Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

ΖΟΥΝ ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ;

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΧΡΙΔΟΣ
Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατέχει έναν ακένωτο θησαυρό αποδείξεων για τη ζωή μετά το θάνατο. Μία απ’ τις αναρίθμητες αποδείξεις παραθέτουμε παρακάτω: ένα παράδειγμα για το ότι οι ψυχές των ανθρώπων ζουν μετά από το σωματικό θάνατο και ότι η εκούσια υπακοή οδηγεί στη μακάρια αιωνιότητα.

Όταν ο όσιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης ίδρυσε το μοναστήρι του, είχε στην άρχη μόνον έπτά μοναχούς. Για να εδραιώσει μέσα τους τη μνήμη του θανάτου, ο άγιος τους έδωσε εντολή να σκάψουν έναν τάφο. Όταν ο τάφος ολοκληρώθηκε, ο Θεοδόσιος στάθηκε από πάνω και περιτριγυρισμένος από τους επτά μοναχούς, είπε: «Δείτε παιδιά μου, ο τάφος είναι έτοιμος! Μήπως υπάρχουν ανάμεσα σας κάποιοι έτοιμοι να πεθάνουν και να ταφούν μέσα σε τούτο τον τάφο;». Ένας απ’ αυτούς, ο ιερομόναχος Βασίλειος, έπεσε στα γόνατα και ζήτησε από το Θεοδόσιο την ευλογία του για να πεθάνει. Ο Θεοδόσιος όρισε να τελέσουν επιμνημόσυνη δέηση για την ψυχή του Βασιλείου την τρίτη, την ενάτη και την τεσσαρακοστή ήμερα, όπως γίνεται συνήθως για τους κεκοιμημένους. Όταν ολοκληρώθηκε και το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο, ο Βασίλειος, ο όποιος έχαιρε άκρας υγείας, ξάπλωσε, σταύρωσε τα χέρια του και πέθανε.

Τον έθαψαν στο νέο τάφο που είχαν σκάψει. Σαράντα μέρες μετά από την ταφή του ο Βασίλειος εμφανίστηκε ανάμεσα στους ζώντες αδελφούς του και έψαλλε μαζί τους το πρωΐ στην εκκλησία. Στην αρχή, μόνον ο Θεοδόσιος τον είδε και προσευχόταν στο Θεό να ανοίξει τα μάτια και των άλλων μοναχών. Ύστερα, πράγματι, σύσσωμη η αδελφότητα κοίταξε και είδε τον Βασίλειο εν μέσω αυτής. Ένας αδελφός, περιχαρής, άνοιξε τα χέρια του και θέλησε να αγκαλιάσει το Βασίλειο – εκείνος όμως μονομιάς εξαφανίστηκε. Ο αδελφός άκουσε μόνον τη φωνή του Βασιλείου να λέει: «Σώστε τους εαυτούς σας, πατέρες και αδελφοί, σώστε εαυτούς».

Πηγή:Αγίου Νικολάου Βελιμίροβοτς, Ο Πρόλογος της Οχρίδας, Εκδ. Αθως

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

Ο ΑΓΙΟΣ ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ

Ο Άγιος Φανούριος είναι αναμφίβολα μια άγια, σημαντική νεανική μορφή, που ξεχωρίζει με τον δικό του τρόπο ανάμεσα στους άλλους Αγίους της χριστιανοσύνης, γιατί δεν τιμάται απλώς σε μια μόνον ημε­ρομηνία, αλλά η πίστη των χριστιανών κά­νει συχνά τη γνωστή φανουρόπιτα.

Ο Άγιος Φανούριος, που έζησε στα Ρω­μαϊκά χρόνια, συγκρούσθηκε τότε θαρρετά με τον κόσμο της ειδωλολατρίας, γιατί το χριστιανικό πνεύμα του θεανθρώπου, δεν του επέτρεπε ν' αρνηθεί τις αναμφισβήτη­τα ενάρετες αρχές του. Έτσι τα 12 μαρτύ­ρια που υπόφερε ο Άγιος, αποτελούν για μας ένα δυνατό κίνητρο για αντοχή και προ­σκόλληση στις ηθικές αξίες του χριστιανι­σμού, για να βγούμε νικητές από ένα αδιά­κοπο αγώνα, ενάντια στην απιστία και αδικία της εποχής μας. Ο Άγιος μας δίδαξε με την πραγματική θυσία του, πως εμείς τώ­ρα δεν παλεύουμε βέβαια με στρατοκράτες Ρωμαίους και απαίσιους Αγαρηνούς, αλλά έχομε ν' αντιμετωπίσουμε τις πιο έντεχνα στημένες παγίδες του υλισμού
και αθεϊσμού, που προσπαθούν μαζικά να σαρώσουν τις τάξεις των χριστιανών.

Ο Άγιος Φανούριος ακόμα μας δίδαξε, πως το στεφάνι της ενάρετης ζωής δεν κερ­δίζεται εύκολα, αλλά μόνον με συνεχείς δο­κιμασίες, με θάρρος, υπομονή και αντοχή. Επομένως σαν αληθινοί αγωνιστές της πί­στεως ας μιμηθούμε την υποδειγματική και άμεμπτη ζωή του Αγίου, για να καταξιωθούμε κάποτε κι εμείς να τιμήσουμε το χρι­στιανικό όνομα που φέρουμε, όπως κι αυ­τός επάξια το τίμησε.

1. Γενικά για τη ζωή του
Για την καταγωγή και τη ζωή του Αγίου Φανουρίου δεν υπάρχει τίποτε συγκε­κριμένο, επειδή όλα τα στοιχεία της ζωής του χάθηκαν σε καιρούς ανωμαλίας.
Τα μόνα στοιχεία που έχομε αναφορικά με τον Άγιο είναι η εύρεση της εικόνας του, γύ­ρω στα 1500 μ.Χ., σύμφωνα με τα συναξά­ρια, ή κατ' άλλους γύρω στα 1355-1369 μ.Χ. Άλλοι υποστηρίζουν πως η εικόνα του Αγίου βρέθηκε στη Ρόδο και άλλοι στην Κύ­προ.

2. Η εύρεση της εικόνας
Επιστρέφομε στο παρελθόν, όταν οι Αγαρηνοί εξουσίαζαν τη Ρόδο και απο­φάσισαν να ξαναχτίσουν τα τείχη της πόλης, που βάρβαρα κατέστρεψαν και κατεδάφισαν στον πόλεμο λίγα χρόνια πριν.
Άρχισαν λοιπόν να στέλλουν εργάτες έξω απ' το νότιο μέρος του φρουρίου και να μαζεύουν πέτρες απ' τα μισογκρεμισμένα σπί­τια των κατοίκων, για να ξαναφτιάξουν τα νέα και ισχυρά τείχη της πόλης τους. Ξαφ­νικά μέσα στα χαλάσματα βρήκαν μια ωραιό­τατη, αλλά μισοχαλασμένη στη μια πλευρά εκκλησία κι εκεί μέσα βρήκαν ένα σωρό ει­κόνες, που απ' την πολυκαιρία δεν ξεχώρι­ζαν τις μορφές των Αγίων καθώς και τα γράμματα, που είχανε επάνω τους.
Μια μόνο καταπληκτική εικόνα ξεχώριζε απ' όλες, που ο χρόνος δεν την άγγιξε και παρίστανε ένα νέο ντυμένο σαν στρατιώτης. Ο Μητροπολίτης της Ρόδου Νείλος έτρεξε αμέσως επί τόπου και διάβασε καθαρά το όνομα του Αγίου, που λεγόταν Φανούριος. Συγκινημένος ο Σεβασμιώτατος, για τη φανέρωση του Αγίου, παρατήρησε, πως ήταν ντυμένος σαν Ρωμαίος στρατιωτικός, κρα­τώντας στο αριστερό χέρι του ένα σταυρό και στο δεξιό μια αναμμένη λαμπάδα. Ο α­γιογράφος ακόμα ολόγυρα της εικόνας ζω­γράφισε σε δώδεκα παραστάσεις τα μαρτύ­ρια, που υπόφερε ο Άγιος και, που εξιστορούν ολοφάνερα την όλη ζωή του.
Οι παραστάσεις αυτές είναι οι ακόλουθες:
Α΄. Ο Άγιος παρουσιάζεται όρθιος μπρο­στά στο Ρωμαίο ανακριτή του και φαίνεται ν' απολογείται με θάρρος και να υπερασπί­ζει την χριστιανική πίστη του.
Β΄. Οι στρατιώτες εδώ επεμβαίνουν και χτυ­πούν με πέτρες στο κεφάλι και στο στόμα τον Φανούριο, για ν' αναγκασθεί να υποκύ­ψει και ν' αρνηθεί τον Κύριο.
Γ΄. Οι στρατιώτες έχουν εξαγριωθεί πια απ' την επιμονή του Φανουρίου, γι' αυτό τον έριξαν κάτω και τον χτυπούν τώρα άγρια με ξύλα και ρόπαλα, για να κάμψουν το ακμαίο ηθικό του.
Δ΄. Ο Φανούριος είναι στη φυλακή κι εκεί βασανίζεται με αποτρόπαιο τρόπο. Φαίνε­ται εντελώς γυμνός κι οι στρατιώτες ολόγυ­ρα του ξεσχίζουν τις σάρκες του με αιχμη­ρά σιδερένια εργαλεία. Ο Άγιος υπομένει αγόγγυστα το τρομερό μαρτύριό του.
Ε΄. Ο Φανούριος βρίσκεται και πάλι στη φυ­λακή και προσεύχεται στον θεό, για να τον ενισχύσει ν' αντέξει μέχρι τέλους τα βασανι­στήρια.
ΣΤ΄. Ο Άγιος παρουσιάζεται και πάλιν μπροστά στον Ρωμαίο ανακριτή για ν' απο­λογηθεί για τη στάση του. Απ' την ατάρα­χη έκφραση του προσώπου του φαίνεται, πως ούτε τα βασανιστήρια που υπόφερε, ούτε οι μελλοντικές απειλές του τυράννου του εκλόνισαν την πίστη και έτσι απτόητος περιμένει ακόμη χειρότερα μαρτύρια.
Ζ΄. Οι δήμιοι του Φανουρίου με μανία και σκληρότητα καίουν με αναμμένες λαμπάδες το ολόγυμνο σώμα του, που φαίνεται έτσι η ανυπέρβλητη θυσία του για τον Εσταυ­ρωμένο. Ο Άγιος νικά και πάλιν με την α­δάμαστη θέληση και καρτερία του στον Κύ­ριο.
Η΄. Εδώ οι άγριοι βασανιστές του χρησιμο­ποιούν και μηχανικά μέσα για να φθάσουν στο κορύφωμα του μαρτυρίου του. Έχουν δέσει τον Άγιο πάνω σ' ένα μάγκανο κι αυ­τό σαν περιστρέφεται, του συντρίβει τα κόκκαλα. Υποφέρει εκείνος αγόγγυστα αλλά στο ωραίο πρόσωπό του είναι ζωγραφισμέ­νη ανέκφραστη αγαλλίαση, γιατί υποφέρει για χάρη του Κυρίου.
Θ΄. Ο Φανούριος ρίπτεται σ' ένα λάκκο, για να γίνει βορά άγριων θηρίων κι οι δήμιοί του από πάνω παρακολουθούν να δούνε το τέ­λος του. Τα θηρία όμως έχουν κυριολεκτι­κά εξημερωθεί απ' τη χάρη του Θεού, γι' αυ­τό τον περιτριγυρίζουν ήσυχα σαν αρνάκια και απολαμβάνουν θαυμάσια τη συντροφιά του.
Ι΄. Οι δήμιοί του δεν ικανοποιούνται απ' το προηγούμενο αποτέλεσμα κι έτσι τον βγάζουν απ' τον λάκκο και τον καταπλακώνουν μ' ένα μεγάλο λίθο, βέβαιοι πια πως θα τον αποτελειώσουν. Τίποτε όμως δεν πετυχαίνουνε κι αυτή τη φορά.
ΙΑ΄. Η σκηνή παρουσιάζει τον Άγιο μπρο­στά σε βωμό, όπου οι δήμιοί του τον προτρέπουν να θυσιάσει, βάζοντας στις παλά­μες του αναμμένα κάρβουνα. Ο Φανούριος βγαίνει και απ' αυτή τη δοκιμασία νικητής και αυτό διακρίνεται από ένα διάβολο, που έχει τη μορφή δράκου, που πετά στον αέ­ρα και κλαίει για την αποτυχία του.
ΙΒ΄. Η τελευταία σκηνή είναι το τέλος του μαρτυρίου του, με τον Φανούριο ριγμένο σ' ένα μεγάλο καμίνι να στέκεται όρθιος πάνω σ' ένα σκαμνί και να τον περιζώνουν φλό­γες και καπνοί. Ο Άγιος φαίνεται να προ­σεύχεται αδιάκοπα στον Θεό, χωρίς να εκ­φράζει κανένα παράπονο ή γογγυσμό κι έ­τσι άκαμπτος κι ανυποχώρητος πέταξε στα ουράνια, γεμάτος ικανοποίηση για όσα βά­σανα υπόφερε για χάρη του Κυρίου.

3. Το χτίσιμο του ναού
Ο Μητροπολίτης τότε του νησιού, ο Νεί­λος, όταν μελέτησε επισταμένα την ει­κόνα που βρέθηκε, αποφάνθηκε, πως ο Φα­νούριος ήταν ένας απ' τους σπουδαιότε­ρους μεγαλομάρτυρες της Πίστεώς μας. Α­μέσως έστειλε αντιπροσωπεία στον ηγεμό­να του νησιού και τον παρακαλούσε να του δώσει άδεια για ν' ανακαινίσει την εκκλησία. Όταν όμως ο ηγεμόνας αρνήθηκε, τότε ο Μητροπολίτης μετέβη ο ίδιος προσωπικά στην Κωνσταντινούπολη και κατόρθωσε να εξασφαλίσει απ' τον Σουλτάνο την άδεια που ζητούσε. Επέστρεψε σύντομα στη Ρό­δο κι αναστήλωσε το ναό ακριβώς στην πα­λιά θέση του, έξω από τα τείχη του. Ο να­ός σώζεται ως τα σήμερα και αποτελεί από τότε ιερό προσκύνημα όλων των Χριστια­νών.

4. Στοιχεία απ' την εύρεση της εικόνας
Βλέποντας την εικόνα του Αγίου Φανου­ρίου που βρέθηκε στη Ρόδο, εξάγουμε πολλά αξιόλογα στοιχεία που είναι τα ακό­λουθα:
1. Σαν διαβάσουμε στην εικόνα το όνομα του Αγίου συμπεραίνομε αμέσως, πως εί­ναι ελληνικής καταγωγής.
2. Επίσης συμπεραίνομε πως οι γονείς του ήταν πολύ ευσεβείς, για να του δώσουν ένα τόσο χριστιανικό όνομα.
3. Ο νέος αυτός ακόμα θα ήταν πολύ μορ­φωμένος για να γίνει στρατιωτικός.
4. Υπολογίζουμε ακόμα πως τα μαρτύρια του Αγίου Φανουρίου έγιναν τον β' και γ' αιώνα, όταν οι διωγμοί των χριστιανών βρί­σκονταν στο αποκορύφωμά τους.
5. Ο Φανούριος ολοφάνερα αποδεικνύε­ται πως ήταν Μεγαλομάρτυρας απ' τα πολ­λά και φοβερά μαρτύρια που υπέφερε.
6. Βεβαιωνόμαστε επίσης πως ετιμάτο απ' τους πιστούς χριστιανούς απ' τα χρόνια του μαρτυρίου του σε χριστιανικούς ναούς, για να βρεθεί μάλιστα ένας τέτοιος ναός και στη Ρόδο.
7. Απ' την απεικόνιση του Αγίου φαίνεται πως ο Φανούριος μαρτύρησε σε νεαρά
ηλικία.

5. Θαύματα του Αγίου
Ο Άγιος Φανούριος έκανε αρκετά θαύ­ματα στους πιστούς που επικαλούνται το όνομά του κι ένα απ' αυτά είναι το ακό­λουθο:

Σε μια περίοδο της ιστορικής ζωής της η Κρήτη ήταν υποδουλωμένη στους Λατίνους (1204 - 1669 μ.Χ.), που είχαν δικό τους Αρ­χιεπίσκοπο και γι' αυτό προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να παρασύρουν τους κατοίκους του νησιού στον Καθολικισμό (Παπισμό).

Έτσι οι Λατίνοι πήρανε σαν καταπιεστι­κό μέτρο ενάντια στην Ορθοδοξία να μην επιτρέπουν να χειροτονούνται ιερείς στην Κρήτη, οπότε οι Κρητικοί αναγκάζονταν να μεταβαίνουν στο νησί Τσιρίγο (Κύθηρα) για να χειροτονηθούν ιερείς από Ορθόδοξο Αρχιερέα, που έδρευε εκεί.

Κάποια εποχή λοιπόν ξεκίνησαν απ' την Κρήτη τρεις διάκονοι για το Τσιρίγο κι αφού χειροτονήθησαν εκεί ιερείς, επέστρεφαν τρι­σευτυχισμένοι στο πολύπαθο τότε απ' τη σκλαβιά νησί τους. Κατά κακή τους τύχη Αγαρηνοί πειρατές τους συνέλαβαν στο πέ­λαγος, τους μετέφεραν στη Ρόδο, όπου τους πώλησαν σε τρεις διαφορετικούς Αγαρηνούς αφέντες.

Η θέση των τριών ιερέων ήταν αξιοθρή­νητη κι όμως μια γλυκειά προσμονή ήλθε να γλυκάνει το πικρό παράπονό τους. Μάθα­νε πως στη Ρόδο ο Άγιος Φανούριος θαυματουργούσε και σ' αυτόν στήριξαν τις ελ­πίδες τους κι ολοένα προσεύχονταν και τον επικαλούνταν ο καθένας τους ξεχωριστά, για να τους λυτρώσει απ' την σκληρή αιχ­μαλωσία στους μιαρούς Αγαρηνούς.

Ζήτησε, λοιπόν, ο κάθε ιερέας, χωρίς να συνεννοηθούν μεταξύ τους, απ' τον αφέν­τη του, να του δώσει άδεια να μεταβεί στην εκκλησία για να προσκυνήσει την εικόνα του Αγίου Φανουρίου. Πήρανε κι οι τρεις τους μ' ευκολία την άδεια, προσκύνησαν μ' ευ­λάβεια την εικόνα του Αγίου βρέχοντας τη γη με τα δάκρυά τους γονατιστοί σαν προ­σεύχονταν και με όλη τη δύναμη της ψυχής τους παρακαλούσαν τον Άγιο Φανούριο να μεσολαβήσει για να γλυτώσουν πια απ' τα χέρια των Αγαρηνών.

Αφού οι ιερείς αναχώρησαν, ανακουφι­σμένοι απ' τον πόνο τους, ο Άγιος Φανού­ριος παρουσιάστηκε τη νύχτα και στους τρεις αφέντες τους και τους διέταξε να ελευ­θερώσουν τους σκλάβους ιερείς τους, δια­φορετικά θα τους τιμωρούσε σκληρά. Οι Αγαρηνοί όμως άρχοντες θεώρησαν την επέμ­βαση του Αγίου σαν κάποια μαγεία, γι' αυ­τό αλυσόδεσαν τους σκλάβους τους κι άρ­χισαν να τους βασανίζουν με χειρότερο τρό­πο.
Την άλλη όμως νύχτα ο Άγιος Φανούριος επέμβηκε πιο αποτελεσματικά, έλυσε τους τρεις ιερείς απ' τα δεσμά τους και τους υ­ποσχέθηκε, πως θα τους ελευθέρωνε από τους Αγαρηνούς την άλλη μέρα. Φανερώ­θηκε και πάλι στους Αγαρηνούς και τους απείλησε αυτή τη φορά, πως αν δεν ελευθέρωναν το πρωί τους ιερείς, θα μεταχειρι­ζότανε σκληρά μέτρα γι' αυτούς.

Το άλλο πρωί οι Αγαρηνοί αισθάνθησαν την τιμωρία, γιατί έχασαν όλοι το φως τους και το κορμί τους έμεινε παράλυτο. Έτσι αναγκάσθησαν τότε να συμβουλευτούν τους συγγενείς τους, για να συζητήσουν το κα­κό που τους βρήκε. Όλοι δε οι άρχοντες α­ποφάσισαν να καλέσουν τους τρεις ιερείς, μήπως μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Οι ιερείς την μόνη απάντηση που έδωσαν ήταν, πως αυτοί θα παρακαλούσαν τον Θεό τους κι Εκείνος θα αποφάσιζε.

