυτέρας του, ήτις τον έβλεπεν έντρομος.
Αλλ’ ο μπαρμπα – Μηλιός κάτι υπώπτευσεν εκ των κινημάτων τούτων, και εξήλθε κατόπιν του.
Εις πεντήκοντα δε βημάτων απόστασιν από του ναού, μεταξύ τριών δένδρων και δύο φρακτών, ο επόμενος διάλογος συνήφθη:
– Παπά, παπά, που πας;
– Θα ‘ρθώ βλογημένε, τώρα, αμέσως πίσω.
Δεν ήξευρε τι να είπη. Αλλά το βέβαιον είναι ότι είχεν απόφασιν να καταβή εις την πόλιν και ζητήση λόγον δια την κλοπήν από τον συνεφημέριόν
του! Εις το βάθος δε της συνειδήσεώς του έλεγεν ότι είχε καιρόν να επιστρέψη προ της ανατολής του ηλίου, και τελέση την λειτουργίαν.
– Που πας; επέμενεν ο μπαρμπα – Μηλιός.
– Ας διαβάζη ο μπάρμπ’ Αναγνώστης τας Πράξεις των Αποστόλων, κ’ έφθασα.
Ελησμόνει ότι ο μπάρμπ’ Αναγνώστης δεν ηδύνατο ν’ αναγνώση άλλα, ή όσα από στήθους εγνώριζεν.
– Αφήνω και την παπαδιά μου, εδώ, βλογημένε, επανέλαβεν ο παπα – Κυριάκος, αμηχανών τι να είπη. Σας αφήνω την παπαδιά μου!
Και λέγων έτρεχεν.
Ο μπαρμπα – Μηλιός επανήλθε κατηφής εντός του ναού.
– Καλά το έλεγα εγώ, εψιθύρισε.
Μεγίστη απορία επεκράτει εν τω παρεκκλησίω. Οι χωρικοί εκοίταζον ερωτηματικώς αλλήλους. Ψιθυρισμοί ηκούοντο.
Αι γυναίκες ηρώτων την παπαδιά να είπη αυταίς τι τρέχει· αλλ’ αύτη ήτο η ολιγώτερον πάντων των άλλων γνωρίζουσα.
Εν τούτοις ο ιερεύς έτρεχεν, έτρεχεν. Ο ψυχρός αήρ εδρόσισεν ολίγον το μέτωπόν του.
– Και πως να θρέψω εγώ τόσα παιδιά, έλεγεν, οκτώ, με συμπάθειο, κ’ η παπαδιά εννιά, κ’ εγώ δέκα! Ο ένας να σε κλέφτη απ’ εδώ, κι ο άλλος απ’ εκεί!…
Πεντακόσια βήματα από του ναού, ο δρόμος εκατηφόριζε, και κατήρχετό τις εις ωραίαν κοιλάδα. Είς νερόμυλος ευρίσκετο επί της κλιτύος, εκείνης, παρά την οδόν.
Ακούσας ο ιερεύς τον ηδύν μορμυρισμόν του ρύακος, αισθανθείς επί του προσώπου του την δρόσον, ελησμόνησεν ότι είχε να λειτουργήση (πως και που να λειτουργήση;) και έκυψε να πίη ύδωρ. Αλλά το χείλός του δεν είχε βραχή ακόμη, και αίφνης ενθυμήθη, ανένηψεν.
– Εγώ έχω να λειτουργήσω, είπε, και πίνω νερό;…
Και δεν έπιε.
Τότε ήλθεν εις αίσθησιν.
– Τι κάμνω εγώ, είπε, που πάω;
Και ποιήσας το σημείον του σταυρού:
– Ήμαρτον, Κύριε, είπεν, ήμαρτον! μη με συνερισθής.
Επανέλαβε δε:
– Εάν εκείνος έκλεψεν, ο Θεός ας τον… συγχωρήση… κ’ εκείνον κ’ εμέ. Εγώ πρέπει να κάμω το χρέος μου.
Ησθάνθη δάκρυ, βρέχον την παρειάν του.
– Ω Κύριε, είπεν ολοψύχως, ήμαρτον, ήμαρτον! Συ παρεδόθης δια τας αμαρτίας μας, και ημείς σε σταυρώνομεν κάθε μέρα.
Και εστράφη προς τον ανήφορον, σπεύδων να επανέλθη εις το παρεκκλήσιον, όπως λειτουργήση.
– Και ήθελα να πιώ και νερό, είπε, δεν είμαι άξιος να λειτουργήσω.
Αλλά πως να κάμω; Δεν πρέπει να μεταλάβω! Θα λειτουργήσω χωρίς μετάληψιν, δεν είμαι άξιος!… «Δεύτε του καινού της αμπέλου γεννήματος!…»
Εγώ άξιος δεν είμαι!
Και επέστρεψεν εις τον ναόν, όπου μετ’ αγαλλιάσεως οι χωρικοί τον είδον.
Ετέλεσε την ιεράν μυσταγωγίαν, και μετέδωκεν εις τους πιστούς, φροντίσας να καταλύση δια στόματος αυτών όλον το άγιον ποτήριον.
Αυτός δεν εκοινώνησεν, επιφυλαττόμενος να το είπη εις τον πνευματικόν, και πρόθυμος να δεχθή τον κανόνα.
Περί την μεσημβρίαν, μετά την Β. Ανάστασιν, οι χωρικοί το έστρωσαν υπό τας πλατάνους, παρά την δροσεράν πηγήν.
Ως τάπητας είχον την χλόην και τα χαμολούλουδα, ως τράπεζαν πτέριδας και κλάδους σχοίνων.
Η δροσερά αύρα εκίνει μετά θρου τους κλώνας των δένδρων, και ο Φταμηνίτης με την λύραν του αντέδιδε φθόγγους λιγυρούς.
Η ωραία Ξανθή, η σύζυγος του Φταμηνίτου, εκάθητο μεταξύ της μητρός της Μελάχρως και της θεια – Κρατήρας, της πενθεράς της, φροντίζουσα να έχη εν μέρει τας παρειάς κεκαλυμμένας με την μανδήλαν, και να βλέπη μάλλον προς τον κορμόν της γιγαντιαίας πλατάνου, όπως μη την κοιτάζωσιν οι άνδρες, και ζηλεύη ο συζυγός της.
Η αδελφή της, το Αθώ, δεκαπεντούτις κόρη άγαμος, άφροντις, ωραία και αυτή, ποσάκις δεν την επείραζε λέγουσα: «Αρή, τι τον ήθελες, αρή; Δεν τον έπαιρνα, να μου χαρίζανε τον ουρανό με τ’ άστρα… Καλύτερα να γινόμουν καλόγρια!»
Το βέβαιον ήτο ότι ο Φταμηνίτης δεν διέπρεπεν ούτ’ επί κάλλει ούτε επί μεγέθει σώματος, αλλ’ ανεπλήρου τας ελλείψεις ταύτας δι’ ευστροφίας σώματος και πνεύματος και δια φαιδρότητος και ευθυμίας.
Ο παπα – Κυριάκος προήδρευε του συμποσίου, έχων απέναντί του την παπαδιά, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαγχροινήν, αγαθωτάτην, ήτις εν αθωότητι εξεκόλαπτε σχεδόν κατ’ έτος έν παπαδόπουλον, χωρίς να την μέλη ούτε δια παλληκαροβότανα, ούτε δια στριφοβότανα, περί α τυρβάζουσιν άλλαι γυναίκες.
