Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

ΚΥΡΙΕ ΚΑΙ ΔΕΣΠΟΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ....

«Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου» Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΓΡΙΝΙΕΖΑΚΗ

Ιδού καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού καιρός μετανοίας

Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, είναι περίοδος μεταμόρφωσης. Ο άνθρωπος αγωνίζεται καθημερινά «τον καλόν αγώνα», που αποβλέπει στην αλλαγή, στην ολοκληρωτική πνευματική αλλοίωση των αισθήσεων, των επιθυμιών των αναγκών και της σάρκας. Μέσα από μια θαυμάσια, άνετη, ειρηνική, μυσταγωγική και προσευχητική διαδικασία όλα μεταμορφώνονται κατά την περιόδο αυτή. Γι᾽ αυτό ο καιρός του κατανυκτικού Τριωδίου, «καιρός ευπρόσδεκτος καιρός μετανοίας», είναι ξεχωριστός, γίνεται για όλους μας «ο ευλογημένος καιρός» μέσα στην τραγικότητα της ιστορίας μας, αφού αναζητούμε το άλλο, το διαφορετικό από αυτό που επαγγέλεται ο κόσμος, αφού καλλούμαστε να χορτάσουμε πνευματικά, ενώ θα πεινούμε σωματικά, αφού αισθανόμαστε το άπειρο έλεος του Θεού, ο οποίος εκουσίως πορεύεται προς τη σταύρωση, αφού τέλος, προσπαθούμε να γίνουμε κοινωνοί της χαράς της Αναστάσεως και της ωραιότητας Χριστού και Εκκλησίας. Μιας ωραιότητας μοναδικής και ανεπανάληπτης που βιώνεται μόνο όταν υπάρχει το πνεύμα και το ήθος της Σαρακοστής, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως «πόθος ψυχής δρυμίς και αφόρητος» για το Νυμφίο της Εκκλησίας μας Ιησού Χριστό.

Η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου που επανειλημμένα θα ακούγεται την περίοδο αυτή χαρακτηρίζεται ως η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, γιατί ακριβώς συνοψίζει όλο το πνεύμα και το ήθος αυτής της περιόδου, που είναι ασκητικό και προσευχητικό.

Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή καθίσταται στάδιο αγώνα προσωπικού και η ευχή του Οσίου Εφραίμ αποτελεί ένα κανόνα ελέγχου, ένα μέτρο αξιολόγησης του προσωπικού μας αγώνα, ο οποίος αποβλέπει στο να μας απελευθερώσει από κάποιες βασικές πνευματικές ασθένειες, που διαμορφώνουν τη ζωή μας και μας κάνουν πραγματικά ανίσχυρους, ενώ προσδοκά να μας οδηγήσει στη μετάνοια, στην ελευθερία, στην εμπειρία των αρετών, που θα μεταμορφώσουν τελικά τη χριστιανική μας ζωή τον ίδιο μας τον εαυτό, αλλά και τον σύμπαντα κόσμο.
Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου
Η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου ξεκινά με μια επίκληση στο Θεό, η οποία προέρχεται από τα βάθη της καρδιάς του πονεμένου και ταλαιπωρημένου ανθρώπου: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου». Με αυτή την επίκληση η αν θέλετε με αυτή την εσωτερική κραυγή συντριβής και αγωνίας ο άνθρωπος δηλώνει τη μηδαμηνότητά του, καταθέτει ενώπιον του «Κυρίου και Δεσπότου» της ζωής του ότι αισθάνεται την αμαρτωλότητά του και την αδυναμία του, ενώ εμμέσως πλην σαφώς αναγνωρίζει τον εαυτό του ως δούλο έναντι του Κυρίου του. Έτσι ο Χριστός για τον προσευχόμενο δεν καθίσταται απλά και μόνο ένας Θεός η ένας σπουδαίος άνθρωπος που πέρασε από την ιστορία του κόσμου η ακόμη ένας μεγάλος φιλόσοφος, ο οποίος πραγματοποίησε τεράστιες κοινωνικές τομές και μεταρρυθμίσεις, αλλά ο Χριστός γίνεται ο «Κύριος και Δεσπότης της ζωής του». Από την αρχή, επομένως, της προσευχής αυτής δίδεται το στίγμα του προσευχομένου ανθρώπου, ότι αφενός ανήκει στην Εκκλησία, αφού κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός τον οποίο επικαλείτε, και αφετέρου ότι αποδέχετε την κυριότητα του Χριστού στη ζωή του αποκαλύπτοντας δια της επικλήσεως αυτής την πίστη και την αφοσίωση στη θεότητά Του.

Η αποδοχή του Χριστού ως «Κυρίου και Δεσπότου της ζωής μας» έχει ιδιαίτερη σημασία για όλους μας κυρίως όμως γι᾽ αυτούς οι οποίοι, έχοντας την τάση της αυτονομίας και αυτοειδωλοποιήσεως, πολλές φορές χωρίζουν την ζωή τους από το Θεό, απομονώνονται και απομακρύνονται, γεγονός που δηλώνει ότι κατ᾽ ουσίαν δεν Τον αναγνωρίζουν ως «Κύριο και Δεσπότη της ζωής τους». Είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος, έχοντας τη ροπή του προπατορικού αμαρτήματος, τολμά με θράσσος μέσα στην καθημερινότητά του, να αυτοανακηρύσσεται Θεός για να έχει έτσι την δυνατότητα να γνωρίσει τα πάντα και να γευτεί όλους τους καρπούς, δίχως αναστολές και ηθικούς ενδοιασμούς, αφού «χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται».

Δεν χρειάζεται βέβαια πολύς χρόνος για να διαπιστώσει κανείς ότι αυτή η απομάκρυνση από το Θεό και η προσωπική αυτονόμηση όχι μόνο δεν προσφέρει στον άνθρωπο χαρά και εσωτερική πληρότητα αλλά καταθλιπτικά περιορίζει και συνθλίψει τη ζωή του. Γι᾽ αυτό ο αυτονομημένος και εγωιστής άνθρωπος, ο αυτοθεούμενος και αυτολατρευόμενος καταντά να ζει ανελεύθερα. Οι απολαύσεις του γίνονται πόνος. Οι ηδονές του καταλήγουν σε οδύνες. Οι χαρές του είναι άγευστες. Η ζωή του όλη είναι μια κατάθλιψη χωρίς νόημα και ενθουσιασμό.

Με άνεση κατανοούνται οι παραπάνω αλήθειες εάν προχωρήσουμε στα λόγια της ευχής του Οσίου Εφραίμ του Σύρου, τα οποία μας παρουσιάζουν ένα σύμπλεγμα παθών, αρνητικών στοιχείων της πνευματικής ζωής, που απομακρύνουν τον άνθρωπο από την οδό του Ευαγγελίου και την εργασία των αρετών του Αγίου Πνεύματος. Σημειώνει, επικαλούμενος τον «Κύριο και Δεσπότη της ζωής του», ο όσιος πατήρ: «Πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως», δηλαδή μη μου δώσεις Κύριε πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας.

Όπως εύκολα διαπιστώνουμε τα πάθη αυτά: η αργία, η περιέργεια, η φιλαρχία, και η αργολογία, είναι πάθη της καρδιάς και όχι του σώματος. Κι αυτό πρέπει να το προσέξουμε ιδιαίτερα, αποδεχόμενοι ότι το κείμενο της Ευχής του Αγίου Εφραίμ του Σύρου, καθώς και ολόκληρη η παράδοση της ορθόδοξης Εκκλησίας μας, δεν δίνει πρωτεύουσα σημασία στα αμαρτήματα της σάρκας, όπως λανθασμένα νομίζουμε, αλλά στα αμαρτήματα της ανθρώπινης καρδιάς. Εκεί δίδονται οι λεπτές πνευματικές μάχες και από τη διάκριση αυτή εξαρτάται το δράμα της απώλειάς μας η η ομορφιά της σωτηρίας μας.
Πνεύμα αργίας

Η πρώτη προς αποφυγή πνευματική ασθένεια που παρουσιάζεται είναι η αργία, η οποία όπως μας διδάσκουν οι πατέρες της Εκκλησίας μας είναι η πηγή κάθε κακίας και η θύρα από την οποία μπαίνουν οι δαίμονες στην καρδιά του ανθρώπου. Γι᾽ αυτό εν επιγνώσει παρακαλούμε τον Θεό να μην μας δώσει πνεύμα αργίας, που αυτόματα σημαίνει ότι δεν επιθυμούμε να γίνομε άπρακτοι, οκνηροί, νωθροί, αδρανείς η αδιάφοροι.
Η αργία, όπως και κάθε πνευματικό παράπτωμα, μας απομακρύνει από το Θεό, κυρίως όμως συνιστά μια βασική άρνηση της κλήσεώς μας και απόρριψη της ευθύνης μας να διακονήσουμε ως συνδημιουργοί του Θεού. Γνωρίζουμε ότι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο κατ᾽ εικόνα και καθ᾽ ομοίωσίν Του. Επομένως, ο άνθρωπος, επί τη βάσει των προδιαγραφών του, δημιουργεί και εργάζεται όπως τον Δημιουργό Θεό. Ο χριστιανός δεν ζει απλά μέσα στη δημιουργία, αλλά εργάζεται γι᾽ αυτήν, τη φροντίζει και έχει αναλάβει την διαχείρησή της, μια ευθύνη αρκετά υψηλή και επίπονη, παράλληλα όμως και τιμητική εφόσον κανένα άλλο δημιούργημα δεν έχει αυτό το ιδιαίτερο χάρισμα.