Την τρίτη νύχτα παρουσιάστηκε πάλι ο Άγιος Φανούριος στους Αγαρηνούς και τους ανακοίνωσε πως αν δεν έστελναν οι τρεις άρχοντες γραπτώς στο ναό του τη συγκατάθεση τους για την απελευθέρωση των ιερέων, δεν θα ξανάβρισκαν πια την υ­γεία τους. Οι Αγαρηνοί τότε θέλοντας και μη έγραψαν το γράμμα που ζήτησε ο Άγιος Φανούριος και δήλωναν απερίφραστα, πως παραχωρούσαν, στους τρεις ιερείς την ελευ­θερία τους. Αυτές οι δηλώσεις τους κατατέ­θηκαν στον ιερό ναό του Αγίου.
Πριν ακόμα επιστρέψει η αντιπροσωπεία των Αγαρηνών απ' το ναό, οι τυφλοί και παράλυτοι άπιστοι έγιναν εντελώς καλά με το θέλημα του Αγίου. Οι πλούσιοι Αγαρηνοί έδωσαν στους τρεις ιερείς όλα τα έξοδα του ταξιδιού τους κι αυτοί πριν αναχωρή­σουν κατέφυγαν στην εκκλησία, και αφού ευχαρίστησαν τον Άγιο για την απελευθέ­ρωσή τους, αντέγραψαν πιστά την εικόνα του Αγίου Φανουρίου και την πήραν στην Κρήτη, όπου την τιμούσαν κάθε χρόνο με δοξολογίες και λιτανείες.

6. Η πίτα του Αγίου Φανουρίου
Η μεγάλη τιμή που τρέφουν οι χριστιανοί στον Άγιο Φανούριο, έγινε αιτία να δημιουργηθεί στο λαό το παραδοσιακό έθι­μο της πίττας του Αγίου ή καλύτερα της φανουρόπιτας.

Η πίτα συνήθως είναι μικρή και στρογ­γυλή και γίνεται από καθαρό αλεύρι, ζάχα­ρη, κανέλλα, λάδι κι αφού όλα αυτά τα υλι­κά ανακατευθούν, ζυμώνονται, μπαίνουν σε στρογγυλή φόρμα και η πίττα ψήνεται σε μέτρια θερμοκρασία στο φούρνο.

Η πίτα γίνεται για να φανερώσει ο Ά­γιος σε κάποιον ένα χαμένο αντικείμενο, κά­ποια δουλειά αν ένας είναι άεργος, κάποια χαμένη υπόθεση, την υγειά σε κάποιο άρ­ρωστο και άλλα παρόμοια.
Η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του στις 27 Αυγούστου.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος δ΄. Βασίλειον διάδημα
Ουράνιον εφύμνιον εν γη τελείται λαμπρώς, επίγειον πανήγυριν νυν εορτάζει φαιδρώς Αγγέλων πολίτευμα, άνωθεν υμνωδίαις, ευφημούσι τους άθλους, κάτωθεν Εκκλησία την ουράνιον δόξαν. ην εύρες πόνοις και άθλοις τοις σοις, Φανούριε ένδοξε.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος γ΄. Η Παρθένος σήμερον
Ιερείς διέσωσας αιχμαλωσίας αθέου και δεσμά συνέθλασας δυνάμει Θεία, Θεόφρον, ήσχυνας τυράννων θράση γενναιοφρόνως, ηύφρανας Αγγέλων τάξεις Μεγαλομάρτυς, δια τούτο σε τιμώμεν, θείε οπλίτα, Φανούριε ένδοξε.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ
Τους ασπαζομένους την σην σεπτήν εικόνα εν πίστει και αιτούντας σην αρωγήν, Μάρτυς, κληρονόμους της Θείας Βασιλείας, Φανούριε, λιταίς σου πάντας ανάδειξον.

Πηγή:www.enoriaagiougeorgiou.blogspot.com

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΚΑΙ Η ΥΠΑΚΟΗ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥΠΟΛΕΩΣ ΙΕΡΕΜΙΑ

Α'

Αγαπητοί μου φίλοι,

Θα παρουσιάσω με όση δυνατή μπορώ απλότητα το βαθύ θέμα «Γέροντας και υπακοή». Και οι λαϊκοί σαν μοναχοί όταν ακούμε τέτοιο θέμα, η σκέψη πολλών πηγαίνει σε μοναστήρια, γιατί νομίζουν ότι εκεί μόνο είναι η θέση του Γέροντα, του πνευματικού καθοδηγού δηλαδή, και στους μοναχούς μόνο αρμόζει η υπακοή σ αυτόν. Όμως πρέπει να πούμε από την αρχή ότι όλοι οι χριστιανοί πρέπει να ζούμε σαν μοναχοί. Ένα Ευαγγέλιο υπάρχει που καλούνται οι χριστιανοί να το εφαρμόσουν, άσχετα αν αυτοί είναι κληρικοί η λαϊκοί. «Απατάστε πολύ, λέγει ο Χρυσόστομος, αν νομίζετε ότι υπάρχουν άλλα πράγματα που απαιτούνται από τους κοσμικούς και άλλα από τους μοναχούς. Όλοι θα λογοδοτήσουν παρόμοια».1 Ο Κύριος είπε στους μαθητές Του: «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8,34). Αυτό είναι όλος ο μοναχισμός: Η απάρνηση του εαυτού, η άρση του σταυρού του Κυρίου και η συνεχής πορεία με τον Ιησού. Αλλά τον λόγο αυτό ο Χριστός δεν τον είπε στους μαθητές Του μόνο• το σχετικό χωρίο λέγει: «Προσκαλεσάμενος τον όχλον συν τοις μαθηταίς αυτού είπεν αυτοίς: Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν...». Τον λόγο για απάρνηση του εαυτού τον είπε ο Χριστός και στον όχλο και όχι μόνο στους μαθητές Του. Ο μοναχός και ο κοσμικός οφείλουν να φθάσουν στα ίδια ύψη. Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, σε επιστολή του προς ένα βυζαντινό αξιωματούχο, παρουσιάζει το πρόγραμμα της μοναχικής ζωής και λέγει: «Μη γαρ νομίσης επί μονάζοντος τα λεχθέντα, αλλά και επί λαϊκού τα πάντα επίσης» (P.G. 99, 1388). Ο μοναχός υπόσχεται τρία πράγματα. Την υπακοή, την ακτημοσύνη και την παρθενία. Αλλά οι τρεις αυτές αρετές είναι για κάθε χριστιανό. Στην προσευχή «Πάτερ ημών...», που είναι ασφαλώς για κάθε χριστιανό και όχι μόνο για τον μοναχό, είναι το αίτημα «Γενηθήτω το θέλημά Σου»• αυτό είναι ευχή υπακοής. Παρακάτω στο «Πάτερ ημών...» έχουμε το αίτημα «Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον»• αυτό είναι ευχή ακτημοσύνης. Και το τελευταίο αίτημα της Κυριακής προσευχής «Ρύσαι ημάς από του πονηρού», είναι ευχή παρθενίας. Να λοιπόν! Τις τρεις κύριες αρετές του μοναχισμού, την υπακοή, την ακτημοσύνη και την παρθενία, τις εύχονται και οι λαϊκοί. Και οι λαϊκοί πρέπει να ζουν σαν μοναχοί. Ο Γέροντας, από τον οποίο πρέπει να χειραγωγούνται οι ψυχές και στον οποίο πρέπει να υπακούουν, δεν είναι μόνο για τους μοναχούς, αλλά και για τους λαϊκούς• θα έλεγα μάλιστα ότι είναι περισσότερο αναγκαίος για τους λαϊκούς, που αντιμετωπίζουν περισσότερους πειρασμούς ζώντες στον κόσμο.

Αναγκαίος ο Γέροντας για την συμβάσα πτώση

Έχουμε ανάγκη από Γέροντα. Θα πω όμως τώρα μια περίεργη κάπως ιδέα. Αρχίζοντας ο Χρυσόστομος να ερμηνεύει το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο λέγει ότι θα έπρεπε να είχαμε τόσο καθαρή ζωή, ώστε να είχαμε πολύ πλούσια την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και να μη μας ήταν αναγκαία η Αγία Γραφή. Και με τους δικαίους της πρώτης γενεάς των ανθρώπων ο Θεός επικοινωνούσε όχι με βιβλία, αλλά αυτοπροσώπως, επειδή είχαν καθαρή ψυχή. Όταν όμως, αργότερα, ο λαός βυθίστηκε στην αμαρτία, τότε ο Θεός επικοινωνούσε μαζί του με πλάκες και γράμματα.2 – Με βάση την πατερική αυτή σκέψη λέγουμε ότι θα έπρεπε να έχουμε τόσο καθαρή ζωή, ώστε να είχαμε πλούσια την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και να μην είχαμε ανάγκη από Γέροντα. Έτσι θα ερμηνεύσουμε κάπως το φαινόμενο ότι μεγάλοι Πατέρες έμειναν μόνοι τους στην έρημο, χωρίς Γέροντα. Προπτωτικά ο Αδάμ και η Εύα δεν ήταν Γέροντας ο ένας στον άλλο, αλλά είχαν πλούσια την Χάρη του Θεού και κατευθύνονταν απ αυτήν. Αλλά έγινε η θλιβερή πτώση. Σε τι συνίσταται η πτώση; Η πτώση ήταν η ανυπακοή στην εντολή του Θεού• αυτό είναι όλο – κι όλο η πτώση, που στοίχισε την έξοδό μας από τον Παράδεισο. Ο σκοπός της ζωής μας, αδελφοί, είναι να διορθώσουμε το κακό της πτώσης για να εισαχθούμε στον Παράδεισο. Το κακό της πτώσης ήταν η ανυπακοή• και η ζωή μας λοιπόν τώρα στην γη πρέπει να είναι όλο υπακοή και πορεία για τον ευτυχισμένο Κήπο της Εδέμ. Αλλά έχουμε ανάγκη χειραγωγού, για να ακολουθήσουμε την ευθεία, την πρέπουσα οδό που οδηγεί στον χαμένο Παράδεισο• γιατί η πτώση έφερε την τυφλότητα, την «αμαύρωση» του «κατ εικόνα», που λέγουν οι θεολόγοι, και έχουμε ανάγκη από ένα φωτισμένο χειραγωγό, που ξέρει από την πείρα του τον δρόμο που οδηγεί στην σωτηρία. Αυτός είναι ο Γέροντας! Ο χειραγωγός μου για τον Παράδεισο, που μου πιάνει με αγάπη το χέρι και εγώ του δίνω με εμπιστοσύνη το χέρι μου, την υπακοή μου, δηλαδή, και ακολουθώ τα βήματά του, τα οδηγούντα με εις σωτηρία.

Όλοι έχουμε ανάγκη από Γέροντα

Έχουμε ανάγκη χειραγωγού. Οι Ισραηλίτες, που έφυγαν από την Αίγυπτο, πορευόμενοι στην γη της Επαγγελίας, είχαν οδηγό τον Μωυσή και αργότερα τον Ιησού του Ναυή. Τον Λωτ και την οικογένειά του οι Άγγελοι τους έβγαλαν από την αμαρτωλή χώρα των Σοδόμων.3 Και εμείς έχουμε ανάγκη αγγέλου, ισαγγέλου, Γέροντος δηλαδή, που θα οδηγεί από την χώρα της απωλείας στην χώρα της σωτηρίας. Ένα άσμα που ψάλλουν οι πιστοί μας λέγει: Έφυγα απ τον Φαραώ της Αιγύπτου την σκλαβιά μ’ αρχηγό τον Μωυσή έφτασα ως το Σινά.

Γέροντά μου σεβαστέ, Μωυσή μου νοητέ...

Η ορθόδοξη πνευματικότητα αρχίζει από τον Γέροντα. Αυτό είναι το μυστικό της διαφοράς της δικής μας πνευματικότητας από την δήθεν πνευματικότητα του προτεσταντισμού• ο ορθόδοξος χριστιανός έχει πνευματικό πατέρα, έχει Γέροντα. Ο προτεστάντης δεν θέλει χειραγωγία• πορεύεται μόνος του προς τον Θεό με τον τρόπο που νομίζει• γι αυτό και όσοι προτεστάντες, τόσες ερμηνείες των Αγίων Γραφών, τόσοι και τρόποι πνευματικής ζωής. Ας παρατηρήσουμε τα Βυζαντινά εικονίσματα. Μοιάζουν περίπου το ένα με το άλλο. Τι θέλει να εκφράσει αυτό; Αυτό εκφράζει μια σπουδαία αλήθεια: Ότι ο ένας αντέγραψε – μιμήθηκε τον Γέροντά του• κι εκείνος τον δικό του Γέροντα και έτσι παρουσιάζεται η ομοιότητα των εικόνων. «Θέλεις να μάθεις – λέγει κάπου ο Χρυσόστομος – ότι κι αν είσαι πολύ μεγάλος και πολύ καταρτισμένος, κι αν έφτασες και σ’ αυτά τα ύψη της αρετής, έχεις ανάγκη από ένα σύμβουλο, που να σε διορθώνει και να σε ελέγχει;» Και αναφέρει ο ιερός πατέρας μια ιστορία από την Παλαιά Διαθήκη: Δεν ήταν κανείς ανώτερος από τον Μωυσή. Ήταν ο πραότατος από όλους τους ανθρώπους, ονομάστηκε «φίλος του Θεού», ήταν πολύ μορφωμένος και πολύ ενάρετος. «Επαιδεύθη Μωυσής πάση σοφία Αιγυπτίων», λέγει η Γραφή (Πράξ. 7,22). Με πολλούς προφήτες μίλησε ο Θεός, αλλά με τους άλλους μίλησε με αινίγματα και όνειρα• με τον Μωυσή όμως μίλησε πρόσωπο προς πρόσωπο. Ο Μωυσής έκανε φοβερά θαύματα. Και όμως! Αυτός ο σοφός και δυνατός στα λόγια και στα έργα, αυτός ο «φίλος του Θεού», δεν εννόησε ένα πράγμα που ήταν νοητό σε πολλούς ανθρώπους• που το κατάλαβε ο πεθερός του, ένας βάρβαρος και με μικρές ικανότητες άνθρωπος. Ποιο πράγμα; «Ακούστε – λέγει ο άγιος πατέρας – για να μάθετε ότι ο καθένας έχει ανάγκη από σύμβουλο, έστω κι αν φτάσει στην αρετή του Μωυσή, και ότι πράγματα που ξεφεύγουν την προσοχή μεγάλων και θαυμαστών ανθρώπων, δεν ξεφεύγουν μερικές φορές την προσοχή μικρών και ευτελών ανθρώπων».

Ο Μωυσής στην έρημο έκρινε όλες τις διαφορές του λαού, που ο αριθμός του έφτανε τις εξακόσιες χιλιάδες. Και καθόταν λοιπόν ο μέγας Μωυσής και ασχολούνταν με το κοπιαστικό αυτό έργο από το πρωί μέχρι το βράδυ. Το είδε αυτό ο πεθερός του, ο Ιοθώρ, άνθρωπος με μικρές ικανότητες και ασεβής (γιατί ήταν ειδωλολάτρης) και συμβούλεψε τον μέγα Μωυσή. Τον συμβούλεψε να διορίσει στον λαό άνδρες που να προΐστανται χιλίων ανθρώπων (χιλιάρχους), άλλους που να προΐστανται πεντακοσίων ανθρώπων (πεντακοσιάρχες), άλλους που να προΐστανται εκατό ανδρών (εκατοντάρχους) και άλλους, τέλος, που να προΐστανται δέκα ανδρών (δεκάρχες)• αυτοί να λύνουν – του είπε – τις διαφορές του λαού και να αναφέρουν σε σένα τα μεγάλα μόνο και σοβαρά θέματα. Και ο Μωυσής, λέγει ο Χρυσόστομος, «αν και έγιναν από αυτόν μεγάλα σημεία, όμως εννοήσας ότι έχει ανθρώπινη φύση, από την οποία ξεφεύγουν πολλές φορές πολλά, δέχτηκε με προθυμία την συμβουλή» (Βλ. ομιλία Ιω. Χρυσοστόμου «Περί ελέγχου». Εις Άπαντα Αγίων Πατέρων τ. 33, 118Α εξ. Για το αγιογραφικό παράδειγμα βλ. Έξοδ. 18,13 εξ.). Να, λοιπόν, παράδειγμα από την αγία Γραφή που δείχνει ότι έχουμε ανάγκη καθοδηγού και συμβούλου. Όποιος αρνείται να έχει Γέροντα δείχνει την υπερηφάνειά του• φανερώνει ότι έχει πεποίθηση, ότι θαρρεύει στον εαυτό του, ότι δεν παραδέχεται την αμαρτωλότητα και αδυναμία της ανθρώπινης φύσης του• αλλά αυτό δεν είναι ανάκληση της πτώσης• αυτό είναι παραμονή στην πτώση. Αντίθετα, αυτός που έχει Γέροντα και υπακούει σ αυτόν, δείχνει το ταπεινό του φρόνημα και με την υπακοή του ανακαλεί, όπως είπαμε, το κακό της πτώσης, που συνίσταται στην ανυπακοή.

Θεολογική τοποθέτηση του Γέροντα

Θα ήθελα να δώσω κάποια απλή θεολογική και λειτουργική τοποθέτηση της θέσης του Γέροντα: Ο Υιός του Θεού από τον ουρανό ήρθε ανάμεσά μας• αλλά πέρασε από την Παναγία πρώτα. Έτσι και εμείς, στην πορεία μας προς την Βασιλεία των Ουρανών, θα πρέπει να περάσουμε από την Παναγία. Ό,τι όμως, λέγεται για την Παναγία λέγεται και για την Εκκλησία. Υπάρχει μια μυστική θεολογική σύνδεση και ταύτιση, θα έλεγα, Θεοτόκου και Εκκλησίας.4 Να περάσουμε από την Παναγία σημαίνει να περάσουμε από την Εκκλησία. Η Εκκλησία έχει τους πατέρες, τους αββάδες και τους γεροντάδες• από αυτούς πρέπει να περάσουμε πορευόμενοι προς τον Θεό μας. Όπως ο ιερέας προσφέρει στον Θεό τα δώρα κατά την θεία Λειτουργία, έτσι και ο Γέροντας, αυτός προσφέρει την ψυχή στον Θεό τελώντας την ωραία αυτή ποιμαντική ιερουργία.5

Ο Γέροντας νυμφαγωγός εις Χριστόν

Ο Γέροντας σαν να έχει την θέση του κουμπάρου στον γάμο. Ο κουμπάρος είναι ο νυμφαγωγός των δύο προσώπων, αυτός που εγγυάται στην Εκκλησία την αγάπη τους και προχωρεί έπειτα η Εκκλησία στην τέλεση του μυστηρίου του γάμου. Και δεν επεμβαίνει πλέον ο κουμπάρος στο ανδρόγυνο, αλλά στέκεται παράμερα παρακολουθώντας μόνο μη διαταραχθεί η ωραία τους σχέση και ψυχρανθεί η αγάπη τους• κι αν συμβεί τούτο, τότε πρέπει να ειδοποιήσει την Εκκλησία, η οποία επεμβαίνει να ξανασυνδέσει τον χαλαρωθέντα δεσμό, έχοντας ως συνεργό της τον κουμπάρο. Κάπως έτσι είναι και η θέση του Γέροντα στην ψυχή. Ο Γέροντας είναι ο νυμφαγωγός της ψυχής προς τον Χριστό. «Χαίρε πιστούς Κυρίω αρμόζουσα», λέγει ο Υμνωδός στην Παναγία (στο Τ των Χαιρετισμών). Αλλά, είπαμε, ό,τι λέγεται για την Παναγία λέγεται και για την Εκκλησία. Αυτό μπορεί να ειπωθεί για τον ιερέα, για τον Γέροντα. Πόσο ωραίο είναι εκείνο που λέγει ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους: «Σάς αρραβώνιασα με έναν άνδρα»! («Ηρμοσάμην υμάς ενί ανδρί» Β΄Κορ. 11,2).6 Σκοπός του Γέροντα είναι να συνδέσει την ψυχή με τον Κύριο – όχι με τον εαυτό του – και να στέκεται έπειτα αυτός ως παράνυμφος, επεμβαίνοντας όταν βλέπει να χαλαρώνει ο ιερός αυτός δεσμός, για να τον συσφίξει πάλι και να τον στερεώσει.

