Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

ΤΑ ΒΛΕΠΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΚΑΙΡΑ - ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Η Εκκλησία αναμφίβολα βα­σανίζεται, οί αρχηγοί της παύονται. Λύκοι αρπακτικοί επιτέθηκαν στην ποίμνη και σκόρπισαν το ποίμνιο. Οί δυνάμεις αύτού του κόσμου ξεσηκώθηκαν κατά του θυσιαστηρίου και επέβαλαν το σφετερισμό και το σχίσμα.Τι σημαίνει αυτό;Δεν συνέβη ποτέ τίποτε πα­ρόμοιο στον κόσμο; Σάν να μη με­γάλωσε ή Εκκλησία του Χρίστου ανάμεσα σε αταξίες!Κι ό ίδιος ό Χριστός σαν να μην περικυκλώθηκε από σκάνδα­λα από το λίκνο μέχρι το θάνατο του!” Αν είναι έτσι, γιατί να πα­ραπονιόμαστε; Τι είναι τα δικά μας παθήματα, όταν ό Υιός του Θεού και οί απόστολοι Του μάς μετέφεραν την αλήθεια μέσα σε διωγμούς και βάσανα;[...]

Άς εξετάσουμε τη σκέ­ψη σου, όταν αφήνεται να τα­ράσσεται από τις αταξίες πού μάς ενοχλούν. “Οταν τα αγαπη­τά σου πρόσωπα υποφέρουν, υπο­φέρεις κι εσύ, και κλαις για τόσες δυ­στυχίες, στις όποιες δέν διακρίνεις οϋτε το σκοπό οϋτε το πιθανό τέλος.  Σκοτεινές και ζοφερές ιδέες σε πολιορκούν, σύννεφο λύ­πης σε καλύπτει. Πέφτεις στην αποθάρρυνση, διό­τι δεν καταλαβαίνεις τίποτε άπ’ όλα όσα συμβαίνουν. “Α, δεν θέλω να σου καλύψω το κακό πού σε τρομάζει. Δεν θέλω ούτε να το αρνηθώ, ούτε να το ελα­χιστοποιήσω, θέλω αντίθετα να το αντικρίζεις όπως είναι, δηλαδή πιο τρομερό, πιό βαθύ άπ’ ό,τι σου φαί­νεται. Ναί, περιπλανιόμαστε στους κόλπους μιας ατέλειωτης φουρτουνιασμένης θάλασσας. Το πλοίο, μας μεταφέρει, κλυδωνίζεται χωρίς κατεύθυνση, παραδομένο στη θέ­ληση των μανιασμένων ώκεάνιων κυμάτων.
Οί μισοί του ναύτες βρίσκονται στη θάλασσα και τα πτώματα τους επιπλέουν μπροστά στα μάτια μας στην επιφάνεια του νερού. Σχίστηκαν τα πανιά, έσπασαν τα κατάρτια. Τα κουπιά εγκαταλείφθηκαν, το πη­δάλιο έσπασε και οί πλοηγοί, καθισμένοι στη θέση τους, δεν μπορούν παρά με τα χέρια τους να συ­σφίγγουν τα γόνατα τους, ανήμποροι να καταστρώσουν κά­ποιο σχέδιο και μη έχοντας πιά δύναμη παρά μόνο για να θρηνούν. Σκοτεινή νύχτα τους καλύπτει και κινδυνεύουν να σκο­ντάψουν σε ϋφαλο. Τα αυτιά τους δεν συλλαμβάνουν πλέ­ον παρά τον εκκω­φαντικό θόρυβο των κυμάτων.Ή ϊδια ή θάλασσα ανασηκώνει από τον πυθμένα της απαίσια τέρατα και τα ρίχνει πάνω στο πλοίο. Ή φρίκη των επι­βατών είναι μεγάλη… Μάταια προσπαθώ με τη συσσώρευση των εικόνων αυτών να εκφράσω το πλήθος των κακών πού μας καταθλίβουν. Πραγματικά, ποια ανθρώπινη γλώσσα θα μπορούσε να τα περιγράψε; Κι ωστόσο εγώ, πού περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο θα έπρεπε να ήμουν ταραγμένος, δεν χάνω την ελπίδα. Σηκώνω τα μάτια μου ψηλά προς τον ύψιστο κυβερνήτη του σύμπαντος, πού δεν του είναι ανα­γκαία ή ευφυΐα, για να καθησυχάσει την τρικυμία…Δεν πρέπει, λοιπόν, να αποθαρρυνόμα­στε, αλλά αντίθετα να έχουμε πανιά στο νου μας αυτή τήν αλήθεια: Δεν υπάρχει παρά μία δυστυχία, πού πρέπει να φο­βόμαστε στον κόσμο, την αμαρτία και τις αδυναμίες της ψυχής, πού οδηγούν στην αμαρτία.Όλα τα υπόλοιπα δεν είναι παρά μύθος. Επιβουλές και εχθρότητες, απάτες και συ­κοφαντίες, αδικίες καi καταδύσεις, δημεύ­σεις, εξορίες, ξίφη ακονισμένα, θάλασσες ταραγμένες, πόλεμος όλης της οικουμένης, όλα αύτά δεν εΐναι τίποτε και δεν μπορούν να ταράξουν ψυχή πού αγρυπνά. Ό άπ. Παύλος μας το διδάσκει μ’ αύιά τά λόγια: «τα βλεπόμενα πρόσκαιρα» (Β’ Κορ. 4,18). Γιατί, λοιπόν, να φοβόμαστε σαν να είναι αληθινές συμφορές γεγονότα πού ό χρόνος παρασύρει όπως έ’να ποτάμι ιά νερά του; «Αλλά», θα μου πει κανείς, «είναι σκληρό καϊ βαρύ φορτίο ή εχθρότητα».
Αναμφίβολα.Ωστόσο, άς τη δούμε από μία άλλη πλευρά και θα μάθουμε να την καταφρονούμε.Οί προσβολές, οί περιφρονήσεις, οί σαρκασμοί, πού προέρχονται από τους εχθρούς μας, τί είναι; Το μαλλί από ένα φθαρμένο έπανωφόρι, πού το τρώνε τα σκουλήκια και το λειώνει ό χρόνος. «Έντούτοις», προσθέτει κάποιος, «μέσα σ’ αύτές τις δοκιμασίες πού έπιβάλλονται στον κόσμο,πολλοι χάνονται και πολλοι σκανδαλίζονται».Ασφαλώς, κι αυτό συμβαίνει αρκετές φορές. Στή συνέχεια όμως, μετά τις κα­ταστροφές, τους θανάτους, τα σκάνδαλα, ξαναπροβάλλει ή τάξη, βασιλεύει ή ηρεμία και ή αλήθεια ξαναβρίσκει το δρόμο της. “Α! θέλετε να είστε πιο συνετοί από τον Θεό! Βολιδοσκοπείτε τις αποφάσεις της θείας πρόνοιας! Υποκλιθείτε καλύτερα στους νόμους πού θέτει. Μη κρίνετε, μη γογγύζετε. Να επαναλαμβάνετε μόνο με τον ϊδιο από­στολο: «Βαθιά σχέδια του Θεού, ποιός θα μπορούσε να διεισδύσει σε αυτά;» (Ρωμ. 11, 33) .”Ας υποθέσουμε ότι κάποιος άνθρωπος δεν είδε ποτέ τον ήλιο ν’ ανατέλλει και να δύει. Δεν θα σκανδαλιζόταν, αν έβλεπε το άστρο της μέρας να εξαφανίζεται από το στερέωμα και τη νύχτα να καταλαμβάνει τη γη;Θα πίσιευε ότι ό Θεός τόν εγκατέλειψε. Κι εκείνος πού δεν είδε παρά την άνοιξη, δεν θα σκανδαλιζόταν βλέποντας να φτάνει ό χειμώνας, ό θάνατος αυτός της φύσης; θα νόμιζε Ίσως ότι ό Θεός απαρνήθηκε το έργο του κι εγκαταλείπει τον κόσμο πού δημιούργησε. Κι αυτός πού βλέπει να σπέρνουν το σπόρο πάνω στή γη και τον ίδιο το σπόρο να σαπίζει κάτω από τη γη και την πάχνη, δέν σκανδαλίζεται και δεν αναρωτιέται γιατί να χάνεται αυτός ό σπόρος; Άλλ’ αργότερα θα τον δει νά ξαναζωντανεύει σε χρυσοκίτρινα στάχυα. Ό άλλος θα δει τόν ήλιο ν’ ανατέλλει ξανά στον ορίζοντα και την άνοιξη να δια­δέχεται πάλι το χειμώνα. Αυτοί οί άνθρω­ποι θα μετανοήσουν τότε για την τύφλωση τους και θα υποκλιθούν με σεβασμό μπρος στην τάξη, πού όρισε ή θεία πρόνοια. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τα ηθικά πράγματα και τα γεγονότα της ζωής.Αρκεί να τα παρατηρήσουμε, για ν’ ανα­γνωρίσουμε σε λίγο με πόνο ότι ή αμφι­βολία πού μας κατέλαβε δεν ήταν παρά βλασφημία…

* Άποσπάσματα από τiς έπιστολες του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στη δι­ακόνισσα Όλυμπιάδα, κατά τη δεύτερη και οριστική εξορία του. ·Άπο το βιβλίο «ΆγιοςΊωάννης ό Χρυσόστομος:Μεγαλομάρτυρας μετά τους διωγμούς».