Με αυτά τα δεδομένα αντιλαμβανόμαστε ότι κάθε παθητικότητα και αδράνεια, κάθε μορφής αργία και αδιαφορία είναι φαινόμενα ξένα προς το πνεύμα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής αλλά και προς το ήθος της ορθόδοξης πνευματικότητας. Ο χριστιανός οφείλει να καταθέτει καθημερινά την μαρτυρία του, που πρέπει να είναι μαρτυρία δυναμική, έμπρακτη, δημιουργική, συμμετοχική στο δημιουργικό έργο του Θεού. Πόσο δυσάρεστο είναι το γεγονός να επιτρέπουμε η να αποδεχόμαστε ως πρόσωπα αλλά και ως κοινωνία η αργία να γίνεται τρόπος ζωής. Ως πρόσωπα, δυστυχώς, δεν επιθυμούμε να εργαζόμαστε, δεν χαιρόμαστε τη δουλειά, δεν έχουμε τον πόθο να μετέχουμε στην δημιουργία του κόσμου και στην ζωή του πλησίον. Κι αυτό συμβαίνει σε τέτοια βαθμό ώστε το μεγάλο αστικό πρόβλημα που παρουσιάζεται σήμερα είναι το τι θα κάνουμε τις ελεύθερες ώρες μας, γεγονός που δηλώνει ότι ταυτίζουμε τη ζωή μας με την ξεκούραση, την αργία και την απόλαυση.
Από την άλλη πλευρά η καταναλωτική κοινωνία μας έχει την τάση να μειώνει την εργασία, να αυξάνει την απόλαυση, να εξαφανίζει σχεδόν την δημιουργηκότητα του ανθρώπου και το χειρότερο να μεταποιεί τις εορτές της Εκκλησίας μας σε αργίες, που λειτουργούν ως ευκαιρίες ξεκούρασης, εκτόνοσης, διασκέδασης και απόλαυσης. Έτσι με πολλή λύπη διαπιστώνουμε ότι η Κυριακή και σχεδόν όλες οι εκκλησιαστικές εορτές για πολλούς από τους συνανθρώπους μας έχουν χάσει το σκοπό και το νοημά τους, αφού αργούμε αλλά δεν εορτάζουμε, ξεκουραζόμαστε σωματικά αλλά ασθενούμε πνευματικά. Και βέβαια ο άνθρωπος του Θεού εορτάζει αλλά δεν αργεί γιατί η αργία είναι σημείο απομόνωσης, εγωισμού και εσωστρέφειας ενώ η εορτή είναι κοινωνία με τη χαρά του Θεού, τη χαρά των Αγίων και της Εκκλησίας.
Πνεύμα περιεργείας
Η αργία ως απραξία αναπόφευκτα οδηγεί στην περιέργεια. Ήδη από τα αποστολικά χρόνια ο Απόστολος Παύλος καυτηριάζει την περίπτωση των γυναικών εκείνων που είχαν περιέργεια σημειώνοντας ότι «και αργαί.... ου μόνον δε αργαί, αλλά και φλύαροι και περίεργοι, λαλούσαι τα μη δέοντα». Είναι σαφές και μόνο από τους λόγους του Αποστόλου ότι η περιέργεια είναι ένα πάθος που εκφράζει την εσωτερική ακαταστασία και αταξία αυτού που το έχει. Γιατί ο περίεργος είναι συνεχώς συγχυσμένος, ανήσυχος και ταραγμένος. Διακατέχεται από επιπολαιότητα, αταξία, ανευθυνότητα, παραμονή στην επιφάνεια των πραγμάτων και των καταστάσεων. Ο περίεργος χάνει την προσοχή του, διασπά και εκδαπανά το νου και την καρδιά του σε αλλότρια και μη σπουδαία πράγματα, με αποτέλεσμα να χάνει την πορεία του προς τον ουρανό, να εκτροχιάζεται από το δρόμο του Ευαγγελίου, να ματαιοπονεί, και να εγκλωβίζει την καρδιά του σε ανούσια και ανώφελα θέματα.
Πέραν τούτων όμως η περιέργεια δηλώνει ότι ως άνθρωποι δεν έχουμε γνώση του εαυτού μας, γι᾽ αυτό με άνεση εγκαταλείπουμε τα δικά μας θέματα, τα προβλήματά μας, τα πάθη μας και τις αμαρτίες μας, τις υποχρεώσεις μας και τις εργασίες μας και με τρόπο αυθάδη και κυνικό εισερχόμαστε στη ζωή των άλλων. Έτσι, το πάθος αυτό της ψυχής μας αιχμαλωτίζει στον πειρασμό της κρίσεως και της κατακρίσεως, του χλευασμού και της γελειοποιήσεως των άλλων, αφού δεν εργαζόμαστε για τους άλλους, αλλά περιεργαζόμαστε τους άλλους.
Πνεύμα φιλαρχίας
Το να εγκαταλείπει κανείς τον εαυτό του και να ασχολείται με αλλοτρια πράγματα είναι καθαρά δείγμα εγωισμού. Για το λόγο αυτό το επόμενο πάθος που παρακαλούμε τον «Κύριο και Δεσπότη της ζωής μας» να απαλλαγούμε είναι η φιλαρχία. «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας μη μοι δως».
Η φιλαρχία είναι η οίηση, η υπερηφάνεια, η φιλοδοξία για αρχηγία, η δίψα για εξουσία και η αγωνία για καταδυνάστευση. Πρόκειται για ένα πάθος που κυριεύει τον άνθρωπο όταν αυτός χάσει την αυτογνωσία του και την κυριαρχία πάνω στον εαυτό του. Μάλιστα η φιλαρχία συνιστά το αποτέλεσμα των δύο παθών που αναφέρθηκαν προηγουμένως: της αργίας και της περιεργείας, γιατί οι αργοί και οι περίεργοι επιθυμούν να καλύψουν την ένδειά τους και τα εσωτερικά τους κενά με το να θέλουν να γίνουν φίλαρχοι. Αιχμαλωτίζονται σε μια ζωή που φθείρεται στην αργία και την οκνηρία, ενώ παράλληλα εγκλωβίζονται στην περιέργειά τους για τα θέματα των άλλων κι αυτή η νοσηρή κατάσταση αναπόφευκτα οδηγεί στην απομόνωση, στην ευτέλεια, στην υπερηφάνεια, στον εγωισμό, στην φιλαυτία και στην φιλαρχία.
Η αργία, η περιέργεια και η φιλαρχία κλονίζουν τη σχέση μας με το Θεό και τον πλησίον. Κι όταν αυτή η σχέση διαστρέφεται «τότε αναγκαστικά ωθούμαστε να αναζητήσουμε αντιστάθμισμα σε μια ριζικά λανθασμένη στάση απέναντι στα πρόσωπα των άλλων και στο πρόσωπο του Θεού. Η ζωή μας χωρίς Θεό η δίχως άφθαρτα αγαθά, εκ των πραγμάτων θα γίνει εγωιστική και εγωκεντρική και αυτό σημαίνει ότι όλοι οι άλλοι θα πρέπει να γίνονται τα μέσα για τη δική μας αυτοϊκανοποίηση η φιλοδοξία. Αν ο Θεός δεν είναι ο Κύριος και Δεσπότης της ζωής μας, τότε το εγώ μας είναι αυτό που θα γίνει ο Κύριος και Δεσπότης της ζωής μας, το απόλυτο κέντρο του κόσμου μας, το μοναδικό μέτρο όλων των πραγμάτων, με βάση τις δικές μας ανάγκες, ιδέες, επιθυμίες και κρίσεις. Έτσι η επιθυμία της φιλαρχίας γίνεται η βασική μας αμαρτία στις σχέσεις μας με τους άλλους, αφού συνήθως απαιτούμε την υποταγή των άλλων σε μας».
Ωστόσο, η φιλαρχία συνιστά τελείως διαφορετική έννοια από αυτήν της αρχής. Η φιλαρχία είναι η νοθευμένη και διεστραμμένη μορφή της αρχής. Γιατί η αρχή είναι χάρισμα που προέρχεται από την κατ᾽ εικόνα και καθ᾽ ομοίωσιν δημιουργία του ανθρώπου. Κατά την Ορθόδοξη Θεολογία το να άρχουμε είναι διακονία, είναι θυσία είναι προσφορά και ευλογία. Ο άρχων χαίρεται τους καρπούς του πόνου και της θυσίας και όχι τη δόξα του αξιώματός του, ενώ επιδιώκει τη φροντίδα και τη μέριμνα για όλους τους άλλους αγνοώντας την δική του απόλαυση, άνεση και ξεκούραση. Γι᾽ αυτό πολύ σοφά θα σημειώσει ο Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: «Ουκ έστι κακόν το άρχειν, αλλ᾽ η φιλαρχία, ουδέ η δόξα αλλ᾽ η φιλοδοξία και χείρων ταύτης κενοδοξία».
Πνεύμα αργολογίας