Ανακεφαλαίωση

Ανακεφαλαιώνοντας τα παραπάνω λέγουμε ότι η ορθόδοξη πνευματικότητα αρχίζει από τον Αββά, από τον Γέροντα. Με την υπακοή στον Γέροντα διορθώνεται το κακό της πτώσης, που είναι η ανυπακοή, και προφυλάσσεται ο πιστός από νέα πτώση. Ξέρετε γιατί συνέβη η θλιβερή πτώση; Γιατί ο πειρασμός βρήκε την Εύα μόνη! Δεν θα την «πάθαινε» η Εύα, αν ήταν μαζί με τον Αδάμ, ή, αν έφευγε γρήγορα από το φίδι και πήγαινε στον Αδάμ να του καταγγείλει όσα βλάσφημα της είπε αυτό. Έτσι και η ψυχή• όταν κρατιέται καλά από τον Γέροντα δεν είναι εύκολη η πτώση της. Και είναι κράτημα, είναι στήριγμα δυνατό γι αυτήν, αν τρέχει και αναφέρει στον Γέροντά της τις πανούργες επιθέσεις του πειρασμού. Και όπως το μικρό παιδί, που το πειράζουν τα άλλα παιδιά, απειλεί με το «θα το πω στον πατέρα μου», έτσι πρέπει να λέγει θαρρετά και η ψυχή στον πειρασμό που της επιτίθεται: «Θα το πω στον πάτερ μου», «θα το πω στον Γέροντά μου»! – Στο χωρίο του Παύλου που ανέφερα, όπου λέγει στους Κορινθίους «Σάς αρραβώνιασα με έναν άνδρα», λέγει παρακάτω ο Απόστολος: «Φοβάμαι! Μήπως, όπως το φίδι εξαπάτησε με την πανουργία του την Εύα, έτσι πλανηθούν και τα δικά σας νοήματα». Στην αγία Γραφή και τα άγια Συναξάριά μας βλέπουμε οι άγιοί μας να αρχίζουν την πνευματική τους πορεία με Γέροντα, με καθοδηγό. Έτσι ο Ιησούς του Ναυή είχε τον Μωυσή• ο Βαρούχ τον Ιερεμία• ο Παύλος τον Ανανία• ο Τιμόθεος τον Παύλο και η οσία Μαρία η Αιγυπτία τον Ζωσιμά. Το ίδιο συμβαίνει σε όλη την αναρίθμητη στρατιά των αγίων μας. Στην γραμμή αυτή των αγίων μας πρέπει να βαδίσουμε και μείς και όχι να χαράξουμε άλλον τρόπο πνευματικής πορείας προτεσταντίζοντα• πρέπει να έχουμε Γέροντα.

Β΄

Η υψηλή θέση του Γέροντα

Γέροντας είναι ο πνευματικός πατέρας• λέγεται Γέροντας, όπως και ο ιερέας λέγεται «Πρεσβύτερος». Στην αρχή ο πρεσβύτερος ιερέας ήταν και στην ηλικία πρεσβύτερος. Αλλά «γήρας τίμιον ου το πολυχρόνιον, ουδέ αριθμώ ετών μεμέτρηται» (Σοφ. Σολ. 4,8)• έτσι και ένα νεαρό η νεαρά που αφιερώνονται στον Θεό τον λέμε «καλόΓΕΡΟ» και «καλοΓΡΙΑ». Ο Γέροντας, «Στάρετς» στα Ρωσσικά, δεν είναι ανάγκη να είναι ηλικιωμένος, αλλά να έχει την Χάρη του Θεού να καθοδηγεί άλλους.

Η Εκκλησία το θέμα του Γέροντα, του εξομολόγου, το έχει σε περιποιούσα τιμή. Και εξηγείται βέβαια αυτό από το ότι Γέροντας κυρίως, πνευματικός πατέρας δηλαδή σε μια Μητρόπολη είναι ο Επίσκοπος της Μητρόπολης αυτής. Αλλά επειδή δεν επαρκεί ο Επίσκοπος να εξομολογήσει όλο το πλήθος του λαού του, παραχωρεί την πνευματική πατρότητά του και σε ορισμένους εκ των ιερέων του, που διακρίνονται για την πνευματικότητά τους• γι αυτό και οι εξομολόγοι ιερείς λέγονται «πνευματικοί».

Η υψηλή θέση του Γέροντα στην Εκκλησία φαίνεται και από το ότι η εκλογή του είναι υπέρ-ενοριακή, θα έλεγα• δεν δεσμεύεται από τα όρια μιας ενορίας. Για να κάνει κανείς μια βάπτιση, ένα γάμο πρέπει να παρουσιαστεί στην ενορία του• για το θέμα όμως της εξομολόγησης, της πνευματικής καθοδήγησης, δεν ισχύει αυτό.7 Σ’ αυτό το θέμα ισχύει το ρήμα «αναπαύομαι». Προτιμάει κανείς τον Γέροντα στον οποίο αναπαύεται η ψυχή του και ας βρίσκεται αυτός πολύ μακρυά του.8 – Ο Γέροντας με την πλήρη έννοιά του, ο Στάρετς των Ρώσσων, δεν αναδεικνύεται προβαλλόμενος ή επιβαλλόμενος στον λαό από έναν ανώτερο αξιωματούχο, αλλά αναδεικνύεται στον λαό από την αρετή του• το Άγιο Πνεύμα μιλώντας κατ’ ευθείαν στις καρδιές των χριστιανών αποκαλύπτει ότι ένα πρόσωπο έχει ευλογηθεί από τον Θεό με την χάρη να καθοδηγεί τους άλλους και να θεραπεύει τα ψυχικά τους νοσήματα.

Ο Γέροντας, με την έννοια του Στάρετς και όχι απλώς του εξομολόγου, συνηθέστατα είναι ιερομόναχος, αλλά και κάποιος έγγαμος ιερέας μιας ενορίας ή ακόμα, λέγουν τα Συναξάριά μας, και κάποιος απλός μοναχός ή μοναχή.9 Αν ο Γέροντας δεν είναι ιερέας – εξομολόγος, αφού ακούσει τα αμαρτήματα και προβλήματα των ανθρώπων και δώσει τις κατάλληλες συμβουλές, τους στέλνει σ έναν εξομολόγο για την άφεση των αμαρτιών τους.

Προσόντα του Γέροντα

Θα έρθω τώρα σε μια άλλη σοβαρή παράγραφο του θέματος: Πως πρέπει να είναι ο Γέροντας; Κάποτε ο Γέροντας Σιλουανός, μοναχός στο Ρωσικό μοναστήρι του αγίου Όρους, μιλώντας για τον πατέρα του είπε γι αυτόν: «Τέτοιο Γέροντα ήθελα να έχω»! Πως ήταν ο πατέρας του; Μια φορά, σε εποχή θερισμού, όταν ακόμα ο Σιλουανός ήταν λαϊκός, Συμεών το όνομα, όλη η οικογένεια δούλευε στο χωράφι• ήταν η σειρά του Συμεών να ετοιμάσει το γεύμα. Ξέχασε όμως πως ήταν Παρασκευή και έβρασε χοιρινό κρέας κι έφαγαν όλοι. Πέρασε μισό έτος. Τον χειμώνα, μια γιορτή, ο πατέρας λέγει στον Συμεών μ ένα γλυκό χαμόγελο:

– Θυμάσαι, παιδί μου, που μου έβρασες χοιρινό κρέας στο χωράφι; Ήταν Παρασκευή, ξέρεις, και το έτρωγα σαν να ήταν πτώμα.

– Και γιατί δεν μου το είπες τότε;

– Δεν ήθελα να σε συγχύσω, παιδί μου.

«Να, τέτοιο Γέροντα ήθελα να έχω», έλεγε ο πατήρ Σιλουανός• «ποτέ δεν θύμωνε και ήταν πάντοτε μετρημένος και ήσυχος. Σκεφθείτε, έκανε υπομονή μισό χρόνο και βρήκε την κατάλληλη στιγμή, ώστε να με διορθώσει και να μη με συγχύσει».10

α) Επιείκεια

Ο Γέροντας, κατά πρώτον, πρέπει να είναι επιεικής και διακριτικός. Ποτέ σκληρότητα και άκριτη τακτική στα πνευματικά του τέκνα. Μια τέτοια τακτική, που πολύ πιθανόν να προέρχεται και από ζήλο, αλλά «ου κατ επίγνωσιν» (Ρωμ.10,2), κάνει ζημιά, πολύ μεγάλη ζημιά• δολοφονεί τις ψυχές. Και τέτοιες δολοφονίες, ας το ομολογήσουμε ταπεινά, έχουν γίνει από Γεροντάδες...

Θα αναφέρουμε εδώ ένα ωραίο, ένα χτυπητό σχετικό παράδειγμα από τα έργα των αθανάτων πατέρων μας: Ένας Γέροντας δέχτηκε μια μέρα ένα νεαρό και ευσεβή μοναχό. Ήρθε ο μοναχός στον Γέροντα να του εκμυστηρευθεί τους πειρασμούς του, που ιδιαίτερα αυτή την περίοδο του ήταν δυνατοί και τον απογοήτευαν, και να του ζητήσει την θεραπεία. Στις συμβουλές του Γέροντα ο μοναχός έλπιζε να βρει παρηγοριά στον πόνο του και φάρμακο στις πληγές του. Αλλά ο Γέροντας, όταν άκουσε τους λογισμούς του μοναχού, του είπε πικρά λόγια: «Ελεεινέ – του είπε – είσαι ανάξιος να φέρεις το όνομα του μοναχού, αφού αισθάνεσαι τέτοιες επιθυμίες!». Οι παρατηρήσεις αυτές του Γέροντα πλήγωσαν κατάκαρδα τον μοναχό. Βγήκε από το κελλί βυθισμένος στην πιο σκοτεινή απελπισία. Και στην απελπισία του αυτή και την θανάσιμη λύπη του δεν σκεπτόταν πια να θεραπεύσει το κακό, αλλά να ικανοποιήσει το πάθος που τον πείραζε. Ήταν απορροφημένος από αυτή την σκέψη, όταν συνάντησε τον Αββά Απολλώ, τον αγιώτερο από όλους τους Γεροντάδες. Στο πρόσωπο του νέου ο Γέροντας διακρίνει την σφοδρότητα της πάλης, που διαδραματιζόταν στα βάθη της ψυχής του. Με γλυκύτητα τον ρωτάει για την αιτία της μεγάλης του ταραχής. Ο νέος δεν μπόρεσε να αρθρώσει ούτε λέξη. Τέλος, τα ομολογεί όλα. Αφού, κατά την γνώμη του Γέροντα που συμβουλεύτηκε, είναι ανάξιος να είναι μοναχός και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να χαλιναγωγήσει τις σαρκικές ορμές, θα εγκαταλείψει την μοναστική ζωή και θα παραδοθεί στον κόσμο.

Ο Απολλώς τότε αρχίζει να τον παρηγορεί με λόγια στοργικά, λέγοντας μάλιστα και για δικούς του πειρασμούς και αγώνες. Του συνιστά να μην παραδοθεί στην απελπισία, ούτε να εκπλήσσεται από την σφοδρότητα του πειρασμού. Του παρουσιάζει το έλεος και την χάρη του Θεού. Και στην συνέχεια ζητάει από τον νέο προθεσμία μιας μόνο ημέρας παρακαλώντας τον να επιστρέψει στο κελλί του, ενώ αυτός κατευθύνεται εσπευσμένα στο μοναστήρι του αυστηρού Γέροντα. Καθώς πλησίαζε, προσευχήθηκε με δάκρυα: «Κύριε, Συ μόνο βλέπεις με το συμπαθές βλέμμα τις δυνάμεις του καθενός μας και την αδυναμία της φύσεώς μας...Σε παρακαλώ, ρίξε τον πειρασμό του νέου στην ψυχή του Γέροντα, για να μάθει τουλάχιστον τώρα στο γήρας του να είναι συμπαθής στις αδυναμίες των πονεμένων και συγκαταβατικός στο ευόλισθο της νεότητας»! Πραγματικά, ύστερα από λίγο ο άσπλαχνος και αδιάκριτος Γέροντας προσβλήθηκε από σφοδρούς σαρκικούς πειρασμούς. Αλλά ο συνετός Απολλώς μεταξύ των άλλων του είπε: «Ο Θεός επέτρεψε να κτυπηθείς έτσι, ώστε να μάθεις από την πείρα να είσαι συμπαθής στις αδυναμίες των άλλων και συγκαταβατικός στους νεώτερους αδερφούς. Δέχτηκες ένα νέο μοναχό, χτυπημένο από τον πονηρό και αντί να του γλυκάνεις τον πόνο με την παρηγοριά σου, τον παρέδωσες με την θανάσιμη απελπισία στα χέρια του εχθρού, γιατί όσο εξηρτάτο από σένα θα καταβροχθιζόταν από τον πονηρό. Μάθε λοιπόν από την δική σου περίπτωση να συμπαθείς τους χτυπημένους από τον πειρασμό και να μην τους ρίχνεις ποτέ στην ολέθρια απόγνωση»11. Ο Γέροντας, ξαναλέμε, πρέπει να έχει επιείκεια και διακριτικότητα.

β) Αυστηρότητα

Ο διακριτικός Γέροντας δεν θα είναι μόνο επιεικής εκεί που πρέπει, αλλά και αυστηρός, εκεί πάλι που πρέπει. Λέγοντας αυστηρός εννοώ ότι θα σπρώχνει τα τέκνα του προς σωτηρία, όταν τα βλέπει ραθυμούντα, για να τα νευρώσει και να τα τονώσει σε σταθερή πια πνευματική πορεία, θα τους βάλει δε και επιτίμια, τα οποία έχουν παιδαγωγικό μόνο χαρακτήρα. Ας θυμηθούμε εδώ ένα σχετικό περιστατικό από την Αγία Γραφή: Οι δύο θείοι Επισκέπτες είπαν στον Λωτ να πάρει την οικογένειά του και να φύγει από τα Σόδομα, για να μην καταστραφούν και αυτοί με τις αμαρτίες της αμαρτωλής πόλης. Αλλά δεν ήθελε να φύγει ο Λωτ από τα Σόδομα, την εύφορη αυτή περιοχή, την οποία προτίμησε σε βάρος του θείου του Αβραάμ και από την οποία είχε πλουτήσει. Και οι άγγελοι μεταχειρίστηκαν βία για να τους σώσουν• το κείμενο λέγει: «Εκράτησαν οι άγγελοι της χειρός αυτού και της χειρός της γυναικός αυτού και των χειρών των δύο θυγατέρων αυτού... και εξήγαγον αυτούς έξω» (Γεν. 19,16.17).12

Έτσι χρειάζεται να είναι και ο πνευματικός πατέρας στα τέκνα του, όταν τα βλέπει ράθυμα: Να τα σπρώχνει στην οδό της σωτηρίας: Το «σπρώξιμο» αυτό αντιστοιχεί με έλεγχο της αμαρτωλής – της ράθυμης κατάστασης, με επιτίμια για τις πτώσεις και προγραμματισμό νέας, έντονης πνευματικής ζωής. Ο έλεγχος του Γέροντα στα τέκνα του, όταν τα βλέπει να μην πορεύονται καλά πνευματικώς, αποδεικνύει την αγωνία του για την σωτηρία τους και την αγάπη του γι αυτά. Ένας αδιάφορος Γέροντας, σε τέτοιες περιπτώσεις, περιορίζεται σε απλή μόνο συμβουλή και παραλείπει τον έλεγχο και τα επιτίμια• αλλά αυτός δεν είναι Γέροντας, δεν είναι πατήρ. Η αυστηρότητα του Γέροντα, εκεί που πρέπει, δεν είναι αντίθετη προς την αγάπη, αλλά μάλλον άλλη όψη αυτής.

γ) Διακριτικότητα

Θα πρέπει όμως εδώ να πούμε ότι ο καλός Γέροντας πρέπει να γνωρίζει να χρησιμοποιεί λελογισμένο έπαινο και να διεγείρει έτσι την φιλοτιμία και το αγωνιστικό φρόνημα των τέκνων του, εμπνέοντας σ αυτά την αυτοτιμωρία και την αυτοδιόρθωση. Σ’ αυτόν τον Γέροντα παραμένουν ελάχιστα περιθώρια για έλεγχο και τιμωρία.

Και ακόμα πρέπει να πούμε αυτό που λέγει ο άγιος Βασίλειος, ότι ο πνευματικός πατέρας πρέπει να είναι ανεκτικός ιδιαίτερα στους αρχαρίους, που πέφτουν από απειρία, και όταν τους επιβάλλει επιτίμια, να τους τα επιβάλλει «εν πάση ευσπλαγχνία και συμμετρία» (Όροι κατά πλάτος 43). Ο Χρυσόστομος τονίζει ότι η επιβολή των επιτιμίων δεν αρκεί να είναι σύμμετρος προς το παράπτωμα, αλλά και προς την «προαίρεσιν» του αμαρτάνοντος (Ιω. Χρυσοστόμου, Περί Ιερωσύνης 2,4). Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος εφιστά την προσοχή στον ποιμένα να μη χρησιμοποιεί τα ίδια μέσα θεραπείας για όλους, γιατί υπάρχουν διάφοροι ψυχολογικοί τύποι, και, όπως λέγει, «τους μεν έπαινος ώνησε, τους δε ψόγος, αμφότερα δε μετά καιρού», σε κατάλληλη δηλαδή περίσταση (Λόγος 2, 31. P.G. 35, 440 Α). Τέλος, ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέγει ότι η ποινή, που θα επιβάλει ο Γέροντας στα τέκνα του, πρέπει να είναι ανάλογη προς την αντοχή τους και συνεπώς ο πιο αδύνατος πρέπει να τιμωρείται «κουφοτέρως» από τον ισχυρότερο (Προς τον ποιμένα, 10). Αλλά η διάκριση θα πει στον Γέροντα που πρέπει να είναι αυστηρός και που επιεικής. «Ποικίλον δεί είναι τον ιερέα του Θεού», λέγει κάπου ο Χρυσόστομος.

Γ΄

Η αξία της υπακοής

Μαρτύριο – ελευθερία – ανάσταση

Έρχομαι τώρα στην αντίστοιχη προς την παραπάνω παράγραφο: Πως πρέπει να είναι τα τέκνα προς τον Γέροντα; Πρέπει να είναι υπάκουα. Είπαμε ότι το κακό της πτώσης έγκειται στην ανυπακοή. Η υπακοή λοιπόν είναι πορεία προς την προπτωτική, την εδεμική κατάσταση. Η μεγαλύτερη θυσία στον Θεό που μπορεί να κάνει ένας πιστός είναι η υπακοή στον Γέροντά του. Και θα εξηγήσω το «Γιατί». Η καλύτερη προσφορά στον Θεό είναι να προσφέρω το μεγαλύτερο, το καλύτερο που έχω• και το μεγαλύτερο δώρο του Θεού στον άνθρωπο είναι η ελευθερία. Αυτή την ελευθερία, που δεν της κάναμε καλή χρήση και μας παρέσυρε στην θλιβερή πτώση, με τον φόβο μάλιστα ότι θα μας παρασύρει σε συνεχείς πτώσεις, αυτή την ελευθερία προσφέρουμε στον Γέροντα και υποτασσόμαστε με υπακοή σ’ αυτόν. Είναι δε η υπακοή σε Γέροντα και η άσκηση γενικά, είναι η συνέχεια του μαρτυρίου της Εκκλησίας των τριών πρώτων αιώνων. «Οι χριστιανοί πάντοτε μαρτυρούν», λέγει κάπου ο Χρυσόστομος. Όταν έπαυσαν οι διωγμοί, η Εκκλησία βρήκε άλλον τρόπο μαρτυρίου: Την άσκηση• και η άσκηση της υπακοής είναι μαρτύριο. «Μαρτύριον η υπακοή», λέγουν τα Γεροντικά αποφθέγματα.13 Είναι «μνήμα θελήσεως», λέγει γι αυτήν ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος (Λόγος δ΄, γ΄).

Αλλά θα πω τώρα το αντίθετο και θα αποδείξω πως συμβιβάζεται με το προηγούμενο: Δεν είναι καταδούλωση η υπακοή• είναι ελευθερία. Δεν είναι «μνήμα», δηλαδή ταφή• είναι ανάσταση. Ως εξής περιγράφει ο Ντοστογιέφσκυ, με το στόμα του στάρετς Ζωσιμά, στους Αδελφούς Καραμάζωφ, την ελευθερία των ανθρώπων της εποχής του: «Ζουν μόνο για να ζηλεύουν ο ένας τον άλλο, για χλιδή κι επίδειξη. Θεωρούν τόσο απαραίτητα τα γεύματα, τ’ αμάξια, τ’ αξιώματα και τους δούλους, για να τους υπηρετούν, που είναι έτοιμοι να θυσιάσουν για όλ’ αυτά ακόμα και την ζωή τους, την τιμή τους, τ’ ανθρώπινα αισθήματά τους. Φτάνουν μάλιστα να καταλήξουν και στην αυτοκτονία, όταν δεν μπορούν να κορέσουν τις επιθυμίες τους. Το ίδιο κάνουν κι όσοι δεν είναι πλούσιοι. Γιατί οι φτωχοί το ρίχνουν στο κρασί, για να ξεχάσουν το ανικανοποίητο και την ζήλεια τους. Μα σύντομα θα πιούν αίμα αντί για κρασί. Και σάς ρωτώ: Είναι ελεύθερος ένας τέτοιος άνθρωπος;» (Αδελφοί Καραμάζωφ, Μέρ. Β΄ βιβλ. ΣΤ΄ κ. 3). Αυτό δεν είναι ελευθερία• αυτό είναι δουλεία στα πάθη. Όποιος όμως υπακούει σε Γέροντα, που είναι ο νοητός Μωυσής, ο οποίος τον βγάζει από την Αίγυπτο των παθών, ελευθερώνεται από τα πάθη, δεν κυριαρχείται από αυτά, τα πατάει, τα βάζει σε μνήμα, και αυτός εγείρεται αναστημένος από την σπηλιά τους, όπου ήταν πρώτα θαμμένος. Η υπακοή στον Γέροντα είναι ανυπακοή στον διάβολο, είναι ταφή των παθών και ανάσταση αρετών. Γι αυτό, ενώ ο Ιωάννης της Κλίμακος λέγει ότι η υπακοή είναι «μνήμα θελήσεως», αμέσως παρακάτω λέγει ότι αυτή είναι «έγερσις ταπεινώσεως».