Πηγή: www.proskynitis.blogspot.com

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

Ο τόπος της αληθινής λατρείας Το σημερινό Ευαγγέλιο μας μεταφέρει στη Σαμάρεια της Παλαιστίνης και συγκεκριμένα στο «φρέαρ τοΰ Ιακώβ». Εδώ θα δούμε τον Κύριο να οδοιπορεί, να κουράζεται και να διψά «τήν των πλανεμένων επιστροφήν». Η σωτηρία του ανθρωπου ήταν η πείνα και η δίψα Του. «Βρώμα Του και πόμα Του» (=τροφή και ποτό Του) είναι να εκπληρώσει το θέλημα τοϋ Πατέρα Του, να σώσει τον άνθρωπο. Κάθεται στο πηγάδι, όχι για δική Του άνεση, αλλά για να «ζητήση και σώση» ένα άπολωλός πρόβατο Του, τη γνωστή Σαμαρείτιδα, από το Βάρος της αμαρτίας και να την ποτίσει άπό την πηγή του «ζώντος ύδατος».
1. Συνάντηση με τη Σαμαρείτιδα
Ή Σαμαρείτιδα ήρθε άπό το σπίτι της να πάρει νερό άπό το πηγάδι να δροσίσει το σώμα της και συνάντησε τον Χριστό, ό όποιος συνωμίλησε μαζί της. Όλη ή ζωή της και ή ελαχίστη λεπτομέρεια, ήταν μπροστά Του γυμνή, ολοφάνερη. Δεν την εκθέτει όμως. Δεν την προσβάλλει. Δεν της είπε πώς είναι πολύγαμη, ουτε πώς ζεϊ παράνομα. Ή αγάπη δεν τα επιτρέπει αυτά, γιατί «πάντα στέγει» (=όλα τα σκεπάζει). Την βλέπει πώς είναι διψασμένη στο σώμα, αλλά και η ψυχή της διψά τον Θεό. Βρίσκεται στον άδη των παθών της αμαρτίας. Είχε ανάγκη, όχι μόνο άπό τη δροσιά του πηγαδιού, αλλά και από το «ζών ύδωρ» του Αγίου Πνεύματος, για να δώσει ζωοποιό κίνηση στη νεκρωμένη ψυχή της, την ξηρή και άγονη για το καλό, όπως την έκανε η κακουργία του διαβόλου.
Την πλανούσε ό μισάνθρωπος να νομίζει, πώς θα γεμίσει την ψυχή της και θα βρει πλήρωμα ζωής στις πρόσκαιρες σαρκικές απολαύσεις και ηδονές. Ήταν δούλη και λάτρις στα πάθη αυτά, αλλά πάντα στερημένη άπό την εσωτερική ανάπαυση, γιατί αυτή μόνο ό Θεός τη δωρίζει. Δοκίμασε όλα τα αισθητά και τα γήϊνα, πού δίνουν τρυφή στη σάρκα. Γνώρισε πέντε άνδρες, τους άφησε, ζουσε με έκτο, χωρίς να βρει το πλήρωμα της ζωής, γιατί της έλειπε το πνευματικό και ουράνιο. Τώρα λοιπόν συναντιέται με τον μοναδικό Νυμφίο, ό όποιος θα την καλέσει σε γάμο άφθαρτο και αμίαντο, σε αγαπητική σχέση και κοινωνία μαζί Του, πού είναι πηγή ζωής αιωνίας και παντός αγαθού.
Ο διάλογος πού αρχίζει ό Χριστός μαζί της, φανερώνει πώς, έκτος από τα αισθητά και τα γήϊνα πού την ενδιέφεραν, είχε και άλλες αναζητήσεις. Ζήτησε άπό τον Χριστό το «ύδωρ το ζών», πού γι’ αυτήν ήταν νερό φυσικό, ενώ για τον Χριστό ήταν η Χάρις του Αγίου Πνεύματος. και όταν αντιλήφθηκε πώς ο συνομιλητής της δεν ήταν απλός άνθρωπος, αλλά κάποιος Προφήτης, ζήτησε να πληροφορηθεί για τη λατρεία του Θεου. τον αληθινό Θεό βέβαια δεν τον γνώριζε και τη θέση Του στη ζωή της την πήραν τα αμαρτωλά πάθη, τα οποία την κυβερνούσαν. Γνώριζε μόνο μια τυπική λατρεία του Θεου, την «έν τόπω», σύμφωνη με τον Νόμο και ζητά άπό τον Χριστό να της πε, ποιος είναι ό αληθινός τόπος της λατρείας του Θεου. Ασφαλώς η Σαμαρείτιδα δεν μπορουσε να καταλάβει, πώς η ακόλαστη ζωή και η λατρεία του σώματος της, απέκλειαν τη λατρεία του Θεου. Νόμιζε πώς μπορουν και τα δυο να συνυπάρχουν, φτάνει να μάθει τον τόπο. Αν είναι το όρος Γαριζείν η ό Ναός του Σολομώντος.
2. Η νομική λατρεία
Η λατρεία αυτή δεν προέρχεται άπό τα μυστικά Βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Είναι η φαινόμενη λατρεία, η εξωτερική, η «κατά Νόμον». Οπωσδήποτε όμως αυτό πού ζήτησε η Σαμαρείτιδα, δεν είναι κάτι για το σώμα, για το κάλλος, για την υγεία η για χρήματα, αλλά κάτι διαφορετικό, για την πίστη. Φαίνεται πώς κάτι καινούργιο ξεκινά μέσα της. Κάτι αναμένει να της αποκαλύψει ό Χριστός. Ξέρει κάτι και επείγεται να δεχθεί την τελειότερη γνώση, παρατηρούν οι Πατέρες.
Ο Χριστός δεν της άπαντα για τον τόπο της λατρείας, γιατί μ’ αυτή τη λατρεία δεν εύαρεστείται ό Θεός, άφου δεν σώζει τον άνθρωπο. Θα την οδηγήσει «θεοπρεπέστατα» να αντιληφθεί, πώς ό άνθρωπος είναι ό αληθινός «τόπος» λατρείας, στον όποιο ευαρεστείται ό Θεός. και σ’ αυτό πρέπει να στοχεύει. Λατρεία πού ασχολείται με «τόπους», με προσφορές θυσιών ζώων η καρπών της γης και δεν ελευθερώνει τον άνθρωπο άπό τη δουλεία των παθών, δεν αρέσει στον Θεό.
Ο λαός του Ισραήλ είχε πολλούς γειτονικούς λαούς, πού λάτρευαν τα είδωλα και ήταν δυνατό να παρασυρθεί στη λατρεία των ειδώλων. Ο Θεός λοιπόν «διά την των Ιουδαίων παχύτητα και ασθένειαν», πού δεν ήταν σε θέση να καταλάβουν, ότι ό «Θεός είναι πνεύμα», κατά παραχώρηση, δέχθηκε τις διάφορες θυσίες του Ισραήλ για να συντηρήσει την πίστη του σε ένα Θεό, καθώς και για να τον προετοιμάσει να δεχθεί τη μόνη θυσία πού σώζει, του «Αμνού του Θεού, του αίροντος την άμαρτίαν του κόσμου». η νομική λατρεία ήταν παιδαγωγική, με προοπτική τον ερχόμενο Χριστό.
Παρόλη τη συγκατάβαση του Θεου σ’ αυτού του είδους τη λατρεία, με τους Προφήτες Του καλουσε τον Λαό Του στην πνευματική λατρεία, τη συμμετοχή της καρδίας και όχι μόνο του σώματος, πού πρόσφερε την τυπική θυσία. Ό Θεός με τους Προφήτες εκφράζει το παράπονο, ότι ό Λαός Του τον τιμά μόνο «τοις χείλεσι» (=μέ λόγια) «ή δε καρδία αυτού πόρρω απέχει» (=βρίσκεται πολύ μακρυά) άπ’ Αυτόν.
Η νομική λατρεία, χωρίς την εσωτερική συμμετοχή, δεν είναι τίποτε. Δεν βοηθεϊ τον άνθρωπο να αποφύγει την αμαρτία και να συνδεθεί με τον Θεό. η Σαμαρείτιδα π.χ. ζούσε στον βυθό της αμαρτίας και αυτό δεν την προβλημάτιζε. και θεωρούσε κακό να δώσει λίγο νερό στον συνομιλητή της. Ακόμη και να ήταν Ιουδαίος, όχι μόνο δεν θα τη μόλυνε, αλλά θα την βοηθούσε να αφήσει τη σκληρότητα της και να επιδείξει αγάπη στον συνάνθρωπο της, ανεξάρτητα από την εθνικότητα του. Ο Θεός δηλαδή δεχόταν τις θυσίες και τους «τόπους» της λατρείας, με την προυπόθεση ότι ο Λαός θα επιδιώκει την αγιότητα στη ζωή του, όπως άγιος είναι και ο Θεός.
Όταν ο άνθρωπος δουλεύει στα πάθη του, δεν μπορεί να δουλεύει και να λατρεύει και τον Θεό. Γι΄ αυτό δεν απαντα στην απορία της Σαμαρείτιδας, γιατί ο τόπος πού αναζητά δεν την ξεδιψά, δεν έχει σχέση με τη σωτηρία της. Τόπος θα γίνει η ίδια. Αυτό πρέπει να επιδιώξει. Όχι τόπον θυσίας, αλλά να γίνει η ίδια θυσία ζώσα, ευάρεστος τώ Θεώ».
3. Λατρεία «εν πνεύματι και αληθεία»
Ο Χριστός θα βοηθήσει τη Σαμαρείτιδα να υπερβεί τον τύπο και να δεχθεί την ουσία, την «δωρεάν του Θεού». Να αφήσει την προσκόλληση στα επίγεια, πού μοιάζουν με το νερό του πηγαδιού, πού το πίνει και πάλι διψά και να δεχθεί τα ουράνια, τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, πού είναι «ύδωρ ζωής», πληρότητα ζωής, ύδωρ αφθαρσίας και αθανασίας. Με την αναφορά του αυτή ο Κύριος θα την οδηγήσει σε Μετάνοια και θα την προσανατολίσει στον Θεό και το θέλημα Του.
Αφήνει λοιπόν τον τόπο, πού ζητά η Σαμαρείτιδα, τόσο το όρος Γαριζείν όσο και τον Ναό του Σολομώντος και για να την κάνει να δώσει ιδιαίτερη προσοχή σ΄αυτά πού θα της αναφέρει, πού είναι η ουσία της σωτηρίας, της λέγει: «Γύναι, πίστευσόν μοι…». Με αυτές τις λέξεις «καταρτίζει την πίστιν της γυναικός και την οδηγεί επί την πνευματικωτέραν λατρείαν», σχολιάζει Ο ιερός Χρυσόστομος. και συνεχίζει: «Προσέξετε, πώς λίγο-λίγο ανεβάζει ανάλαφρα την ψυχή της στον ουρανό. Χωρίς να λογαριάζει την ιδιότητα της πόρνης, γίνεται διάκονος της σωτηρίας της ψυχής της». και συνεχίζει ο Κύριος: «Έρχεται ώρα ότε, ούτε έν τώ όρει τούτω, ούτε έν Ίεροσολύμοις προσκυνήσετε τώ πατρί… έρχεται ώρα και νύν έστί, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τώ πατρί έν πνεύματι και αληθεία· και γάρ Ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνουντας αυτόν. Πνεύμα Ο Θεός, και τους προσκυνουντας αυτόν έν πνεύματι και άληθεία δεϊ προσκυνεΐν». Δεν περιορίζεται δηλαδή σε λόγια και σε τόπους και νομικές διατάξεις η αληθινή λατρεία του Θεου.
Ο Χριστός με τη θυσία Του ξεπέρασε τη λατρεία του Νόμου. Η «ώρα» για την οποία μιλά ο Χριστός, ότι ήλθεν, είναι Ο καιρός της ενανθρωπήσεως, της θυσίας Του και της Αναστάσεως Του. Ο νέος Ναός, στον όποιο λατρεύεται ο Θεός, είναι το «σταυρωθέν και ταφέν και άναστάν» Σώμα Του. το εξηγεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Ο Ιησους έλεγε περί του ναου του σώματος αυτού», όταν είπε: «λύσατε τον ναόν τούτον και έν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν».
Τώρα λοιπόν, τόσο το Γαριζείν όσο και ο Ιουδαϊκός Ναός των Ιεροσολύμων, καταργουνται ως τόποι λατρείας και μαζί τους οι νομικές διατάξεις για Σάββατα, για θυσίες, για μόσχους και αμνούς και περιτομήν. «Τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε καινά πάντα». η «σκιά του Νόμου» μεταποιείται τώρα σε λατρεία πνευ ματική, «έν πνεύματι και αληθεία». η πνευματική λατρεία είναι θεοπρεπής. Ο πνευματικός άνθρωπος λατρεύει τον Θεό και αποβλέπει στην «οικειότητα Θεού», στη σχέση και κοινωνία μαζί Του και διαλάμπει πνευματικά με τα έργα της αρετής του.
Ο Χριστός λοιπόν με «σοφίαν αρίστην» (ιερός Χρυσόστομος) εισάγει τη Σαμαρείτιδα στον νέο τρόπο λατρείας, πού ταυτίζεται με τον πνεύμα τικό τρόπο ζωης. η Σαμαρείτιδα τώρα καλείται σε αλλαγή, σε Μετάνοια, σε εγκατάλειψη του παλιού τρόπου ζωής, στη νέκρωση των παθών, του σαρκικου φρονήματος, πού είναι η περιτομή της καρδίας, στην υπέρβαση των γήινων απολαύσεων. Όλα αυτά μοιάζουν με το νερό του πηγαδιού, πού σταματά την αισθητή δίψα προσωρινά. Τώρα χρειάζεται η καθαρότητα του νου, της ψυχής ολόκληρης για να δεχθεί το ανώτερο νερό, το «υδωρ το ζών», μια άλλη απόλαυση διαρκείας, αθανάτου ζωής, πού είναι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος.
Ο πνευματικός άνθρωπος, πού παλαίει να νεκρωθεί από τα πάθη του, συμμετέχει στα πάθη και τον Σταυρό του Κυρίου και ανίσταται και ζωοποιείται με τη συμμετοχή στο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Γίνεται «έκ νεκρών ζών», γιατί η Ανάσταση πάντοτε ανατέλλει «έκ του τάφου». Αυτή πλέον είναι εισαγωγή σε ένα άλλο τρόπο ζωής, πού υπερβαίνει τη φυσική ζωή, τα αισθητά πράγματα και προχωρεί από την προσωρινότητα στην αιωνιότητα. Γι’ αυτό και η Εκκλησία από την ίδρυσή της, στα κοινά δείπνα πού ωργάνωνε γά τους πιστούς, δεν αρκείτο μόνο στην τροφή πού προσφερόταν και έδινε πρόσκαιρη ζωή, αλλά έπεσφράγιζε τις «αγάπες» (=τά κοινά δείπνα) με την «Κλάσιν του Άρτου», δηλαδή με τη θεία Ευχαριστία, πού δίνει «ζωήν αίώνιον».
Με άλλα λόγια, το έν «πνεύματι και άληθεία» είναι η άρχή, αλλά και Ο τελικός σκοπός της Λατρείας του «καινου αιώνος», πού αρχίζει με τον Χριστό. το «πνεύματι» αναφέρεται στο Αγιο Πνεύμα και το «άληθεία» στον Χριστό. Επομένως για να λατρεύσει η Σαμαρείτιδα τον Θεό, αλλά και ο κάθε άνθρωπος, προυποθέτει ζωήν «έν Χριστώ και Αγίω Πνεύματι». Αυτό όμως αποτελεί και τον σκοπό, στον όποίο αποβλέπει η λατρεία.
4. Η μεταστροφή
Η Σαμαρείτιδα «εστράφη εις τα οπίσω», στην επανάκτηση του αρχαίου κάλλους, στην οδό της θεώσεως, όπου την κάλεσε θεο-πρεπέστατα, Ο «καλέσας αμαρτωλούς εις μετάνοιαν». Πήγε να καλέσει τους συμπατριώτες της να δούν τον Χριστό και «άφηκε την υδρίαν αυτής» στο πηγάδι, δηλαδή τη στάμνα πού περιείχε το φυσικό νερό. Δεν τη μετέφερε στο σπίτι της. Αυτό δεν σημαίνει, πώς δεν θα ξαναέπινε νερό. Είναι κάτι συμβολικό. το σημειώνει όμως ο Ευαγγελιστής, για να δείξει τη μεταστροφή της. Προτίμησε δηλαδή τη ζωή του Χρίστου από τη ζωή των παθών και τις ηδονές του σώματος, πού ήταν το καθημερινό «νερό» της. η ψυχή της γεμίζει πλέον με Χριστό. Αφήνει τα άχυρα και πιάνει το σιτάρι. Παίρνει διαζύγιο από τους πέντε άνδρες, για να συζευχθεί και να συναφθεί με τον Χριστό σε μόνιμο γάμο, «άφθαρτον και άμίαντον».
5. Η «χώρα» των αγιαζομένων
Τόπος των αγιαζομένων είναι το Άγιο Πνεύμα, λέγει ο Μέγας Βασίλειος. Και συνεχίζει: Στο όρος Σινά ο Θεός είπε στον Μωυσή: «Ιδού τόπος, παρ’ έμοί και στήθι επί της πέτρας». Τί άλλο εννοεί με τον «τόπον», παρά το Άγιο Πνεύμα, με του οποίου τον φωτισμό μπορούμε να δουμε τον Θεό και να τον γνωρίσουμε; Το Άγιο Πνεύμα είναι ο «τόπος» της αληθινής λατρείας. η Αγία Γραφή λέγει: «Πρόσεχε να μή προσφέρεις σε οποιονδήποτε τόπο τη θυσία σου, αλλά στον τόπο, πού θα διαλέξει Κύριος ο Θεός σου». Ποιά είναι αυτή η θυσία; Η θυσία των παθών, πού είναι δοξολογία στον Θεό (θυσία αίνέσεως). Σε пою δε άλλο τόπο προσφέρουμε αυτήν, παρά στον «τόπο», πού λέγεται Άγιο Πνεύμα; Και που το μάθαμε αυτό; Από τον ίδιο τον Κύριο πού λέγει: «οί αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί έν πνεύματι και άληθεία». Ώστε το Άγιο Πνεύμα είναι πράγματι ο «τόπος» των Αγίων, γιατί το έχουν στην ψυχή τους. Όπως δε το Πνεύμα είναι ο «τόπος» των Αγίων, έτσι και οι Άγιοι είναι «τόπος» του Αγίου Πνεύματος, γιατί προσφέρουν τους εαυτούς τους καθαρούς για να κατοικήσει το Άγιο Πνεύμα και γίνονται ναός Του, «τόπος» της αληθινής λατρείας. Έτσι έγινε και η Σαμαρείτιδα: Ισαπόστολος, αγία και μάρτυς του Χριστού. Λάτρευε τον Θεό «έν πνεύματι και άληθεία», γιατί έγινε κατοικη-τήριο της Αγίας Τριάδος. Τώρα μπορεί να λατρεύει τον Θεό «έν παντί τόπω της δεσποτείας Αυτού».
Είθε με τις πρεσβείες της να γευθούμε κι’ έμείς, έστω και λίγο, την εμπειρία του «ζώντος ύδατος».