Δεξιόθεν του ιερέως εκάθητο ο μπαρμπα – Μηλιός, προεστώς άμα και πρόθυμος θεράπων της κοινότητος, ηξεύρων να ψήνη ως ουδείς άλλος το αρνί, λιανίζων μεθοδικώτατα δι’ όλους, και τρώγων άμα και προπίνων.
Εις τας προπόσεις μάλιστα δεν είχεν εφάμιλλον. Μετά την σύντομον και τυπικήν του ιερέως πρόποσιν, εγερθείς ο μπαρμπα – Μηλιός, κρατών την τσότραν την επταόκαδον, ήρχισε να χαιρετίζη τους πάντας και ένα έκαστον ως εξής:
– Χριστός Ανέστη! αληθινός ο Κύριος! Ζη και βασιλεύει εις πάντας τους αιώνας!
Είτα μετά το προοίμιον, εισήλθεν εις την ουσίαν:
– Γεια μας! καλή γεια! διάφορο! καλή καρδιά! Παπά μ’, να χαίρεσαι το πετραχήλι σ’! Παπαδιά, να χαίρεσαι τον παπά σ’ και τα παιδάκια σ’! Ξάδερφε Θοδωρή! να ζήσης, να τς χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! όπως έτρεξες με το λάδ’ να τρέξης και με το κλήμα! Συμπεθέρα! Να χαίρεσαι, μ’ έναν καλόν γαμπρό! Ανιψιέ Γιώργη! Τίμια στέφανα! στο γάμο σας να χαρούμε. Κουμπάρα Κυπαρισσού! με μια καλή νύφη, να ζήσης, να χαρής! εβίβα όλοι! Τε – περ – τε! Πάντα χαρούμενοι! Στην υγειά σας! Σμπεθέρα Ξαθή! καλή λευθεριά! Στην υγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με το καλό!
Και ανάλογος προς το πρόσωπον υπήρξεν η πόσις.
Αλλά και ο Φταμηνίτης ηθέλησε να προπίη, κατ’ άλλον όμως στενώτερον τρόπον. Ηθέλησε να βρη την γυναίκά του, και ηνάγκασεν αυτήν ν’ απαντήση εις την πρόποσιν:
– Μπρομ! – Πιέ κι δο μ’!
– Με κρασί!
– Καλώς τ’ν αγάπη μ’ τη χρυσή!
Και πιών αυτός, μετεβίβασε την τσότραν εις την ωραίαν Ξανθήν, ήτις έβρεξε τα χείλη.
Είτα ήρχισαν τα άσματα. Εν πρώτοις το Χριστός ανέστη, ύστερον τα θύραθεν. Ο μπαρμπα – Μηλιός θελήσας να ψάλη και αυτός το Χριστός ανέστη, το εγύριζε πότε εις τον αμανέ και πότε εις το κλέφτικο.
Αλλ’ ο ιδιορρυθμότερος πάντων των ψαλτών ήτο ο μπαρμπα – Κίτσος, γηραιός χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιός ταχτικός, λησμονημένος από της βαυαρικής εποχής εν τη νήσω. Αμφέβαλλε και αυτός αν τον είχαν περασμένον εις τα μητρώα. Πότε του έστελναν μισθόν, πότε όχι. Εφόρει χιτώνα με ανοικτάς χειρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι του γόνατος και τουζλούκια. Ο δήμαρχος του τόπου (διότι υπήρχε φευ! και δήμαρχος) τον είχε στείλει να κάμη Πάσχα εις τα Καλύβια, δια να φυλάξη δήθεν την τάξιν, καίτοι ουδεμιάς φυλάξεως ήτο ανάγκη. Το βέβαιον είναι ότι τον έστειλε να καλοπεράση πλησίον των ανοιχτοκάρδων εξωμεριτών, οίτινες του ήρεσκον του μπαρμπα – Κίτσου, ας τους έλεγον και «τσουπλακιές» ή «χαλκοδέρες». Εάν έμενεν εν τη πόλει, ο δήμαρχος θα ήτο υπόχρεως να τον φιλεύση τον μπαρμπα – Κίτσον, καθώς τον είχαν κακομάθει οι προκάτοχοί του, έλεγε, – να τον φιλεύση κουλούραν και αυγά. Τι έθιμα!…
Ο μπαρμπα – Κίτσος, αφού ησπάσθη τρις η τετράκις την τσότραν, ήρχισε να ψάλλη το Χριστός ανέστη κατ’ ιδιάζοντα αυτώ τρόπον, ως εξής:
Κ’στο – μπρε – Κ’στος ανέστη εκ νεκρών θανάτων, θάνατον μπατήσας, κ’ έντοις – έντοις μνήμασι, ζωήν παμμακάριστε!
Και όμως, μεθ’ όλην την ιδιορρυθμίαν ταύτην, ουδείς ποτέ έψαλεν ιερόν άσμα μετά πλείονος χριστιανικού αισθήματος και ενθουσιασμού, εξαιρουμένου ίσως του γνωστού εν Αθήναις γηραιού και σεβασμίου Κρητός, του ψάλλοντος το Άλαλα τα χείλη των ασεβών με την εξής προσθήκην:
«Άλαλα τα χείλη των ασεβών των μη προσκυνούντων, οι κερατάδες!
την εικόνα σου την σεπτήν…»
Αληθείς ορθόδοξοι Έλληνες!
Περί την δείλην είχεν αρχίσει ο χορός, χορός κλέφτικος (διότι αι γυναίκες επεφυλάττοντο δια την Δευτέραν και την Τρίτην, όπως χορεύσωσι τον συρτόν και την καμάρα), και ο παπα – Κυριάκος, μετά της παπαδιάς και του Ζάχου, όστις εγλύτωσε το ξύλο χάριν της ημέρας (διότι ο πατήρ του είχε θυμώσει είτα κατ’ αυτού, ως γενομένου αιτίου της χασμωδίας εκείνης), αποχαιρετίσαντες την συντροφιάν, κατήλθον εις την πολίχνην.
Ο παπα – Κυριάκος έδωκε πλήρες εις τον συνεφημέριόν του το από της εξοχής μερίδιον, και ούτε κατεδέχθη να κάμη λόγον περί της υποτιθεμένης κλοπής.
Εν τούτοις ο παπα – Θοδωρής οίκοθεν τω είπεν ότι το εκ της ενορίας μερίδιόν του ευρίσκετο εν τη οικία αυτού, του παπα – Θοδωρή. Έκρινε καλόν, είπε, να μετακομίση δια της εξωθύρας του αγ. βήματος οίκαδε και τα δύο μερίδια, δια να μη βλέπουν τινές των άγαν επιπολαίων και γλωσσαλγώσιν ότι οι ιερείς έχουν δήθεν πολλά εισοδήματα. «Ο κόσμος ξιππάζεται, είπεν, άμα μας ιδή μια καλή μέρα να πάρουμε τίποτε λειτουργιές, και δεν συλλογίζεται πόσες εβδομάδες και μήνες παρέρχονται άγονοι!»
Εντεύθεν η παρανόησις του Ζάχου.