Στους Αδελφούς Καραμάζωφ ο Ντοστογιέφσκυ μιλάει πάλι για τον μοναχό Αλιόσα, που πήγε και βρήκε τον στάρετς Ζωσιμά κι αφοσιώθηκε σ αυτόν, μένοντας μαζί του στο ίδιο κελλί. Υπέταξε την θέλησή του στην θέληση του Γεροντά του. Έγινε δούλος του, για ν αποκτήσει την απόλυτη ελευθερία, την ελευθερία από τον εαυτό του (Μερ. Α΄ βιβλ. 1 κ. 5). Αν τώρα η υπακοή στον Γέροντα φαίνεται «μαρτύριο», αυτό συμβαίνει στον αρχάριο, που ζει ακόμα στα πάθη του και πόθησε μεν να ζήσει την ζωή του Πνεύματος, δεν του είναι όμως εύκολη, στην αρχή τουλάχιστον, η απαλλαγή από τα «αγαπητά» του πάθη, που καλείται τώρα να τα σφάξει στο βωμό της υπακοής. Όταν όμως σιγά-σιγά παίρνει την Χάρη του Θεού η ψυχή του και γνωρίζει την νέα ζωή πόσο γλυκειά είναι, τότε αλλάζουν τα «γούστα» του – ας το πω έτσι –• και εκείνο που φαινόταν δύσκολο στην αρχή, τώρα έγινε εύκολο• και όχι μόνον εύκολο, αλλά και επιθυμητό.14

Υπακοή σε όλα;

Στον Γέροντα λοιπόν οφείλουν υπακοή τα πνευματικά τέκνα. Υπακοή σε όλα; Ναι, σε όλα! Πρότυπο υπακοής είναι ο Χριστός, που έγινε «υπήκοος» στο θέλημα του ουρανίου Πατέρα Του «μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. 2,8). Και αυτός που υπακούει τελείως στον πνευματικό του πατέρα, στον Γέροντά του, μιμείται την υπακοή του Χριστού. Μιμείται την υπακοή του Αβραάμ, γιατί υπακούει στην φωνή: «Έξελθε εκ της γης του θελήματός σου και δεύρο εις την γην της υπακοής» (βλ. Γεν. 12, 1).15 – Ο απόστολος Τιμόθεος, αν και ήταν ασθενής, όμως δεν έπινε ως φάρμακο λίγο κρασί, αλλά έπινε όλο νερό• περίμενε και σ’ αυτό ακόμα την εντολή του Γέροντά του (βλ. Α΄Τιμ. 5,23)!16

Και για τα καλά έργα πρέπει να ρωτάμε τον Γέροντα• ας μνημονεύσουμε εδώ τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Είχε επιθυμία να κηρύξει το Ευαγγέλιο• δεν τόλμησε όμως να εκτελέσει την άγια αυτή επιθυμία του, αν δεν έπαιρνε πρώτα, όπως μας βεβαιώνει η βιογραφία του, την ευχή των Γεροντάδων. Ο Διάβολος λέγεται «πλεονέκτης» (βλ. Β΄Κορ. 2,11). Γιατί; Γιατί μας πολεμάει και εκ δεξιών, και με τα καλά έργα δηλαδή. Δεν μας λέει μόνο, π.χ., να καταλύσουμε την νηστεία, αλλά και να τηρήσουμε αυστηρή νηστεία, για να μας ρίξει στην υπερηφάνεια• γι’ αυτό η ασφάλεια είναι να ρωτάμε σε όλα τον Γέροντα. Κι αν ακόμα ο Γέροντας είναι ατελής και δεν δίνει καλές συμβουλές στα τέκνα του, όμως αυτά πρέπει να τον υπακούουν και ο Θεός θα ευλογήσει πλούσια την αρετή αυτής της υπακοής τους• και θα κερδήσουν, λοιπόν, έτσι πολλή ωφέλεια από τον ατελή έστω Γέροντά τους. Έχει και εδώ εφαρμογή ο θεόπνευστος λόγος «Τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν» (Ρωμ. 8,28). Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δεν είχε ικανό Γέροντα• αλλά αυτό δεν τον έβλαψε καθόλου. Τον ανέδειξε μάλιστα η τέλεια υπακοή του σ αυτόν.17

Αιτία για το κακό της ανυπακοής

Θα αναφέρω μια γενική περίπτωση διατάραξης της ωραίας σχέσης της υπακοής. Η υπακοή είναι μια χρυσή αλυσίδα που μας δένει με τον Θεό, την Αγία Τριάδα. Ως εξής εννοώ την αλυσίδα αυτή: Ο πιστός υπακούει στον Γέροντά του• εκείνος υπακούει στον Επίσκοπο• ο Επίσκοπος στην Εκκλησία• η Εκκλησία στον Χριστό• και ο Χριστός σαν άνθρωπος στον Θεό Πατέρα (βλ. Α΄ Κορ. 3,22.23). Όταν όμως ο Γέροντας, από εγωισμό, δεν υπακούει στον Επίσκοπό του, σπάει τον κρίκο της χρυσής αλυσίδας της υπακοής• θα είναι δε αστείο ο Γέροντας αυτός να απαιτεί υπακοή από τα πνευματικά του τέκνα. Και αυτά πάλι, όταν βλέπουν τον Γέροντά τους ανυπότακτο στον δικό του Γέροντα, δεν έχουν διάθεση υπακοής σ αυτόν, που τα διδάσκει ανυπακοή με το παράδειγμά του.

Όχι «κάστα» ο Γέροντας με τα τέκνα του προς ζημία της Εκκλησίας

Στο τέλος της ομιλίας αυτής θα αναφερθώ σε παρατηρούμενο λάθος μερικών Γεροντάδων και των πνευματικών τους τέκνων μαζί. Θα υποδείξω το λάθος αυτό μιλώντας από την Αγία Γραφή για ένα καλό, πολύ καλό Γέροντα, που θέλησαν μερικά τέκνα του να τον παρασύρουν στο λάθος αυτό, χωρίς βέβαια να το πετύχουν, ενώ άλλα καλά τέκνα του ενόησαν την ορθή θέση του Γέροντα αυτού και ακολούθησαν την γραμμή του. Ως Γέροντα εννοώ τον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη. Είχε κύκλο μαθητών και έδειξε στους μαθητές του τον Κύριο λέγοντας: «Ίδε ο Αμνός του Θεού». Αυτή είναι η θέση του Γέροντα• να δείχνει τον Χριστό και προς Αυτόν να κατευθύνει τα τέκνα του. Δύο από τους μαθητές του Ιωάννου, ο Ιωάννης και ο Ανδρέας, έφυγαν από τον διδάσκαλό τους και ακολούθησαν τον Χριστό, γινόμενοι οι πρώτοι μαθητές Του. Αρνήθηκαν τον Γέροντά τους; Όχι! Το πόσο ο μαθητής Ιωάννης τιμούσε τον Γέροντά του φαίνεται από το Ευαγγέλιό του. Θέλοντας να μιλήσει για την μεσσιανικότητα του Ιησού αρχίζει με την μαρτυρία του Γέροντά του, του Προδρόμου Ιωάννου, εγκωμιάζοντάς τον μάλιστα πολύ: «Εγένετο», λέγει, «άνθρωπος απεσταλμένος παρά Θεού, όνομα αυτώ Ιωάννης. Ούτος ήλθεν εις μαρτυρίαν, ίνα μαρτυρήση περί του φωτός, ίνα πάντες πιστεύσωσι δι αυτού». Τιμάει πολύ τον Γέροντά του, αλλά παρά την μεγάλη φήμη του, δεν τον θεοποιεί. Πρώτα ο Χριστός και έπειτα ο Γέροντας, που η αξία του έγκειται στο ότι μας καθοδηγεί στον Χριστό. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μιλώντας για τον Γέροντά του λέγει καθαρά: «Ουκ ην εκείνος το φως»• ήρθε μόνο «ίνα μαρτυρήση περί του φωτός», του Χριστού δηλαδή (βλ. Ιω. 1, 6-8). Μερικοί όμως από τους μαθητές του Ιωάννου πήγαν στον δάσκαλό τους και του είπαν με ανησυχία και ζηλοτυπία: «Ραββί, ος ην μετά σου πέραν του Ιορδάνου, ω συ μεμαρτύρηκας, ίδε ούτος βαπτίζει και πάντες έρχονται προς αυτόν» (Ιω. 3,26). Καταπικράθηκαν, γιατί αρχίζει να χάνει οπαδούς ο Γέροντάς τους και τους κερδίζει ο Χριστός! Ο Γέροντάς τους, ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, τους απάντησε πολύ ωραία• τους είπε, μεταξύ άλλων, ότι αυτός δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο «φίλος του νυμφίου», του Χριστού δηλαδή, ο νυμφαγωγός που συνδέει τους άλλους μαζί του (βλ. Ιω. 3,27-29). Μας κάνει όμως εντύπωση η κακή τοποθέτηση των μερικών αυτών μαθητών του• και να σκεφθούμε ότι, όπως μας πληροφορεί η περικοπή Ματθ. 9,14-15, αργότερα αυτοί οι μαθητές συμμάχησαν με τους Φαρισαίους και κατηγόρησαν τον Ιησούν, γιατί δεν επιβάλλει στους μαθητές Του να νηστεύουν. Και τότε ο Ιησούς τους απάντησε με τον λόγο του διδασκάλου τους ότι Αυτός είναι ο Νυμφίος και εφ όσον οι μαθητές Του είναι μετά του Νυμφίου δεν οφείλουν να νηστεύουν.

Οι μαθητές αυτοί του Ιωάννου νόμισαν ότι ο διδάσκαλός τους προορισμό έχει να ιδρύσει οργάνωση που να μείνει πάντα οργάνωση• δεν είδαν την Εκκλησία, που ήρθε να ιδρύσει ο Χριστός. Έτσι πικραίνονταν, όταν έβλεπαν να κερδίζει ο Χριστός, η Εκκλησία δηλαδή, και να χάνει η οργάνωσή τους, όπως το νόμιζαν αυτοί. Από το παραπάνω αγιογραφικό παράδειγμα υποδεικνύεται το λάθος στο οποίο μπορεί να οδηγηθούν μερικοί Γέροντες με τα πνευματικά τους τέκνα μαζί. Ο καλός Γέροντας πρέπει να βοηθεί τα τέκνα του να τοποθετηθούν σε σωστή εκκλησιολογική βάση• να τους μιλάει για την Εκκλησία και για την υψηλή θέση του Επισκόπου σ αυτή• και μαζί με την ομάδα των τέκνων του να προσφέρονται όλοι μαζί για εργασία στην Εκκλησία του Χριστού με υποταγή προς τον Επίσκοπο, που πρέπει να τον θεωρούν ως τον μεγάλο Γέροντά τους.

Ο Γέροντας, ο ιερέας παριστάνεται με άγγελο.18 Ενθυμούμενοι την περί αγγέλου σχετική δέηση στην θεία μας Λειτουργία ας κλείσουμε τον λόγο περί Γέροντος με την προσευχή: Γέροντα ειρήνης, πιστόν οδηγόν, φύλακα των ψυχών και των σωμάτων19 ημών παρά του Κυρίου αιτησώμεθα. Παράσχου Κύριε!







ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ομιλία στην προς Εβραίους 7,4 βλέπε και ομιλ. 20 στην προς Εφεσίους.

2. «Έδει μεν ημάς μηδέ δείσθαι της από των γραμμάτων βοηθείας, αλλ ούτω βίον παρέχεσθαι καθαρόν, ως του Πνεύματος την Χάριν αντί βιβλίων γίνεσθαι ταις ημετέραις ψυχαίς και καθάπερ ταύτα δια μέλανος, ούτω τας καρδίας τας ημετέρας δια Πνεύματος εγγεγράφθαι. Επειδή δε ταύτην διακρισάμεθα την Χάριν, φέρε καν το τον δεύτερον ασπασώμεθα πλούν. Επειδή ότι το πρότερον άμεινον ην, και δι ων είπε και δι ων εποίησεν εδήλωσεν ο Θεός. Και γαρ τω Νώε και τω Αβραάμ και τοις εγγόνοις τοις εκείνου και τω Ιώβ και τω Μωυσεί δε ου δια γραμμάτων διελέγετο, αλλ αυτός δι εαυτού καθαράν ευρίσκων αυτών την διάνοιαν. Επειδή δε εις αυτόν της κακίας ενέπεσε τον πυθμένα άπας των Εβραίων ο δήμος, τότε λοιπόν γράμματα και πλάκες και η δια τούτων υπόμνησις» (Εις το κατά Ματθαίον ομιλία Α). Την ίδια ιδέα λέγει ο ιερός πατέρας και στην Β΄ομιλ. στην Γένεση.

3. «Οι μεν εξ Αιγύπτου εξελθόντες, Μωϋσέα• οι δε εκ Σοδόμων φυγόντες, Άγγελον τον καθηγούντα εκέκτηντο• και οι μεν, τοις τα ψυχικά πάθη ιωμένοις δι επιμελείας ιατρών εοίκασιν• οίτινές εισιν οι εξ Αιγύπτου εκπορευόμενοι• οι δε, τοις την του δυστήνου σώματος ακαθαρσίαν επιποθούσιν εκδύσασθαι• διο και Αγγέλου, ήγουν ισαγγέλου, ίν ούτως είπω, του βοηθούντος επιδέονται• κατά γαρ την σηπεδόνα των τραυμάτων, τεχνίτου λίαν και ιατρού δεόμεθα». Κλίμαξ οσίου Ιωάννου, λόγος Α΄ Περί της του ματαίου βίου βιαίας αποταγής ιε΄).

4. Η ωραία αυτή θέση φαίνεται σε ομιλίες των Πατέρων και στην ιερή μας υμνωδία• δεν είναι η αρμόζουσα ευκαιρία εδώ να παραθέσουμε μαρτυρίες• η Παναγία μας υμνείται στην ορθόδοξη λατρεία μας ως «της Εκκλησίας ο ασάλευτος πύργος» και αποδίδονται σ Αυτήν εκφράσεις και προσωνυμίες που αποδίδονται και στην Εκκλησία (για παράδειγμα: «Αυλή λογικών προβάτων», «Ολκάς των θελόντων σωθήναι», «Έμψυχος Παράδεισος εν μέσω έχων τον Κύριον», «Πόλις του Παμβασιλέως περί ης λελάληνται δεδοξασμένα και αξιάκουστα», «Χρυσοπλοκώτατος πύργος και δωδεκάτειχος πόλις», «Κιβωτός σωτηρίας» κ.α.). Σπουδαία θεολογική εργασία στο θέμα αυτό είναι το βιβλίο του ALOIS MάLLER, ECCLESIA - MARIA (Die Einheit Marias und der Kirche). Στην ιερή μας υμνωδία παρατηρείται επίσης και η ταύτιση της Εκκλησίας και της Θεοτόκου με τον Σταυρό. Αξίζει ύστερα από σχετική έρευνα και μελέτη να γραφεί ένα τέτοιο βιβλίο από τον λειτουργικό μας πλούτο.

5. «Κύκλω της τραπέζης σου ως στελέχη βλέπων τα έκγονά σου, χαίρε, ευφραίνου προσάγων ταύτα τω Χριστώ, ποιμενάρχα». (Αναβαθμός Βαρέος Ήχου).

6. Ένα τροπάριο στην αγία Θέκλα λέγει: «Μνηστευθείσαν Θαμύριδι, ο νυμφαγωγός σε Παύλος ηρμόσατο, τω Νυμφίω ως αμώμητον τω επουρανίω Θέκλα πάνσοφε». (ΚΔ΄ Σεπτεμβρ. α΄τροπάριο δ΄ ωδής).

7. Και όμως, αν θελήσουμε να εξετάσουμε βαθιά το θέμα, θα εννοήσουμε ότι και για τον πνευματικό του ο πιστός πρέπει να καταφεύγει στην ενορία του. Δυστυχώς ο λαός μας, και ευσεβείς ακόμα, δεν έχουν ενοριακή συνείδηση, από λανθασμένη ασφαλώς καθοδήγηση που τους δόθηκε• θα πρέπει να βοηθήσουμε τον πιστό μας λαό να καταλάβει τι σημαίνει αυτό που λέγεται «ενορία». Θα πρέπει όμως να πούμε ότι για να αγαπήσει ο λαός την ενορία του και να μην καταφεύγει αλλού για την πνευματική του τροφοδοσία, πρέπει οι ιερείς της ενορίας να τον ελκύουν με την αρετή τους και την ποιμαντική τους φροντίδα και να μην τον απωθούν.

8. Μερικές φορές – για να μην πούμε πολλές φορές – κάτω από το «αναπαύομαι» κρύπτεται το ίδιο αμαρτωλό θέλημα• και συμβαίνει λοιπόν ο ασταθής να φεύγει από τον ένα Γέροντα και να πορεύεται στον άλλο και από εκείνον σε άλλον με την σημαία του «αναπαύομαι» και έτσι να κάνει «πνευματικό τουρισμό»!

9. Από το βιβλίο του Π. Ευδοκίμωφ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, Έκδοση Ρηγοπούλου σ. 370, παραθέτουμε:

Μια γυναίκα «χαρισματούχος», θεοφώτιστη, παίρνει τον τίτλο «αμμάς» η «πνευματική μήτηρ». Συνήθως οι γυναίκες αυτές είναι οι μητέρες του μοναστηριού τους, όπως ο Παχώμιος ήταν ο πατέρας του ιδικού του. Οι άνθρωποι απ έξω έρχονται να τις εύρουν, για να ζητήσουν συμβουλή (αγία Ευφροσύνη, αγία Ειρήνη). Κατά το 1210 ένας αββάς, ο Ησαΐας, συνθέτει ένα βιβλίο από αποφθέγματα μητέρων με το όνομα «Μητερικόν» (μεταφρασμένο στα ρωσσικά από τον Θεοφάνη τον Έγκλειστο, Μόσχα 1891), ανάλογο προς το «Πατερικόν». Εκτός από την μυστηριακή εξουσία και το κήρυγμα στην Εκκλησία (που ανήκουν αποκλειστικά στο επισκοπικό αξίωμα), οι μητέρες είχαν τα ίδια προνόμια και τις ίδιες υποχρεώσεις όπως και οι πατέρες απέναντι στους μοναχούς.

10. Βλέπε• Αρχιμ. Σωφρονίου, ο Γέροντας Σιλουανός σ. 10.11 (β΄ έκδοσις).

11. Ιωάννου Κασσιανού «Διαλέξεις Πατέρων» (βλ. Ηλ. Μαστρογιαννοπούλου «Οι Πατέρες της Εκκλησίας και ο άνθρωπος» Έκδ. β΄σ. 281.2).

12. Η φράση της ευχής προς τον άγγελο «Άγιε άγγελε... κράτησον της αθλίας και παρειμένης χειρός μου και οδήγησόν με εις οδόν σωτηρίας» προέρχεται απ αυτό ακριβώς το αγιογραφικό περιστατικό.

13. Η νέκρωση του ιδίου θελήματος αποτελεί την νέα μορφή σταυρού και μαρτυρίου κατά την περίοδο της ειρήνης: «Εν καιρώ βαθείας και τελείας ειρήνης ουδέν έτερον επληροφορήθημεν είναι σταυρόν και θάνατον, ει μη την παντελή του ιδίου θελήματος νέκρωσιν» (Συμεών ο νέος Θεολόγος Κατ. 20). Η ολοκληρωτική απάρνηση του οικείου θελήματος, βασιζόμενη στην ταπείνωση, λογίζεται υπό του Κυρίου ως «μαρτύριο» (Συμεών ο νέος Θεολόγος Ύμν. 55).

14. «Αρχή μεν νεκρώσεως και μέλους σώματος και ψυχής θελήματος πόνος• μεσότης δε, ποτέ μεν πόνος, ποτέ δε απονία• τέλος δε, ακινησία λοιπόν και αναισθησία πόνου» (Κλίμαξ Ιωάννου, περί υπακοής ε΄). Μια ψυχή στην αρχή, που ένοιωθε εμπαθής, έλεγε στον Χριστό: «Όλα για το “εγώ” μου και τίποτε δικό Σου». Αργότερα όμως προόδευσε λίγο πνευματικά και είπε: «Τα πιο πολλά για το “εγώ” μου και λίγα δικά Σου». Προόδευσε ακόμη περισσότερο και είπε: «Μισά για το “εγώ” μου και μισά δικά Σου». Αργότερα είπε: «Λιγώτερα για το “εγώ” μου και τα πιο πολλά δικά Σου». Και, τέλος, έφτασε να πει: «Τίποτα για το “εγώ” μου και όλα δικά Σου».