Πηγή: Παύλου Μουκταρούδη, Διήρχετο δια των σπορίμων, Ομιλίες εις τα ευαγγέλια των Κυριακών και Δεσποτικών Εορτών», Έκδοσις: Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού 2008

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ Π. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΡΟΟΥΖ

Αν εξετάσετε ένα βιβλίο Ορθόδοξης θεολογίας, θα διαπιστώσετε ότι η αλήθεια δεν μπορεί να βρεθεί από τις δυνάμεις του ανθρώπου αβοήθητες. Μπορείτε να διαβάσετε τις Γραφές ή οποιοδήποτε ιερό βιβλίο και να μην καταλάβετε καν τι λένε. Υπάρχει ένα τέτοιο παράδειγμα στο βιβλίο των πράξεων, στην ιστορία του Αποστόλου Φιλίππου και του Αιθίοπα ευνούχου: Τότε ο άγγελος Κυρίου είπε στον Φίλιππο: «Πήγαινε προς νότον, στο δρόμο που κατεβαίνει από την Ιερουσαλήμ στη Γάζα (είναι δρόμος έρημος)». Και ξεκίνησε και πήγε. Ένας Αιθίοπας, ευνούχος, αξιωματικός της Κανδάκης, της βασιλίσσης των Αιθιόπων, ο οποίος ήταν γενικός ταμίας της, είχε έλθει στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσει και επέστρεφε. Καθισμένος στο αμάξι του διάβαζε τον προφήτη Ησαΐα. Είπε τότε το Πνεύμα στον Φίλιππο: «Πήγαινε και προσκολλήσου σ’ αυτό το αμάξι». Όταν ο Φίλιππος έφθασε κοντά, τον άκουσε να διαβάζει τον προφήτη Ησαΐα και του είπε: «Άραγε καταλαβαίνεις αυτά που διαβάζεις;» Αυτός είπε: «Πως να μπορέσω να καταλάβω εάν δεν με οδηγήσει κάποιος;»∙ και παρεκάλεσε τον Φίλιππο να ανεβεί και να καθήσει μαζί του. Η περικοπή της Γραφής που διάβαζε ήταν η εξής: Σαν πρόβατο οδηγήθηκε στη σφαγή και, όπως ο αμνός που είναι άφωνος εμπρός σ’ εκείνον που τον κουρεύει, έτσι δεν ανοίγει το στόμα του∙ δια του πάθους του η καταδίκη έλαβε τέλος∙ την δε γενεά του ποιος θα μπορέσει να την διηγηθεί; Διότι έφυγε η ζωή του από την γη. Τότε ο ευνούχος είπε στον Φίλιππο: «Σε παρακαλώ, πες μου, για ποιον το λέει αυτό ο προφήτης; Για τον εαυτό του ή για κάποιον άλλον;» Τότε ο Φίλιππος άνοιξε το στόμα του και, ξεκινώντας από τη γραφή αυτή, του κήρυξε τη χαρμόσυνη αγγελία περί του Ιησού. Καθώς δε προχωρούσαν στο δρόμο, έφθασαν σε ένα μέρος όπου υπήρχε νερό και λέει ο ευνούχος, Να, νερό, τι με εμποδίζει να βαπτιστώ; Και ο Φίλιππος του είπε: Εάν πιστεύεις με όλη την καρδιά σου, μπορείς. Εκείνος αποκρίθηκε: Πιστεύω ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού. Και διέταξε να σταθεί το αμάξι και κατέβηκαν και οι δύο στο νερό, και ο Φίλιππος και ο ευνούχος, και τον βάπτισε. Όταν ανέβηκαν από το νερό, το Πνεύμα του Κυρίου άρπαξε τον Φίλιππο και δεν τον είδε πλέον ο ευνούχος∙ και ο ευνούχος συνέχισε το δρόμο του χαρούμενος.
Πράξεις Αποστόλων 8:26-39
Υπάρχουν πολλά υπερφυσικά, μυστικιστικά στοιχεία σ’ αυτό το γεγονός: ο άγγελος λέει στο Φίλιππο που να πάει (παρ’ ότι στον Αιθίοπα φαίνεται απλά σαν μια τυχαία συνάντηση σ’ έναν έρημο δρόμο), και αργότερα, μετά το βάπτισμα, το Πνεύμα του Κυρίου παίρνει μακριά τον Φίλιππο, που εξαφανίζεται μπροστά στα μάτια του ευνούχου. Αλλά δεν είναι αυτό που κάνει τον ευνούχο να θέλει να βαπτιστεί και να γίνει Χριστιανός. Είναι κάτι άλλο που τον ελκύει: όχι τα θαύματα, αλλά κάτι στην καρδιά του. Τα θαύματα, μολονότι μερικές φορές βοηθούν κάποιον να φτάσει να πιστέψει, δεν είναι ο σωστός λόγος ν’ αποδεχθεί κανείς τον Χριστιανισμό. Στο ίδιο βιβλίο των Πράξεων διαβάζουμε την ιστορία του Σίμωνα του μάγου, που ήθελε να πληρώσει χρήματα για να μπει στην Εκκλησία και να κερδίσει τα δώρα του Αγίου Πνεύματος, γιατί ήταν πολύ θεαματικά και θαυμαστά. Εξασκούσε το λίαν επικερδές «επάγγελμα» της μαγείας, σε μια εποχή όπου όσο πιο υπερφυσικά πράγματα μπορούσε να κάνει κάποιος, τόσο περισσότερα χρήματα και κύρος μπορούσε να αποκτήσει, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι συνέβαιναν περισσότερα τέτοια (υπερφυσικά) γεγονότα στο Χριστιανισμό απ’ ότι στον παγανιστικό κόσμο. Όπως γνωρίζουμε από το βιβλίο των Πράξεων, το αίτημα του Σίμωνα δεν έγινε δεκτό από τον Απόστολο Πέτρο κι αυτός είχε κακή κατάληξη, δίνοντάς μας τη λέξη «σιμωνία» για την έννοια του να προσπαθείς να αγοράσεις τη χάρη του Θεού.
Αντιθέτως, όταν ο Φίλιππος μίλησε στον Αιθίοπα ευνούχο, κάτι στην καρδιά του ευνούχου άλλαξε. Στις Πράξεις διαβάζουμε ότι έφτασε να πιστέψει∙ δηλαδή η καρδιά του μαλάκωσε από την αλήθεια που άκουσε. Οι λόγοι της Γραφής είναι πολύ ισχυροί, και όταν τους δίνεται η σωστή ερμηνεία, κάτι στην καρδιά διανοίγεται εάν η καρδιά είναι έτοιμη. Γι’ αυτό, ο ευνούχος δέχθηκε το Χριστό με όλη του την ψυχή∙ ήταν ένας αλλαγμένος άνθρωπος. Αυτό δεν έγινε για χάρη των θαυμάτων, αλλά για χάρη εκείνου που ο Χριστός ήρθε να φέρει στη γη.
Το ίδιο μπορούμε να δούμε σ’ ένα άλλο σημείο της Καινής Διαθήκης, όταν δύο από τους μαθητές του Χριστού βάδιζαν στο δρόμο προς Εμμαούς (κατά Λουκάν, κεφ. 24). Ο ίδιος ο Χριστός, ακριβώς την ημέρα της Ανάστασής Του, τους συνάντησε και προχώρησε μαζί τους, ρωτώντας τους γιατί ήταν τόσο ταραγμένοι. Αυτοί με τη σειρά τους άρχισαν να Τον ρωτούν αν ήταν ο μόνος που δεν ήξερε τι είχε συμβεί στην Ιερουσαλήμ. Είπαν ότι υπήρχε ένας μεγάλος προφήτης που είχε φονευθεί και μετά υπήρξαν ισχυρισμοί ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς∙ αλλά εκείνοι δεν ήξεραν τι να πιστέψουν. Τότε ο Χριστός άρχισε να ανοίγει τις καρδιές τους και να τους εξηγεί τι έλεγε η Παλαιά Διαθήκη ότι επρόκειτο να συμβεί στο Μεσσία. Όλη εκείνη την ώρα οι μαθητές δεν Τον αναγνώριζαν, γιατί δεν ήρθε να τους καταπλήξει με σημεία και τέρατα. Αργότερα, όταν έφτασαν στους Εμμαούς, ο Χριστός έκανε σαν να επρόκειτο να συνεχίσει πιο πέρα, και θα έφευγε από κοντά τους χωρίς να τον αναγνωρίσουν αν δεν Του ζητούσαν – από απλή αγάπη για ένα ξένο που βρισκόταν σε δυσχέρεια – να περάσει τη νύχτα μαζί τους. Τελικά, όταν κάθησε μαζί τους στο τραπέζι και έκοψε τον άρτο όπως στο Μυστικό Δείπνο, τα μάτια τους ανοίχθηκαν, είδαν ότι ήταν ο ίδιος ο Χριστός, και τότε χάθηκε ακριβώς μπροστά στα μάτια τους. Άρχισαν να αναρωτιούνται και να θυμούνται ότι, όλη την ώρα που Εκείνος ήταν μαζί τους, είχαν ένα φλόγισμα στην καρδιά τους, παρ’ ότι δεν Τον είχαν αναγνωρίσει ακόμα. Αυτό που τελικά τους έκανε να αναγνωρίσουν το Χριστό ήταν αυτή η φλεγόμενη καρδιά, κι όχι απλά το γεγονός ότι χάθηκε από μπροστά τους, γιατί αυτό μπορούν να το κάνουν επίσης και οι μάγοι. Για τον λόγο αυτόν, δεν είναι τα θαύματα που αποκαλύπτουν πρώτα απ’ όλα το Θεό στους ανθρώπους, αλλά κάτι σχετικά με το Θεό το οποίο αποκαλύπτεται σε μια καρδιά που είναι έτοιμη γι’ αυτό. Αυτό εννοούμε λέγοντας «φλεγόμενη καρδιά» μέσω της οποίας οι δύο μαθητές είχαν επαφή με τον Ενσαρκωμένο Θεό.
Εδώ βλέπουμε πως προκύπτει αυτό που λέγεται αποκάλυψη: η καρδιά συγκινείται και αλλοιώνεται από την παρουσία του Θεού, ή από κάποιον που είναι πληρωμένος με το Πνεύμα Του, ή απλά ακούγοντας να κηρύσσεται η αλήθεια γι’ Αυτόν. Επίσης, έτσι οι Απόστολοι είχαν τη δύναμη να πάνε σε όλη σχεδόν την οικουμένη – στην Ινδία (και πιθανώς ακόμα μακρύτερα, στην Κίνα), στη Ρωσία στο Βορρά, όπου ζούσαν οι Σκύθες, στη Βρετανία στη Δύση, και στην Αβησσυνία στο Νότο – με σκοπό να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε όλους τους λαούς μέσα στις πρώτες δεκαετίες μετά την ανάσταση του Χριστού.
Έτσι συμβαίνει και σήμερα, μολονότι οι άνθρωποι έχουν γίνει πολύ περισσότερο αναίσθητοι και ρηχοί πνευματικά, πολύ λιγότερο απλοί, και δεν ανταποκρίνονται τόσο εύκολα στην αλήθεια. Στην περίπτωση του Αρχιεπισκόπου Ιωάννη, αυτοί που έρχονταν στην πίστη μέσω αυτού δεν είχαν κινηθεί πρώτα πρώτα από τα θαύματά του, αλλά από κάτι σχετικό μ’ αυτόν που συγκινούσε τις καρδιές τους. Θα δώσω ένα παράδειγμα από τη ζωή του, ένα γεγονός που συνέβη στη Σαγκάη, όπου ήταν επίσκοπος κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μας το εξιστόρησε μια καλή μας φίλη που πέθανε πριν μερικά χρόνια, μια εκπαιδεύτρια ομιλίας που λεγόταν Άννα. Όπως μας εξήγησε, η νηστεία του Αρχιεπισκόπου Ιωάννη ήταν τόσο αυστηρή, που η κάτω σιαγόνα του έχανε δύναμη κατά τις περιόδους νηστείας και μιλούσε πολύ συγκεχυμένα. Είχε το καθήκον να του παραδίδει μαθήματα για να ασκηθεί το σαγόνι του και να τον κάνει να μιλά λίγο καθαρότερα. Ερχόταν σ’ αυτήν σε τακτικά διαστήματα, και όταν τελείωνε κάθε μάθημα συνήθιζε ν’ αφήσει ένα αμερικανικό χαρτονόμισμα των είκοσι δολλαρίων. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η γυναίκα αυτή τραυματίστηκε και πέθαινε σ’ ένα γαλλικό νοσοκομείο στη Σαγκάη. Ήταν αργά τη νύχτα∙ έξω υπήρχε μια τρομερή καταιγίδα, και οι επικοινωνίες στην πόλη δεν ήταν δυνατές. Αλλά εκείνη είχε μόνο μια ιδέα στην καρδιά της. Καθώς οι γιατροί της είχαν πει ότι επρόκειτο να πεθάνει, η μόνη της ελπίδα ήταν ότι θα ερχόταν ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης, θα της έδινε Θεία Κοινωνία και με κάποιον τρόπο θα την έσωζε. Ικέτεψε τους ανθρώπους να του δώσουν μήνυμα, αλλά εκείνοι είπαν ότι ήταν αδύνατον. Τα τηλέφωνα δεν λειτουργούσαν λόγω της καταιγίδας, και το νοσοκομείο (εφ’ όσον ήταν καιρός πολέμου) ήταν κλειδωμένο για τη νύχτα. Γι’ αυτό, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να φωνάξει: «Βοήθεια! Αρχιεπίσκοπε Ιωάννη έλα!» Φυσικά, οι άνθρωποι είπαν ότι η φτωχή γυναίκα παραληρούσε, αφού δεν ήταν δυνατή η επαφή μαζί του. Αλλά εκείνη τη νύχτα, καθώς η Άννα φώναζε αυτά τα λόγια, οι πόρτες άνοιξαν και στη μέση της καταιγίδας ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης μπήκε μέσα με Θεία Κοινωνία. Ήρθε κοντά της, την εξομολόγησε, την καθησύχασε (ήταν, φυσικά, ενθουσιασμένη), την μετέλαβε κι έφυγε.
Μετά από αυτό η γυναίκα κοιμήθηκε για 18 ώρες και, ξυπνώντας την επόμενη μέρα, ένοιωσε ότι είχε αναρρώσει. «Πρέπει να ευθύνεται το γεγονός ότι ήρθε ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης», είπε. Ποιος Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης, ρώτησαν οι νοσοκόμες, λέγοντας ότι ήταν απίθανο να έμπαινε στο κλειδωμένο νοσοκομείο μια τέτοια νύχτα. Το πρόσωπο στο κρεββάτι δίπλα της είπε ότι κάποιος είχε στ’ αλήθεια έρθει εκεί, αλλά και πάλι κανείς δεν την πίστευε. Άρχισε να αναρωτιέται μήπως είχε παραισθήσεις. Όμως καθώς εκείνη την ημέρα οι νοσοκόμες έστρωναν το κρεββάτι της, ανακάλυψαν κάτω από το προσκέφαλό της ένα αμερικάνικο χαρτονόμισμα των είκοσι δολλαρίων. «Αχά», είπε εκείνη, «αυτό είναι η απόδειξη ότι ήταν εδώ!»
Πως, μπορεί να ρωτήσει κάποιος, ήξερε ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης; Πως κατάφερε να φτάσει εκεί, αφού ήταν απίθανο η ανθρώπινη επικοινωνία να του μεταδώσει το μήνυμα; Κάποιος μπορεί να πει ότι αυτό του αποκαλύφθηκε, γιατί του αποκαλύφθηκαν τόσα πολλά πράγματα σαν αυτό. Αλλά πως του αποκαλύφθηκε; Γιατί σ’ αυτόν και όχι σε κάποιον άλλον; Γιατί αλήθεια αποκαλύπτεται σε κάποιους και όχι σε άλλους; Υπάρχει κάποιο ειδικό όργανο για να δέχεται αποκαλύψεις από το Θεό; Ναι, σίγουρα υπάρχει ένα τέτοιο όργανο, παρ’ ότι συνήθως το κλείνουμε και δεν το αφήνουμε ν’ ανοίξει: η αποκάλυψη του Θεού δίνεται σε κάτι που λέγεται καρδιά που αγαπά. Ξέρουμε από τις Γραφές ότι ο Θεός είναι αγάπη∙ ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης. (Μπορεί να κοιτάξετε στις αποτυχίες, να βλέπετε ανθρώπους που αυτοαποκαλούνται Χριστιανοί και δεν είναι, και να λέτε ότι δεν υπάρχει αγάπη εκεί∙ όμως ο Χριστιανισμός είναι πράγματι η θρησκεία της αγάπης όταν έχει επιτευχθεί και ασκείται με το σωστό τρόπο). Ο ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός λέει ότι οι πραγματικοί μαθητές Του διακρίνονται πάνω από όλα για την αγάπη τους.
Αν ρωτήσετε οποιονδήποτε γνώριζε τον Αρχιεπίσκοπο Ιωάννη τι ήταν αυτό που έλκυε τους ανθρώπους σ’ αυτόν, – και που ελκύει ακόμη ανθρώπους που δεν τον γνώρισαν ποτέ – η απάντηση είναι πάντα η ίδια: ξεχείλιζε από αγάπη∙ θυσίαζε τον εαυτό του για τους συνανθρώπους του, από εντελώς μη εγωϊστική αγάπη για το Θεό και γι’ αυτούς. Γι’ αυτό του αποκαλύπτονταν πράγματα τα οποία δεν μπορούσαν να εξιχνιαστούν από τους άλλους ανθρώπους, και τα οποία δεν θα μπορούσε να είχε μάθει με φυσικά μέσα. Ο ίδιος δίδασκε ότι, παρ’ όλο το «μυστικισμό» της Ορθόδοξης Εκκλησίας που βρίσκεται στους βίους των Αγίων και στα γραπτά των αγίων Πατέρων, ο πραγματικά Ορθόδοξος πατά πάντα και με τα δυο του πόδια σταθερά στη γη, αντιμετωπίζοντας οποιαδήποτε κατάσταση βρίσκεται ακριβώς μπροστά του. Αποδέχεται τις δεδομένες καταστάσεις, πράγμα που απαιτεί μια καρδιά που αγαπά. Αυτή η καρδιά που αγαπά είναι ο λόγος που κάποιος φτάνει στη γνώση της αλήθειας, παρ’ ότι μερικές φορές ο Θεός πρέπει να συντρίψει και να ταπεινώσει μια καρδιά για να την κάνει δεκτική – όπως στην περίπτωση του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος κάποτε έπνεε μένεα κατά των Χριστιανών και τους καταδίωκε. Αλλά για το Θεό το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ανθρώπινης καρδιάς είναι όλα παρόντα, κι Εκείνος βλέπει που μπορεί να παρέμβει και να επικοινωνήσει.
Το αντίθετο της καρδιάς που αγαπά και δέχεται αποκάλυψη από το Θεό, είναι ο ψυχρός υπολογισμός, το να βγάζεις ό,τι μπορείς από τους ανθρώπους. Στη θρησκευτική ζωή αυτό παράγει απάτη και τσαρλατανισμό κάθε είδους. Αν κοιτάξετε στο θρησκευτικό κόσμο σήμερα, βλέπετε να συμβαίνει αυτό σε μεγάλη ευρύτητα: τόση πολλή απάτη, προσποίηση, υπολογισμός, τόση χρησιμοποίηση των ανέμων της μόδας, που φέρνουν στη μόδα πότε μια θρησκεία ή θρησκευτική συμπεριφορά, πότε μια άλλη. Για να βρεις την αλήθεια, πρέπει να κοιτάξεις βαθύτερα.