Το τελευταίο πνευματικό εμπόδιο που αναφέρεται στην ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου είναι η αργολογία. Και αναφέρεται στο τέλος των προς αποφυγήν παθών όχι διότι είναι υποδεέστερο των άλλων αλλά ακριβώς διότι η αργολογία είναι το πιο διαδεδομένο πνευματικό νόσημα των ανρθώπων, ακόμη και των ανθρώπων της Εκκλησίας.
«Αργολογία σημαίνει να φλυαρούμε υπέρμετρα η απεριόριστα, να εκστομίζουμε λέξεις που δεν είναι λόγοι καρδιάς, να λέμε λόγους κενούς, μάταιους, μωρούς, ευτράπελους, κατακριτικούς, άσαρκους και ανεύθυνους, χωρίς επίγνωση και σεβασμό στον άνθρωπο και τη ζωή του. Ο λόγος ασφαλώς είναι από τα πιο χαρακτηριστικά θεία χαρίσματα του ανθρώπου, που μπορεί όμως να διαστραφεί και να μεταστραφεί σε τρομακτικό κίνδυνο, σε όπλο καταστροφικό, αφού μπορεί να γίνει συκοφαντία, κατάκριση, ύβρη, βλασφημία, αίρεση κι έτσι να οδηγήσει στην πτώση και την καταδίκη τον άνθρωπο. Ο λόγος όταν δεν χωρίζεται από την θεία καταγωγή και το θείο σκοπό του είναι λόγος παρακλήσεως, επικλήσεως, ικεσίας, δοξολογίας και ευχαριστίας, όταν όμως χωριστεί από το Θεό τότε μπορεί να καταντήσει λόγος αργός και να γίνει ακριβώς αργολογία».
Οι πατέρες της Εκλκησίας μας και κυρίως οι πατέρες της ασκήσεως όχι μόνο δεν αγαπούσαν την αργολογία αλλά αντιθέτως χρησιμοποιούσαν τον λόγο όταν αυτό που επρόκειτο να πουν ήταν πιο πολύτιμο από τη σιωπή. Γι᾽ αυτό εκείνο που εκφράζει την ορθόδοξη παράδοση δεν είναι η διδασκαλία των λόγων αλλά η διδασκαλία των έργων, δηλαδή η μαρτυρία της ζωής μας την οποία τόσο έχει ανάγκη η σημερινή κοινωνία μας.
Η παράκληση που απευθύνουμε στο Θεό: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως» προσβλέπει στο να μας εισαγάγει στην εμπειρία και στο βίωμα της Εκκλησίας και όχι στη θεωρία και στο στεγνό συναίσθημα, που δεν αναζωογονούν την ψυχή και δεν μεταμορφώνούν τον άνθρωπο. Γι᾽ αυτό στη συνέχεια της ευχής παρακαλούμε το Θεό, τον «Κύριο και Δεσπότης και Βασιλέα της ζωής μας», να μας χαρίζει «πνεύμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης», στοιχεία απαραίτητα για την εν Χριστώ μεταμόρφωση του ανθρώπου.
Πνεύμα σωφροσύνης
Η πρώτη από αυτές τις αρετές που προτείνεται είναι η σωφροσύνη που σημαίνει «να έχει κανείς σώο φρόνημα, σεμνότητα, κοσμιότητα, νηφαλιότητα, σοφία, εγκράτεια, ακεραιότητα, αγνότητα ψυχής και σώματος. Η σωφροσύνη είναι το αντίδοτο της αλογίας, της παραφροσύνης, της αθεΐας, της ακολασίας, της ρυπαρότητας και της αθλιότητας, με τα οποία είναι πλήρης ο οίκος του άφρονος ανθρώπου και δι᾽ αυτού πλήρης ο οίκος της αλόγου κοινωνίας μας».
Ο σημερινός κόσμος φαίνεται να απεχθάνεται την σωφροσύνη, γι᾽ αυτό επιδιώκει μόνο την άνεση, επικροτεί τον πολιτισμό των απολαύσεων, της ευμάρειας και της ευημερίας, επιδιώκει σκανδαλωδώς τις ηδονές της σάρκας και ανέχεται την διαστροφή του καταναλωτισμού. Λείπει παντελώς από τον κόσμο μας η εγκράτεια, η νηστεία, το μέτρο, δηλαδή η σωφροσύνη. Γι᾽ αυτό ο άνθρωπος καλείται δια της επικλήσεως: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου χάρισαί μοι τω δούλω πνεύμα σωφροσύνης», που σημαίνει ότι «καλείται να απαλλαγεί από ακάθαρτους και αισχρούς λογισμούς, από σαρκικές επιθυμίες και ηδονές, από κάθε μολυσμό σαρκός και πνεύματος, από κάθε απρεπές βλέμμα και άτακτο γέλιο, από κάθε ακολασία και αφροσύνη καρδιακή». Και τονίζεται ιδιαίτερα η αποχή από κάθε ακολασία και αφροσύνη καρδιακή διότι όπως προαναφέρθηκε η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου έχει να κάνει με την καλλιέργεια του έσω ανθρώπου. Εξάλλου, σωφροσύνη δεν είναι μόνο η αποχή από την πορνεία και τα σαρκικά αμαρτήματα, αλλά η αποχή όλων των κακών επιθυμιών και παθών, όπως είναι η φιλοχρηματία, η φιλαργυρία, η πλεονεξία, η εσωστρέφεια και γενικά όλα τα πάθη που μας απομακρύνουν από το Θεό και μειώνουν την αγάπη μας για τον πλησίον.
Πνεύμα ταπεινοφροσύνης
Για να υπάρξει σωσφροσύνη πρέπει απαραίτητα να υπάρχει ως βάση η ταπεινοφροσύνη και αντίθετα δεν μπορεί να υπάρξει ταπεινοφροσύνη δίχως την προϋπόθεση της σωφροσύνης. Είναι δύο αρετές αλληλένδετες και άμεσα συνδεδεμένες όπως το φως με τη θερμότητα. Όπου υπάρχει φως υπάρχει και θερμότητα και όπου υπάρχει θερμότητα υπάρχει και φως.
Η ταπεινοφροσύνη είναι η δεύτερη στη σειρά των αρετών που επικαλούμαστε δια της ευχής του Οσίου Εφραίμ: «Πνεύμα δε σωφροσύνης και ταπεινοφροσύνης χάρισαί μοι τω σω δούλω». Πρόκειται για το αντίθετο της υπερηφανείας, της αλαζονείας, της επάρσεως, της οιήσεως, της κενοδοξίας, της αυτοδικαιώσεως, του εωσφορικού εγωισμού. Η ταπεινοφροσύνη ταυτίζεται με την επίγνωση του εαυτού μας, με το αίσθημα της αμαρτωλότητάς μας, με το ταπεινό φρόνημα, που εκφράζεται και συνοδεύεται από συντριβή και μετάνοια για τα λάθη και τις αμαρτίες μας.
Η ταπεινοφροσύνη είναι η αρετή που προσελκύει τη χάρη του Θεού αφού «ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν». Οι πατέρες της Εκκλησίας μας με σαφήνεια μας διδάσκουν ότι ταπεινοφροσύνη δεν είναι απλώς και μόνο η κακουχία του σώματος, την οποία μπορεί να έχουν κάποιοι αλλά παράλληλα να μην είναι ταπεινοί.
Ταπεινοφροσύνη δεν έχει κάποιος όταν από ανάγκη η από συμφέρον ταπεινώνεται, ακόμη δεν είναι ταπεινοφροσύνη το να μεμψημιρεί κανείς με τον εαυτό του νομίζοντας ότι είναι αμαρτωλός, ενώ την ίδια στιγμή επιμένει να είναι αμετανόητος για τις αμαρτίες του και τα λάθη του. Και βέβαια ταπεινοφροσύνη δεν είναι η ταπεινοσχημία, δηλαδή το να υποδύεται κανείς την ταπείνωση. Η ταπεινοφροσύνη είναι φρόνημα καρδιακό, που σημαίνει ότι ο ταπεινός άνθρωπος αναγνωρίζει τις αρετές του και τα χαρίσματά του και τα ανάγει στο Θεό παράλληλα όμως αντιλαβμάνεται τις αδυναμίες του και τα λάθη του τα οποία δίχως καμιά δυσκολία αποδίδει στον εαυτό του.
Πνεύμα υπομονής
Καρπός της ταπεινοφροσύνης είναι η υπομονή γιατί αν δεν έχεις ταπεινοφροσύνη δεν μπορείς να υπομείνεις, να μείνεις ατάραχος και σταθερός, να ελέγχξεις τις δυνάμεις σου αλλά και τις αδυναμίες σου. Ο υπομένων είναι αυτός που καρτερικά αφήνεται στο Θεό και αναμένει να έρθει η ώρα του Θεού για να εκπληρωθεί το θέλημά Του, που είναι προς το συμφέρον της ψυχής του. Κι η ώρα αυτή του Θεού μπορεί να καθυστερήσει και να χρειαστεί πολλή υπομονή.
Με άνεση κατανοείται αυτή η μεγάλη αλήθεια αν μάλιστα θυμηθούμε την περίπτωση του παραλύτου της Βηθεσδά, ο οποίος για τριανταοκτώ ολόκληρα χρόνια υπέμεινε το σταυρό της δοκιμασίας του. Όμως μετά από τόσα χρόνια υπομονής έφτασε η ώρα του Θεού. Η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου παρακαλεί τον «Κύριο και Δεσπότη της ζωής μας» να μας χαρίσει, μετά από την σωφροσύνη και την ταπεινοφροσύνη, την υπομονή. Γιατί η υπομονή είναι η δύναμη που θα βοηθήσει τον καθένα από μας να αναμένει καρτερικά την ώρα του Θεού η οποία μπορεί να είναι μετά από τριανταοκτώ χρόνια όπως συναίβει στον Παράλυτο, μπορεί να είναι αύριο, μπορεί να είναι τώρα, αλλά μπορεί να είναι και πέντα λεπτά πριν σφραγίσουμε τα μάτια μας σ᾽ αυτόν τον κόσμο.
Εξάλλου όλοι γνωρίζουν από προσωπική εμπερία ότι η υπομονή δοκιμάζεται στις δύσκολες περιστάσεις της ζωής, στις ασθένειες, στον καρκίνο, στις θλίψεις και τις δοκιμασίες, σε κάθε στιγμή που καλούμαστε να σηκώσουμε το σταυρό μας και να ακολουθήσουμε το δρόμο του Θεού που είναι σταυρικός, στενός, ενδεχομένως τεθλιμένος και σίγουρα όχι άνετος.
Πνεύμα αγάπης
Η υπομονή οικοδομεί. Είναι στοιχείο καλής επικοινωνίας, συμβάλει στην προαγωγή των ανθρωπίνων σχέσεων κυρίως όμως ενισχύει το σύνδεσμο της αγάπης. Οι αρετές για τις οποίες ήδη αναφερθήκαμε κορυφώνονται και τελειώνονται με την αγάπη που είναι η τελευταία στην επίκληση του Οσίου Εφραίμ. «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου πνεύμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης χάρισαί μοι τω σω δούλω». Η αγάπη είναι η αρχή και το τέλος της πνευματικής ζωής. Χωρίς αυτήν ο αγώνας μας είναι ατελής, δεν επιφέρει καρπούς πνευματικούς.