15. Ο άγιος Συμεών, ο νέος θεολόγος, κατά τον βιογράφο του, υπετάγη εντελώς στον Γέροντά του θεωρώντας τον εαυτό του ως δούλο του. Ήταν έτοιμος να υπακούσει ευχαρίστως σ αυτόν και να πέσει πρόθυμα ακόμα και σε πυρακτωμένη κάμινο η στο βάθος της θάλασσας. Εξεπλήρωνε πρόθυμα όλες τις διακονίες που του ανάθετε, ακόμα και τις πιο κοπιώδεις και εξευτελιστικές, χωρίς ταυτόχρονα να παραμελεί τις νηστείες και τις αγρυπνίες του, γιατί είχε επίγνωση τι σημαίνει να παραδοθεί σε υποταγή άνευ όρων. Σοφός όμως καθώς ήταν ο Γέροντάς του τον διέταξε μερικές φορές να κάμει τα αντίθετα προς τα παραπάνω, που εκτελούσε πρόθυμα, πιέζοντας αυτόν να φάει η να κοιμηθεί. Μολονότι αυτό λυπούσε πολύ τον Συμεών, υπέμενε τα πάντα, γιατί αναγνώριζε την σοφία και την διάκριση του Γέροντα, ο οποίος άλλοτε μεν χρησιμοποιώντας την ταπείνωση και τους κόπους, άλλοτε δε την τιμή και την ανάπαυση «αμφοτέρωθεν μισθούς αυτώ προξενεί τω θελήματι αυτού αντιπίπτων» (Κλίμαξ P.G. 88,680 Α). Ο μαθητής λοιπόν παραδίδει την θέλησή του στον πνευματικό πατέρα, γιατί αναγνωρίζει σ αυτόν το προβάδισμα στην σοφία και την διάκριση. Αρίστη έχει εδώ εφαρμογή ο ωραίος περί υπακοής ορισμός του Ιωάννου της Κλίμακος: «Υπακοή εστιν απόθεσις διακρίσεως εν πλούτω διακρίσεως» (Κλίμαξ 4, P.G. α 88, 724 Β. – Βλέπε Βενιζέλου Χριστοφορίδου, Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΤΡΟΤΗΣ ΚΑΤΑ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΝ ΝΕΟΝ ΘΕΟΛΟΓΟΝ σ. 132).

16. «Άκουσον τι φησιν ο Παύλος• «οίνω ολίγω χρώ δια τον στόμαχόν σου και τας πυκνάς σου ασθενείας». Ει δε ο άγιος εκείνος και νόσω κατεχόμενος και επαλλήλους αρρωστίας υπομένων, ου μετελάμβανεν οίνου, έως επέτρεψεν ο διδάσκαλος, τίνα αν σχοίημεν συγγνώμην ημείς εν υγεία μεθύοντες;» (Ιωάννου Χρυσοστόμου εις το κατά Ματθαίον ομιλ. ΝΖ΄).

17. «Είναι ενδεχόμενον ο ηγούμενος να είναι πράγματι ανάξιος, να διάγη βίον άσωτον και εν γένει να διαχειρίζεται κακώς τα της μονής. Δύναταί τις άραγε εις την περίπτωσιν ταύτην να μη υπακούη, να επαναστατήση κατ αυτού και να συνασπισθή μετά των κατηγορούντων και λοιδορούντων αυτόν; Η απάντησις εν προκειμένω είναι αρνητική. Οποιαδήποτε και εάν είναι η διαγωγή του πνευματικού πατρός δεν επιτρέπεται αντίδρασις η εξέγερσις εναντίον του, ακόμη και εις την περίπτωσιν κατά την οποίαν ο υιος θα ίδη αυτόν “πορνεύοντα”. Οφείλει να υπομείνει αυτόν μέχρι τέλους χωρίς να περιεργάζεται την ζωήν του. Δύναται μάλιστα και εκ τοιούτου πατρός να ωφεληθή, εφ όσον βιάζει εαυτόν να ενθυμήται μόνον τα υπ αυτού καλώς πραττόμενα, να θεωρή δε τα κακώς ενεργούμενα ως ίδια αμαρτήματα “έχων ως άγιον εκείνον και επικαλούμενος την ευχήν αυτού”» (Από το βιβλίο του Βεν. Χριστοφορίδου Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΤΡΟΤΗΣ ΚΑΤΑ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΝ ΝΕΟΝ ΘΕΟΛΟΓΟΝ σ. 132).

18. Έτσι π.χ. στο Μαλαχ. 2,7 λέγεται: «Χείλη ιερέως φυλάξεται γνώσιν και νόμον εκζητήσουσιν εκ στόματος αυτού, διότι άγγελος Κυρίου παντοκράτορός εστιν». Και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στον λόγο του προς Ποιμένα (οη΄) λέγει: «Συνεργόν ώσπερ των ασωμάτων και νοερών Δυνάμεων εαυτόν αποδείκνυσιν, ο τη εκ Θεού δοθείση αυτώ καθαρότητι τον ρύπον αποσμήχων των ετέρων... Τούτο γαρ το έργον και μόνον των θείων εστί λειτουργών».

19. Ο Γέροντας φροντίζει και για την σωματική υγεία των τέκνων του. Έτσι βλέπουμε ο απόστολος Παύλος να φροντίζει για την σωματική υγεία του Τιμοθέου (βλ. Α΄Τιμ. 5,23) και ο Χρυσόστομος λέγει σ αυτό: «Τι γαρ εκείνου φιλοστοργότερον γέγονεν, ος εκ τοσούτου διαστήματος ων και τοσούτοις κυκλούμενος πράγμασιν, υπέρ της υγείας του στομάχου του μαθητού τοσαύτην εποιείτο πρόνοιαν και μετά ακριβείας επέστελλεν υπέρ της του νοσήματος διορθώσεως;» (Ομιλία προς Ανδριάντας Α΄). Και για τον ίδιο Απόστολο, που ενδιαφερόταν και για την υγεία των πνευματικών του τέκνων, λέγει αλλού ο Χρυσόστομος: «Καθάπερ τις στρατηγός η άριστος ιατρός, αυτός σκευοφόρος, αυτός υπασπιστής, αυτός υπερασπιστής, αυτός προστάτης, αυτός πάντα γενόμενος τω στρατοπέδω• και ουκ εν τοις πνευματικοίς μόνον, αλλά και εν τοις σαρκικοίς πολλήν την πρόνοιαν επεδείκνυτο, πολλήν την σπουδήν» (Εις τον Απόστολον Παύλον ομιλ. Γ΄).

Πηγή:ΑΠΛΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ-Μηνιαία Έκδοση της Ιεράς Μητροπόλεως Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως-Ιανουάριος 2010 – Τεύχος 37

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΓΑΠΗ

ΠΡΩΤ. ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ

«Ευτυχισμένος ο άνθρωπος που τεμαχίζεται και προσφέρεται στους άλλους… Έχει καταλάβει ότι μέσα στην ιερουργία της αγάπης ο άνθρωπος κατά χάρη μελίζεται και δεν διαιρείται, εσθίεται και ουδέποτε δαπανάται. Έχει γίνει κατά χάρη Χριστός και έτσι η ζωή του τρέφει και ποτίζει τον αδελφό » Το πιο πάνω κείμενο είναι του Αρχιμ. Βασιλείου Ιβηρίτη από το βιβλίο του Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου Βλάχου “Θεραπευτική αγωγή”. Είναι ένα μικρό κείμενο με μεγάλη σημασία. Δίνει το στίγμα της ευτυχίας που αναζητούμε όλοι.
Συνήθως θεωρούμε την ευτυχία ως κατάσταση που έχει πηγή το είναι μας, τον εαυτό μας. Όμως φαίνεται πως αυτό είναι πλάνη. Ξεγελιόμαστε από τον πόθο της και μπλεκόμαστε στον εγωκεντρισμό μας. Μάλιστα, είναι τέτοιο το μπλέξιμο που αρκετές φορές θεωρούμε τον εγωκεντρισμό ως αγάπη, γιατί κάνουμε πράγματα που εξωτερικά δείχνουν να προσφερόμαστε στους άλλους ή αισθανόμαστε ωραία ψυχολογικά όταν δείχνουμε ενδιαφέρον.
Ωστόσο, ο π. Βασίλειος αγγίζει το θέμα στην ουσία: Αγάπη σημαίνει θυσία του εαυτού μας. Σημαίνει διάλυση του είναι, αυτό το «απαρνησάσθω εαυτόν». Τότε αυτή η θυσία, κατά το μέτρο της θυσίας του Θεανθρώπου Κυρίου μας, γίνεται αιτία ανασυγκρότησης του είναι μας, ανάσταση και όντως Ζωή.
Πώς γίνεται να «τεμαχίζεσαι», να «μελίζεσαι», να «εσθίεσαι» από τους άλλους, να αφήνεσαι με άλλα λόγια στους «δημίους» σου και συγχρόνως να διατηρείς αναλλοίωτο το πρόσωπο σου; Γίνεται! Το γνωρίζουμε από το Χριστό, τους μάρτυρες, τους αγίους όλων των αιώνων, τότε και τώρα. Το γνωρίζουμε από την εμπειρία τους. Μπορούμε να το γνωρίσουμε από τη δική μας εμπειρία. Αν αφήσουμε την αγάπη και την προσκόλληση στον εαυτό μας, αν «κόψουμε το θέλημα μας» – κι ας φαίνεται ανθρώπινο και φυσικό – τότε μπορούμε να γνωρίζουμε στην πράξη τι είναι η αγάπη. Και γνωρίζοντάς την έρχεται η ευτυχία.
Η ελευθερία του καθενός μας καθορίζει την πορεία της ζωής του. Η όποια θυσία – προσφορά, για να έχει αποτέλεσμα χρειάζεται να γίνεται χωρίς πίεση εσωτερική ή εξωτερική, αλλά με βάση την επιθυμία να ζήσουμε αυτό το « κάτι άλλο» του κόσμου τούτου.
Ο κόσμος λέει «ο θάνατος σου η ζωή μου». Ο Χριστός λέει «ο θάνατος μου η ζωή σου». Το ένα η κόλαση, το άλλο η Βασιλεία του Θεού. Η επιλογή δική μας.

Πηγή: www.agiosvasileiospeiraiws.blogspot.com

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ - Η ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Τίς δὲ ἡ ἀπόδειξις, ὅτι τὸ σῶμα τῆς Θεοτόκου ἀδιάφθορον ἐν τῷ τάφῳ διέμεινε;

Βεβαιοῖ ὁ Πατριάρχης Ἱερολύμων Ἰουβενάλιος· οὗτος γὰρ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς τετάρτης Συνόδου (ἐν ἔτει 451) ἐρωτήθη περὶ τοῦ Σώματος τῆς Παρθένου ὑπὸ τῆς Βασιλίσσης Πουλχερίας, ἥτις ναὸν οἰκοδομήσασα ἐν Κωνσταντινουπόλει εἰς ὄνομα τῆς Θεοτόκου, ἐζήτει νὰ θησαυρίσῃ ἐν αὐτῷ τὸ σῶμα τῆς Θεομήτορος· ὅθεν οὕτως ἀπεκρίθη ὁ θεῖος Ἰουβενάλιος·

«Ἐξ ἀρχαίας καὶ ἀληθέστατης παραδόσεως παρελήφαμεν, ὅτι ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐνδόξου αὐτῆς Κοιμήσεως... τὸ θεοδόχον αὐτῆς σῶμα μετ᾿ Ἀγγελικῆς καὶ Ἀποστολικῆς ὑμνῳδίας ἐκκομισθὲν καὶ κηδευθέν, ἐν σορῷ τῆς Γεθσημανῆς κατετέθη ἐν ᾧ τόπῳ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἡ τῶν Ἀγγέλων χοροστασία καὶ ὑμνῳδία διέμεινεν ἄπαυστος, μετὰ δὲ τρίτην ἡμέραν, τῆς Ἀγγελικῆς ὑμνῳδίας παυσαμένης, παρόντες οἱ Ἀπόστολοι, ἑνὸς αὐτῶν ἀπολειφθέντος, καὶ μετὰ τὴν τρίτην ἐλθόντος, καὶ τὸ θεοδόχον σῶμα προσκυνῆσαι βουληθέντος, ἤνοιξαν τὴν σορόν, καὶ τὸ μὲν σῶμα αὐτῆς τὸ πανύμνητον οὐδαμῶς εὑρέθη, μόνα δὲ αὐτῆς τὰ ἐντάφια κείμενα εὑρόντες καὶ τῆς ἐξ αὐτῶν ἀφάτου εὐωδίας ἐμφορηθέντες, ἠσφαλίσαντο τὴν σορὸν καὶ μυστηρίου τὸ θαῦμα ἐκπλαγέντες, τοῦτο μόνον εἶχον λογίζεσθαι, ὅτι ὥσπερ ὁ εὐδοκήσας κατ᾿ ἰδίαν ὑπόστασιν σαρκωθῆναι καὶ γεννηθῆναι σαρκί, Θεὸς Λόγος ὢν καὶ Κύριος τῆς δόξης, καὶ μετὰ τόκον τὴν αὐτῆς παρθενίαν διαφυλάξας, αὐτὸς ηὐδόκησε μετὰ τὴν ἐντεῦθεν ἀποβίωσιν τὸ ταύτης ἄχραντον σῶμα τῇ ἀφθαρσίᾳ καὶ μεταθέσει τιμῆσαι πρὸ τῆς κοινῆς καὶ καθολικῆς ἀναστάσεως».

Ἡ Πουλχερία ἀκούσασα τοῦτο, ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Πατριάρχην Ἰουβενάλιον νὰ τῆς στείλῃ τὰς σινδόνας ὅπου ἔμειναν εἰς τὸ μνῆμα, καὶ τὰ ἱμάτια τῆς Θεοτόκου, τὰ ὁποῖα κατέθεσε εἰς τὸν ἐν Βλαχέρναις οἰκοδομηθέντα ναόν.

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει τα εξής στο "Β' Εγκώμιον εις την πάνσεπτον Κοίμησιν της Θεοτόκου":
«Μετακαλεσάμενοι (δηλ. ο αυτοκράτωρ Μαρκιανός και η Πουλχερία) Ιουβενάλιον τον Ιεροσολύμων Επίσκοπον, και τους από Παλαιστίνης επισκόπους τότε εν τη βασιλευούση ενδημούντας πόλει, δια την τον τηνικαύτα εν Χαλκηδόνι γενομένην σύνοδον, λέγουσιν αυτοίς.
Ακούομεν είναι εν Ιεροσολύμοις την πρώτην και εξαίρετον της παναγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας Εκκλησίαν εν χωρίω καλουμένω Γεθσημανή ένθα το ζωηρόν αυτής σώμα κατετέθη εν σορώ. Βουλόμεθα τοίνυν το λείψανον αναγαγείν ενταύθα εις φυλακτήριον της βασιλευούσης ταύτης πόλεως. Υπολαβών δε Ιουβενάλιος απεκρίθη.
Τη μεν άγια και θεοπνεύστω Γραφή ουκ εμφέρεται τα κατά την τελετήν της αγίας Θεοτόκου Μαρίας, εξ αρχαίας δε και αληθέστατης παραδόσεως παρειλήφαμεν, ότι εν τω καιρώ της ένδοξου κοιμήσεως αυτής, οι μεν άλλοι σύμπαντες απόστολοι. . . εν καιρού ροπή μετάρσιοι συνήχθησαν εις Ιεροσόλυμα. . . Το δε θεοδόχον αυτής σώμα μετ' αγγελικής και αποστολικής υμνωδίας εκκομισθέν και κηδευθέν εν σορώ εν τη Γεθσημανή κατετέθη.

Μετά τρεις ημέρας της αγγελικής υμνωδίας παυσαμένης παρόντων των αποστόλων, ενός αυτοίς απολειφθέντος Θωμά, και μετά την τρίτην ημέραν ελθόντων, και το θεοδόχον σώμα προσκυνήσαι βουληθέντων, ήνοιξαν την σορόν. Και το μεν σώμα αυτής το πανύμνητον ουδαμώς ευρείν ηδυνήθησαν, μόνα δε αυτής τα εντάφια κείμενα ευρόντες...ησφαλίσαντο την σορόν». (P.G. 96, 747-749)

Πηγή: www.thriskeftika.blogspot.com

Η ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΑΝΔΡΕΑ ΚΡΗΤΗΣ

Εκείνος που ερευνά την Πατερική Γραμματεία για να βρει στα κοιτάσματά της πως η ορθόδοξη διάνοια και ψυχή ατενίζει τη Μετάσταση της Παρθένου, θα διαφωτισθεί πολύ και θα συναγάγει ωφέλιμα συμπεράσματα μελετώντας τους τρεις περίφημους λόγους στην Κοίμηση της Θεοτόκου που αποδίνονται στον καλλικέλαδο υμνωδό Ανδρέα τον Κρήτης. Ο άγιος αυτός γεννήθηκε στη Δαμασκό κατά τα μέσα του έβδομου αιώνα και από μικρή ηλικία μπήκε στο μοναχικό βίο. Σε ηλικία σαράντα χρονών χειροτονήθηκε μητροπολίτης Γόρτυνος στην Κρήτη. Έφυγε από τον κόσμο αυτόν στα μέσα του επομένου αιώνα, αφού έγινε περιβόητος για την ποιμαντική του δράση, τους αγώνες του υπέρ της Ορθοδοξίας, τα θαύματά του, και προπαντός για τα υπέροχα ποιητικά και ρητορικά έργα που άφησε και που είναι μεγάλης πνευματικής και λογοτεχνικής αξίας. Το πιο γνωστό ποίημα του Ανδρέα είναι ο Μέγας Κανών που ψάλλεται το βράδυ της Μεγάλης Τετάρτης. Ο στοχασμός του ως ιερού συγγραφέως και θεολόγου είναι υψιπετής και ορμητικός, όμοιος με αετό που διασχίζει ακούραστα τα βάθη των θείων μυστηρίων. Αλλά πλάι στη σκέψη, θαυμάζουμε στον Ανδρέα Κρήτης και τον φωτεινό παλμό μιας καρδίας που η Χάρις πλημμυρίζει και εμπνέει, καθώς και μια εξαίσια έκφραση.

Οι λόγοι του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού στην Κοίμηση, που επίσης μιλούν για την ολόσωμο μετάσταση της Θεοτόκου. είναι κάπως αβέβαιο αν προήλθαν από τον κάλαμο του ιδίου. Για εκείνους του Ανδρέα δεν υπάρχει καμιά σκιά αμφιβολίας. Συνεπώς είναι εδώ ένα πιό σταθερό έδαφος για να πατήσει ο ευσεβής ερευνητής. Πιο έγκυρη και πιό πειστική η μαρτυρία που παίρνει.

Ας ρίξουμε, λοιπόν, μια ματιά στους λόγους αυτούς και ας δούμε πως ο άγιος πατήρ, πολιορκώντας το μυστήριο της Εορτής με τάγματα υπερουσίων επιθέτων, στηρίζοντας πάνω σ’ αυτό τις σκάλες των ιστορικών πληροφοριών που έχει από αρχαία παράδοση της Εκκλησίας και αναρριχώμενος λογικά με πόθο κι αγιασμένη δίψα, προσπαθεί να το κατακτήσει.

Δεν φοβάται την αποτυχία. Δεν παραδέχεται πως σ’ αυτή την προσπάθεια υπάρχει ενδεχόμενο να κρημνισθεί σε αμαρτία. «Ό,τι κατορθώσει, θα είναι αξιαγάπητο, σε ό,τι αστοχήσει, δεν θα κινδυνεύσει». Η τόλμη που φανερώνει, δεν του γεννά ανησυχίες. Πασχίζει να διατυπώσει έννοιες που βρίσκονται πάνω από κάθε κατάληψη, μα η ακρίβεια σε τέτοια θέματα «είναι μόλις κατορθωτή και στους αγγέλους». Χαιρόμαστε εδώ, στη στάση που παίρνει ο ιερός συγγραφέας απέναντι του αντικειμένου του, την ελευθεριότητα και το σέβας που διακρίνουν κατ’ εξοχήν την ελληνική σκέψη μπροστά στα «υπέρ νουν» αλλά και την ακατανίκητη εμμονή στη σπουδή τους και τη βυθοσκοπία τους.