Πηγή: www.agiosvasileiospeiraiws.blogspot.com

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ

Ο Μέγας Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 274 μ.Χ. Πατέρας του ήταν ο Κωνστάντιος ο Α’ ο Χλωρός και μητέρα του η Ελένη από το Δρέπανο της Βιθυνίας. Ο Κωνσταντίνος σε ηλικία 18 ετών έγινε στρατιωτικός και χάρη στην ανδρεία του, προάχθηκε γρήγορα στα ανώτατα αξιώματα του στρατού.
Ο Κύριος θέλοντας να τον βοηθήσει στον αγώνα του κατά του Μαξεντίου και του Λικίνιου, στη συνέχεια σχημάτισε στον ουρανό το σημείο του Σταυρού με την επιγραφή «Έν τούτω Νίκα», προσφέροντάς του ένα ισχυρότατο όπλο για να κατατροπώσει τους εχθρούς του. Με το χριστιανικό σταυροειδές λάβαρο με το ελληνικό μονόγραμμα «Έν τούτω νίκα», τελικά νίκησε τα στρατεύματα του Μαξεντίου και έπειτα του Λικινίου.
Επίσης, ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας που ευνόησε την Εκκλησία, μετά από τρεις αιώνες ανελέητου διωγμού. Μετέφερε την πρωτεύουσα του κράτους του στο αρχαίο βυζάντιο, και εκεί έκτισε την βασίλισσα των πόλεων, την Κωνσταντινούπολη.
Λίγο πριν πεθάνει, ο Κωνσταντίνος αξιώθηκε και του Αγίου Βαπτίσματος, και αμέσως μετά είπε: «Νυν αληθει λογω μακαριον οιδ’ εμαυτον, νυν της αθανατου ζωης πεφαναι αξιον, νυν του θειου μετειληφεναι φωτος πεπιστευκα». Τώρα, δηλαδή, σύμφωνα με το λόγο της αληθείας, ξέρω ότι είμαι μακάριος, τώρα έχω γίνει άξιος της αθανάτου ζωής, τώρα έχω πιστέψει πως έλαβα το θείο φως. Εκοιμήθη σε ηλικία 63 ετών, την 21 Μαΐου 327. Η Ιστορία ονόμασε τον Κωνσταντίνο Μέγα και η Εκκλησία τον ανεκήρυξε Άγιο και Ισαπόστολο.
Ο Κωνσταντίνος ενδιαφέρθηκε πολύ και για τα ιερά σεβάσματα των χριστιανών, για το λόγο αυτό απέστειλε στα Ιεροσόλυμα την μητέρα του, για να βρει τον Τίμιο Σταυρό. Μετά την εύρεσή του, η Αγία Ελένη, αφού διχοτόμησε τις κεραίες του δημιούργησε δύο Σταυρούς εκ των οποίων τον ένα μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.
Η Αγία Ελένη ήταν αυτή η οποία έδωσε στον Μ. Κωνσταντίνο την πρέπουσα διαπαιδαγώγηση. Άλλωστε, και ο ίδιος την τίμησε, όταν στην μεγάλη πλατεία της Κωνσταντινούπολης έκτισε δύο στήλες, μία δική του και μία της Αγίας Ελένης, που έφερε την επιγραφή: «Είς Άγιος είς Κύριος Ιησούς Χριστός, είς δόξαν Θεού Πατρός, Αμήν». Η Αγία Ελένη βοήθησε να χτιστούν οι πρώτοι μεγάλοι ιεροί ναοί της Χριστιανοσύνης. Εκοιμήθη ειρηνικά το 327 μ.Χ. σε ηλικία 83 ετών.
Απολυτίκιο.
«Πρώτος πέφηνας, εν Βασιλεύσι, θείον έδρασμα, της ευσεβείας, απ’ ουρανού δεδεγμένος το χάρισμα· όθεν Χριστού τον Σταυρόν εφανέρωσας, και την Ορθόδοξον πίστην εφήπλωσας. Κωνσταντίνε ισαπόστολε, συν Μητρί Ελένη θεόφρονι, πρεσβεύσατε υπέρ των ψυχών ημών».
Απολυτίκιο.
«Του Σταυρού σου τον τύπον εν ουρανώ θεασάμενος, και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος, ο εν Βασιλεύσιν Απόστολος σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τη χειρί σου παρέθετο· ήν περίσωζε διά παντός εν ειρήνη, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε».
Πηγή: ΙΧΘΥΣ

Η ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΣΠΙΝΑΛΟΓΚΑ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΙ ΧΕΡΡΟΝΗΣΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ



Η Σπιναλόγκα άρχισε νά λειτουργή βάσει τού Νόμου 463/7.6.1903 τής Κρητικής Πολιτείας, από τίς 13 Οκτωβρίου τού 1904, ημέρα κατά τήν οποία επιβιβάσθηκαν στό νησί οι πρώτοι 66 ασθενείς, προερχόμενοι όλοι από τήν Κρήτη. Στό άρθρο 8 τού υπ’ αριθμ. 166/18-11-1903 Διατάγματος προβλεπόταν: «Διά τήν τέλεσιν τών Μυστηρίων καί τάς Λειτουργίας κατά Κυριακάς καί εορτάς θέλει ορισθή υπό τού Σεβ. Μητροπολίτου Κρήτης ιερομόναχος μισθοδοτούμενος υπό τού Δημοσίου αντί δραχμών κατά μήνα 60, ο οποίος υποχρεούται νά παραμένη διαρκώς επί τής νησίδος».