Η αγάπη είναι το τελευταίο χάρισμα που ζητά ο πιστός αλλά ουσιαστικά επειδή αυτή αποτελεί το επιστέγασμα των αρετών έρχεται στο τέλος για να κατανοήσουμε προσευχητικά ότι όλες οι αρετές είναι χριστιανικές και καρποφόρες ανάλογα με το βαθμό που μετέχουν και εκφράζουν την αγάπη.
Κύριο γνώρισμά της είναι η άνευ όρων θυσία του ενός για τον άλλο. Θυσία σε τέτοιο βαθμό που μόνο ο θάνατος μπορεί να περιορίσει. Ακόμη και το πρόσωπο του εχθρού πρέπει να αγαπήσουμε, αφού ο αγαπών άνθρωπος παραιτήται από κάθε δικαίωμα και κάθε διεκδίκηση και αξίωση για τον εαυτό του. Στην ασκητική φιλοσοφία η διεκδίκηση του δικαιώματος μας χωρίζει από το Θεό και μας εγκλωβίζει στον εαυτό μας γιατί αποτελεί έκφραση εγωισμού. Και βέβαια εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι ο κόσμος που διεκδικεί μετά μανίας τα λεγόμενα ανθρώπινα δικαιώματα, στο βάθος αγωνίζεται για την ανισότητα. Έτσι παρατηρούμε ότι οι ισχυροί της Γης σήμερα μιλούν για ισότητα, ευημερία και ειρήνη αλλά από την άλλη ανέχονται η στη χειρότερη περίπτωση οι ίδιοι δημιουργούν την ένδοια, την φτώχεια, την πείνα, το ρατσισμό, την σπατάλη, τον πόλεμο, τον καπιταλισμό και τον πλουτισμό. Μιλούν για ανθρώπινα δικαιώματα αλλά προσπαθούν να επιβάλλουν τη δικαιοσύνη με τη θυσία των άλλων αλλά όχι τη δική τους.
Τίποτε δεν υπάρχει στην Εκκλησία και στη Θεολογία που να μην πηγάζει από την αγάπη. Ο Θεός κυρίως και πρωτίστως είναι αγάπη. Η ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού δηλώνει την κενωτική Του αγάπη για τον άνθρωπο. Ο σταυρός είναι δείγμα θυσιαστικής αγάπης. Η ύπαρξη και η σύσταση της Εκκλησίας μας είναι δείγμα προνοητικής αγάπης. Η κάθοδος του Παναγίου Πνεύματος δηλώνει την χαρισματική αγάπη του Θεού στον κόσμο και στον άνθρωπο.
Εμείς αγιαζόμαστε και σωζόμαστε κατά χάριν μόνο όταν μετέχουμε στην αγάπη του Θεού, η οποία πρέπει να τονίσουμε δεν συνιστά ένα ιδίωμα η μια ενέργεια του Θεού αλλά το Είναι Του. Γι᾽ αυτό η Ευαγγελική αγάπη συνίσταται στο να δίνεις κυρίως τον εαυτό σου στον άλλο. «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν» σημειώνει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης και προσθέτει παρακάτω ότι «μείζονα ταύτης ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού». Η αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει στην απομόνωση αλλά προϋποθέτει τον άλλο, τον πλησίον. Κι όποιος αγαπά προσλαμβάνει τον πλησίον, ενστερνίζεται τη ζωή του και δίνει αυτό που είναι και όχι αυτό που έχει.
Δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου
Για να αποκτήσει κάποιος την αγάπη πρέπει να αρχίσει να βλέπει τον εαυτό του εις βάθος και να σταματήσει να ασχολείται με τους άλλους. «Ναι Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου» είναι το τελευταίο μέρος των ικεσιών προς το Θεό της προσευχής της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η αναφορά αυτή είναι μία έμεση νύξη για μετάνοια και συγχώρηση. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι η ευχή του Αγίου Εφραίμ, ακούγεται για πρώτη φορά στον Κατανυκτικό Εσπερινό, την Κυριακή της Τυρινής, που είναι γνωστή σε όλους τους χριστιανιούς ως η Κυριακή της συγχώρησης.
Είναι σαφές ότι η στροφή στον εαυτό μας η οποία πραγματοποιείται με την όραση των εμών πταισμάτων, αποτελεί την αρχή της σωτηρίας, γιατί βλέποντας τον πραγματικό μας εαυτό που είναι αμαρτωλός, γεμάτος πάθη και αδυναμίες, συνειδητοποιούμε ότι το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι το έλεος και η φιλανθρωπία του Θεού. Όποιος αγνοεί τα δικά του σφάλματα είναι τυφλός πνευματικά. Οποιος κατακρίνει τον αδελφό του σημαίνει πως βλέπει μόνο τα σφάλματα του πλησίον και όχι τα δικά του και επομένως έχει φρόνημα φαρισαϊκό. Ακόμη κι αν διαπιστώνουμε λάθη και αδυναμίες στον άλλο, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο πλησίον δεν είναι ο άγνωστος, ο ξένος, ο εχθρός, ο αντίδικος αλλά ο αδελφός μας, ο φίλος μας. Είναι η χαρά μας. Ο πλησίον είναι το μέσο για να δούμε το Θεό και να γευτούμε την τρυφή του Παραδείσου. Η κρίση και η κατάκριση εκφράζουν εωσφορικό εγωισμό και εσωτερική ακαταστασία. Είναι δείγμα αυθάδειας και ελειψης σεβασμού προς το Δημιουργό, αφού εμείς επιχειρούμε να οικειοποιηθούμε το έργο της κρίσεως που ανήκει στο Θεό, ένα έργο το οποίο γίνεται εγκληματικό όταν περιορίζεται στα όρια της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Γιατί ο Θεός είναι μεν κριτής, αλλα στην κρίση Του υπερισχύει η αγαθότητα και όχι η δικαιοσύνη.
Κατά συνέπεια το βάρος σύμφωνα με τον συγγραφέα της ευχής πέφτει στο να βλέπουμε τα δικά μας πταίσματα και όχι του πλησίον που είναι ο αδελφός μας. Πρωταρχικό και επείγον είναι να αποκτήσουμε επίγνωση και αυτομεμψία, να αποκτήσουμε την ευλογημένη αρετή του αυτοελέγχου των αδυναμιών και αμαρτιών μας. Είναι σωτήριο να μην κατακρίνουμε. Ακόμη και αν με τα ίδια μας τα μάτια δούμε κάποιον να αμαρτάνει ας μην τον καταδικάσουμε αλλά ας καλύψουμε στοργικά και σιωπηλά το σφάλμα του αδελφού μας. Είναι χαρακτηριστική εν προκειμένω η αναφορά του Γεροντικού: «Έλεγον περί του Αββά Μακαρίου ότι γέγονε θεός επίγειος, ότι ώσπερ εστίν ο Θεός σκεπάζειν τον κόσμον, ούτω γέγονεν ο Αββάς Μακάριος, σκεπάζειν τα ελαττώματα, α έβλεπεν ως μη βλέπων και α ήκουεν ως μη ακούων».
Ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων
Η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής θα ακούγεται καθημερινά στους Ορθόδοξους ναούς μας πολλοί δε από μας θα την ψελλίζουν με το στόμα και θα την αισθάνονται με την καρδιά τους. Η ευχή αυτή εκφράζει το ασκητικό φρόνημα που πρέπει να έχουμε αυτή την περίοδο και περικλείει το ορθόδοξο ήθος της Εκκλησίας μας. Θα πορευθούμε μέχρι τη Ανάσταση έχοντας συντροφιά αυτή την ευχή και καθημερινά θα παρακαλούμε το Θεό να μας ελεήσει με την απαλλαγή των παθών και να μας ευλογήσει με τη δωρεά των αρετών.
Η ευχή ολοκληρώνεται με την προσφορά της ευχαριστίας προς τον Θεό: «ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων». Και είναι σα να λέει ο Όσιος Εφραίμ: μετά την ικεσία μου να απαλλαγώ από τα πάθη της αργίας, της περιεργείας, της φιλαρχίας και της αργολογίας, μετά από τη θερμή μου παράκληση να βιώσω το υπόλοιπο της ζωής μου με σωφροσύνη, ταπεινοφροσύνη, υπομονή και αγάπη, και όταν τελικά καταφέρω να έλθω εις εαυτόν και αρχίσω να βλέπω τα εμά πταίσματα δίχως να κατακρίνω τον αδελφό μου, τότε θα είμαι έτοιμος εν ευγνωμοσύνη πολλή να ευχαριστήσω και να δοξολογήσω το Θεό λέγοντας «ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων».
Ο Χριστός είναι ο Κύριος και Δεσπότης και Βασιλεύς της ζωής μας, είναι όμως και «ο ευλογητός των αιώνων». Κι αυτό είναι σημαντικό διότι για να φτάσει κάποιος να χαρακτηρίζει έτσι το Θεό σημαίνει ότι έχει αρχίσει την πνευματική του εργασία και πορεύεται σταυρωαναστάσιμα, μετανοόντας για τα πλήθη των πεπραγμένων του δεινών. Αντιλαμβανόμαστε ότι η ευχή αρχίζει αλλά και τελειώνει με το όνομα του Θεού. Έτσι και ο κάθε πιστός αρχίζει την εν επιγνώσει πορεία του προς το Θεό, με το Θεό, ο οποίος αποτελεί έκφραση της βεβαιότητας και ελπίδα για τη σωτηρία του.
Τον Θεό φωνάζουμε, Αυτόν ποθούμε, επιθυμούμε να μας αποκαλυφθεί, προσβλέπουμε να γίνει ο ελευθερωτής μας, παρακαλούμε να πλουτίσει τη φτώχεια μας και να μας γεμίσει με χαρά ανεξάντλητη, όπως είναι η χαρά της Αναστάσεως, γιατί Αυτός είναι «ο ευλογητός εις τους αιώνας των αιώνων».
Αμήν.