Πηγή: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1982

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

ΠΑΣΧΑ ΚΥΡΙΟΥ ΠΑΣΧΑ

ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΗ, ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ
Για μία ακόμη φορά εορτάζουμε την ανάσταση του Χριστού, το Πάσχα του Κυρίου, την ολόφωτη Λαμπρή, τη χαρούμενη Πασχαλιά, τη μοναδική Αυτοανάσταση. Το κενό μνήμα δίνει μνήμες ζωηφόρες. Εκκλησίες λαμπροφώτιστες, παπάδες λαμπροφορεμένοι, πρόσωπα που λαμποκοπούν. Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός τα λέει ωραία: “Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες, όλοι μικροί, μεγάλοι ετοιμαστείτε. Μέσα στις εκκλησιές τες δαφνοφόρες, με το φως της χαράς συμμαζωχτήτε. Ανοίξτε αγκαλιές ειρηνοφόρες ομπροστά στους αγίους και φιληθήτε. Φιληθήτε γλυκά χείλη με χείλη. Πέστε: Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι”…
Εορτάζεται η τροπαιοφόρα νίκη της ζωής κατά του φοβερού θανάτου. Η χάρη και η χαρά δεν εξαντλούνται στο πασχαλινό γεύμα, τα κόκκινα αυγά και το αρνί. Η Ανάσταση του Χριστού γεμίζει την καρδιά φως, την ψυχή αγαλλίαση, τον νου αισιοδοξία, τη ζωή νόημα. Η εορτή δεν ολοκληρώνεται στα πασχαλινά έθιμα της πατρίδος μας. Η εορτή είναι κυρίως πνευματική. Βιώνεται στην ωραιότατη μεταμεσονύκτια θεία λειτουργία, στη θεία μετάληψη, τη θεία κοινωνία. Τελείωσε το κατανυκτικό Τριώδιο. Αρχίζει το πανευφρόσυνο Πεντηκοστάριο. Ξεκινά μια νέα ζωή μέσα στη μυροβόλα άνοιξη.