Μόλις ανακοινώθηκε η απόφαση τής Κρητικής Πολιτείας νά μεταφέρη στήν Σπιναλόγκα τούς ασθενείς λεπρούς τής Κρήτης, ο τότε επίσκοπος Πέτρας καί μετέπειτα Μητροπολίτης Κρήτης Τίτος, πήγε στήν Σπιναλόγκα γιά επιτόπια έρευνα καί φρόντισε νά ανακαινισθή ο ναός τού Αγίου Παντελεήμονος, πού βρισκόταν εκεί, ενώ, πρίν ακόμη συγκεντρωθούν εκεί οι ασθενείς, πήγε μέ μιά πολυάριθμη ομάδα από τό ποίμνιό του καί έκανε τά εγκαίνιά του.
Στό τέλος, είπε ο Επίσκοπος στούς παρευρισκομένους: «Τά εγκαίνια έγιναν, αλλά θά βρούμε ιερέα;» Τότε σηκώθηκε ο παπα-Μανώλης Ψαράκης, εφημέριος στήν Νεάπολη, έδρα τής Επισκοπής, καί τού είπε: «Εγώ, Θεοφιλέστατε, εγκαταλείπω τήν ενορία μου στήν Νεάπολη, γιά νά σάς βοηθήσω στό έργο σας, διακονώντας εις τό εξής τούς δυστυχείς συνανθρώπους μας». Υπηρέτησε τούς ασθενείς εκεί μέ ζήλο καί αυταπάρνηση συνεχώς επί 21 ολόκληρα χρόνια.
Μετά τόν θάνατο τού παπα-Μανώλη τοποθετήθηκε καί πάλι οικειοθελώς ο υπέργηρος πατήρ Νέστωρ, τόν οποίον διαδέχθηκε μέσα σέ ένα χρόνο ο πατήρ Νίκανδρος, αδελφοί όλοι τής Ιεράς Μονής Αρετίου. Ο πατήρ Νικόδημος υπηρέτησε εκεί γιά μερικά χρόνια. Τόν διαδέχθηκε ο πατήρ Ανδρόνικος, πού υπηρέτησε μέχρι τό 1935.
Τότε κατέφθασε από τό Άγιον Όρος ο ιερομόναχος Μελέτιος Βουργούρης, κληρικός «μέ μεγάλη μόρφωση καί αληθινή πίστη». Παρέμεινε στήν Σπιναλόγκα 13 ολόκληρα χρόνια καί δέν τούς εγκατέλειψε ούτε καί κατά τά χρόνια τής Κατοχής, όπου η πείνα προκάλεσε τόν θάνατο 100 περίπου ασθενών «συγκακουχούμενος» μαζί τους. Συγκρότησε, παράλληλα, τό Ησυχαστήριο, σήμερα Ιερά Μονή Αγίου Ανδρέου στόν Φινοκαλιά, τό καμπαναριό τής οποίας φιλοτέχνησαν οι λεπροί. Υπάρχει σχετική επιγραφή. Τό 1948, εκπληρώνοντας παλιό του τάμα, πήγε στούς Αγίους Τόπους καί έμεινε στήν Ιερά Μονή τού Αγίου Ιωάννου τού Προδρόμου μέχρι τό τέλος τής ζωής του. Ήταν όντως άγιος.
Μετά τήν αναχώρηση τού Μελετίου ανέλαβε εφημέριος ο ιερομόναχος Χρύσανθος Κατσουλογιαννάκης από τήν Ιερά Μονή Τομπλού Σητείας, ο οποίος υπήρξε καί ο τελευταίος εφημέριος τής Σπιναλόγκας. Δέν φοβήθηκε ποτέ μήπως προσβληθή από τήν επάρατη τότε νόσο. Μετέδιδε τά Άχραντα Μυστήρια στούς λεπρούς καί κατέλυε ό,τι απέμενε στό Άγιο Ποτήριο, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι: «Τά Άγια δέν μολύνονται». Στάθηκε στό πλευρό τών λεπρών πραγματικός συμπαραστάτης καί αρωγός καί απεβίωσε τό 1972 στήν Μονή Τομπλού.
Πρέπει νά σημειωθή ότι ο Επίσκοπος Πέτρας Τίτος καθιέρωσε νά επισκέπτεται τούς ασθενείς κάθε χρόνο τήν Κυριακή τού Θωμά καί νά τελή αρχιερατική Θεία Λειτουργία, νά μοιράζη τό αντίδωρο, νά νουθετή καί νά τούς ενθαρρύνη. «Ήταν τό μόνο ανθρώπινο χέρι πού αγγίζαμε φιλώντας το, όταν μάς μοίραζε τό αντίδωρο», σημειώνει ο αείμνηστος Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης, ασθενής στήν Σπιναλόγκα από τόν καιρό πού ήταν φοιτητής τής Νομικής. Μετά τό τέλος τής Θείας Λειτουργίας πήγαιναν όλοι μαζί στό μικρό κοιμητήριο τής Σπιναλόγκας, όπου ο Επίσκοπος διάβαζε γονατιστός Τρισάγιο μπροστά στούς τάφους τών νεκρών. Η τάξις αυτή διατηρήθηκε καί από τόν διάδοχό του, Επίσκοπος Πέτρας Διονύσιο.
Πόσο οι ιερείς πού υπηρέτησαν τήν Σπιναλόγκα ως εφημέριοι αγάπησαν τούς λεπρούς τής Σπιναλόγκας καί αγαπήθηκαν από αυτούς, φανερώνει τό περιστατικό πού περιγράφει ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης τό 1976, σέ άρθρο του στόν «Κόσμο τής Ελληνίδος» μέ τόν τίτλο: «Τό ψέμα καί η αλήθεια γιά τήν Σπιναλόγκα». «Μιά Κυριακή, πηγαίνοντας γιά τήν Λειτουργία του στήν εκκλησία τού Αγίου Παντελεήμονος, ο παπα-Μανώλης Ψαράκης είδε σημείο στά άμφιά του καί μετά τό τέλος τής Λειτουργίας είπε στούς εκκλησιαζομένους ότι ήλθε τό πλήρωμα τού χρόνου καί ότι είναι η τελευταία Λειτουργία πού επιτελεί καί ζήτησε νά συγκεντρωθούν τήν επομένη τό πρωΐ όλοι οι άρρωστοι στήν εκκλησία. Πράγματι τήν επομένη συγκεντρώθηκαν καί κλαίγοντας έψαλαν μιά Παράκληση, διαβάστηκε μιά Συγχωρητική Ευχή καί ζήτησε από όλους συγχώρηση. Τούς ευλόγησε καί μέ λυγμούς τόν συνόδευσαν μέχρι τήν αποβάθρα. Τήν επομένη Κυριακή τό μεσημέρι παρέδωσε τό πνεύμα του στόν Χριστό. Άς είναι η μνήμη του αιωνία! Είμαι βέβαιος περί τής ανταμοιβής του στόν ουρανό».
Η τοπική Εκκλησία μέ πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, ποιμαντική ευθύνη, ανιδιοτέλεια καί πιστότητα διακόνησε τήν Πολιτεία τής Σπιναλόγκας, πού εκείνα τά χρόνια αριθμούσε, συχνά-πυκνά γύρω στούς 500 κατοίκους (ασθενείς, νοσηλευτικό προσωπικό). Ήταν μιά κοινωνία ανθρώπων, πονεμένων, στόν Καιάδα τής απομόνωσης καί μόλις 900 μέτρα από τήν απέναντι ακτή. Πολλοί έλεγαν, βλέποντας απέναντι στήν στεριά, τό τροπάριο τής Εκκλησίας: «Εκάθισεν Αδάμ απέναντι τού Παραδείσου καί τήν ιδίαν γύμνωσιν ιδών ωδύρετο».
Μέχρι σήμερα, από τήν τοπική Εκκλησία γίνεται τό προσκύνημα αυτό στήν Σπιναλόγκα. Κάθε χρόνο ο Μητροπολίτης Πέτρας καί Χερρονήσου Νεκτάριος χοροστατεί στόν Εσπερινό καί ιερουργεί στήν Θεία Λειτουργία, στόν ιερό Ναό τού Αγίου Παντελεήμονος, όπου εκκλησιάζονται γύρω στούς 2.000 Χριστιανοί, τούς οποίους μεταφέρουν τά καΐκια δωρεάν στό νησί. Στό τέλος τού Εσπερινού καί τής Θείας Λειτουργίας ο Μητροπολίτης τελεί Τρισάγιο γιά τήν ανάπαυση τών ψυχών τών κεκοιμημένων.
Είναι πολύ συγκινητικό αυτό τό Τρισάγιο, γιατί παρίστανται καί μερικοί θεραπευθέντες λεπροί, αλλά καί πολλοί συγγενείς λεπρών, πού αναπαύθηκαν στήν Σπιναλόγκα.
Τά τελευταία χρόνια, μέ τήν φροντίδα τού ιερέα Ματθαίου Πετροδασκαλάκη, έχουν ανακαινισθή οι ιεροί Ναοί τού Αγίου Παντελεήμονος καί τού Αγίου Γεωργίου, οι οποίοι βρίσκονται στό νησί. Γίνεται δέ μεγάλη προσπάθεια νά ολοκληρωθή η αναπαλαίωση όλων τών εγκαταστάσεων τής Σπιναλόγκας, γιατί συγκεντρώνει κάθε χρόνο χιλιάδες επισκέπτες από τά πέρατα τού κόσμου.

Πηγή: Εφημερίδα «Χριστιανική».

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Ο ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΓΕΙΑ ΖΩΗΣ ΤΗΣ

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ


Από τους αποστολικούς χρόνους και μέχρι τις μέρες μας όλοι όσοι πραγματικά αγαπούν το Χριστό αποδίδουν τιμή σε Αυτήν που τον γέννησε, τον μεγάλωσε και τον προστάτεψε κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων. Εάν ο Θεός-Πατέρας διάλεξε Αυτήν, ο Θεός-Άγιο Πνεύμα κατήλθε σε Αυτή και ο Θεός-Υιός ενοίκησε σ’ Αυτή, εάν υποτάχθηκε σε Αυτή κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων, εάν ανησύχησε γι’ Αυτήν όταν ήταν κρεμάμενος στο Σταυρό, τότε δε θα έπρεπε όλοι όσοι ομολογούν την Αγία Τριάδα, να την τιμούν;
Ακόμα και στις ήμερες της επίγειας ζωής της οι φίλοι του Χριστού, οι Απόστολοι, έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον και αφοσίωση προς τη Μητέρα του Κυρίου, ιδιαίτερα, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, ο οποίος, εκπληρώνοντας το θέλημα του Θεού και Υιού της, την πήρε στο κατάλυμά του, φρόντιζε γι’ Αυτή σαν να ήταν μητέρα του, από τη στιγμή που ο Κύριος του απηύθυνε από το Σταυρό τις λέξεις «Ιδού η μήτηρ σου».
Ο ευαγγελιστής Λουκάς ζωγράφισε έναν αρκετά μεγάλο αριθμό εικόνων της, ορισμένες μαζί με το προαιώνιο Βρέφος, άλλες δίχως Αυτό. Όταν τις πήγε και τις έδειξε στην Υπεραγία Παρθένο. Αυτή τις ενέκρινε και είπε «Είθε η Χάρις του Υιού μου να είναι μαζί τους» και επανέλαβε τον ύμνο που είχε ψάλλει στην οικία της Ελισάβετ· « Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρι μου.»
Παρ’ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής της η Παρθένος Μαρία απέφευγε τη δόξα που της ανήκε ως Μητέρας του Κυρίου. Προτιμούσε να ζει στην ησυχία και προετοίμαζε τον εαυτό της για την αναχώρηση προς την αιώνια ζωή. Μέχρι την τελευταία ημέρα της επίγειας ζωής της φρόντιζε να φανεί άξια της Βασιλείας του Υιού της. Πριν το θάνατο προσευχήθηκε ώστε, αν Αυτός ήθελε, να γλυτώσει τη ψυχή της από τα μοχθηρά πνεύματα που συναντούν τις ανθρώπινες ψυχές στο δρόμο προς τον ουρανό και προσπαθούν να τις πάρουν μαζί τους στον Αδη. Ο Κύριος εισάκουσε την προσευχή της Μητέρας του και την ώρα του θανάτου της κατήλθε ο ίδιος από τον Ουρανό με πλήθος αγγέλων να παραλάβει τη ψυχή της.
Από τη στιγμή που η Θεοτόκος είχε επίσης προσευχηθεί να μπορέσει να αποχαιρετίσει τους Αποστόλους, ο Κύριος σύναξε στην Κοίμησή της όλους τους Αποστόλους, εκτός από το Θωμά. Ήρθαν με μία αόρατη δύναμη εκείνη την ήμερα στην Ιερουσαλήμ, από τα πέρατα του κατοικημένου κόσμου όπου κήρυτταν και ήταν παρόντες στην ευλογημένη της μετάσταση στην αιώνια ζωή.
Οι Απόστολοι επιδόθηκαν στην ταφή του πάναγνου σώματος της με ιερούς ύμνους. Την τρίτη ημέρα άνοιξαν τον τάφο για να αποδώσουν τιμές στα λείψανα της Μητέρας του Θεού μαζί με τον Απόστολο Θωμά ο οποίος είχε πια καταφθάσει στην Ιερουσαλήμ. Όμως δε βρήκαν το σώμα στο τάφο και με απορία επέστρεψαν στο κατάλυμά τους. Τότε, κατά τη διάρκεια του γεύματος η Μητέρα του Θεού εμφανίσθηκε μπροστά τους, χωρίς να πατά το έδαφος, αστράπτοντας με ουράνιο φως. Τους είπε ότι ο Υιός της είχε δοξάσει και το σώμα της. Αφού μετέστη, στεκόταν ενώπιον του θρόνου Του. Την ίδια στιγμή, τους υποσχέθηκε να είναι πάντα μαζί τους.
Οι Απόστολοι χαιρέτησαν τη Μητέρα του Θεού με μεγάλη χαρά και άρχισαν να την τιμούν όχι μόνο ως Μητέρα του αγαπημένου τους Διδασκάλου και Κυρίου, αλλά και ως την ουράνια βοηθό, ως προστασία των Χριστιανών και μεσιτεία όλου του ανθρώπινου γένους ενώπιον του Δίκαιου Κριτή. Παντού όπου το Ευαγγέλιο του Χριστού κηρύχθηκε, η Υπεραγία Μητέρα Του άρχισε και Αυτή να δοξολογείται.

Πηγή: Αγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, «Η τιμή της Θεοτόκου στην Ορθόδοξη Εκκλησία», εκδ. Μυριόβιβλος.