Αυτό που ο άγιος Ανδρέας συναισθάνεται, πάνω στον άμβωνα, θέλει να το συναισθανθούν και οι ακροατές του, το πλήρωμα των πιστών, τους οποίους αγκιστρώνει με το δόλωμα των ποιητικών θελγήτρων και τους έλκει σε «μέγα και υψηλό κήρυγμα». Έχει το θάρρος να το απαιτήσει, γιατί μιλά με ζεστό τρόπο κι όχι με αφηρημένες θεωρίες, γιατί προπαντός δεν παύει να ομολογεί συχνά πόσο μικρός και χωμάτινος είναι ο ίδιος μπροστά στα ουράνια και άπειρα προς τα οποία ανεβάζει τους πιστούς, τονίζοντας σε κάθε ευκαιρία πως είναι ανάξιος προσωπικά για να το κάνει. Μ’ αυτόν τον τρόπο το κήρυγμα σ’ εκείνους τους καιρούς ήταν δογματικό χωρίς να προκαλεί την ανία ή την αδιαφορία. Γιατί η αλήθεια και το συναίσθημα ήσαν αδιάσπαστα και το ένα κρατούσε το άλλο, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην Αγία Γραφή που τα δυο αυτά στοιχεία είναι συνυφασμένα και αξεχώριστα. Γιατί μ’ αυτό τον τρόπο μιλά πάντα η αγιότητα.

Το μυστήριο που ο άγιος πλησιάζει και θέλει να εντρυφήσει σ’ αυτό, το θεωρεί και το αναγνωρίζει «υπερκείμενο κάθε λόγου και γνώσεως», και, πιο συγκεκριμένα, τη «μετάθεση» της Θεομήτορος τη λέγει «υπεράγνωστο». Απευθυνόμενος δε στην Παναγία που μεταστάθηκε, αναφωνεί: «Η έμφρικτος και υπεράγνωστός σου κατάστασις, ως αδιάγνωστος πάντη και άλεκτος, σιωπή τιμάσθω». Μονάχα η σιωπή, η έμφοβη σιωπή, είναι άξια να σχολιάσει και να τιμήσει αυτό το μυστήριο. Αλλά αυτή η παραδοχή δεν τον εμποδίζει να δηλώσει με χαρωπή παρρησία: «Το ότι οι πριν από μας δεν είχαν κατέβει στο βάθος αυτού του μυστηρίου, δεν σημαίνει πως πρέπει να σιωπήσουμε κι εμείς». Καλεί, λοιπόν, το εκκλησίασμα να «προχωρήσει στα βάθη του Πνεύματος όχι βασιζόμενο στην ανθρώπινη αξία». Κι οπλισμένος κάθε ευσεβής χριστιανός με «την ακτίνα της μυστικής εποπτείας» να ενδοσκοπήσει το προκείμενο μυστήριο.

Κι έτσι βλέπουμε τον άγιο Ανδρέα να ανεβαίνει στα ύψη της μυστικής θεωρίας με τη δύναμη που του παρέχει η Παρθένος Μαρία, αλλά και γεμάτος συναίσθηση της ίδιας του αναξιότητας καθώς κι εκείνης των πιστών του.

Αυτή η συναίσθηση κάνει ώστε στο λόγο του, που τόσο ψηλά φαίνεται πως πάει, να απαυγάζεται μαζί με το θείο φως και η αδιάκοπη υπόμνηση πως όλοι αυτοί οι υπερκόσμιοι αναπετασμοί, όλα αυτά τα μεγαλοπρεπή κύματα της ιεράς ρητορείας και ποιήσεως που αίρουν τη διάνοια και την καρδιά των πιστών, δεν είναι παρά ψελλίσματα και φλοίσβος ταπεινός που μόλις ψαύει και φιλεί τα κράσπεδα του Μυστηρίου.

Β΄

Το ότι η Παναγία ακολούθησε το δρόμο του θανάτου, ο άγιος πατήρ το θεωρεί σαν κάτι το αναπόφευκτο και ολότελα φυσικό. Γιατί, με το Χριστό, λέγει, «δεν γλυτώσαμε από το φυσικό θάνατο· γίναμε αθάνατοι όχι ως προς τη φύση, αλλ’ ως προς μόνη τη χάρη».

Η Παναγία όμως δεν έμεινε στον τάφο παρά τρεις μέρες.

Κι’ εδώ, με στερεή βεβαιότητα, ο άγιος Ανδρέας τέμνει την ορθόδοξη οδό ως προς το τι είδους σώμα ήταν αυτό που μετετέθη από το θεομητορικό τάφο. Το σώμα αυτό δεν ήταν το ίδιο με εκείνο που ο θάνατος κατέλαβε, δεν ήταν σώμα χωμάτινο, αλλά αφθαρτισμένο και πνευματικό, όπως και το σώμα του Αναστάντος Κυρίου, όπως θα είναι τα σώματα όλων μας κατά την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας, σώμα «αλλαγμένο», όπως το προσδιορίζει ο μέγας Παύλος (Α’ Κορ. ιε’, 51, 52). Την ίδια λέξη του Αποστόλου χρησιμοποιεί και ο άγιος πατήρ για να υπομνηματίσει τη φοβερή και εκθαμβωτική αλήθεια της Μεταστάσεως, αλήθεια που δεν αφορά μονάχα την Παρθένο αλλά και όλους μας, γιατί έτσι κι εμείς θα «αλλαχθούμε» κατά την ημέρα της Κρίσεως. Αυτή δε η «αλλαγή» είναι η ίδια η θέωση, το μακάριο κατάντημα του προορισμού μας ως χριστιανών.

Θέτει, λοιπόν, στο στόμα της Παρθένου τα εξής, που τόσο εύγλωττα συνοψίζουν την πίστη της Ορθοδοξίας ως προς αυτό το σημείο: «Τη μεν ψυχή μεγαλύνω τον Κύριον και αγαλλιώμαι τω πνεύματι, τω σώματι δε μεταλλάττομαι (το «αλλαγησόμεθα της προς Κορινθίους επιστολής) και μορφούμαι την εν χάριτι θέωσιν». Και η ίδια η Παναγία παρακάτω χαρακτηρίζει τη θέωση μέσα στο φως της δικής της Μεταστάσεως ως εξής: «Τη θέωση τη χαρίζει ο Κύριος κάνοντας μετόχους του Πνεύματός του και σηκώνοντας από το χώμα στους ουρανούς σωματικά εκείνους που είχε παρατήσει κάποτε».

Το σώμα που ο θάνατος κατέλαβε, «λύεται» —εξακολουθεί διδάσκοντας ο άγιος— και κατόπιν «ξαναδένεται» με υπερφυή τρόπο κι ολότελα απροσδιόριστο κι ανερμήνευτο. Αυτός ο τρόπος είναι ανέγγιχτος από τις προσπάθειες του νου μας. Εκείνο που μας ενδιαφέρει να ξέρουμε και να πιστεύουμε ακλόνητα και δίχως την παραμικρή αμφιβολία, είναι ότι υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο νεκρό σώμα της Παρθένου και σ’ εκείνο που μεταστάθηκε. Όσο κι αν το πρώτο ήταν πανάγιο, ακηλίδωτο και ακήρατο, δεν είχε καμιά σύγκριση με τη μεταλλαγή του, δηλαδή με τη δεύτερη κι αιώνια κατάσταση στην οποία βρέθηκε με την άνοδό του στους ουρανούς.

Ο Άγιος Ανδρέας λέγει: «Εκείνη που ουράνωσε το χώμα, ξεντύθηκε κατόπιν το χώμα». Έγινε πια στην πραγματικότητα «το άνθος της αφθαρσίας», που δεν μπορούσε νάναι φυτεμένο, —έστω κι αν είχε βλαστήσει, στη γη,— παρά στο αιώνιο περιβόλι των ουρανών. Η Μετάσταση, λοιπόν, σημαίνει ολόσωμη άνοδο στον παράδεισο, αλλά άνοδο που πρέπει να την εννοήσουμε έξω από τη σαρκική ουσία, έξω από τη φθαρτή κι εφήμερη ύλη. Το ίδιο ότι συνέβη, το παραδέχεται, και για τον Ηλία και τον Ενώχ, για τους οποίους γράφει ότι ανελήφθησαν «έξω σαρκός γενόμενοι».

Ίσως είναι περιττό σαν κατακλείδα και σφράγισμα της δογματικής αυτής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας για την πνευματικότητα και τον αφθαρτισμό του σώματος κατά την ανάσταση, να αναφέρει κανείς το ερχόμενο τόσο εύκολα στη μνήμη εδάφιο του κατά Ματθαίον αγίου Ευαγγελίου, όπου η παραπάνω αλήθεια για πρώτη φορά αλλά και τόσο σαφώς κηρύττεται από τον ίδιο τον Κύριο στην απάντηση που έδωσε στους νομικούς που τον πείραζαν με το παράδειγμα της γυναίκας των εφτά αδελφών (Ματθ.). Της αναστάσεως αυτής, που θα είναι καθολική και παγκοσμία, η Παναγία —σαλπίζει, ο Άγιος Ανδρέας ο Κρήτης— είναι η απαρχή: «Απαρχή του εν Χριστώ θεωθέντος αδαμιαίου φυράματος».

Γ΄

Για το αν η Μετάσταση συνέβη ή όχι, ο Άγιος Ανδρέας δεν αμφιβάλλει καθόλου, όπως είδαμε. Βασίζει την παραδοχή του γεγονότος στην ανθηρή εκείνη την εποχή παράδοση, που λίγο αργότερα, επί Ιωάννου του Δαμάσκηνου, θα σφραγίσει πιο έκτυπα και πιό φλογερά τη λατρευτική συνείδηση της Ανατολικής Εκκλησίας. Στηρίζεται, λοιπόν, ιστορικά, στην παράδοση και μάλιστα αναφέροντάς μας ένα γραπτό δεδομένο της, το «Περί θείων ονομάτων» σύγγραμμα του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Αλλά δεν αρκείται, όπως είναι φυσικό, στην απλή υπενθύμιση των συμβάντων κατά την Κοίμηση. Μεταδίδει, με όλο το σεβάσμιο κύρος που είχε πάνω της, την αποδεκτή γενικά μαρτυρία περί των εσχάτων της Παναγίας, μαρτυρία που πήγαζε πιθανότατα από τους αποστολικούς χρόνους. Αλλά συγχρόνως την πλουταίνει με το χυμό της ιδιαίτερης συγκινήσεώς του, με τα κεντίδια της ιερής του ποιητικής εμπνεύσεως, με την ακαταμάχητη ισχύ της θεολογίας του. Έτσι, απευθυνόμενος στην Παναγία, αναφωνεί ανάμεσα στα άλλα : «Όπως όταν γεννούσες, η μήτρα σου δεν είχε φθαρεί, έτσι και όταν πέθανες, η σάρκα σου δεν έλιωσε και δεν χάθηκε… Η γέννα διέφυγε τη φθορά και ο τάφος δεν πρόφθασε να δει φθορά». Και αλλού: « Ποιός τάφος θα σε σκεπάσει; Και ποιό χώμα θα σε δεχθεί, εσένα που τον ουρανό και του ουρανού τη φύση ξεπέρασες στην αγιότητα;» Αλλά ας μη νομισθεί ότι η ακράδαντη, και αναπαυμένη πάνω στην αρχαία πληροφορία, και εύρωστη συναισθηματικά και θεολογικά πίστη του γύρω από το γεγονός της ολόσωμης ανόδου της Παρθένου, είναι ανύποπτη για το ότι δεν στηρίζεται άμεσα η ευσεβής αυτή παράδοση στη Γραφή. Όχι μόνο η πίστη του δεν είναι ανύποπτη —πράγμα άλλωστε που δεν μπορούσε να συμβαίνει σε μια τόσο φωτεινή και ειλικρινή διάνοια σαν του Ανδρέα— αλλά και δεν δειλιάζει να υπογραμμίσει και μάλιστα με χαριτωμένα έντονο τρόπο τη σκανδαλώδη σιωπή που κυριαρχεί στην Καινή Διαθήκη πάνω σε πολλά περιστατικά του βίου της Μαρίας, που αργότερα ανέλαμψαν στη μνήμη της Εκκλησίας. Ένα απ’ αυτά ήταν και η Κοίμησή της. Τη σιωπή αυτή τη θίγει ήδη στον α’ Λόγο και δεν διστάζει να δείξει την εντύπωση που του κάνει, γιατί είναι μια σιωπή που προεκτείνεται πέρα από τα όρια της Αγίας Γραφής σαν εξάλειψη απτών ενθυμημάτων σχετικών με τα έσχατα της Θεοτόκου, όπως λ, χ. του τάφου της. Ακόμα υπάρχει και μια πτυχή στον γ’ Λόγο που μας σπρώχνει να υποθέσουμε ότι ο άγιος Πατήρ έχει περισσότερη απ’ ό,τι φαίνεται συναίσθηση της αντίθετης απόψεως. Γιατί δεν είναι απίθανο να αντιμετώπιζε κάποια διάχυτη αλλά πάντως λιγότερο ριζοβολημένη από την παραδοχή της Μεταστάσεως εκδοχή, ότι η Παναγία δεν είχε ανεβεί ολόσωμη στους ουρανούς. Λέγει, λοιπόν, κάπου στον γ’ Λόγο, αποτεινόμενος στο χωρίο Γεθσημανή: «Αν μέντοι τηρηθείη (το σώμα της Θεοτόκου) μένον … έσται κοινόν αγγέλοις και άνθρωποις κτήμα προσκυνούμενον. Αν δε τι παράδοξον τύχοι και μετασταίη το άχραντον, μένε το θαύμα κηρύσσουσα». Όσο κι αν μοιάζει παιχνίδισμα ρητορικό αυτό το ταλάντευμα ανάμεσα στα δυο υποθετικά «αν», εν τούτοις δεν μπορούμε να ρίξουμε όλο το βάρος στο δεύτερο, σ’ εκείνο που υποθέτει τη Μετάσταση και να πούμε ότι για τον Άγιο Ανδρέα δεν ίσχυε καθόλου το πρώτο, δεν λογαριαζόταν απόλυτα. Προβάλαμε το παραπάνω εδάφιο και το σχολιάσαμε, για να δείξουμε παίρνοντας μια ακόμη αφορμή από το ιερό κείμενο, ότι η βεβαιότητα του συγγραφέως για τη Μετάσταση, όσο κι αν είναι ασάλευτη, εν τούτοις δεν μας φανερώνει μονοκόμματο και άκαμπτο νου, αλλ’ απεναντίας ευλύγιστο και φιλελεύθερο, όπως είναι γενικά ο θεολογικός στοχασμός που ανθεί μέσα στον διαυγή και ελαφρό αγέρα του ελληνικού ορθοδόξου κλίματος.