Ο κάθε πιστός, κατά τον κορυφαίο άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, αποφασίζοντας ελεύθερα να μισήσει την αμαρτία, αφήνεται στο καθαρτικό λουτρό της μετανοίας με γλυκά και χαροποιά δάκρυα, με καρδιά ταπεινωμένη, και συμμετέχει με λαχτάρα, φιλότιμο και μεράκι στην αναστάσιμη Θεία Ευχαριστία, κι έτσι ενώνεται με τον αναστηθέντα Χριστό και αναγεννάται και θαυματουργά. Εισερχόμενος κανείς στον τάφο της μετανοίας και της ταπεινώσεως, αναγκάζει, κατά κάποιον τρόπο, να κατεβεί εκεί ο ίδιος ο Χριστός, όπως κατήλθε στον Άδη, για να μας αναστήσει και ζωοποιήσει. Με τον τρόπο αυτό, αυτός που συναντήθηκε μαζί Του παρατηρεί έκθαμβος τη δόξα της αναστάσεώς Του. Η ανάσταση δηλαδή της ψυχής είναι η μυστική ένωση με την όντως ζωή και η αρχή μιας καινούργιας ζωής εν Χριστώ Ιησού Σταυροαναστηθέντι.
Η Ανάσταση δίνει νέα διάσταση στη ζωή μας όλη. Η Ανάσταση δεν εξαντλείται σε εκείνη την υπέροχη νύχτα, αλλά μακραίνει, βαθαίνει και μπορεί να βιώνεται καθημερινά, εμπειρικά και στο βάθος της καρδιάς. Η Ανάσταση του Χριστού για τον πιστό και ευσυνείδητο χριστιανό είναι βίωμα συνεχές απαράμιλλο και ανέκφραστο. Ο Χριστός ανασταίνεται εντός μας. Μας φωτίζει, μας εμπνέει, μας κάνει διαφανείς, χριστοφόρους και θεοφόρους. Η θέα του φωτός δεν τυφλώνει, αλλά παραμυθεί και προβληματίζει αισιόδοξα.
Το φως του Χριστού μας φωτίζει, μας λαμπρύνει, μας ανασταίνει. Ζωοποιεί τη ναρκωθείσα από τις αμαρτίες ψυχή μας. Αισθανόμεθα ζωηρά τη χάρη τη θαυματουργό. Θεωρούμε εντός μας το φως το αληθινό. Γνωρίζουμε πλέον καλά ποιος μας ανασταίνει και δοξάζει. Κατά τον μεγάλο Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο Χριστός αναστήθηκε και διέλυσε τα δεσμά του θανάτου. Εμείς ανιστάμεθα με το που ο Χριστός συνθλίβει τις αλυσίδες των αμαρτιών μας. Τη νύχτα της Αναστάσεως δεν έχει κανείς δικαίωμα να κλαίει. Από τον τάφο του Χριστού ανέτειλε δυνατό, ωραίο και ανεξάντλητο φως, που σφουγγίζει δάκρυα, συγχωρεί πταίσματα, σβήνει αμαρτίες. Κανένας να μην απελπίζεται ποτέ για τα όποια αμαρτήματά του, όσο μεγάλα και να είναι. Ο ήλιος της δικαιοσύνης ανέτειλε από το κενό μνημείο. Τώρα υπάρχει διέξοδος, φως στο τούνελ, συγκινητική ευκαιρία ανεφοδιασμού, ενισχύσεως κι ευλογίας.
Το Πάσχα δεν είναι μόνο για διασκέδαση. Είναι σημαντική ευκαιρία φωτός, χάριτος κι ελπίδος. Νικηφόροι, χριστοφόροι, φωτοφόροι οι χριστιανοί μας, γνωρίζουν πολύ καλά να μην αγχώνονται, να μη βιάζονται, να μην παρασύρονται από μάταια λόγια. Καλούμεθα σε συνεχή επαγρύπνηση προς εξαφανισμό κάθε ίχνους απογνώσεως δαιμονοκίνητης. Λέγοντας “Χριστός Ανέστη” να το εννοούμε. Να το λέμε και με την καρδιά. Ο λαοφίλητος Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ έλεγε καθημερινά, ολοχρονίς σε όλους: “Χριστός Ανέστη, χαρά μου”. Βίωνε τη χαρά της Αναστάσεως μέσα του και γι’ αυτό συνεχώς έλεγε: “Χριστός Ανέστη, χαρά μου”. Ζούσε τη χαρά της Αναστάσεως, ήταν αληθινά χαρούμενος, και αυτό διαλαλούσε χαρούμενα.
Πάσχα σημαίνει πέρασμα. Από το σκοτάδι στο φως, από την αμαρτία στην αρετή, από τον βυθό στην επιφάνεια. Ο καιρός είναι καλός, η κρίση μεγάλη, το Πάσχα παρόν. Αγαπώντας το φως, αγαπούμε τη διαφάνεια. Η διαφάνεια χαρίζει ελευθερία, άνεση και αληθινή χαρά. Πάσχα Κυρίου Πάσχα, θανάτου εορτάζουμε, άλλης βιοτής απαρχή. Σκιρτούν οι καρδιές και φωτίζονται τ’ άφωτα βάθη.

Πηγή:www.makthes.gr

Η ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

 Τό κείμενο πού κολουθε γράφη, πό τόν τότε πίσκοπό της ρθόδοξης Σερβικς κκλησίας καί σήμερα γιο Ατς, Νικόλαο Βελιμίροβιτς (1881- 1956), σχεδόν πρίν πό κτώ δεκαετίες, ταν  μερική καί  πόλοιπος κόσμος δοκιμάζονταν πό τό οκονομικό κράχ το 1929 καί προέρχεται πό τό βιβλίο «Δρόμος δίχως Θεό δέν ντέχεται...», εραποστολικές πιστολές ΄, κδ. «ν πλ», θήνα 2008, σσ. 33-36.  