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

ΑΓΑΠΗ ΣΤΟ ΘΕΟ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΤΣΑΛΑΚΗ

Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, που γιορτάζει στις 8 Μαΐου, είναι ένας από τους 12 μαθητές του Χριστού. Ο μαθητής «που αγαπούσε ο Ιησούς», όπως του άρεσε να λέει. Θεολόγο τον ονόμασε η Εκκλησία. Αγαπημένο μαθητή τον αποκαλεί η υμνογραφία. Ευαγγελιστή της αγάπης τον θέλει, ο λαός.
Έγραψε το Ευαγγέλιο που φέρει το όνομα του, την Αποκάλυψη στο νησί της Πάτμου και τρείς Καθολικές Επιστολές. Yπερτονίζει το μυστήριο της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο και της αγάπης του ανθρώπου προς τον Θεό και τους συνανθρώπους του.
Για τον Ιωάννη, ολόκληρο το ευαγγέλιο φανερώνει την αγάπη του Θεού προς τον κόσμο, που αποκορυφώνεται στη σταυρική θυσία του Γολγοθά. Ο Θεός έγινε άνθρωπος από αγάπη στον άνθρωπο. Και ήταν τόσο μεγάλη αυτή η αγάπη του Θεού, που έδωσε τον Υιό του να σταυρωθεί, για να σωθεί ο κόσμος. Η Γέννηση και η Σταύρωση του Χριστού, είναι τα δυο φοβερά μυστήρια της αγάπης και της φιλανθρωπίας του Θεού.
Όποιος αγαπά το Θεό, αγαπά τους ανθρώπους, μένει κοντά στο Θεό και ο Θεός είναι μαζί του. Όπου υπάρχει ο Θεός, υπάρχει η αγάπη, υπάρχει το φως, υπάρχει η ζωή. Μακριά από το Θεό, υπάρχει σκοτάδι, υπάρχει μίσος, υπάρχει θάνατος.
Η αγάπη στο Θεό, είναι για τον Ιωάννη, η ουσία της ύπαρξης του ανθρώπου, το νόημα της ζωής του, αυτή που ορίζει το νου και την καρδιά του και οριοθετεί τη συνείδηση του. Γι’ αυτό το λόγο, πρέπει να αγαπά το Θεό, μ’ όλες τις ψυχικές και πνευματικές του δυνάμεις και τον συνάνθρωπο του, όπως τον εαυτό του.
Ο Ιωάννης αποκλείει την ιδεοληψία του θρησκευτικού φανατισμού, ότι δηλ. μπορείς να αγαπάς μόνο το Θεό και αυτό είναι αρκετό. Δεν είναι δηλ. απαραίτητο να αγαπάς και τον αδελφό σου. Αδελφός γι’ αυτόν, είναι ο κάθε άνθρωπος. Σ’ αυτό το σημείο είναι απόλυτος. Δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή αγάπη στο Θεό, χωρίς να συνοδεύεται από αληθινή αγάπη στον άνθρωπο. Αυτό είναι ψέμα και υποκρισία. Η αγάπη είναι σαν τη φωτιά, που όταν δεν μεταδοθεί στον άλλο σβήνει.
Λέει χαρακτηριστικά στην Α΄ Επιστολή: «Αν κάποιος πει: «αγαπώ το Θεό» μισεί όμως τον αδελφό του, είναι ψεύτης. Γιατί πραγματικά αυτός που δεν αγαπά τον αδελφό του, τον οποίο βλέπει, πώς μπορεί να αγαπά το Θεό, τον οποίο δεν βλέπει; Αυτή την εντολή μας έδωσε ο Χριστός: «Όποιος αγαπά τον Θεό, πρέπει να αγαπά και τον αδελφό του»
Βέβαια σ’ αυτό το σημείο, ο Ιωάννης μας προφυλάσσει και από μια άλλη αντίληψη, εξίσου επικίνδυνη, που σήμερα είναι της μόδας και προβάλλεται από πολλούς ανθρώπους, με το προσωπείο της αλληλεγγύης και του αθεϊστικού ουμανισμού. Ότι δηλ. μπορείς να αγαπάς τους ανθρώπους, χωρίς να είναι απαραίτητο να αγαπάς το Θεό. Κι όμως καμιά ιδεολογία, δεν έχει τη δύναμη να ενώνει τόσο τους ανθρώπους, όσο η αγάπη του Θεού. Και δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι, η αγάπη στην αυθεντική της μορφή, είναι το δυσκολότερο έργο του ανθρώπου και μόνο η χάρη του Θεού, μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να το πραγματοποιήσει.
Οι διάφορες κοσμοθεωρίες και ιδεολογίες, μπορεί να δείχνουν αγάπη μεταξύ των οπαδών τους, δεν μπορούν όμως να αγαπήσουν όλους τους ανθρώπους. Μόνο ο Χριστός, επεκτείνει μ’ ένα απόλυτο τρόπο, την αγάπη σ’ όλο τον κόσμο, σ’ ολόκληρη τη δημιουργία, σ’ όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από φυλή και γλώσσα. Η διδασκαλία του Χριστού σ’ αυτό το σημείο, υπερβαίνει τα καθιερωμένα ηθικά όρια: «αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρό σου» και φτάνει στην αγάπη των εχθρών, γεγονός που βγάζει από τα εγωκεντρικά-ατομικά και συγγενικά-εθνικά όρια τον άνθρωπο και γίνεται καθολικός και πανανθρώπινος όρος ζωής: «Εγώ όμως σας λέω, να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να δίνετε ευχές σ’ αυτούς που σας δίνουν κατάρες, να ευεργετείτε αυτούς που σας μισούν και να προσεύχεστε γι’ αυτούς που σας καταδιώκουν. Έτσι θα γίνετε παιδιά του Θεού, που ανατέλλει τον ήλιο για καλούς και για κακούς και στέλνει τη βροχή σε δίκαιους και άδικους». Πρόκειται για νέο ήθος, για νέο άνθρωπο, τον «εν Χριστώ» άνθρωπο, για νέα δημιουργία, για καινούργια κτίση, για νέα «εν Χριστώ» ζωή.
Κι επειδή μπορεί αυτό να ερμηνευτεί, ως ανεφάρμοστη θεωρία, το παράδειγμα το έδειξε πρώτος ο Χριστός, με τη σταύρωση του, την ώρα που από το ύψος του Σταυρού, συγχωρούσε τους σταυρωτές του. Και μετά από Εκείνον, ο πρωτομάρτυρας Στέφανος, την ώρα του μαρτυρίου του, που όταν τον λιθοβολούσαν οι ομοεθνείς του έλεγε: «Κύριε μη λογαριάσεις σ’ αυτούς, αυτή την αμαρτία».
Από κει κι ύστερα, εκατομμύρια άνθρωποι μαρτύρησαν από αγάπη για το Χριστό, κανείς όμως δεν έδειξε μίσος ενάντια στους δημίους του, αλλά προσευχότανε για την ψυχή τους.
Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση των μαθητών του Χριστού, όταν τους έδιωξαν από μια πόλη, που είπαν πικραμένοι στο Χριστό: «Κύριε να πούμε να πέσει φωτιά από τον ουρανό, να τους κάψει;» Κι εκείνος τους είπε: «Δεν ξέρετε τίνος πνεύματος είστε». Το πνεύμα του κόσμου φέρνει φωτιά και αίμα. Το πνεύμα του Θεού φέρνει αγάπη και ειρήνη.
Κανείς πολιτισμός και κανένα κοινωνικό σύστημα, δεν φέρνει τον άνθρωπο στην τελειότητα που τον φέρνει η αγάπη. Κανένα δεν τον οδηγεί στην αγκαλιά του θεού, όπως η αγάπη. Κανένα δεν του χαρίζει την αληθινή ελευθερία, όπως η αγάπη.
Αυτή η αγάπη του Χριστού κι όχι το μίσος και το αίμα, ξημέρωσε θηρία, μετέτρεψε ληστές σε αγίους, έκαμε μάτια κακούργων να δακρύσουν, μετέβαλε άγριες φυλές σε ειρηνικούς ανθρώπους. Ένας άγιος ερημίτης δέχεται την επίθεση ενός ληστή. Ο Ερημίτης του μιλεί με αγάπη και πόνο κι ο ληστής γονατίζει μπροστά του δακρυσμένος και του ζητά συγγνώμη . Το βράδυ είδε σε όραση ο ερημίτης τα δάκρυα του ληστή, σαν δυο μαργαριτάρια, να φτάνουν στο θρόνο του Θεού!

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

…ΑΛΛΑ ΤΙ ΝΑ ΠΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ…;

ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Οι άνθρωποι έχουν στην καρδιά τους μεγάλο φόβο μήπως απομείνουν απροστάτευτοι και φτωχοί στη ζωή τους, και για τούτο, ο νους κι’ ο λογισμός τους είναι στο να μαζέψουν χρήματα η ν’ αποκτήσουν κτήματα κι’ άλλα πλούτη, για να τα ‘χουνε στην ανάγκη τους.
Και καλά για εκείνους που δεν πιστεύουν στον Θεό, και κρεμούνε την ελπίδα τους στα χρήματα και στ’ άλλα πλούτη. Άλλα τι να πει κανένας για εκείνους που λέγονται χριστιανοί, που πάνε στην εκκλησία και παρακαλούνε τον Θεό να τους βοηθήσει στη ζωή και που λένε πώς έχουνε την ελπίδα τους στον Χριστό, στην Παναγία και στους Αγίους, κι’ από την άλλη μεριά είναι φιλάργυροι, δεν δίνουνε τίποτα στ’ αδέλφια τους, τους φτωχούς, κι’ ολοένα μαζεύουνε χρήματα και πλούτη; Στη ζωή μου είδα πώς οι τέτοιοι λεγόμενοι χριστιανοί είναι οι περισσότεροι, κι’ απορεί κανένας πώς μπορούνε να συμβιβάσουν μία ζωή συμφεροντολογική, με τα λόγια του Χριστού, που λέει και ξαναλέει: «Μη φροντίζετε για το τι θα φάτε και για το τι θα πιείτε και για το τι θα ντυθείτε. Κοιτάξετε τα πουλιά, μήτε κοπιάζουν, μήτε μαζεύουν, κι’ όμως ο Πατέρας τους ο ουράνιος τα θρέφει. Κοιτάξετε με πόση μεγαλοπρέπεια είναι ντυμένα τα αγριολούλουδα, που κι’ ο ίδιος ο Σολομώντας δεν στολίσθηκε σαν αυτά τα τιποτένια λουλούδια. Λοιπόν, αν για το χορτάρι του χωραφιού, που σήμερα λουλουδίζει κι’ αύριο το καίγουνε στον φούρνο, φροντίζει ο Πατέρας σας που είναι στον ουρανό, ποσό περισσότερο θα φροντίσει για σάς, ολιγόπιστοι;».
Αυτά είναι λογία καθαρά, απλά, σίγουρα, και δείχνουν πώς πρέπει να είναι η βάση και το θεμέλιο της διδασκαλίας του Χριστού. Γιατί πώς μπορεί να έχει πίστη στον Χριστό ένας άνθρωπος, και μαζί να είναι κολλημένος στα χρήματα και στο συμφέρον, πολλές φορές μάλιστα περισσότερο κι’ από τους άθεους; θα πει πως νομίζει πώς θα ξεγελάσει τον Θεό. Άλλα «Θεός ου μυκτηρίζεται» δηλαδή, ο Θεός δεν περιπαίζεται.
Κι’ όμως, η πονηρή γνώμη του ανθρώπου όλα μπορεί να τα συμβιβάσει: Να είναι γαντζωμένος καλά στο χρήμα, δηλαδή στο διάβολο, που τον λέγει ο Χριστός Μαμωνά, Θεό της φιλαργυρίας, και τον ίδιο καιρό να παρουσιάζεται για χριστιανός, να πηγαίνει στην εκκλησιά, να κάνει σταυρούς και μετάνοιες, να κλαίει πολλές φορές από την αγάπη του για τον Χριστό, άλλα να μην μπορεί να ξεγαντζωθεί από τα λεφτά κι’ από τη μανία του παρά. Λογική δεν χωρά καθόλου σ’ αυτούς. Είναι ολότελα αναίσθητοι και πονηροί, κι’ ό,τι κάνουν το κάνουν για να το έχουν δίπορτο, κι’ ό,τι κερδίσουν. «Βάστα γερά», σου λέει, τα λεφτά, που είναι χειροπιαστά, άναβε και κανένα κερί, κάνε και καμιά μετάνοια, για να ‘χεις το μέσο και με τον Χριστό. Αν βγούνε αληθινά τα λογία του για παράδεισο και για κόλαση, έχουμε κι’ από κει τη σιγουράντζα. Ό,τι και να γίνει, είναι κανένας κερδισμένος».
Ο Απόστολος Παύλος λέει: «Αν, ελπίζουμε στον Χριστό μοναχά για τούτη τη ζωή, είμαστε οι πιο ελεεινοί άνθρωποι». Γιατί οι ψευτοχριστιανοί παρακαλούνε τον Χριστό προπάντων για τις υποθέσεις τούτου του κόσμου, για τις δουλειές τους, για τη σωματική υγεία τους, για τα παιδιά τους, και μόλις σκοτεινιάσει η κατάσταση, αρχίζουν τα παράπονα γιατί ο Χριστός κι’ η Παναγία δεν τρέξανε να τους βοηθήσουν στις δουλειές τους, πολλές φορές σε τέτοιες δουλειές που είναι απάνθρωπες και που τους κάνουν να κακουργούν καταπάνω στ’ αδέλφια τους.
Ο Απόστολος Παύλος λέει πάλι αλλού: «Είναι κάλο να στερεώνετε την καρδιά σας με την ελπίδα στη χάρη του θεού, κι’ όχι με φαγητά (δηλαδή με σαρκικά και υλικά πράγματα), που μ’ αυτά δεν ωφεληθήκαν όσοι αφιερώσανε τη ζωή τους σ’ αυτά, δηλαδή στο να μαζέψουν χρήματα, ξεγελώντας τον εαυτό τους πως μ’ αυτά εξασφαλίζονται». Γιατί «επελθών γαρ ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται».
Δεν υπάρχει κανένα πράγμα πιο σίγουρο από την ματαιότητα του κόσμου, κανένα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας φανερώνει αυτή την απελπιστική ματαιότητα. Και όμως, πόσοι άνθρωποι στον κόσμο κάθισαν και σκεφθήκανε πάνω σ’ αυτό το φανερότατο και σιγουρότατο φαινόμενο, στη ματαιότητα, που θα ‘πρεπε ο κάθε άνθρωπος να το ‘χει μέρα – νύχτα μπροστά του; Μα εμείς κάνουμε σαν το καμηλοπούλι (στρουθοκάμηλο), που χώνει το κεφάλι του στον άμμο για να μη βλέπει τον φονιά του, και θαρρεί πώς κρύφτηκε από αυτόν.
Ποσό αξιολύπητοι σ’ αυτό απάνω είναι οι σπουδαίοι άνθρωποι της γης! Ενώ βλέπουν καθαρά πώς το βάραθρο που κατάπιε όλους τους σπουδαίους από καταβολής κόσμου, και πώς τ’ ανοιχτό στόμα του περιμένει να τους καταπιεί κι’ αυτούς, εκείνοι δος του και καταγίνονται με «μάταια και ψευδή», με πολιτικές πονηριές, με πολέμους, με ψευτομεγαλεία παιδιακίσια, και με ανοησίες, που διαλαλώνται σ’ όλη την οικούμενη. Ω ανοησία εκείνων που τους λέει ο κόσμος σοβαρούς, μυαλωμένους, τετραπέρατους, μεγαλοφυείς! Τι φτώχεια αληθινά από κρίση κι’ από γνώση! Κι’ από τέτοιους κυβερνιέται ο κόσμος. Η οι άλλοι που καταγίνονται με μανία στις μάταιες φιλοσοφίες και στις τέχνες, και τούς αποθεώνουν οι άλλοι, οι πολλοί που δεν έχουν κουκούτσι κρίση, ενώ ξέρουν καλά πώς δεν θα περάσει πολύς καιρός πού θα σβήσουν όλοι από τον κόσμο!
Απόσπασμα από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου, Ασάλευτο θεμέλιο, Έκδόσεις Ακρίτας, Περιοδικό: «Φίλοι φυλακισμένων» Σύλλογος συμπαραστάσεως κρατουμένων «Ο Ονήσιμος», Τεύχος 11, Φθινόπωρο Χειμώνας 2010. 
Πηγή: www.eatheia.blogspot.com

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΤΑΝΟΗΣΕΙ Η ΨΥΧΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΕΙ...