Πηγή:www.iak.gr

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ...

ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΝΤΙΝΟΗΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ
Μνημόσυνο

Γενικά μνημόσυνο ονομάζεται η τελετή εκείνη που γίνεται σε μνήμη νεκρών. Συνήθως είναι θρησκευτική και συνοδεύεται με σχετικές δεήσεις προς ανάπαυση της ψυχής των.

Θρησκευτικά μνημόσυνα

Το θρησκευτικό μνημόσυνο έχει δύο μορφές. Είτε ψάλλεται τρισάγιο στον τάφο του νεκρού είτε ψάλλεται επιμνημόσυνη δέηση στην εκκλησία μετά τη λειτουργία (συνήθως αμέσως πριν την απόλυση). Τρισάγιο γίνεται στο τριήμερο ("τριήμερα") και στις εννιά ημέρες ("εννιάμερα") από τον θάνατο του νεκρού, ενώ επιμνημόσυνη δέηση ψάλλεται στο "σαρανταήμερο" ή "στα σαράντα" (δηλαδή στις σαράντα ημέρες), στους τρεις μήνες ("τρίμηνα"), στους έξι μήνες ("εξάμηνα") και στο χρόνο (ετήσιο) από τον θάνατο καθώς και στα τρία χρόνια από την κηδεία όπου γίνεται και η εκταφή.

Μετά το πέρας της τελετής του μνημοσύνου ακολουθεί το μοίρασμα κολλύβων στους συμμετέχοντες (όπως και στην κηδεία). Τα κόλλυβα ή "στερνά" είναι ένα γλύκισμα με κύρια συστατικά βρασμένο σιτάρι, σταφίδες και άλλα "ηδύσματα" καθώς και ζάχαρη. Αυτά λέγονται και "συγχώρια" επειδή καθένας που λαμβάνει για να φάει εύχεται τη συγχώρεση του νεκρού από τον Θεό με τη φράση "Θεός συγχωρέστον" ή "Θεός συγχωρέστω". Κόλλυβα δε μοιράζονται στο τρισάγιο.

Ψυχοσάββατο

Στον εβδομαδιαίο λειτουργικό κύκλο, η προσευχή της Εκκλησίας κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένη στους κεκοιμημένους, σε ανάμνηση της εις Άδη καθόδου του Χριστού κατά το Μ. Σάββατο.