( τίτλος το πρωτοτύπου εναι: «Στόν πάπα-Κάραν γιά τήν κρίση το κόσμου»).  λόγος το μεστός καί πίκαιρος ξεδιπλώνεται εγλωττα, δίνοντας παντήσεις στό σύγχρονο νθρωπο τόσο γιά τά ατια, σο καί γιά τή διάρκεια τς σημερινς οκονομικς καί χι μόνο “κρίσης”. Τόπαραθέτουμε:
«Μέ ρωτς, νθρωπε το Θεοπό πού προέρχεται  σημερινή κρίση, καί τί σημαίνει ατή. Ποιός εμαι γώ γιά νά μέ ρωτς γιά να τόσο μεγάλο μυστικό; «Μίλα, ταν χεις κάτι καλύτερο πό τή σιωπή», λέει  γιος Γρηγόριος  Θεολόγος. μως παρόλο πού θεωρτι  σιωπή εναι τώρα καλύτερη πό κάθε μιλία, καί μως λόγω γάπης πρός σένα, θά σού κθέσω κενα πού σκέπτομαι περί ατο πού ρώτησες.
 κρίση εναι λληνική λέξη, καί σημαίνει δίκη. Στήν γία Γραφή ατή  λέξη χρησιμοποιεται πολλές φορές. τσι  ψαλμωδός λέει: «διά τοτο οκ ναστήσονται σεβες ν κρίσει» (Ψάλμ. 1, 5). Σέ λλο μέρος πάλι λέει: «λεος καί κρίσιν σομαι σοί, Κύριε» (Ψάλμ. 100, 1).  σοφός Σολομώντας γράφει, τι «παρά δέ Κυρίου πάντα τά δίκαια». (Πάρ. Σόλ. 16, 33).  διος  Σωτήρας επε, «λλά τήν κρίσιν πάσαν δέδωκε τ υἱῶ» (ωάν. 5, 22), νλίγο πιό κάτω λέγει πάλι «νν κρίσις στί το κόσμου τούτου» (ωάν. 12, 31).  πόστολος Πέτρος γράφει «τι  καιρός το ρξασθαι τό κρίμα πό τοοκου το Θεο» (Α΄ . Πετρ. 4, 17).
ντικατάστησε τή λέξη «κρίση» μέ τή λέξη «δίκη» καί διάβασε: «Διά τοτο οκ ναστήσονται σεβες ν δίκη»  «λλά τήν δίκην πάσαν δέδωκε τυἱῶ»  «νν δίκη στί το κόσμου τούτου»  τι «ποδώσουσι λόγον τ τοίμως χοντι δικσαι ζώντας καί νεκρούς».
ως τώρα ο Ερωπαϊκοί λαοί χρησιμοποιοσαν τήν λέξη «δίκη», ντί γιά τή λέξη «κρίση», ποτε καί νά τούς βρισκε κάποια συμφορά. Τώρα καινούργια λέξη ντικατέστησε τήν παλιά, καί τό κατανοητό γινε κατανόητο. ταν γινόταν ξηρασία, πλημμύρα, πόλεμος  πεφτε πιδημία, τανρριχνε χαλάζι, γίνονταν σεισμοί, πνιγμοί καί λλες συμφορές, λέγανε «Θεία δίκη!».
Καί ατό σημαίνει: κρίση μέσα πό ξηρασίες, κρίση μέσα πό πλημμύρες, μέσα πό πολέμους, μέσα πό πιδημίες κ.λ.π. Καί τή σημερινή χρηματικό-οκονομική δυσκολία  λαός τήν θεωρε ς Θεία δίκη, μως δέν λέει  δίκη λλά  κρίση. τσι στε  δυσκολία νά πολλαπλασιάζεται μέ τό νά γίνεταικατανόητη! φόσον σο νομαζόταν μέ τήν κατανοητή λέξη «δίκη», ταν γνωστή καί  ατία, λόγω τς ποίας ρθε  δυσκολία, ταν γνωστός καί Δικαστής,  ποος πέτρεψε τήν δυσκολία, ταν γνωστός καί  σκοπός τς πιτρεπόμενης δυσκολίας. Μόλις μως χρησιμοποιήθηκε  λέξη «κρίση», λέξη καταλαβίστικη σέ λους, κανείς δέν ξέρει πιά νά ξηγήσει οτε γιά ποιό λόγο, οτε πό Ποιόν, οτε ς πρός τί. Μόνο σ' ατό διαφέρει  τωρινή κρίση πό τίς κρίσεις πού προέρχονται πό τήν ξηρασία  τήν πλημμύρα  τόν πόλεμο  τήν πιδημία  τούς πνιγμούς  κάποιους λλους πειρασμούς.
Μέ ρωτς γιά τήν ατία τς τωρινς κρίσης,  τς τωρινς Θείας δίκης!  ατία εναι πάντα  δια.  ατία γιά τίς ξηρασίες, τίς πλημμύρες, τίςπιδημίες καί λλα μαστιγώματα τς γενις τν νθρώπων εναι  ατία καί γιά τήν τωρινή κρίση.  ποστασία τν νθρώπων πό τόν Θεό. Μέ τήν μαρτία τς Θεό-ποστασίας ο νθρωποι προκάλεσαν ατή τήν κρίση, καί  Θεός τήν πέτρεψε, στε νά ξυπνήσει τούς νθρώπους, νά τούς κάνεινσυνείδητους, πνευματικούς καί νά τούς γυρίσει πρός κενον. Στίς μοντέρνες μαρτίες—μοντέρνα καί  κρίση. Καί ντως  Θεός χρησιμοποίησεμοντέρνα μέσα στε νά τό συνειδητοποιήσουν ο μοντέρνοι νθρωποι: χτύπησε τίς τράπεζες, τά χρηματιστήρια, τίς οκονομίες, τίς συναλλαγές τν χρημάτων. νακάτωσε τά τραπέζια στίς συναλλαγές σ' λο τόν κόσμο, πως κάποτε στό ναό τν εροσολύμων. Προξένησε πρωτόγνωρο πανικό μεταξύμπόρων καί ατν πού νταλλάσσουν τό χρμα. Προκάλεσε σύγχυση καί φόβο. λα ατά τά κανε γιά νά ξυπνήσουν τά περήφανα κεφαλάκια τν σοφν της Ερώπης καί τς μερικς, γιά νά λθουν ες αυτούς καί νά πνευματικοποιηθον. Καί πό τήν νεση καί τό γκυροβόλημα στά λιμάνια τςλικς σιγουρις νά θυμηθομε τίς ψυχές μας, νά ναγνωρίσουμε τίς νομίες μας καί νά προσκυνήσουμε τόν ψιστο Θεό, τόν ζωντανό Θεό.
Μέχρι πότε θά διαρκέσει  κρίση; σο τό πνεμα τν νθρώπων παραμείνει δίχως λλαγή. σπου ο περήφανοι παίτιοι ατς τς κρίσης νά παραιτηθον μπροστά στόν Παντοδύναμο. σπου ο νθρωποι καί ο λαοί νά θυμηθον, τήν καταλαβίστικη λέξη «κρίση», νά τή μεταφράσουν στή γλώσσα τους, στε μέ ναστεναγμό καί μετάνοια νά φωνάξουν: « Θεία δίκη»!
Πές καί σύ, τίμιε πατέρα,  Θεία δίκη, ντί  κρίση, καί λα θά σού γίνουν ξεκάθαρα» Χαιρετισμούς καί ερήνη !

Πηγή: www.egolpion.com

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ - ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Tω αυτώ μηνί KΓ΄, μνήμη του Aγίου ενδόξου Mεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Tροπαιοφόρου1.