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΜΠΑΪΡΑΚΤΑΡΗ

Δεν υπάρχει ανώτερο πράγμα απ’ αυτό που λέγεται μετάνοια και εξομολόγηση. Αυτό το μυστήριο είναι η προσφορά της αγάπης του Θεού στον άνθρωπο. Μ’ αυτό τον τέλειο τρόπο απαλλάσεται ο άνθρωπος απ’ το κακό. Πηγαίνομε, εξομολογούμαστε, αισθανόμαστε τη συνδιαλλαγή μετά του Θεού, έρχεται η χαρά μέσα μας, φεύγει η ενοχή. Στην Ορθοδοξία δεν υπάρχει αδιέξοδο. Δεν υπάρχει αδιέξοδο γιατί υπάρχει ο εξομολόγος, που έχει την χάρι να συγχωρεί. Μεγάλο πράγμα ο πνευματικός! … Κάθε μέρα σκέπτομαι ότι αμαρτάνω, αλλά επιθυμώ ό,τι μου συμβαίνει να το κάνω προσευχή και να μην το κλείνω μέσα μου.

Η αμαρτία κάνει τον άνθρωπο πολύ μπερδεμένο ψυχικά. Το μπέρδεμα δεν φεύγει με τίποτα. Μόνο με το φως του Χριστού γίνεται το ξεμπέρδεμα. Την πρώτη κίνηση την κάνει ο Χριστός. «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες …». Μετά εμείς οι άνθρωποι αποδεχόμαστε αυτό το φως με την αγαθή μας προαίρεση, που την εκφράζομε με την αγάπη μας απέναντί Του, με την προσευχή, με τα μυστήρια.
Για να μετανοήσει η ψυχή πρέπει να ξυπνήσει. Εκεί στο ξύπνημα αυτό, γίνεται το θαύμα της μετανοίας. Κι εδώ βρίσκεται η προαίρεση του ανθρώπου. Το ξύπνημα, όμως, δεν έγκειται μόνο στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος μόνος δεν μπορεί. Επεμβαίνει ο Θεός. Τότε έρχεται η θεία χάρις. Χωρίς την χάρι δεν μπορεί να μετανοήσει ο άνθρωπος. Η αγάπη του Θεού θα κάνει το παν. Μπορεί να μεταχειρισθεί κάτι  μια ασθένεια ή κάτι άλλο, εξαρτάται  για να φέρει τον άνθρωπο σε μετάνοια. Άρα η μετάνοια δια της θείας χάριτος κατορθούται. Απλά και απαλά εμείς θα κάνουμε μία κίνηση προς τον Θεό κι από κει και πέρα έρχεται η χάρις.
Μπορεί να μου πείτε: «Τότε με την χάρι γίνονται όλα». Αυτό είναι ένα λεπτό σημείο. Γίνεται κι εδώ εκείνο ακριβώς που λέω. Δεν μπορούμε ν’ αγαπήσομε τον Θεό, αν ο Θεός δεν μας αγαπήσει. … Το ίδιο συμβαίνει και με τη μετάνοια. Δεν μπορούμε να μετανοήσουμε, αν ο Κύριος δεν μας δώσει μετάνοια. Και αυτό ισχύει για τα πάντα. Δηλαδή ισχύει το Γραφικό: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Αν δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για να εγκύψει μέσα μας ο Χριστός, μετάνοια δεν έρχεται. Οι προϋποθέσεις είναι η ταπείνωση, η αγάπη, η προσευχή, οι μετάνοιες, ο κόπος για τον Χριστό. Αν δεν είναι το συναίσθημα αγνό, αν δεν υπάρχει απλότητα, αν η ψυχή έχει ιδιοτέλεια, δεν έρχεται η θεία χάρις.
Συμβαίνει τότε να πηγαίνομε να εξομολογούμαστε, αλλά να μην αισθανόμαστε ανακούφιση.
Η μετάνοια είναι πολύ λεπτό πράγμα. Η μετάνοια η αληθινή θα φέρει τον αγιασμό. Η μετάνοια μας αγιάζει. Δεν ευθύνεται μονάχα ο άνθρωπος για τα παραπτώματά του. Τα λάθη, οι αμαρτίες και τα πάθη δεν είναι μόνο προσωπικά βιώματα του εξομολογουμένου. Ο κάθε άνθρωπος έχει πάρει μέσα του και τα βιώματα των γονέων του και ειδικά της μητέρας, δηλαδή το πώς ζούσε η μητέρα του, όταν τον κυοφορούσε, αν στενοχωριόταν, τι έκανε, αν κουραζόταν το νευρικό της σύστημα, αν είχε χαρά, αν είχε θλίψη, αν είχε μελαγχολία. Έ, όλο το νευρικό σύστημα το δικό της επηρέασε το νευρικό σύστημα του εμβρύου της. Οπότε όταν γεννηθεί το παιδί και μεγαλώσει, παίρνει μέσα του και τα βιώματα της μητέρας του, δηλαδή άλλου ανθρώπου.
Υπάρχει, όμως, ένα μυστικό. Υπάρχει κάποιος τρόπος ν’ απαλλαγεί ο άνθρωπος απ’ αυτό το κακό. Ο τρόπος αυτός είναι η γενική εξομολόγηση, η οποία γίνεται με την χάρι του Θεού.
Πολλές φορές έχω μεταχειρισθή αυτή τη γενική εξομολόγηση και είδα θαύματα πάνω σ’ αυτό. Την ώρα που τα λέεις στον εξομολόγο, έρχεται η θεία χάρις και σε απαλλάσσει απ’ όλα τα άσχημα βιώματα και τις πληγές και τα ψυχικά τραύματα και τις ενοχές διότι την ώρα που τα λες ο εξομολόγος εύχεται θερμά στον Κύριο για την απαλλαγή σου.
Όλ’ αυτά που μου έλεγε τα παρακολουθούσα όχι απλώς με προσοχή, αλλά «έβλεπα» μέσα στον ψυχικό της κόσμο την επίδραση της προσευχής. Την παρακολουθούσα μέσα στην ψυχή της κι «έβλεπα» ότι πήγαινε χάρις μέσα της, όπως την εκοίταζα εγώ. Διότι στον πνευματικό υπάρχει χάρις και στον παπά υπάρχει χάρις. Το καταλαβαίνετε; Δηλαδή ενώ εξομολογείται ο άνθρωπος, ο ιερέας προσεύχεται γι’ αυτόν. Συγχρόνως, έρχεται η χάρις και τον ελευθερώνει απ’ τα ψυχικά τραύματα, που για χρόνια τον βασανίζουν, χωρίς να γνωρίζει την αιτία τους. Ώ, αυτά τα πιστεύω πολύ!
Όλοι οι πνευματικοί οι εξομολόγοι έχουν αυτή την χάρι κι όταν εύχονται την εκπέμπουν ως αγωγοί!!

Πηγή: Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου – Βίος και Λόγοι.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΗ ΑΓΑΛΛΙΑΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΙΡΑΝΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

«Αύτη η ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος, αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή».
Ακούγεται ίσως παράξενα η προτροπή για αγαλλίαση σε μια εποχή και σε μια περιοχή οπού γύρω ο θάνατος χορεύει με τον πιο κυνικό τρόπο, με την κλαγγή των οπλών και τον θρήνο των διωκομένων. Αυτόν τον καιρό η πραγματικότητα που μας κυκλώνει είναι καταθλιπτική. Πυρκαγιά πολέμου, προσφυγιά, ανέχεια, αβεβαιότητα, απόγνωση. Παραταύτα, η ανέσπερη ημέρα της Αναστάσεως, «αύτη η ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος», είναι για μας αστείρευτη πηγή εσωτερικής χαράς. Σε οποιεσδήποτε συνθήκες, παραμένουμε «Εκκλησία [...] αγγελλομένη εν τω πά­θει του Κυρίου [...] και εν τη αναστάσει αυτού» (Αγ. Ιγνάτιος)· Εκκλησία που δέεται και αγωνίζεται για την ειρήνη του σύμπαντος κόσμου.
Μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα που ζούμε, έχουμε ανάγκη από μια βαθιά αναπνοή ειρηνικής ευφροσύνης. Η καλύτερη αντίσταση σ’ αυτή τη χαοτική σύγχυση είναι η μυστική αγαλλίαση του Πάσχα. Δεν αγνοούμε την πραγματικότητα. Την υπερβαίνουμε με το φως που ακτινοβολεί η Ανάσταση, με την ειρήνη που αυτή δίνει στις ψυχές, με τη βεβαιότητα ότι οι δυνάμεις του σκότους, της βίας, της υποκρισίας και της αδικίας θα ανατραπούν και θα νικηθούν με τη δύναμη του Θεού. Τον Ιησού Χριστό τον κάρφωσαν στο σταυρό «δια χειρών ανόμων)). «Ό Θεός όμως τον ανέστησε, ελευθερώνοντάς τον από τα δεσμά του θανάτου, γιατί ήταν αδύνατο να τον κρατήσει ο θάνατος». Μιλώντας προφητικά ο Δαυίδ για την ανάσταση του Χριστού διαβεβαίωνε ότι «ούτε εγκαταλείφθηκε στον άδη, ούτε το σώμα του γνώρισε φθορά». Το Πάσχα πανηγυρίζουμε τη συντριβή του κράτους του θανάτου, του ανελέητου εχθρού του ανθρώπου. Με το Χριστός Ανέστη γιορτάζουμε το σημαντικότερο γεγονός της ιστορίας, που αφορά στο βάθος, το νόημα, το μέλλον της υπάρξεως του ανθρώπου.
Μπορεί ποικίλες προεκτάσεις του θανάτου να μας κυκλώνουν με τα πιο παράξενα και πολύμορφα προσωπεία τους, με την άδικη καταπίεση, την εξουθενωτική ένδεια, τα απροσδόκητα δεινά. Παραταύτα, μέσα στο φως της Αναστάσεως όλα αυτά μεταμορφώνονται και μπορούν να ξεπερασθούν. «Μην παραξενεύεστε για τη φοβερή δοκιμασία με την οποία δοκιμάζεσθε», συμβουλεύει ο απόστολος Πέτρος. «Αντίθετα να χαίρεστε που συμμετέχετε στα παθήματα του Χριστού, γιατί έτσι θα γεμίσετε χαρά και αγαλλίαση όταν αποκαλυφθεί η δόξα Του» (Α’Πετρ. 4:12-13)· Και σε ώρες σκληρού διωγμού, βεβαιώνει: ο Θεός «που από μεγάλη ευσπλαχνία μας ξαναγέννησε σε μια καινούργια ζωή με την ανάσταση του Ιησού Χριστού», μας δίνει τη δυνατότητα να ελπίζουμε πραγματικά, μας περιφρουρεί με τη δύναμή του «ωσότου έρθει η σωτηρία, που είναι ήδη έτοιμη να φανερωθεί κατά τους έσχατους χρόνους. Με τη σκέψη αυτή να αισθάνεστε αγαλλίαση, έστω και αν χρειαστεί προς το παρόν να στενοχωρηθείτε για λίγο από ποικίλες δοκιμασίες» (Α’ Πετρ. 1:3-6).
Ο Χριστός έρχεται, μετά την κάθοδό Του στον άδη, να μας αναστήσει από τον πολύμορφο άδη των βασανιστικών κοινωνικών και ψυχολογικών πιέσεων. Η «εις Άδου κάθοδος» του Χριστού διακηρύττει την οριστική κατάλυση του θανάτου και έχει γίνει σύμβολο της Αναστάσεως στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Κάθε πιστός που συνδέεται με τον παθόντα και αναστάντα Χριστό, ζει στην προσωπική του ζωή την εμπειρία του ψαλμωδού: «Δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη, [...]μου έδειξες τον δρόμο προς τη ζωή. Θα με γεμίσεις ευφροσύνη όταν θα είμαι κοντά σου» (Πράξ. 2:27-28 – Ψαλμ. 15:10-11). Στηριγμένοι στην αδιάκοπη παρουσία του αναστά­ντος Κυρίου, μπορούμε και στις πιο οδυνηρές συνθήκες να ψάλλουμε: «Ω θείας, ω φίλης, ω γλυ­κυτάτης σου φωνής. Μεθ’ ημών αψευδώς γαρ επηγγείλω έσεσθαι, μέχρι τερμάτων αιώνων, Χριστέ· ην οι πιστοί άγκυραν ελπίδος κατέχο­ντες, αγαλλόμεθα». Η Ανάσταση αποτελεί πρόγευση της τελικής νίκης του Θεού της αγάπης στα έσχατα. Φέρνει το μέλλον εντός μας και, με την εξαγιαστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στο μυστήριο της Εκκλησίας, το κάνει παρόν.
Ασφαλώς, όλη αυτή η βεβαιότητα στηρίζεται στην πίστη και στη βιωματική προσωπική σχέση με τον αναστάντα Χριστό. Στην καθαρή, διάφανη αλήθεια, που αιώνες τώρα διακηρύσσει το Ευαγγέλιο: Ανέστη Χριστός! Βεβαιότητα που συμμερίζονται δισεκατομμύρια ανθρώπων σε όλους τους αιώνες. Αυτή αποτελεί το χαρακτηριστικό του χριστιανικού βιώματος, που προσδιορίζει και αδιάκοπα αναγεννά τον πιστό.
Αναντίρρητα, αυτή την πίστη την αποδέχεται, ή την απορρίπτει κανείς ελεύθερα. Όσοι τη δεχόμαστε, μαζί με την αγαλλίαση καλούμεθα να στοχασθούμε βαθύτερα το νόημα της, τις συνέπειες της στη ζωή μας, μέσα σε κλίμα δοξολογικό και να μεταφέρουμε την ελπίδα και την πνοή της Αναστάσεως στους χώρους στους οποίους κινούμεθα. Αλλά και όσοι δυσκολεύονται να την αποδεχθούν, μπορούν να αναπνεύσουν στην ατμόσφαιρα της χαράς αυτής που εκπέμπει το Πάσχα. Η αγαλλίαση της Αναστάσεως έχει τη δύναμη να αγγίζει τις ψυχές και όσων βρίσκονται, ή νομίζουν ότι βρίσκονται μακριά.
«Δεύτε αγαλλιασώμεθα τω Κυρίω [...] τω φωτίσαντι ανθρώπων το γένος». Το φώς της Αναστάσεως δεν περιορίζεται να θερμαίνει και να ζωογονεί ορισμένες μόνο ανθρώπινες ψυχές. Ο αναστάς Κύριος φωτίζει τους πάντες και τα πάντα. Το Πάθος και η Ανάσταση του Χριστού έριξαν φως στη ζωή του ανθρωπίνου γένους σε όλες τις εποχές· το φως τους διαπέρνα, τις ενδόμυχες ανησυχίες και αναζητήσεις των ανθρώπων απαλύνει τις πίκρες και τις αγωνίες μας. Το ανέσπερο φως που ακτινοβολεί το Πάσχα ανοίγει μπροστά μας έναν απέραντο διάφανο ορίζοντα, για να δούμε πιο πέρα από τα άμεσα που μας πιέζουν. Οι συνέπειες της αναστάσεως του Χριστού εκτείνονται όχι μόνο στην ανθρωπότητα αλλά και σ’ ολόκληρη τη δημιουργία.
«Αύτη η ήμερα ην εποίησεν ο Κύριος, αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή». Η αναστάσιμη ευφροσύνη βιώνεται και ακτινοβολεί ανεξάρτητα από τον ευμενή ή δυσμενή περίγυρο, ακόμη και σε συνθήκες φτώχειας, αρρώστιας, κατατρεγμού, πολέμου, και αβεβαιότητος. Είναι εσωτερική, ελεύθερη, ακατάβλητη. Και την έχουμε άμεση ανάγκη ακριβώς τώρα που όλα έχουν βαλθεί να μας πνίξουν μέσα στις αναθυμιάσεις του θανάτου. Η χαρά αυτή πολλαπλασιάζεται την ώρα που προσφέρει αγάπη εκεί που περισσεύει το μίσος, ελπίδα εκεί που δεσπόζει η απόγνωση. Δεύτε λοιπόν «αγαλλιάσω­μεθα τω Κυρίω, τω συντρίψαντι θανάτου το κράτος και φωτίσαντι ανθρώπων το γένος». Ας αντλήσουμε θάρρος ζώντας την αγαλλίαση της Εκκλησίας μας, παρά τα καταπιεστικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, παρά τις δοκιμασίες που περνούμε. Ο αναστάς Χριστός έχει τη δύναμη να διαλύει κάθε σκιά του άδη· να συντρίβει το κράτος του θανάτου που φέρνει η βία, η αδικία, η αλαζονεία και η μανία της καταστροφής. Αυτός προσφέρει ανέσπερο φως σε όσους Τον πιστεύουν και Τον αγαπούν.
Χριστός Ανέστη, αδελφοί μου. Ευφρόσυνο Πάσχα για όλους. Με πρόθυμη προσφορά αγάπης και με χαρούμενη αντοχή.