Ψυχοσάββατο όμως θεωρείται κυρίως το Σάββατο πριν την Κυριακή των Απόκρεω και το Σάββατο πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής, οπότε και τελούνται επίσημα μνημόσυνα της Εκκλησίας υπέρ των κεκοιμημένων "των επ' ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου, [...] ευσεβώς ορθοδόξων, βασιλέων, πατριαρχών, αρχιερέων, ιερέων, ιερομόναχων, ιεροδιακόνων, μοναχών, μοναζουσών, πατέρων, προπατόρων, πάππων, προπάππων, γονέων, συζύγων, τέκνων, αδελφών και συγγενών ημών εκ των απ' αρχής και μέχρι των εσχάτων".

Η καθιέρωση του Ψυχοσάββατου είναι μια υπόμνηση ότι το σώμα θα αναστηθεί κατά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, για να ενωθεί με την αθάνατη ψυχή σύμφωνα με τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Το Ψυχοσάββατο στη Λαογραφία

Στη γιορτή των Αγ. Θεοδώρων τιμούνται μαζί, οι μεγαλομάρτυρες ΄΄Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων΄΄ του 3ου αιώνα και Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης του 4ου αιώνα. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Θεόδωρος ο Τήρων που ονομάστηκε έτσι επειδή ήταν στρατιώτης επί Διοκλητιανού στο τάγμα των Τηρώνων (νεοσύλλεκτων), κατά τη διάρκεια λιμού στην περιοχή των Ευχαΐτων της Γαλατίας, έθρεψε τον πληθυσμό μιας πόλης με κόλλυβα. Από τότε καθιερώθηκε να προσφέρονται στους ναούς, το Σάββατο της πρώτης εβδομάδας των Νηστειών (και Ψυχοσάββατο), κόλλυβα.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η καθιέρωση των κόλλυβων συνδέεται με ένα θαύμα που έκανε ο άγιος Θεόδωρος ο Τήρων επί του αυτοκράτορος Ιουλιανού του Παραβάτου, που ήταν αντίθετος στη νηστεία των χριστιανών. Ο αυτοκράτορας, διέταξε τον έπαρχο της Κωνσταντινούπολης, όταν πλησίαζε η πρώτη εβδομάδα των νηστειών, να εξαφανίσουν από την αγορά κάθε είδους τρόφιμα και να αφήσουν μόνο τα ειδωλόθυτα, ώστε να αναγκαστούν οι χριστιανοί να φάνε από αυτά που προέρχονταν από τις θυσίες. Τότε ο άγιος Θεόδωρος παρουσιάστηκε ως οπτασία στον πατριάρχη Ευδόξιο και του φανέρωσε το σχέδιο του Ιουλιανού, υποδεικνύοντας του συγχρόνως να χρησιμοποιήσουν οι χριστιανοί, αντί για άλλη τροφή, κόλλυβα.

Προέλευση

Τα μνημόσυνα είναι πανάρχαιο έθιμο. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως με δεήσεις, θυσίες και προσφορές ήταν δυνατόν να πετύχουν την συγνώμη των Θεών για τα αμαρτήματα των νεκρών (Ιλιάδα Ι 497). Υπήρχαν μάλιστα και ιερείς αγύρτες που επισκέπτονταν τις οικίες των πλουσίων, ισχυριζόμενοι πως είχαν από τους θεούς την εξουσία να συγχωρούν τις αμαρτίες "ζώντων και νεκρών" με κατάλληλες γι΄ αυτές ιεροτελεστίες και θυσίες (Πλάτων "Πολιτείαι" Β' 364).

Οι αρχαίοι έλληνες τελούσαν μνημόσυνο την 3η, την 9η και την 30ή από της ημέρας θανάτου, καλούμενο το τελευταίο "τριακάς" όπου γινόταν και νεκρόδειπνο, καθώς και κατ' έτος κατά την επέτειο των γενεθλίων του αποθανόντος. Στο Άργος το πρώτο μνημόσυνο γινόταν υπέρ του νεκρού προς τιμή όμως του Απόλλωνα, το δε της 30ης προς τιμή του Ερμή. Γενικά σε όλο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο τελούνταν μνημόσυνα καλούμενα "Νεκύσια" με προσφορές οίνου, ελαίου, αρωμάτων και με θυσία κόκορα ή κότας, χρώματος όμως κατά κανόνα μαύρου.

Σε αντίθεση με τους αρχαίους Έλληνες οι Εβραίοι φαίνεται πως δεν τηρούσαν παρόμοιο έθιμο. Στη Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται μόνο μια φορά παρόμοιο γεγονός στο Β' Μακκαβαίων (12, 43) όταν ο Ιούδας φέρεται πως έστειλε από λάφυρα πολέμου το χρηματικό ποσό των περίπου 2.000 δραχμών στο ναό της Ιερουσαλήμ για τέλεση μνημοσύνου "θυσίας" για τα αμαρτήματα των νεκρών Εβραίων που σκοτώθηκαν σε μάχη επειδή προς στιγμή είχαν παραπλανηθεί στην ειδωλολατρεία που γι΄ αυτόν τον λόγο και σκοτώθηκαν!.

Περί των μνημοσύνων των πρώτων χριστιανών έχουν αναφέρει οι Τερτυλλιανός, Κυπριανός, Αυγουστίνος, Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Γρηγόριος Νύσσης κ.ά.

Από τους Βυζαντινούς χρόνους η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία τηρεί κατά παράδοση τέλεση μνημοσύνων υπέρ αναπαύσεως των νεκρών κατά τη 3η ημέρα από του θανάτου (που σχετίζεται με την Ανάσταση), την 9η, την 40η (που σχετίζεται με την Ανάληψη), στη συμπλήρωση 3 μηνών, 6 μηνών και έτους. Μετά τη συμπλήρωση έτους τελούνται μνημόσυνα υπέρ όλων των νεκρών της οικογένειας, Βασιλέων και λαϊκών κατά τον εσπερινό της Παρασκευής των Απόκρεων ενώ την Παρασκευή της Τυροφάγου μόνο για τους κληρικούς, καθώς επίσης (και για όλους) το Ψυχοσάββατο των Αγίων Θεοδώρων (α' Σάββατο Νηστειών), το Σάββατο του Λαζάρου ως και στον εσπερινό της Παρασκευής της προηγουμένης του Ψυχοσαββάτου της Πεντηκοστής (κοινώς του Ρουσαλιού).

Ειδικότερα η Εκκλησία της Ελλάδος καθόρισε επιπλέον τη Γ' Κυριακή των Νηστειών (ή Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως) ετήσιο μνημόσυνο των "υπέρ πίστεως και Πατρίδος αγωνισαμένων και πεσόντων...". Παλαιότερα είχε επίσης καθορισθεί και η 29η Αυγούστου ετήσιο μνημόσυνο για τους πεσόντες εναντίον των συμμοριτών.
Εκκλησιαστικό δίκαιο

Σύμφωνα με τους κανόνες της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας μνημόσυνα τελούνται από αρχιερείς (αρχιερατικά) και ιερείς μόνο υπέρ νεκρών Ορθοδόξων Χριστιανών. Απαγορεύονται ρητά σε αφορεσμένους, αιρετικούς, όσοι αυτοκτόνησαν και μονομάχους εκτός κι αν μετανόησαν ειλικρινά πριν επέλθει το τέλος ή αποδειχθεί για όσους αυτοκτόνησαν ότι ενήργησαν με όχι "πλήρεις τας φρένας".

Βιβλιογραφία
• "Εγκυκλοπαιδικό λεξικό Ηλίου" τ.13
• "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" Δρανδάκη.
• Β. Στεφανίδου, "Εκκλησιαστική Ιστορία απ' αρχής μέχρι σήμερον". Αθήναι 1948

ΤΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ ΟΦΕΛΟΥΝ ΜΟΝΟ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ Η ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ;

Η τέ­λε­ση των μνη­μο­σύ­νων για τους κε­κοι­μη­μέ­νους προ­σφέ­ρει με­γά­λη ω­φέ­λεια και προς τους ε­πι­ζών­τας. Η συ­νε­χής μνή­μη θα­νά­του, η καλ­λι­έρ­γεια της α­δι­ά­λει­πτης προ­σευ­χής υ­πέρ των κε­κοι­μη­μέ­νων α­πο­τε­λεί για μας έ­να κα­λό ξε­κί­νη­μα στον πνευ­μα­τι­κό μας α­γώ­να. Η μνή­μη θα­νά­του που προ­κύ­πτει έ­στω και με τον αιφ­νί­διο θά­να­το προ­σφι­λών μας προ­σώ­πων, α­πο­τε­λεί θα λέ­γα­με κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο ευ­και­ρί­α για να ε­πι­στρέ­ψου­με προς τον Θε­ό και την Α­γί­α T­ου Εκ­κλη­σί­α με την α­λη­θι­νή με­τά­νοι­α.