Eχθρούς ο τέμνων Γεώργιος εν μάχαις,
Eκών παρ’ εχθρού τέμνεται διά ξίφους.
Ήρε Γεωργίου τρίτη εικάδι αυχένα χαλκός.

Oύτος ο ένδοξος και θαυμαστός και μέγας Mάρτυς του Xριστού Γεώργιος, ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σϟϛ΄ [296], καταγόμενος από την χώραν των Kαππαδοκών, εκ γένους λαμπρού και επιφανούς. O οποίος, πρότερον μεν έλαμψεν εις την τάξιν των τριβούνων, ύστερον δε όταν έμελλε να μαρτυρήση, ήτον κόμης κατά το αξίωμα (ήτοι έπαρχος, ή ηγεμών, ή και στρατηλάτης). Όταν δε ο ασεβής Διοκλητιανός εκίνησε διωγμόν κατά των Xριστιανών, και προσταγήν βασιλικήν εξέδωκεν, ότι όσοι μεν Xριστιανοί αρνούνται τον Xριστόν, αυτοί να αξιόνωνται τιμών βασιλικών, όσοι δε δεν πείθονται να τον αρνηθούν, αυτοί να λαμβάνουν ζημίαν τον θάνατον. Όταν λέγω ταύτην την άθεον προσταγήν ο βασιλεύς έγραψε, τότε ο μέγας Γεώργιος παρών ευρεθείς, ανεκήρυξε τον εαυτόν του Xριστιανόν, και την των ειδώλων πλάνην ήλεγξε και ασθένειαν, περιγελών εκείνους οπού πιστεύουσιν εις αυτά. Eπειδή δε, ούτε εις τας κολακείας και τας πολλάς υποσχέσεις του τυράννου επείσθη ο Άγιος, ούτε εις τας φοβέρας και απειλάς του, αλλά όλα τα εκαταφρόνησε, τούτου χάριν, πρώτον μεν εκτύπησαν αυτόν εις την κοιλίαν με το κοντάρι. Tο δε κοντάρι, εκτύπησε μεν εις την σάρκα του Aγίου τόσον, οπού έτρεξεν εκείθεν αίμα πολύ, η δε μύτη του κονταρίου εγύρισεν οπίσω, όθεν και εφυλάχθη ο Άγιος αβλαβής. Έπειτα έδεσαν αυτόν εις ένα τροχόν, ο οποίος είχε τριγύρω εμπηγμένα σίδηρα κοπτερά, έπειτα άφησαν τον τροχόν να κυλίση εις ένα κατηφορικόν τόπον: τούτου χάριν το σώμα του Mάρτυρος κατεκόπη εις πολλά κομμάτια, κατεστάθη όμως πάλιν υγιές με επιστασίαν θείου Aγγέλου.
     Όθεν επαραστάθη ο Άγιος εις τον Διοκλητιανόν και συγκάθεδρόν του Mαγνέντιον, οι οποίοι έτυχε τότε να θυσιάζουν εις τα είδωλα, και επειδή εφάνη σώος και αβλαβής από τοιαύτην φοβεράν βάσανον, διά τούτο πολλούς Έλληνας ετράβιξεν εις την πίστιν του Xριστού, οίτινες κατά προσταγήν του βασιλέως ευθύς απεκεφαλίσθησαν. Tότε και η βασίλισσα Aλεξάνδρα επρόστρεξεν εις την πίστιν του Xριστού, και έμπροσθεν του ανδρός της Διοκλητιανού, ωμολόγησε τον Xριστόν Θεόν αληθινόν2. Eπίστευσαν δε και άλλοι πολλοί εις τον Xριστόν, με το να είδον τον Άγιον να βαλθή μεν εις τον λάκκον του ασβέστου, να μείνη δε από αυτόν αβλαβής. Mετά ταύτα εκάρφωσαν εις τους πόδας του Aγίου υποδήματα σιδηρά, και τον ανάγκαζον διά να τρέχη. Eίτα έδειραν αυτόν άσπλαγχνα με ξηρά νεύρα βοδίων. O δε Mαγνέντιος εζήτησε να κάμη σημείον ο Άγιος, και να αναστήση ένα νεκρόν, ο οποίος προ πολλών χρόνων απέθανε και ενταφιάσθη εις ένα τάφον, ευρισκόμενον εκεί έμπροσθέν του. Όθεν επροσευχήθη ο Άγιος επάνω εις την πλάκα του τάφου του. Kαι, ω του θαύματος! ανέστη ο νεκρός, όστις προσκυνήσας τον Άγιον, εδόξασε την θεότητα και δύναμιν του Xριστού. Eρώτησε δε αυτόν ο βασιλεύς, ποίος είναι, και πότε απέθανεν. O δε νεκρός απεκρίθη, ότι είναι από τους ανθρώπους οπού έζουν προ του να έλθη ο Xριστός, ήτοι προ τριακοσίων χρόνων και επέκεινα, και ότι διά την πλάνην οπού είχεν εις τα είδωλα, κατεκαίετο εις το πυρ τόσους χρόνους.
     Tούτο δε το θαύμα βλέποντες πολλοί Έλληνες, επίστευσαν εις τον Xριστόν, και με μίαν φωνήν εδόξαζον τον Θεόν. Mαζί δε με αυτούς ήτον και ο γεωργός Γλυκέριος, του οποίου το νεκρόν βόδι ανάστησεν ο Άγιος, ο οποίος επειδή εστερεώθη εις την πίστιν του Xριστού από το τοιούτον θαύμα, κατεκόπη με τα σπαθία υπό των απίστων, και έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. Kοντά δε εις τους ειρημένους, και άλλοι πολλοί επίστευσαν εις τον Xριστόν, όταν είδον, πως ο Άγιος εμβαίνωντας μέσα εις τον ναόν των ειδώλων, επρόσταξεν ένα είδωλον να ειπή, εάν ο Xριστός ήναι Θεός, και εάν πρέπη να προσκυνούμεν αυτόν. Tότε γαρ ο δαίμων, οπού εκατοίκει μέσα εις το είδωλον, θρηνώντας και βιαζόμενος απεκρίθη, ότι ο Xριστός είναι μόνος Θεός. Όθεν διά τον λόγον τούτον εταράχθησαν όλα τα είδωλα, και έπεσον εις την γην και εσυντρίφθησαν. Oι δε λατρευταί των δαιμόνων, μη ημπορούντες πλέον να υποφέρουν, επίασαν τον Άγιον και έφερον αυτόν εις τον βασιλέα, ζητούντες ογλίγωρα να δώση την κατ’ αυτού απόφασιν. O δε βασιλεύς επρόσταξε να αποκεφαλισθή ο Άγιος, ομού και η βασίλισσα Aλεξάνδρα. Kαι ο μεν Άγιος απεκεφαλίσθη, η δε Aγία Aλεξάνδρα προσευχηθείσα εις την φυλακήν, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Tελείται δε η του Aγίου Σύναξις εις τον αγιώτατον Nαόν αυτού, τον ευρισκόμενον εις τόπον λεγόμενον Δεύτερον. (Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου όρα εις τον πεζογράφον Δαμασκηνόν. Tον δε ελληνικόν αυτού Bίον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Διοκλητιανός ο Pωμαίων αυτοκράτωρ» (ευρίσκεται εν τη Λαύρα, εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις), εν δε τη Mεγίστη Λαύρα ευρίσκεται και άλλο τούτου Mαρτύριον, ου η αρχή· «H μεν του Σωτήρος ημών Iησού Xριστού προαιώνιος Bασιλεία».)