(Αναστασίου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός», εκδ. Μαΐστρος)
Πηγή: www.proslalia.blogspot.com

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

ΔΙΔΑΧΕΣ - ΟΣΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ

"Αν ένας λαός ή μία πολιτεία υποφέρουν, τότε πρέπει να μετανοήσουν οι πάντες κι ο Θεός θα τα εξομαλύνει όλα προς το καλό".
Όποιος δεν αγαπά τους εχθρούς, σ' αυτόν δεν έχει κατοικήσει ακόμη η χάρις του Θεού.
* Αφόρητη είναι η ζωή χωρίς αγάπη για τον Θεό. Σκότος και ανία για την ψυχή. Όταν όμως έλθει η αγάπη, τότε είναι αδύνατο να περιγραφεί η χαρά της ψυχής.
* Όποιος γνώρισε την αγάπη του Θεού, αυτός αγαπά όλον τον κόσμο και ποτέ δεν μεμψιμοιρεί, γιατί η πρόσκαιρη θλίψη για τον Θεό προκαλεί αιώνια χαρά.
* Ας ταπεινώσουμε τον εαυτό μας, και ο Κύριος θα δώσει να γνωρίσουμε την δύναμη της προσευχής του Ιησού.
* Ψυχή που αγαπά τον Κύριο δεν μπορεί να μην προσεύχεται, γιατί την έλκει προς Αυτόν η χάρη που εδοκίμασε στην προσευχή.
* Αν κανείς προσεύχεται στον Κύριο και σκέφτεται άλλα πράγματα, τότε ο Κύριος δεν εισακούει αυτού του είδους την προσευχή.
* Ή αδιάλειπτη προσευχή προέρχεται από την αγάπη και χάνεται εξ αιτίας της κατακρίσεως, της αργολογίας και της ακράτειας.
* Τέτοιος είναι ο παράδεισος του Κυρίου. Όλοι θα βρίσκονται μέσα στην αγάπη και από την κατά Χριστόν ταπείνωση όλοι θα χαίρονται να βλέπουν τους άλλους ανώτερούς τους. Η ταπείνωση του Χριστού κατοικεί στους μικρότερους κι αυτοί χαίρονται που είναι μικροί.
* Για να σωθείς είναι ανάγκη να ταπεινωθείς. Για τον υπερήφανο, και με τη βία να τον βάλεις στον παράδεισο, κι εκεί δεν θα βρει ανάπαυση, γιατί δεν θα είναι ικανοποιημένος και θα λέγει: «Γιατί δεν είμαι εγώ στην πρώτη θέση;»
* Η ψυχή του ταπεινού μοιάζει με πέλαγος. Ρίξε μια πέτρα στο πέλαγος. Θα ταράξει για λίγο την επιφάνεια και μετά καταδύεται αμέσως στα βάθη. Έτσι καταβυθίζονται στην καρδιά του ταπεινού οι θλίψεις, γιατί η δύναμη του Κυρίου είναι μαζί του.
* Ή υπερηφάνεια καίει σαν την φωτιά κάθε καλό, ενώ η κατά Χριστόν ταπείνωση είναι γλυκεία και δεν περιγράφεται. Κι αν το ήξεραν αυτό οι άνθρωποι, τότε όλη η οικουμένη θα σπούδαζε αυτήν την επιστήμη.
* Ψυχή αμαρτωλή, αιχμάλωτη στα πάθη, δεν μπορεί να έχει ειρήνη και χαρά εν Κυρίω, έστω κι αν έχει όλα τα πλούτη της γης, έστω κι αν βασιλεύει σ' όλον τον κόσμο.
* Αν οι άρχοντες τηρούσαν τις εντολές του Κυρίου και ο λαός και οι υπήκοοι υπάκουαν με ταπείνωση, θα υπήρχε μεγάλη ειρήνη και αγαλλίαση πάνω στη γη. Εξαιτίας όμως της φιλαρχίας και της ανυπακοής των υπερήφανων υποφέρει όλη η οικουμένη.
* Το μέτρο της εγκράτειας πρέπει να είναι τέτοιο που να παραμένει η καρδιά στην προσευχή μετά το γεύμα.
* Να η πιο σύντομη και εύκολη οδός για την σωτηρία: Να είσαι υπάκουος εγκρατής, να μην κατακρίνεις και να φυλάγεις τον νου και την καρδιά σου απ’ τους κακούς λογισμούς.
* Το καλύτερο έργο είναι να παραδοθούμε στο θέλημα του Θεού και να βαστάζουμε τις θλίψεις με ελπίδα.
* Για να γνωρίσει κανείς τον Κύριο δεν χρειάζεται να είναι πλούσιος ή επιστήμονας, αλλά χρειάζεται να είναι εγκρατής, να έχει πνεύμα ταπεινό και ν' αγαπά τον πλησίον.
* Ή απιστία προέρχεται από την υπερηφάνεια. Ο υπερήφανος ισχυρίζεται ότι θα γνωρίσει τα πάντα με τον νου του και την επιστήμη, αλλά η γνώσι του Θεού παραμένει ανέφικτη γι’ αυτόν, γιατί ο Θεός γνωρίζεται μόνον με αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος. Ο Κύριος αποκαλύπτεται στις ταπεινές ψυχές. Σ’ αυτές δείχνει ο Κύριος τα Έργα Του, που είναι ακατάληπτα για τον νου μας.
* Καλότυχη η ψυχή που αγαπά τον αδελφό της, γιατί ο αδελφός μας είναι η ζωή μας.
* Ή ψυχή δεν μπορεί να έχει ειρήνη, αν δεν προσεύχεται για τους εχθρούς.
* Μεγάλο πρόσωπο είναι ο Ιερέας, ο λειτουργός του αγίου Θυσιαστηρίου του Θεού. Όποιος τον προσβάλλει, προσβάλλει το Άγιο Πνεύμα που ζει σ’ αυτόν.
* Αν ο άνθρωπος δεν τα λέει όλα στον πνευματικό, τότε είναι ο δρόμος του στραβός και δεν οδηγεί στην σωτηρία.
* Είναι απαραίτητο να έχουμε υπακοή, ταπείνωση και αγάπη, αλλιώς όλες οι μεγάλες ασκήσεις και αγρυπνίες μας αποβαίνουν μάταιες.
* Ο Κύριος αγαπά την υπάκουη ψυχή και της δίνει την ειρήνη Του, και τότε όλα είναι καλά κι η ψυχή αισθάνεται αγάπη για όλους.
* Ο αληθινός υποτακτικός μισεί το θέλημα του κι αγαπά τον πνευματικό πατέρα και γι' αυτό λαμβάνει την ελευθερία να προσεύχεται στον Θεό με καθαρό νου κι η ψυχή του θεωρεί τον Θεό χωρίς λογισμούς και αναπαύεται κοντά Του.
* Αν ένας λαός ή μία πολιτεία υποφέρουν, τότε πρέπει να μετανοήσουν οι πάντες κι ο Θεός θα τα εξομαλύνει όλα προς το καλό.
* Ο άγιος Απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος λέει πως οι εντολές του Θεού δεν είναι βαρείες, αλλά ελαφρές . Ναι, είναι ελαφρές, αλλά μόνον εξ αιτίας της αγάπης, χωρίς την αγάπη όμως όλα είναι δύσκολα.

Πηγή: "ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ" ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

ΠΟΙΕΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ;

ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ

Ο Κύριος να μας βοηθήσει να ακολουθούμε πάντα την οδό της δικαιοσύνης...
* ...Δεχόμαστε μόνο εκείνες τις διδασκαλίες που τρέφουν την φιλαυτία και τον εγωισμό μας και μας βοηθάνε να ακολουθούμε το δικό μας δρόμο, το δρόμο της αμαρτίας. Πολεμάμε κάθε τι
που έρχεται σε αντίθεση με τους σκοπούς μας, κάθε τι που ελέγχει την ματαιότητα του λανθασμένου δρόμου μας. Πολεμάμε την αλήθεια γιατί ακολουθούμε τις διδασκαλίες που μόνοι μας δημιουργήσαμε ή που τις έχουμε ακού­σει από τους άλλους. Αυτές που είναι σύμφωνες με την επιθυμία μας, να ζούμε καλά σ' αυτή την πρόσκαιρη ζωή.

Ό,τι συμφωνεί με τους σκοπούς μας και το δρόμο που έχουμε διαλέξει το θεωρούμε αληθινό. Το δεχόμαστε ανεπιφύλακτα και το προβάλ­λουμε ως επιχείρημα για να υπερασπίσουμε τις δικές μας πεποιθήσεις και τις λανθασμένες διδα­σκαλίες που ακολουθούμε, Οι οποίες δεν συμφω­νούν μ' αυτά που δίδασκε ο Χριστός και για τις οποίες στο βάθος της καρδίας μας γνωρίζουμε πως δεν είναι σωστές... Ο Κύριος να μας βοηθήσει να ακολουθούμε πάντα την οδό της δι­καιοσύνης μέσα στο φως του Χριστού. Αμήν.

Πηγή: www.pentapostagma.gr