Η α­πα­σχό­λη­ση των πι­στών με τα μνη­μό­συ­να μπο­ρεί να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως έ­να κα­λό ερ­γό­χει­ρο που κα­τερ­γά­ζε­ται με την προ­σε­κτι­κή με­λέ­τη του τη σω­τη­ρί­α μας. Για το λό­γο αυ­τό πι­στεύ­ου­με ό­τι η ε­πι­στρο­φή της κα­λής συ­νή­θειας της πα­ρα­σκευ­ής των κολ­λύ­βων των κε­κοι­μη­μέ­νων μας, δεν συ­νι­στά μό­νο ε­πι­στρο­φή στις ρί­ζες και τις πα­ρα­δό­σεις μας, αλ­λά εί­ναι και πρά­ξη που βο­η­θά την ί­δια την ψυ­χή μας. Ε­πί­σης εί­ναι α­λή­θεια ό­τι στη χει­ρό­γρα­φη πα­ρά­δο­σή μας εν­το­πί­ζου­με ε­κτός της νε­κρω­σί­μου ευ­χής της πο­λύ γνω­στής και πο­λύ πα­λαι­άς «ο Θε­ός των πνευ­μά­των…» και την ευ­χή εις πεν­θούν­τας: « Κύ­ρι­ε των δυ­νά­με­ων η πα­ρη­γο­ριά των θλι­βο­μέ­νων και η πα­ρά­κλη­ση των πεν­θούν­των και η βο­ή­θεια ό­λων αυ­τών που έ­χουν χά­σει το θάρ­ρος τους, τους συ­νε­χο­μέ­νους α­πό το πέν­θος του κε­κοι­μη­μέ­νου, πα­ρη­γό­ρη­σε με τη δι­κή σου ευ­σπλα­χνί­α και θε­ρά­πευ­σε κά­θε πό­νο που υ­πάρ­χει μέ­σα βα­θειά στην καρ­διά τους κι α­νά­παυ­σε το δού­λο σου που έ­χει κοι­μη­θεί με την ελ­πί­δα της α­να­στά­σε­ως και της αι­ω­νί­ου ζω­ής, στον κόλ­πο του Α­βρα­άμ. Συ εί­σαι η α­νά­στα­σις και ζω­ή κι η α­νά­παυ­ση…­».

Η ευ­χή αυ­τή σ’­ο­λό­κλη­ρη την χει­ρό­γρα­φη πα­ρά­δο­σή μας α­κο­λου­θεί την πρώ­τη ευ­χή. Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι η Εκ­κλη­σί­α μας ε­φρόν­τι­ζε και φρον­τί­ζει ό­χι μό­νο για τους κε­κοι­μη­μέ­νους, αλ­λά και για τα ζων­τα­νά μέ­λη της που έ­χουν α­νάγ­κη πα­ρα­μυ­θί­ας και πα­ρα­κλή­σε­ως μπρο­στά στο μυ­στή­ριο του θα­νά­του. Η α­νά­γνω­ση αυ­τής της ευ­χής πρέ­πει και ε­πι­βάλ­λε­ται να ξα­ναμ­πεί σε χρή­ση στο Ευ­χο­λό­γιό μας και ό­χι μό­νο κα­τά την α­κο­λου­θί­α του μνη­μο­σύ­νου, αλ­λά και κα­τά την ε­ξό­διο νε­κρώ­σι­μο α­κο­λου­θί­α . Μί­α θέ­ση που της α­νή­κει, και που θα δώ­σει με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά στους συγ­γε­νείς των κε­κοι­μη­μέ­νων που πε­ρι­μέ­νουν κι αυ­τοί με τό­ση λα­χτά­ρα να α­κού­σουν λό­γους πα­ρα­μυ­θί­ας α­πό τα στό­μα­τα των κλη­ρι­κών που τε­λούν τις νε­κρώ­σι­μες ε­πι­μνη­μό­συ­νες δε­ή­σεις και α­κο­λου­θί­ες.

Ε­κτός αυ­τών τα μνη­μό­συ­να ω­φε­λούν τους ζων­τα­νούς, δι­ό­τι « α­να­πτύσ­σε­ται η α­γά­πη με­τα­ξύ των ζών­των και τε­θνε­ώ­των». Η ω­φέ­λεια συν­δέ­ε­ται ά­με­σα με τη χρι­στι­α­νι­κή α­ρε­τή . Ε­νι­σχύ­ε­ται η πί­στις στην πέ­ραν του τά­φου ζω­ή. Ε­νι­σχύ­ε­ται η ελ­πί­δα στο έ­λε­ος του Θε­ού. Δι­α­κη­ρύσ­σε­ται η δια­ρκής πα­ρου­σί­α του Χρι­στού στον κό­σμο. Δι­δά­σκε­ται ό­τι ο άν­θρω­πος εί­ναι ου­ρα­νο­πο­λί­της. Με­τα­βαί­νει α­πό τη στρα­τευ­ο­μέ­νη Εκ­κλη­σί­α της γης, στη Θρι­αμ­βεύ­ου­σα Εκ­κλη­σί­α του ου­ρα­νού. Ο Χρι­στός ει­σα­κού­ει τις δε­ή­σεις ό­λων και λυ­γί­ζει μπρο­στά στις πρε­σβεί­ες της Θε­ο­τό­κου και των Α­γί­ων.

Η ελ­πί­δα της σω­τη­ρί­ας των χρι­στια­νών δεν χά­νε­ται με­τά το θά­να­το. Ε­πει­δή ει­σα­κού­ει ο φι­λάν­θρω­πος Θε­ός τις δε­ή­σεις της Εκ­κλη­σί­ας μας , πα­ρέ­χε­ται συγ­χώ­ρε­ση των α­μαρ­τη­μά­των σ’ αυ­τούς χά­ρη των ο­ποί­ων τε­λούν­ται τα μνη­μό­συ­να. Η ο­ρι­στι­κή α­πό­φα­σις του Θε­ού για τη μέλ­λου­σα α­μοι­βή ή τι­μω­ρί­α δεν εκ­δό­θη­κε α­κό­μη. Αυ­τή ε­πι­φυ­λάσ­σε­ται για τη Δευ­τέ­ρα κι Φρι­κτή Πα­ρου­σί­α. Μέ­χρι τό­τε η Εκ­κλη­σί­α μπο­ρεί να α­να­πέμ­πει δε­ή­σεις και ι­κε­σί­ες για τα μέ­λη της. Ό­πως στη στρα­τευ­ο­μέ­νη Εκ­κλη­σί­α αυ­τοί που βρί­σκον­ται σε εκ­κλη­σι­α­στι­κή τι­μω­ρί­α για τις α­μαρ­τί­ες που δι­έ­πρα­ξαν, στε­ρούν­ται τα θεί­α μυ­στή­ρια, έ­τσι και στη θρι­αμ­βεύ­ου­σα, αυ­τοί που πέ­θα­ναν με τις α­μαρ­τί­ες που δι­έ­πρα­ξαν εί­ναι μα­κριά α­πό τους α­γί­ους και τους δι­καί­ους. Με τις δε­ή­σεις και ι­κε­σί­ες υ­πέρ των κε­κοι­μη­μέ­νων α­να­πτύσ­σε­ται η φι­λα­δελ­φεί­α. Α­να­κου­φί­ζον­ται οι ζών­τες και θλι­βό­με­νοι για τον θά­να­το του προ­σφι­λούς των προ­σώ­που. Και τού­το , δι­ό­τι ο θά­να­τος εί­ναι πι­κρός, δη­μι­ουρ­γεί θλί­ψη α­φό­ρη­τη. Χω­ρί­ζει α­πό­το­μα τους προ­σφι­λείς. Η προ­σευ­χή και το μνη­μό­συ­νο εί­ναι ο μό­νος τρό­πος ε­πι­κοι­νω­νί­ας μα­ζί με τα προ­σφι­λή μας πρό­σω­πα που ε­ξε­δή­μη­σαν α­πό τον πα­ρόν­τα κό­σμο.