Πηγή: Βασ. Μουστάκης, Περιοδ. «Κιβωτός»-απόσπασμα

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΚΛΕΟΠΑ ΗΛΙΕ


Γιατί τιμούμε την Μητέρα του Κυρίου.
Εμείς οι Ορθόδοξοι χριστιανοί τιμούμε την Παναγία Παρθένο Μαρία πιό πολύ απ’ όλους τους αγίους και αγγέλους του ουρανού, διότι αυτή καταξιώθηκε να γεννήσει τον Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου, διά της επισκιάσεως του Αγίου Πνεύματος. Η τιμή την οποία αποδίδουμε στην Μητέρα του Κυρίου είναι εξαιρετική, τιμιωτέρα ή ευλαβεστέρα, επειδή αυτή δεν είναι μια μόνο «φίλη Του», όμοια με τους άλλους αγίους, αλλά είναι υπέρ-αγία (Παναγία) απ’ όλους τους αγίους και τους αγγέλους.
Γι’ αυτό, τόσο οι άγγελοι όσο και οι άνθρωποι την προσκυνούν και την τιμούν με προσευχές, άσματα, ακολουθίες και εγκώμια. Τοιουτοτρόπως χαιρέτησε αυτήν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στον Ευαγγελισμό (Λουκ. 1,28-29) και η Αγία Ελισάβετ, η μητέρα του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού (Λουκ. 1, 40-43).
Η ίδια η Παναγία Παρθένος Μαρία προφητεύει διά του Αγίου Πνεύματος: «ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί, ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός…» ( Λουκ. 1, 48-49). Απ’ αυτά τα λόγια καταλαβαίνουμε, ότι η εξαιρετική τιμή της Μητέρας του Κυρίου είναι ηθελημένη και ορισθείσα από τον Ίδιον τον Θεό. Αυτή την εξαιρετική τιμή την οποία προσδίδει η Ορθόδοξος Εκκλησία στην Παρθένο Μαρία συγκροτεί τη λατρεία της Μητέρας του Κυρίου.
Στα πλαίσια της λατρείας της Υπεραγίας Θεοτόκου, αναφέρουμε κατά πρώτον τις μεγάλες Θεομητορικές εορτές οι οποίες είναι: Το Γενέσιον της Υπεραγίας Θεοτόκου, Τα Εισόδια, ο Ευαγγελισμός, η Κοίμηση της Θεοτόκου. Κατόπιν οι ακολουθίες οι οποίες γίνονται στις Εκκλησίες και τα μοναστήρια προς τιμήν της, οι χαιρετισμοί, οι παρακλητικοί κανόνες, οι αγιογραφημένες εικόνες και στολισμένες τόσο όμορφα, προ πάντων οι θαυμαστές και πολλές άλλες προσευχές διά των οποίων ζητούμε την βοήθεια της Μητέρας του Κυρίου όλες τις ημέρες της ζωής μας.
Τιμούμε την Θεομήτορα διότι αυτή είναι η μητέρα η οποία εγέννησε τον Υιόν του Θεού και η πρώτη η οποία πρεσβεύει υπέρ του κόσμου εμπρός στην Παναγία Τριάδα. Αυτή μας βοηθά πιό πολύ στην κατάκτηση της σωτηρίας διά των αγίων της προσευχών.
Όμως, κατά την μακραίωνα ιστορία εμφανίσθηκαν και μερικοί βλάσφημοι τόσον εναντίον του Σωτήρος και του Ευαγγελίου Του, όσον και εναντίον της Μητέρας του Κυρίου, τους οποίους ονομάζουμε αιρετικούς η οπαδούς άλλων ομολογιών (νεοπροτεστάντες).
Ο Άγιος Απόστολος Παύλος στις επιστολές του δείχνει ότι στις έσχατες ημέρες θα εμφανισθούν άνθρωποι οι οποίοι δεν θα ανέχονται τη διδασκαλία της ορθής πίστεως, αλλά θα θέσουν διδασκάλους κατά τα έργα των, παρεκκλίνοντας προς τα παραμύθια. Δηλαδή, έχοντας την όψη της αληθινής πίστεως, θα αρνούνται την δύναμή της, συνεχώς διδάσκοντες και μη μπορώντας να φθάσουν στην αλήθεια της πίστεως, «Όν τρόπον δε Ιαννής Ιαμβής αντέστησαν Μωϋσεί, ούτω και ούτοι ανθίστανται τη αληθεία, άνθρωποι κατεφθαρμένοι τον νουν αδόκιμοι περί την πίστιν. Πονηροί δε άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι». (Β’ Τιμ. 3,8 και 13).
Εμείς από την αρχή της πλάσεως αυτού του έθνους, έτσι γνωριζόμαστε, ρουμάνοι και ορθόδοξοι χριστιανοί. Έτσι γεννηθήκαμε και έχουμε υποχρέωση να διατηρήσουμε αγνό και πλήρες ό,τι κληρονομήσαμε από τους προγόνους, ως από τον Ίδιον τον Θεό. Διότι λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε διά λόγου είτε δι’ επιστολής ημών» (Β’ Θες. 2, 15)
Οι Προτεστάντες (Διαμαρτυρόμενοι) και μαζί με αυτούς οι αιρετικοί νεοπροτεστάντες – οπαδοί των άλλων σύγχρονων ομολογιών – των ημερών μας, ονομαζόμενοι και «μεταμελημένοι», μεταξύ των πολλών τους συσκοτίσεων του νου τους και των ψευδών διδασκαλιών τους, βλασφημούν πιο πολύ την Παναγία Θεοτόκο και Αειπάρθενο Μαρία. Λένε αυτοί οι βλάσφημοι της Μητέρας του Κυρίου ότι δεν πρέπει να της αποδίδουμε μεγάλη τιμή διότι ούτε ο Ίδιος ο Υιός της Ιησούς Χριστός δεν την ετίμησε. Αυτό φαίνεται από τα λόγια του Σωτήρος: «είπε δε τις αυτώ, ιδού η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου εστήκασιν έξω ζητούντές σε ιδείν, ο δε αποκριθείς είπε τω λέγοντι αυτώ, τις εστιν η μήτηρ μου και τίνες εισίν οι αδελφοί μου; και εκτείνας την χείρα αυτού επί τους μαθητάς αυτού έφη, ιδού η μήτηρ μου και οι αδελφοί μου, όστις γαρ αν ποιήση το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς, αυτός μου αδελφός και αδελφή και μήτηρ εστίν» (Ματθ. 12, 47-50). Το γεγονός, λοιπόν, ότι η Παρθένος Μαρία του ήταν μητέρα δεν έχει καμία σημασία έμπροσθέν του, οι εξ αίματος σχέσεις Του ή η σαρκική συγγένεια δεν έχουν καμία αξία ούτε προτίμηση εμπρός στις πνευματικές Του σχέσεις με εκείνους οι οποίοι κάνουν το θέλημα του Πατρός, όποιοι και αν είναι αυτοί.
Επίσης προσθέτουν ακόμη αυτοί, ότι αυτό, φαίνεται και από τον τρόπο με τον οποίον της απευθύνεται ο Σωτήρας και με άλλες ευκαιρίες, την ονομάζει γύναι, το οποίο σημαίνει ότι ήταν νυμφευμένη, δηλαδή όχι παρθένος, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπον επαληθεύεται ο λόγος της Γραφής: « Ιησούς ουν ιδών την μητέρα και τον μαθητήν παρεστώτα ον ηγάπα, λέγει τη μητρί αυτού, γύναι, ιδού ο υιός σου…» (Ιωάν. 19,26). Επίσης την ονομάζει περιφρονητικά και στο γάμο της Κανά της Γαλιλλαίας: «Λέγει αυτή ο Ιησούς, τι εμοί και σοί γύναι;» (Ιωαν. 2,4). Έτσι, λοιπόν, εμείς σ’ αυτή την περίπτωση δεν μπορούμε να την θεωρήσουμε υπέρ-άνω (Υπεραγία) και δεν μπορούμε να της προσάγουμε μια λατρεία διαφορετική.
Αλλά δεν είναι έτσι όπως πιστεύουν όλοι αυτοί οι πλανεμένοι από την αλήθεια την οποία ερμηνεύουν κατά το δικό τους αρρωστημένο μυαλό και γεμάτο εγωισμό, διότι κατά την πρώτη περίπτωση γίνεται λόγος για άλλο και ειδικά ότι, εκτός από τη σαρκική συγγένεια, υπάρχει και μια άλλη συγγένεια με τον Χριστό, πολύ πιο μεγάλη και πιο σημαίνουσα, η ψυχική συγγένεια, η οποία συνίσταται στο να γίνεται το θέλημα του Θεού. Αυτή η συγγένεια όμως, δεν καταργεί και δεν μικραίνει τη σαρκική. Η διαφορά συνίσταται στο γεγονός ότι την ψυχική συγγένεια μπορεί να την κερδίσει ο οποιοσδήποτε, εκτελώντας το θέλημα του Πατρός. Συγγένεια σημαίνει όχι μόνο μία σχέση σαρκικής συγγένειας, αλλά και μια σχέση αγάπης και ψυχικής ενότητας. Εκείνος ο οποίος κάνει το θέλημα του Θεού, εκείνος γίνεται ψυχικά συγγενής με τον Θεό. Τοιουτοτρόπως, διά των λεγομένων πιο πάνω λόγων, ο Σωτήρας όχι μόνο δεν παραμέρισε τη σαρκική Του συγγένεια με τη Μητέρα Του, ούτε εμίκραινε την τιμή η οποία ήρμοζε σε μια μητέρα από τον υιό της, αλλά μόνο προσπάθησε να τονίσει ότι η άλλη συγγένεια με Αυτόν, η ψυχική, αν και είναι μεγάλης αξίας, μπορεί ωστόσο να την επιτύχει ο οποιοσδήποτε πιστός.
Συνεπώς, ήταν ένας λόγος προτρεπτικός και ενθαρρυντικός προς την μεριά του πλήθους, και όχι ένας περιφρονητικός προς τη Μητέρα Του. Ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός, όσο βρισκόταν με τη Μητέρα Του στη γη, συνεχώς την άκουγε και την αγαπούσε και ήταν υποταγμένος προς αυτή (Λουκ. 2,51), και όταν του ζητούσε κάτι δεν έδειχνε ανυπάκουος προς αυτή. Έτσι, στο Γάμο της Κανά της Γαλιλαίας, στη ζήτηση της Μητέρας Του, Εκείνος έκανε το πρώτο θαύμα, μετατρέποντας το νερό σε κρασί (Ιωάν. 2,3-10). Κατόπιν είχε μεγάλη φροντίδα για την Μητέρα Του και ακόμη όταν ήταν κρεμάμενος στο σταυρό, της συμπεριφερόταν με φροντίδα και δίδοντας να την φροντίζει ο πιό αγαπημένος μεταξύ των μαθητών Του - ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής – κατά τις γραφές: «Ιησούς ούν ιδών την μητέρα και τον μαθητήν παρεστώτα όν ηγάπα, λέγει τη μητρί αυτού, γύναι, ίδε ο υιός σου. Είτα λέγει τω μαθητή, ιδού η μήτηρ σου, και απ’ εκείνης της ώρας έλαβεν ο μαθητής αυτήν εις τα ίδια» (Ιωάν. 19, 26-27). Βλέπεις ότι ο Σωτήρ εδώ, τον καιρό των πιο μεγάλων δοκιμασιών Του επί του σταυρού, δεν αμέλησε να δείξει φροντίδα προς το πρόσωπο της Μητέρας Του, η οποία τον γέννησε και τον ανέθρεψε; Και πώς θα ήταν δυνατόν να περιφρονήσει την Μητέρα Του, όταν ο Ίδιος ο Θεός έδωσε εντολή να τιμούμε τους γονείς, καθώς είναι γραμμένο: «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου …» (Δευτ. 5, 16).
Κατά δεύτερο δεν υπάρχει λόγος περιφρονήσεως, αλλά, τουναντίον, φαίνεται πως την εφρόντησε εμπιστεύοντάς την στην φροντίδα του Αποστόλου Ιωάννη – ξέροντας ότι Εκείνος δεν θα βρίσκεται πλέον στη γη για να την φροντίζει στο υπόλοιπο της ζωής της, καθώς δείξαμε και πιο πάνω. Αυτό το γεγονός δεν είναι μία ανεντιμότητα, αλλά αληθινά, μια μεγάλη τιμή και σεβασμός προς το πρόσωπο της Μητέρας Του, για την οποία ούτε στα βάσανα επί του σταυρού δεν ξεχνά να την φροντίζει, επακόλουθο της πιο μεγάλης αγάπης, την οποία είχε προς το πρόσωπό της, ως μητέρα. Εάν όμως την ονομάζει «γύναι», σε καμιά περίπτωση με την έννοια της παντρεμένης γυναίκας η με τον σκοπό της περιφρονήσεως, αλλά μόνο με την έννοια του γένους, του φύλου. Διότι κατά τον ίδιο τρόπο απευθύνθηκαν και οι δύο άγγελοι στον τάφο στη Μαρία την Μαγδαλινή: «Γύναι, τι κλαίεις;» (Ιωάν. 20, 12-13). Ενώ οι δύο άνδρες οι οποίοι παρέστησαν στην Ανάληψη του Κυρίου στους ουρανούς, είπαν προς τους Αποστόλους: Άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν;» (Πράξ. 1,11). Ούτε οι άγγελοι, ούτε οι δύο άνδρες δεν απηύθυναν τα λόγια «γύναι» η «άνδρες» περιφρονητικά, αλλά τουναντίον κατά τρόπο θωπευτικό.
Ακόμη μας ερωτούν εκείνοι, που υπάρχει στην Αγία Γραφή ότι η Μαρία, η μητέρα του Ιησού, ήταν Παρθένος και Αειπάρθενος, έτσι όπως την ονομάζουμε εμείς. Ότι γέννησε όντως παρθένος, η Αγία Γραφή μας το δείχνει κατ’ αυτό τον τρόπο: Όταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ απεστάλη στη Ναζαρέτ και της ανήγγειλε ότι θα γεννήσει τον Υιόν του Θεού (Λουκ. 1,35), εισερχόμενος σ’ αυτήν την ονόμασε«κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη συ εν γυναιξίν» (Λουκ. 1,28). Φαίνεται πως ο Αρχάγγελος προσκύνησε (τίμησε) την Παρθένον Μαρία, ονομάζοντάς την «κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη εν γυναιξί» και ότι βρήκε μεγάλη χάρη από τον Θεό, πως δύναμη υψίστου την είχε επισκιάσει, και ότι συνέλαβε και γέννησε εκ Πνεύματος Αγίου τον Υιόν του Θεού. Αν και ήταν Παρθένος, μη γνωρίζοντας άνδρα, ο άγγελος Κυρίου δεν της είπε «ευλογημένη είσαι συ μεταξύ των παρθένων», αλλά «ευλογημένη συ εν γυναιξίν», με αυτό δεν δείχνει την περιφρόνηση προς την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία είναι «κεχαριτωμένη», αλλά αποκαλύπτει ένα παλαιό μυστήριο: «την συντριβή της κεφαλής του φιδιού διά της γυναικός» (Γεν. 3,15), και ότι αυτή θα είναι η μυστική και πνευματική Εύα η οποία θα γεννήσει τον νέον Αδάμ, Χριστό, ο Οποίος θα φέρει τη ζωή στον κόσμο.
Οι Θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας λέγουν ότι ο Χριστός ονομάστηκε το σπέρμα της γυναικός (Γεν. 3,15), καθότι Αυτός δεν γεννήθηκε εκ σπέρματος ανδρός, αλλά εκ Πνεύματος Αγίου και από τα αμόλυντα αίματα της Υπεραγίας Παρθένου και έλαβε Σώμα.
Κατά την ημέρα της μεγάλης κρίσεως (Δευτέρας Παρουσίας), αυτή η Βασίλισσα και Παρθένος Μαρία, θα κάθεται εκ δεξιών του θρόνου του Υιού της, με μεγάλη και απερίγραπτη δόξα, καθώς μας φανερώνει ο ψαλμωδός, λέγοντας: «Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» (Ψαλμ. 44,10 – 12,18)
Επειδή ο Αρχάγγελος Γαβριήλ την ονόμασε και αυτή γυναίκα, όταν είπε: «ευλογημένη σύ εν γυναιξίν», κατόπιν αυτού, σημαίνει, ότι η Παρθένος Μαρία ήταν γυναίκα νυμφευμένη;
Γιατί άραγε είπε αυτή στον χαιρετισμό του αγγέλου ότι «άνδρα ου γινώσκω» (δηλαδή είμαι παρθένος); Ή όταν ο Θεός έπλασε την Εύα από την πλευρά του Αδάμ (Γεν. 2,21 – 22) και την έφερε προς αυτόν, ενώ εκείνος την ονόμασε «γυνή», μήπως και τότε η Εύα ήταν γυναίκα νυμφευμένη, διότι ο Αδάμ την ονόμασε γυναίκα; Άραγε δεν ήταν τότε η Εύα παρθένος πλασμένη εκ της πλευράς του αγνού Αδάμ, ο οποίος δεν είχε γνωρίσει γυναίκα;
Συνεπώς, αν η Εύα ήταν πλασμένη από τον Θεό παρθένος, και ενώ ο ίδιος ο Θεός και ο Αδάμ, αυτή την παρθένο, την ονομάζουν «γυνή», κατόπιν την ονομάζει αυτή γυναίκα με την έννοια της νυμφευμένης γυναίκας – πώς λανθασμένα καταλαβαίνουν όλοι οι νεοπροτεστάντες και οι αιρετικοί; Διότι καθώς η Εύα ήταν παρθένος, τότε όταν την είπε γυνή, έτσι, και η μυστική και πνευματική Εύα, η Άχραντος Παρθένος Μαρία, η οποία γέννησε τον Νέο Αδάμ, Χριστό, Παρθένος είναι στους αιώνας των αιώνων αν και η Αγία Γραφή την ονομάζει γυνή, δεικνύοντας με αυτό μόνο το φύλο η το γυναικείο γένος.
Τότε ο Αδάμ, διά της ενέργειας του Θεού γέννησε από το παρθένο του σώμα, γυναίκα, χωρίς γυναίκα (δηλ. χωρίς να γνωριστεί με γυναίκα), ενώ στο πλήρωμα του χρόνου, η γυναικεία φύση, διά της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος, γέννησε άνδρα χωρίς τον άνδρα, στην παρθενία γεννώντας η Παρθένος και μένοντας παρθένος καθώς και στην αρχή γέννησε ο Αδάμ μέσα στην παρθενία. Έτσι ευαρεστήθηκε ο Θεός, όπως διά της Παρθένου Μαρίας να δανείσει τη φύση του παλαιού Αδάμ διά του Νέου Αδάμ, γεννήθηκε εκ Παρθένου, και ο οποίος ήλθε στον κόσμο και ντύθηκε τη φύση μας από το απερίγραπτό Του έλεος και την αγαθωσύνη, για να λυτρώσει τον παλαιό Αδάμ με όλο το γένος του από την καταδίκη και το θάνατο. «Διότι καθώς διά του Αδάμ όλοι πεθαίνουν, έτσι διά του Χριστού, όλοι ανασταίνονται» (Ρωμ. 6,5 – Ιωάν. 3,16 5,24 εξής).
Λοιπόν αναλογίσου, άνθρωπε πλανεμένε – συ και οι όμοιοί σου _ ότι η Αγία Γραφή δεν ονομάζει την Μητέρα του Κυρίου «γυνή» με την έννοια της νυμφευμένης γυναίκας όπως το καταλαβαίνετε εσείς αλλά διά της λέξεως «γυνή», η Αγία Γραφή δείχνει μόνο το θηλυκό γένος της Αγίας Παρθένου Μαρίας και ταυτόχρονα δείχνει κατά τρόπο σκιερό και μυστικό ότι είναι η γυναίκα της οποίας ο απόγονος (Χριστός) θα συντρίψει το κεφάλι του φιδιού και διά του Οποίου θα έλθει η λύτρωση του ανθρωπίνου γένους.
Στα προαναφερθέντα πρέπει να προσθέσουμε:
- όντως Μητέρα του Σωτήρος, η Παρθένος Μαρία δέχθηκε την πιο μεγάλη τιμή την οποία μπορεί να έχει ένα πλάσμα.
- Συλλαμβάνοντας εκ Πνεύματος Αγίου τον Σωτήρα, καθαρίστηκε ολοκληρωτικά από την αμαρτία, όσο κανείς άλλος άνθρωπος, όσο και άγιος να ήταν,
- Επειδή είχε προλεχθεί από τον Θεό η εξαιρετική τιμή της – όπως καμιάς άλλης τιμής κάποιου ανθρώπου – η Αγία Παρθένος Μαρία πρέπει να λογαριάζεται η πρώτη μεταξύ των αγίων, έτσι όπως και ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής είναι ο μεγαλύτερος μεταξύ των προφητών (Μαλαχ. 3. Ησαΐα 40,3).
Για όλα αυτά, της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας της αξίζει μια τιμή μεγαλύτερη από τους άλλους αγίους (εξαιρετική τιμή) επειδή είναι η βασίλισσα και η κορώνα όλων των αγίων. Ενώ πως και μετά την γέννηση έμεινε παρθένος διάβασε και βλέπε τα προφητευμένα γι’ αυτήν από τον προφήτη Ιεζεκιήλ (44, 1-3).
Προσθέτουν ακόμη αυτοί οι πλανεμένοι ότι δεν πρέπει να της δίδουμε πάρα πολύ τιμή της Παρθένου Μαρίας και ούτε να την ονομάζουμε Αειπάρθενο, διότι είχε περισσότερα παιδιά, τα οποία ονομάζονται από την Αγία Γραφή «αδελφοί και αδελφαί» του Ιησού ενώ ο Ιησούς ονομάζεται «πρωτότοκος» (Ματθ. 1,25), απ’ όπου συνεπάγεται ότι κατόπιν είχε και άλλα παιδιά.
Αληθινά, η Αγία Γραφή μας μιλά για μερικούς αδελφούς του Κυρίου και επίσης για τις αδελφές Του, όταν αποδίδει τα λόγια των Ιουδαίων, εκπλησσόμενοι από το θαυμαστό πρόσωπο του Κυρίου: «Ουχ ούτος εστιν ο του τέκτονος υιός; Ουχί η μήτηρ αυτού λέγεται Μαριάμ και οι αδελφοί αυτού Ιάκωβος και Ιωσής και Σίμων και Ιούδας; Και αι αδελφαί αυτού ουχί πάσαι προς ημάς εισί;» (Ματθ. 13,55-56. Μαρκ.6,3). Αλλά στο χωρίο αυτό διά της φράσεως «πρωτότοκος» δεν σημαίνει πάραυτα ότι πρέπει να υποθέσουμε και την ύπαρξη άλλων γεννηθέντων μεταγενέστερα (δεύτερος, τρίτος…). Αυτός είναι ένας τρόπος ομιλίας στην Παλαιά Διαθήκη, «πρωτότοκος» ονομάζεται εκείνος ο οποίος διανοίγει πρώτος την μήτραν, ανεξάρτητα αν θα έχει και άλλους αδελφούς η όχι (Έξοδ. 13,2) και όπου πολλές φορές το απόλυτο αριθμητικό (1, 2, 3…) αντικαθίσταται η χρησιμοποιείται ανακατεμένο με τον τακτικό (πρώτος, δεύτερος).
Αυτός ο Εβραϊσμός εισήλθε και στη χρήση του λόγου της Καινής Διαθήκης. Επί του παρόντος «πρωτότοκος» σημαίνει «ο μονογενής», με την έννοια «ο μοναδικός γεννηθείς». Άλλη ερμηνεία απορρίπτεται διότι εάν αληθινά ο Ιησούς είχε και άλλους κατά σάρκα αδελφούς (παιδιά της Μαρίας), δεν θα άφηνε την Μητέρα Του στη φροντίδα κάποιου Αποστόλου, αλλά στη φροντίδα κάποιου υιού της.
Στο δεύτερο χωρίο γίνεται λόγος στα αλήθεια για τους «αδελφούς» και τις «αδελφές» του Κυρίου. Οι αδελφοί αναφέρονται ακόμη με το όνομα και είναι τέσσεροι, ενώ οι αδελφές, πρέπει να ήταν τουλάχιστον δύο. Αυτοί όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν να ήταν φυσικοί αδελφοί του Ιησού Χριστού και υιοί της Μαρίας, της Μητέρας του Ιησού, διότι:
- Κατά μια παλαιά και ομόφωνη παράδοση, η Μαρία, η Μητέρα του Ιησού, έμεινε μετά την γέννηση παρθένος, έτσι καθώς ήταν προεικονισμένη στο όραμα του προφήτη Ιεζεκιήλ (44, 1-3),
- Η μητέρα αυτών των έτσι λεγομένων αδελφών του Κυρίου είναι ένα άλλο πρόσωπο από την Παρθένον Μαρία, διότι ονομάζεται στη Αγία Γραφή «Μαρία» ή «η άλλη Μαρία» ή «η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά», όντως αναφερομένη ακόμη στο πλευρό της Μητέρας του Κυρίου και κοντά της (Ματθ. 27, 55-56. 28,1. Μαρκ. 15,40-47 Ιωαν. 19,25),
- Οι «αδελφοί» του Κυρίου ούτε εκείνοι οι ίδιοι δεν ονομάζονται αδελφοί αλλά «δούλοι» (Ιακ. 1,1) και «δούλοι - υπηρέτες» (Ιουδ.1,1) του Κυρίου, οι συγγραφείς των δύο καθολικών επιστολών. Ή εκεί εκείνοι ονομάζονται «δούλοι» (Ιακ. 1,1. Ιουδ. 1,1) του Κυρίου, και όχι αδελφοί.
- Εάν ήταν φυσικοί αδελφοί Του, ο Χριστός θα τους είχε κάνει αποστόλους. Αν και μερικοί υποθέτουν ότι αυτοί οι δύο από τους «αδελφούς του Κυρίου», ονόματι Ιάκωβος και Ιούδας, είναι ταυτόσημοι με τους αποστόλους οι οποίοι φέρνουν αυτό το όνομα (ο Ιάκωβος όντως ταυτίζεται με τον μικρότερο «αδελφό του Κυρίου» - σ’ όλους τους καταλόγους των Αποστόλων – ενώ ο Ιούδας, «ο αδελφός του Κυρίου», ίσως είναι ο Ιούδας ο Θαδδαίος). Ωστόσο, αυτό είναι μιά απλή υπόθεση, μια αρκετά θεμελιωμένη, προπάντων ότι οι ίδιοι δεν αυτοαποκαλούνται απόστολοι, όπως δεν αυτοαποκαλούνται «αδελφοί του Κυρίου». Για τον Ιάκωβο – «τον αδελφόθεο» - γνωρίζουμε μόνο ότι ήταν ο πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων και έχαιρε της πιο μεγάλης εκτιμήσεως έμπροσθεν των πιστών όσο και των αποστόλων (Πράξ. 12,17. 15,13), αφού ο Ιάκωβος ο του Ζεβεδαίου είχε φονευθεί (Πράξ. 12,2).
- Ο Χριστός θα είχε εμπιστευθεί στη φροντίδα του την Παρθένο Μαρία, και όχι του αποστόλου Ιωάννη, ο οποίος οπωσδήποτε θα ήταν πιο ξένος αυτής παρά ένας υιός η θυγατέρα της,
- Λαμβάνοντας υπ’ όψη το γεγονός ότι σ’ όλη την Ανατολή, αλλά ειδικά στην Ιουδαία, η έννοια «αδελφός» χρησιμοποιείται και με πιο ευρεία έννοια, του εξαδέλφου η για άλλους συγγενείς πιο κοντινούς η πιο μακρυνούς, όπως για παράδειγμα στη Γένεση (13,8), όπου ο Αβραάμ ονομάζει τον Λώτ αδελφό, αν και ήταν ανεψιός από αδελφό (Γεν.11,27), πρέπει να δεχθούμε ότι «οι αδελφοί του Κυρίου» ήταν εξαδέλφια του Ιησού. Αλλά όχι πρώτα εξαδέλφια, διότι αν και η μητέρα των ονομάζεται αδελφή της Μητέρας του Κυρίου (Ιωάν. 19,257), αυτή δεν μπορεί να ήταν αδελφή της, από τον ίδιο πατέρα, διότι έφερε το ίδιο όνομα με την Μαρία, αλλά η λέξη αδελφή, πρέπει να έχει εδώ επίσης την έννοια της κουνιάδας, διότι η Παρθένος Μαρία είναι μοναχοπαίδι. Θα μπορούσε να σημαίνει κουνιάδα από τον Ιωσήφ, ο οποίος δεν αποκλείεται να είχε κάποια αδελφή νυμφευμένη. Σ’ αυτή την περίπτωση, τα αγόρια της, ονομαζόμενα οι αδελφοί του Κυρίου, θα μπορούσαν να είναι το πολύ δεύτερα ξαδέλφια του Ιησού Χριστού.
Αν και δεν έχουν τι να συμπληρώσουν (να πουν) για την παρθενία της Θεομήτορος και μετά την γέννηση, αυτοί προσθέτουν και αυτό το χωρίο της Αγίας Γραφής: «Και ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιησούν» (Ματθ. 1,25), εννοώντας αυτοί ότι κατόπιν η Παρθένος Μαρία θα μπορούσε να έχει και άλλα παιδιά.
Αλλά να λάβουμε υπ’ όψη και να καταλάβουμε ότι στην Αγία Γραφή η φράση «έως ου», σημαίνει αιωνιότητα. Επειδή είπεν ο Κύριος: «Και ιδού εγώ μεθ’ ημών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28.20). Άραγε αυτό σημαίνει ότι θα μας εγκαταλείψει μετά το τέλος αυτού του αιώνος; Μήπως δεν λέγει ο Θείος Απόστολος Παύλος: «Και ούτω (μετά την κοινή ανάσταση) πάντοτε συν Κυρίω εσόμεθα»; (Α’ Θες. 4,17). Σε άλλο χωρίο της Αγ. Γραφής είναι γραμμένο: « Είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου, κάθου εκ δεξιών μου, έως αν θω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου» (Ψαλμ. 109,1). Μήπως αυτό σημαίνει ότι μετά απ’ αυτό ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός δεν θα καθίσει εκ δεξιών του Πατρός Του για να κυβερνήσει μαζί Του εις άπαντα τον αιώνα, καθότι ξέρουμε πολύ καλά ότι «της βασιλείας Αυτού ουκ έσται τέλος»; (Λουκ. 1,33).
Πάλι σε άλλο χωρίο της Αγίας Γραφής λέγεται ότι ο Νώε απέστειλε τον κόρακα και εξελθών ο κόρακας δεν επέστρεψεν έως του ξηρανθήναι το ύδωρ από της γης (Γεν. 8,7), αυτό σημαίνει ότι επέστρεψε στο πλοίο κάποτε;
Πάλι είναι γραμμένο στη Θεία Γραφή ότι η Μελχόλ, η θυγατέρα του Σαούλ, η γυναίκα του Δαυίδ, δεν έκανε παιδί «έως της ημέρας του αποθανείν αυτήν» (Β’ Βασ. 6,23). Μήπως αυτό σημαίνει ότι εγέννησε παιδιά αφού πέθανε, γιατί λέγει «έως της…»;
Λοιπόν, ας ανοίξουν τα μάτια της ψυχής τους όλοι αυτοί οι βλάσφημοι της αληθείας, έναντι αυτών των μαρτυριών που έχουν ληφθεί οι περισσότερες από την Αγία Γραφή και να καταλάβουν ότι η φράση «έως ου» στην Αγία Γραφή σημαίνει αιωνιότητα, καθώς και Σωτήρας αιώνια θα υπάρχει με τους αποστόλους Του, και με όλους εκείνους που εκπληρώνουν τι εντολές Του, καθώς εκείνος αιώνια θα κάθεται εκ δεξιών του Πατρός βασιλεύοντας στη Βασιλεία Του της οποίας ουκ έσται τέλος, καθώς ο κόρακας στους αιώνας δεν επέστρεψε στο πλοίο του Νώε, και καθώς η Μελχόλ στους αιώνας, η θυγατέρα του Σαούλ, δεν έκανε παιδιά μετά την ημέρα του θανάτου, κατά τον ίδιο τρόπο ο δίκαιος και θεοφοβούμενος Ιωσήφ, αιωνίως (στον αιώνα) δεν την γνώρισε αυτήν που ήταν παρθένος πριν από την γέννηση, έμεινε παρθένος κατά την γέννηση και εις αεί Παναγία και Άσπιλη Παρθένος Μαρία, Θεοτόκος και Μητέρα του Φωτός, η βασίλισσα των αγγέλων και των ανθρώπων, μετά την γέννηση.
Μετά απ’ όλα αυτά, οι εχθρικώς κείμενοι προς την Θεομήτορα λέγουν ότι δεν πρέπει να απευθυνόμαστε στις προσευχές μας προς αυτή με τις παρακλήσεις: «Μη έχοντας άλλη προστασία – Δεν έχουμε άλλην βοηθόν εκτός από σε» και «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», όντως ένα μεγάλο λάθος, διότι θέτουμε τη Θεομήτορα όπως και τον Σωτήρα, μεσίτρια της σωτηρίας μας, καθότι ένας είναι ο μεσίτης μας, ο Ιησούς Χριστός.
Όσον αφορά την παράκλησή μας προς τη Θεομήτορα, κατ’ αυτόν τον τρόπο: « μη έχοντας άλλη προστασία», δι’ αυτού εμείς δεν αρνούμαστε την μοναδικότητα του Ιησού Χριστού ως μεσίτη της αντικειμενικής μας σωτηρίας, αλλά δεν παραμελούμε ούτε την ωφέλεια κάθε βοήθειας σε σχέση με την υποκειμενική μας σωτηρία. Η σημασία αυτής της παρακλήσεως είναι η ακόλουθη: « Συ μπορείς να μας δώσεις τη μεγαλύτερη βοήθεια στην υποκειμενική μας σωτηρία, κάποια άλλη βοήθεια πιο μεγάλη δεν βρίσκουμε σε κανέναν άγιο, η δεν έχουμε κάποιον άλλον, ο οποίος να μπορεί να μας βοηθήσει τόσο πολύ όσο μπορείς να μας βοηθήσεις εσύ, ως Μητέρα του Σωτήρος μας». Ενώ τα λόγια της παρακλήσεως που της απευθύνουμε: «Υπέρ Αγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», σημαίνουν : «Πρέσβευε τον Υιόν σου να μας σώσει!» η: «να μας λυτρώσει». Στην Ελληνική γλώσσα, όπου ήταν γραμμένα περίπου όλα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, όπως και τα βιβλία της Ορθοδόξου λατρείας, το ρήμα «σώζω» σημαίνει και λυτρώνω (απαλλάσσω) εκ του κακού, του πειρασμού, των αμαρτημάτων, της στενοχωρίας, της οικονομικής δυσχέρειας. Άρα: «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς», σημαίνει: «βοήθησέ μας με τις ικεσίες σου να λυτρωθούμε εκ του κακού, της στενοχωρίας, των έργων του διαβόλου, από τα πάθη μας».
Τοιουτοτρόπως, διά «το σώσον ημάς» δεν εννοούμε «συγχώρησε τις αμαρτίες μας», αλλά, «πρέσβευε εις τον Υιόν σου για την σωτηρία μας». Είναι αδύνατον διότι διά της ευλαβείας (σ. μτφ. οφειλομένης τιμής) της Θεομήτορος να λυπήσουμε τον Υιόν της, του Οποίου κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν ελαττώνουμε με τίποτα την προς Αυτόν οφειλομένη λατρεία, αλλά, τουναντίον, όλη η υπέρ – ευλάβεια («εξαιρέτως») της Θεομήτορος περνά στον Υιόν της, ο Οποίος την διάλεξε και την καθαγίασε για να γίνει Μητέρα Του.
Όσον αφοράμε τα λεχθέντα μέχρι εδώ δείξαμε με μαρτυρίες από την Αγία Γραφή, την τιμή, την δόξα και τα δώρα που έδωσε ο Θεός της Παναγίας Μητέρας Του, διότι:
Ο Θεός, ακόμη μια φορά μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας, προανήγγελε για την Θεομήτορα ότι αυτή θα είναι εκείνη η γυναίκα – παρθένος η οποία διά του Υιού της θα συντρίψει το κεφάλι του φιδιού (Γεν. 3,15). Κατόπιν προφήτευσαν γι’ αυτή ότι θα είναι εκείνη η παρθένος η οποία θα γεννήσει τον Εμμανουήλ – Θεό (Ησαΐα 7,14), αυτή θα είναι η μεσίτρια της εισόδου στον κόσμο του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού (Ιερεμ. 31, 2-23), σ’ αυτή ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήλθε τιμώντας και την ονόμασε «κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη εν γυναιξί» (Λουκ. 1,28), αυτήν ασπάσθηκε η Ελισάβετ η μητέρα του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, ονομάζοντάς την «ευλογημένη εν γυναιξί» και «Μήτηρ του Κυρίου μου» (Λουκ. 1,40-45), Μακαρία η κοιλία και οι μαστοί της διότι εβάσταξε και εθήλαξε τον Σωτήρα του κόσμου, Χριστό (Λουκ. 11, 27-28), ο Σωτήρας ως Υιός της, την άκουγε και της ήταν υποτασσόμενος (Λουκ. 2,51), το πρώτο θαύμα το έκανε ο Σωτήρας στο γάμο της Κανά της Γαλιλαίας, κατά παράκλησή της (Ιωάν. 2, 3-10), ο Σωτήρας φρόντισε γι’ Αυτήν ακόμη και τότε, όταν υπέφερε τους τρομακτικούς πόνους στο σταυρό, εμπιστεύοντάς την για παροχή φροντίδας στον πιο αγαπημένο Του απ’ όλους τους αποστόλους Του (Ιωάν. 19,26-27), η Ίδια διά του Αγίου Πνεύματος προφήτευσε ότι πάσαι αι γενεαί θα την μακαρίζουν και θα την υμνούν για την δόξα με την οποία την αξίωσε ο Θεός για την ταπείνωσή της (Λουκ. 1,48-49), το ίδιο το όνομα της Θεομήτορος στην εβραϊκή γλώσσα ερμηνεύεται «Κυρία, Δέσποινα».
Αυτή η Κυρία και Παρθένος Βασίλισσα, θα καθίσει εκ δεξιών του θρόνου του Υιού της την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας (Ψαλμ. 44, 10), Αυτή συνέλαβε και εγέννησε εκ Πνεύματος Αγίου τον Υιόν του Θεού (Λουκ. 1,35), καθότι επισκιάστηκε διά της δυνάμεως του Υψίστου και έμεινε παρθένος και μετά τη γέννηση (Ιεζεκιήλ 44, 1-3), αυτή είναι τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφίμ, μη έχοντας και άλλα παιδιά εκτός του Ιησού Χριστού, του Σωτήρος του κόσμου. Η μητέρα των λεγομένων «αδελφών του Κυρίου» δεν είναι Θεομήτορ, αλλά η Μαρία του Κλωπά (Ματθ. 27, 55-56. Μαρκ. 15, 40-47. Ιωάν. 19,25), ενώ «οι αδελφοί» του Κυρίου είναι μόνο συγγενείς με Αυτόν, και όχι φυσικοί αδελφοί Του, διότι τα παλαιά χρόνια στους Ιουδαίους, οι στενοί συγγενείς ονομάζοντο «αδελφοί» (Γεν. 13, 8), Η μητέρα των αδελφών του Κυρίου, η Μαρία η του Κλωπά, ονομάζεται αδελφή με τη Μητέρα του Κυρίου, κατ’ αυτήν την έννοια της στενής συγγενείας (Ιωάν. 19,25 εξ.).
Αφού είδαμε τις μαρτυρίες της Αγίας Γραφής γι’ αυτές τις αλήθειες που αναφέρονται στη μητέρα του Κυρίου, εάν είχατε καθαρό νου από το σκοτάδι της αιρέσεως και των αμαρτημάτων, θα μπορούσατε να κατανοήσετε πολύ καθαρά (φωτεινά), για ποιά αιτία εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί από την Εκκλησία του Χριστού την δεδοξασμένη αποδίδουμε υπέρ – ευλάβεια (εξαιρετική τιμή) στην Παναγία Παρθένον Μαρία. Παρακαλώντας την, την θέτουμε μεσίτρια στον Υιό της και Θεό μας, να μας βοηθήσει διά της μεσιτείας των πρεσβειών της, τις οποίες αναπέμπει πάντοτε προς τον Θεό για όλο το ανθρώπινο γένος και ειδικά για τους ευσεβείς χριστιανούς.
Γιατί εσείς δεν τιμάτε την Μητέρα του Κυρίου όταν η ίδια η Θεία Γραφή σας αποκαλύπτει ότι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ την τίμησε με τον ασπασμό; (Λουκ. 1,29)…
Γιά ποια αιτία σεις δεν τιμάτε την Μητέρα του Κυρίου, η οποία, κατά τη μαρτυρία της Αγίας Γραφής και του ευαγγελιστού Αρχαγγέλου Γαβριήλ, είναι «κεχαριτωμένη»; (Λουκ. 1,28-30). Γιά ποια αιτία είσαστε τόσο σκληρόκαρδοι και τυφλοί στην κατανόηση και δεν τιμάτε την Μητέρα του Κυρίου την οποία διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος η Ελισάβετ ομολόγησε ότι είναι η Μήτηρ του Κυρίου και ευλογημένη εν γυναιξί (Λουκ. 1,40- 43);
Αν εσείς λέτε ότι πιστεύετε στα γραφόμενα της Αγίας Γραφής, γιατί λοιπόν δεν τιμάτε και σέβεστε την Μητέρα του Κυρίου, όταν η Γραφή σας αποκαλύπτει ότι αυτήν θα την μακαρίζουν πάσαι αι γενεαί, για την τιμή που της έκανε ο Θεός;
Για ποιά αιτία σεις φθάσατε σε τέτοιο σκοτάδι αγνωσίας, ώστε αντί να τιμάτε και να σέβεστε την Μητέρα του Κυρίου, σεις την βλασφημείτε και στην παραζάλη σας (τρέλα) την θεωρείτε σαν μιά κοινή γυναίκα; Το Άγιο Πνεύμα την φανέρωσε στους ψαλμούς ως την βασίλισσα των αγγέλων και όλης της κτίσεως, καθήμενη εκ δεξιών του Υιού της εν ιματισμώ διαχρύσω και πεποικιλμένη (Ψαλμ. 44,10) και σεις την ονομάζετε ότι είναι μια κοινή γυναίκα, όπως όλες οι άλλες;
Το Άγιο Πνεύμα αποκαλύπτει στην Αγία Γραφή, ότι θα μνημονεύεται εν πάση γενεά και γενεά και όλοι οι λαοί θα την ανυμνούν απαύστως εις τον αιώνα του αιώνος (Ψαλμ. 44,18), ενώ σεις δεν θέλετε να την υμνείτε και να την ευλαβείστε την Μητέρα του Κυρίου. Το Άγιο Πνεύμα αποκαλύπτει ότι «πάσα η δόξα της θυγατρός του βασιλέως ( της Θεομήτορος) έσωθεν, εν κροσσωτοίς χρυσοίς περιβεβλημένη, και πεποικιλμένη» (Ψαλμ. 44,14). Διά της έσωθεν δόξης δείχνει ότι είναι ναός του Αγίου Πνεύματος, άχραντος, ενώ σεις την βλασφημείτε την Μητέρα του Κυρίου και δεν την τιμάτε.
Η Μητέρα του Κυρίου είναι εκείνη η Παρθένος η οποία γέννησε τον Εμμανουήλ – Θεό (Ησαΐα 7,14) και σεις λέτε ότι είναι μια οποιαδήποτε γυναίκα όπως όλες οι γυναίκες. Το Άγιο Πνεύμα διά του στόματος του προφήτου Ιεζεκιήλ προεικονίζει, την Μητέρα του Κυρίου, σαν «πύλη κεκλεισμένη» διά της οποίας κανείς δεν θα εισέλθει παρά μόνο ο Θεός του Ισραήλ, και μετά την διέλευση, κεκλεισμένη θα μείνει (Ιεζεκιήλ 44, 1-3), δηλαδή παρθένος θα είναι πριν από τη γέννηση, κατά τη γέννηση και αειπάρθενος θα μείνει μετά τη γέννηση, και σεις λέτε ότι η Μητέρα του Κυρίου είχε και άλλα παιδιά εκτός από τον Υιόν του Θεού, τον Οποίον εγέννησε.
Καλύτερον είναι σε σας να κρεμάσετε από μια πέτρα γύρω από τον τράχηλο και να πέσετε στη θάλασσα (Ματθ. 18,6-7. Μάρκ. 9,42. Λουκ. 17, 1-2) από το να σκανδαλίσετε τις ψυχές των αγαθών χριστιανών με τα ψέματα και τις σατανικές και καταραμένες σας βλασφημίες. Πως θα μπορούσε ο δίκαιος και θεοφοβούμενος τον Θεό Ιωσήφ (Ματθ. 1,19) να τολμήσει να αγγίξει την Παναγία Παρθένον μετά την γέννηση, προ πάντων αφού έλαβε την αποκάλυψη – διά του αγγέλου Του – «το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου» (Ματθ. 1,20) και ότι ο συλληφθείς διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος θα είναι ο Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός (Ματθ. 1,21);
Άραγε ο δίκαιος και θεοφοβούμενος Ιωσήφ – στον οποίον αποκαλύφθηκε από τον Θεό ότι η Παρθένος Μαρία, η μνηστή του, συνέλαβε εκ Πνεύματος Αγίου και κατενόησε ότι δι’ αυτής ο Θεός θα εργαστεί τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους, διά της συντριβής της κεφαλής του φιδιού (Γεν. 3,15) και ότι είναι η Παρθένος η προφητευθείσα διά Αγίου Πνεύματος διά του Προφήτου Ησαΐα, η οποία θα γεννήσει τον Εμμανουήλ, τον Θεό και Σωτήρα του κόσμου (Ησαΐα 7,14) – να μπορεί να συλλογίζεται ανθρωπίνως επ’ αυτής; Ακριβώς γι’ αυτό ο δίκαιος και θεοφοβούμενος Ιωσήφ αποδείχθηκε τόσο ζηλωτής και υπάκουος και υπηρέτησε με τόσο μόχθο το θείο Βρέφος , από τη γέννηση, στη φυγή στην Αίγυπτο και την επιστροφή (Λουκ. 2,4-5. Ματθ. 2,13-14. 20,21-23), καθώς και στα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, μέχρι της ηλικίας των 30 ετών του Σωτήρος, διότι καταλάβαινε τέλεια το κάλεσμα που έχει να υπηρετήσει την Παναγία Παρθένον, διά της οποίας ο Θεός ήλθε στον κόσμο με το Σώμα, να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος.
Λοιπόν, βουβά να μείνουν τα στόματα όλων των αιρετικών και των νεοπροτεσταντών οι οποίοι βλασφημούν κατά της Βασίλισσας των αγγέλων και Μητέρας του Θεού και του δικαίου και Θεοφοβούμενου Ιωσήφ όσον αφορά τους κακούς και τρελλούς συλλογισμούς ότι θα μπορούσε να είχε και άλλα παιδιά η Παναγία και Άχραντος Παρθένος Μαρία, η Θεοτόκος, η «Κεχαριτωμένη».
Αρνούμενοι όλες τις άλογες βλασφημίες των αιρετικών, εμείς τα παιδιά της Εκκλησίας του Χριστού να έχουμε την Μητέρα του Θεού παντοτινή ικέτρια και μεσίτρια για τη σωτηρία έμπροσθεν του Θεού. Το όνομά της να τιμούμε αδιαλείπτως ως Μητέρα του Υιού του Θεού. Οι παρθένες να την υμνούν ως μία Αειπάρθενο μητέρα. Οι ιερείς και οι μοναχοί, ως την μητέρα του Μεγάλου Αρχιερέως Ιησού Χριστού, ενώ εμείς οι ευλαβείς χριστιανοί, με μια φωνή με τους αγγέλους και τους αγίους, να ψέλνουμε καθημερινά τον Ακάθιστο και τον Παρακλητικό κανόνα της Μητέρας του Θεού, επαναλαμβάνοντας όλοι τον ιερόν ύμνο (υπακοή): «Χαίρε, Νύμφη, Ανύμφευτε!».

Εκ του περιοδικού Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία

Πηγή: www.impantokratoros.gr