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Σημειούμεν εδώ διά τους φιλογεωργίους τα ακόλουθα ταύτα. Δηλαδή, ότι εις τον Mεγαλομάρτυρα τούτον Γεώργιον δύω εγκώμια έπλεξεν ο θεσπέσιος Kρήτης Aνδρέας. Ων το μεν έν, μετέφρασεν εις το απλούν η εμή αναξιότης, ου η αρχή· «Aεί μεν λαμπρά και πανεύφημα τα των Mαρτύρων μνημόσυνα». Tο δε έτερον, ευρίσκεται εν τω Iερώ Kοινοβίω του Ξενοφώντος, μεταφρασθέν υπό του αοιδίμου Iωάννου Mυρέων, ου η αρχή· «Ήλιος μεν ανίσχων εκάστης ημέρας». Oμοίως και Γρηγόριος Kωνσταντινουπόλεως ο Kύπριος, εγκώμιον έχει εις τον αυτόν, ου η αρχή· «Έθος τούτο των λόγοις αγωνιζομένων». (Σώζεται εν τω Πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου και εν τη των Iβήρων.)
     Eκτός δε των Kανόνων του Aγίου των περιεχομένων εν τοις Mηναίοις, έχει και ο Άγιος Kοσμάς Kανόνα εις την αυτού εορτήν εις ήχον δ΄, ειρμόν έχοντα· «Xοροί Iσραήλ». Oμοίως και ο Άγιος Aνδρέας ο Kρήτης, άλλον έχει Kανόνα εις την του Γεωργίου μεγαλειότητα, οκτωτρόπαρον σχεδόν όντα εν εκάστη ωδή, εις ήχον δ΄, ειρμόν έχοντα· «Tω οδηγήσαντι Θεώ». Ωσαύτως και ο Άγιος Iωσήφ ο υμνογράφος οκτώηχον τελείαν Kανόνων έχει εις τον μέγαν τούτον Γεώργιον. Δύω δε Kανόνας έχει κατά τον πλάγιον β΄ ήχον προς το «Ως εν ηπείρω πεζεύσας ο Iσραήλ», και προς το «Kύματι θαλάσσης». Άπαντες δε οι ρηθέντες Kανόνες ευρίσκονται κατά το ανωτέρω Iερόν Kοινόβιον του Ξενοφώντος, και ο βουλόμενος ζητησάτω εκείθεν. Eυρίσκεται και είς Kανών πανηγυρικώτατος, εγκεντρισμένος εις την αυτού εορτήν από του Kανόνος της Λαμπράς, και τας αυτάς εκείνου έχων αρχάς, εν τω κελλίω του Aγίου Γεωργίου, τω επάνω των Kαρεών κειμένω, του μακαρίτου παπά Παρθενίου Ζωγράφου, ου και τα οστά μετά θάνατον, ευωδία πνευματική ο Kύριος ετίμησεν ως και τα λείψανα των Aγίων. Σημείωσαι, ότι ο Kανών αυτός εμελουργήθη υπό του συγγραφέως της παρούσης βίβλου άριστα, ωσαύτως και κδ΄ Oίκοι εις τον Άγιον, άξιοι αναγνώσεως, και παρακλητικός Kανών ευρισκόμενος εν τω αυτώ κελλίω.
     O δε Δαβίδ ο Aττικός, ήτοι ο εξ Aθηνών καταγόμενος, όστις εφιλοπόνησεν άριστα και ελλογιμώτατα τον εις την εορτήν του Aγίου Γεωργίου δεύτερον Kανόνα, ειρμόν έχοντα το «Aναστάσεως ημέρα», ο Δαβίδ λέγω ούτος, φαίνεται ότι ήτον Aγιορείτης. Όθεν και το εν τη ενάτη ωδή τροπάριον εκείνο το λέγον «Γλυκύτατον δρόσον, όρη σταλάξατε και συ, κατ’ εξαίρετον σκίρτα, το Όρος το Άγιον, χόρευε νυν, και αγάλλου φαιδρώς. Eύρες και γαρ, κράτιστον τον μέγαν, Γεώργιον οροφύλακα». Tο τροπάριόν φημι τούτο, εννοεί το Άγιον Όρος του Άθω, του οποίου οροφύλαξ υπάρχει ο μέγας Γεώργιος. Kαθότι τρία Mοναστήρια εν τω αγιωνύμω Όρει εισίν, επί τω ονόματι του Aγίου Γεωργίου τιμώμενα. Tο του Ξενοφώντος, το του Ζωγράφου, και το του Aγίου Παύλου. Όρα και εις το Nέον Eκλόγιον το αξιόλογον θαύμα του Aγίου Γεωργίου. Eν δε τη Iερά Mονή των Iβήρων σώζεται και είς λόγος εις τα θαύματα του Aγίου Γεωργίου, ου η αρχή· «Oι των Θεού δωρεών αξιωθήναι ποθούντες».

2. Όρα κατά την εικοστήν πρώτην του παρόντος, ότε εορτάζεται η Aγία αύτη Aλεξάνδρα, και οι τρεις αυτής υπηρέται Aπολλώ, Iσαάκιος, και Kοδράτος.

(από το βιβλίο Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

ΑΓΙΟΝ ΠΑΣΧΑ 2011

Ν Ε Κ Τ Α Ρ Ι Ο Σ
λέ Θεο Μητροπολίτης Πέτρας καί Χερρονήσου
παντί τ πληρώματι τς κκλησίας χάριν, ερήνην καί λεος
παρά το νδόξως ναστάντος Σωτρος Χριστο



Χριστς νέστη!
Σήμερον μν τ λαμπρ νικητήρια γέγονεν.  Μονογενς Υἱὸς το Θεο, δι τς κατ τν θάνατον οκονομίας, τ σαρκ σαββατίσας, νέστη κ νεκρν, δωρούμενος μν ζων τν αώνιον.
γαλλιάσθω  κτίσις, εφραινέσθωσαν πάντες ο γηγενες. Ατός,  ζωαρχικώτατος Κύριος κα Θες μν,  συνέχων πάντα γς τ πέρατα, π τν λβιον Τάφον, ρή­ξας το δου τνπληστον γαστέρα, ξήστραψε ζων κα βράβευσε τν νάστασιν, τ βροτεί φυράματι.
 δης στενάζει κα θάνατος δύρεται κα κόσμος γάλλεται κα πάντες συγχαίρουσιν.ξέρχεσθε ο πιστο ες τν νάστασιν. Προσκυνήσωμεν γιον Κύριον ησον, τν μόνονναμάρτητον.
ορτάσωμεν τν ορτν ταύτην, τν μεγίστην κα λαμπράν, θεοσεβς κα εσχη­μόνως, «μκώμοις κα μέθαις, μ κοίταις κα σελγείαις», λαμβάνοντες περαν ναστά­σεως, γνόντες Ατν κα τν δύναμιν τς ναστάσεως Ατο.
Χριστς νέστη! Τέτρωται δης. Δι θανάτου τ θνητν κα δι ταφς τ φθαρ­τν μετέβαλεν Θεός, παθανατίσας τ πρόσλημμα τς σαρκς Ατο, τ ποον ποτε­λε τ χέγγυον τςναστάσεως μν.
Χριστς νέστη, συναναστήσας παγγεν τν δάμ, ς εκονίζεται ν τ ρθοδό­ξ εκόνι τςναστάσεως. Τος χθρος πατάξας ν Σταυρ, ρωμαλεότητι το κρείτ­τονος. δοποίησε πάσσαρκ τν κ νεκρν νάστασιν.
Χριστός νέστη! Μή κλαίετε. να­στήσονται ο νεκροί, ο ν τος μνημείοις.
Χριστς νέστη! Τοτο εναι τ ρραγές θεμέλιον τς πίστεως, τς λπίδος κα τς ασιοδοξίας. Μετ τν νάστασιν το Χριστο λα σα συμβαί­νουν ες τν κό­σμον χουν λάβει λλην διάστασιν, διά τοτο πσα  κτίσις γάλλεται καί χαίρει.
Ναί! πάρχει νάστασις δι τάς θλίψεις καί τάς σθενείας, δι τ δειν κα τάς δικίας, δι τάς στερήσεις κα τάς κρίσεις, δι’ σους ερίσκονται ν ποικίλοις μνήμασι, φο πάντες ο θανάτου κέντρ πληγέντες, ναστάσεως λπίσι ζωογο­νονται.
ξοχώτερον μως δρον τς ναστάσεως εναι  νατείλασα κ το Τάφου συγγνώμη, ποία καλε μς ν περβμεν τάς μικρότητας, τάς μνησικακίας κα τ πάθη, ν συγχωρήσωμεν πάντα τ ναστάσει, λλήλους περιπτυσσόμενοι.
δελφο κα Πατέρες, ελογημένοι χριστιανοί,
Προερχόμενος κ το πανσέπτου Συνθρόνου τς ερς Μητροπόλεως Πέτρας καΧερρονήσου, νάστασιν Χριστο θεασάμενος, παρακαλ πάντας, Πάσχα κρο­τοντες αώνιον, ννδυθμεν ντ σποδο, καταστολν δόξης, ν φων γαλ­λιάσεως ελογο­ντες τ περύμνητοννομα το Κυρίου, τ ανετν κα δεδοξασμένον ες τος αώνας.
Μ μείνωμεν ες τν πρ τς μις τν Σαββάτων καιρόν. νέστη  Κύριος ντως! Πύλας χαλκς συνέτριψε κα πάντας γείρει. Οκ σχύει το θανάτου τ κρά­τος. Ες τν ναστάντα Κύριονδόθη πσα ξουσία ν οραν κα π γς. Ατς μεθ’ μν σται πάσας τάς μέρας τς ζωςμν, ως τς συντελείας τν αώνων.
ναπέμποντες, π’ κκλησίας, διάπυρον προσευχν πρς Τν συντρίψαντα το θανάτου τκράτος, ς εχηθμεν τοτο τ Πάσχα ν καταστ διάβασις κ το ψεύδους ες τν λήθειαν, κ τςπογνώσεως ες τν λπίδα, κ τν κρίσεων τν στεναγμν το δου, ες τν διακαινήσιμον πορείαν τν χομένων ληθείας, να κρείττονος ναστά­σεως τύχωμεν πάντες.
Χριστς νέστη!
Ατ  δόξα κα  προσκύνησις ες τος αώνας. μήν.