Έ­τσι εν­θυ­μού­με­θα τη μα­ται­ό­τη­τα του κό­σμου και των πραγ­μά­των αυ­τού. Αυ­τό δε συ­νι­στά πα­ρα­κί­νη­ση προς την ε­νά­ρε­τη πο­λι­τεί­α. Εν­θάρ­ρυν­ση για ευ­ερ­γε­σί­ες και α­γα­θο­ερ­γί­ες. Γι’ αυ­τό και το­νί­ζει ο ι­ε­ρός Δα­μα­σκη­νός, «Ο Θε­ός θέ­λει ώ­στε ό έ­νας με τον άλ­λο ό­λοι να ευ­ερ­γε­τού­με­θα και ζών­τες και με­τά θά­να­τον», α­φού προ­σφέ­ρου­με «Χρι­στόν σφα­γι­α­σμέ­νον ζη­τών­τας συγ­χώ­ρε­ση α­πό το φι­λάν­θρω­πο Θε­ό και για τα δι­κά μας αμαρτήματα αλλά και «υπέρ αυτών» των κεκοιμημένων»...".

Απόσπασμα εκ του βιβλίου «Τα ιερά μνημόσυνα», του Πρωτ. Θεμιστοκλή Χριστοδούλου.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΩΡΑΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ
Πριν γίνει ο προφήτης Δαβίδ βασιλιάς του Ισραήλ υπηρετούσε τον βασιλιά Σαούλ. Ο Σαούλ, επειδή γνώριζε ότι ο Δαβίδ θα πάρει το θρόνο, τον καταδίωκε, προσπαθώντας να τον θανατώσει. Μια φορά όταν η ζωή του κινδύνευε, ο προφήτης Δαβίδ είπε σ' αυτούς που ήταν τότε μαζί του· «Ένα βήμα με χωρίζει από τον θάνατο» (Α' Βασ. 20, 3).
Θυμήθηκα τώρα αυτά τα λόγια γιατί πριν μία εβδομάδα έπρεπε να τα πω και εγώ. Ένα μόνο βήμα με χώριζε από το θάνατο. Για ένα διάστημα ήμουν σχεδόν πεθαμένος, σχεδόν καθόλου δεν είχα σφυγμό και η καρδιά μου παρά λίγο να σταματήσει να χτυπά. Αλλά ο Κύριος με σπλαχνίστηκε. Και τώρα ακόμα είμαι αδύναμος και μόνο καθισμένος μπορώ να μιλάω με σας.
Θέλω να σας πω κάτι πολύ σημαντικό, θέλω να σας πω για την μνήμη του θανάτου, διότι ο θάνατος βρίσκεται πολύ κοντά στον καθένα μας, όπως ήταν τόσο κοντά σε μένα το προηγούμενο Σάββατο. Ο καθένας από μας μπορεί να πεθάνει ξαφνικά, τότε που δεν περιμένει. Γνωρίζετε ότι η ζωή πολλών ανθρώπων τελειώνει ξαφνικά και απρόοπτα.
Να θυμάστε πάντα, χαράξτε στην καρδιά σας τον λόγο αυτό του Χριστού· «Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι» (Λκ. 12, 35). Να θυμάστε πάντα τον λόγο αυτό και ποτέ να μην τον λησμονήσετε. Όταν οι άνθρωποι ετοιμάζονται να περπατήσουν ένα μακρύ δρόμο ή να κάνουν μία δύσκολη εργασία δένουν στη μέση τους το ζωνάρι. Και όταν περπατάνε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας έχουν μαζί τους λυχνάρια και είναι σημαντικό γι' αυτούς τα λυχνάρια αυτά να είναι πάντα αναμμένα.
Το ίδιο και στην πνευματική μας ζωή, η μέση μας πρέπει να είναι ζωσμένη και τα λυχνάρια μας αναμμένα. Πρέπει να είμαστε ακούραστοι εργάτες του Θεού και να αγωνιζόμαστε πάντα κατά του διαβόλου, ο οποίος σε κάθε μας βήμα προσπαθεί να μας αποτρέψει από τον Χριστό και να μας θανατώσει με τους πειρασμούς. Γι' αυτό ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας έδωσε αυτή την εντολή· «Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι».
Ποτέ να μην λησμονείτε ότι η επίγεια ζωή μάς δόθηκε για να προετοιμαστούμε για την ζωή την αιώνια και η τύχη μας στην αιώνια ζωή θα κριθεί απ’ αυτό, πώς ζήσαμε εδώ.
Να είστε πιστοί στον Χριστό, πιστοί με τον τρόπο που ο ίδιος έδειξε στην Αποκάλυψη του αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου. Εκεί Αυτός λέει· «Γίνου πιστός άχρι θανάτου, και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής» (Απ. 2, 10).

Πρέπει να είμαστε πιστοί στον Θεό, πρέπει ακούραστα κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή να υπηρετούμε τον Θεό. Η ζωή μας είναι σύντομη, δεν μπορούμε να σπαταλάμε άσκοπα αυτές τις λίγες ώρες και ημέρες της ζωής μας, πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε την ώρα του θανάτου.
Όλοι οι άγιοι ασκητές είχαν πάντα στο νου τους την μνήμη του θανάτου. Μέσα στα κελλιά τους είχαν κρανίο για να το βλέπουν και να θυμούνται το θάνατο. Με δάκρυα το κοιτούσαν, σκεφτόμενοι ότι και αυτοί θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Υπηρετούσαν ακούραστα τον Θεό και δούλευαν εις τον Κύριον, όπως το έκανε ο όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ. Εκείνοι, όπως και εσείς, άκουγαν κάθε μέρα στον εσπερινό τα λόγια του 33ου ψαλμού· «Θάνατος αμαρτωλών πονηρός» (Ψαλ. 33, 22). Όπως και εσείς, άκουγαν και αυτοί· «Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των όσιων αυτού» (Ψαλ. 115, 6). Φοβερό θάνατο έχουν οι αμαρτωλοί. Και έχω δει πολλά παραδείγματα. Όμως ένα γεγονός που έχω δει πρίν 40 χρόνια τόσο βαθιά αποτυπώθηκε στη μνήμη μου που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Ήμουν τότε επαρχιακός γιατρός και με κάλεσαν στο σπίτι ενός πολύ γνωστού σ' εκείνη την περιοχή πλούσιου γαιοκτήμονα, που ήταν άνθρωπος πολύ κακός. Όταν μπήκα μέσα στο σπίτι του μού έκανε εντύπωση η ακαταστασία που υπήρχε εκεί. Άνθρωποι έτρεχαν από δω και από κει. Πάνω στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος ένας γέρος με πρόσωπο κατακόκκινο που μόλις με είδε άρχισε κυριολεκτικά να ουρλιάζει. Έλεγε· «Γιατρέ, παρακαλώ, σώσε με! Πεθαίνω και μόνο με τη σκέψη, ότι μπορώ να πεθάνω».
Πού ήταν πριν εκείνος ο άνθρωπος, τι σκεφτόταν όταν ταλαιπωρούσε τους άλλους; Τι σκεφτόταν όταν τους έπαιρνε όλα τους τα χρήματα; Τώρα ο θάνατος ήλθε, είναι εδώ και είναι αργά πλέον να λες· «Πεθαίνω και μόνο με τη σκέψη, ότι μπορώ να πεθάνω». Θα έπρεπε η ζωή σου να ήταν τέτοια ώστε να μην φοβάσαι τον θάνατο.
Ποιος δεν φοβάται τον θάνατο; Μόνο αυτός που ακολουθεί τον Χριστό, που όλη την ζωή του κατευθύνει με σκοπό να τελεί τις εντολές του. Τέτοιοι άνθρωποι δεν φοβούνται τον θάνατο. Γνωρίζουν την υπόσχεση που έδωσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στους μακαρισμούς· «Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς» (Μτ. 5, 12).
Τελείως διαφορετικός ήταν ο θάνατος των αγίων. Ο άγιος Σεραφείμ πέθανε γονατισμένος μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, στην οποία προσευχόταν πάντα. Έτσι στεκόμενος στα γόνατά του κοιμήθηκε και ήταν τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του.
Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός μας λέει· «Περιπατείτε έως το φως έχετε, ίνα μη σκοτία υμάς καταλάβη» (Ιω. 12, 35). Ακόμα έχετε το φως του Χριστού, ακόμα έχετε την δυνατότητα να πηγαίνετε στο ναό, να ακούτε τις εντολές, να ακούτε το Ευαγγέλιο. Να περπατάτε μέσα σ' αυτό το φως. Γιατί, όταν έλθει ο θάνατος, το φως αυτό θα σβήσει για σας. Πέραν του τάφου δεν υπάρχει μετάνοια και θα πάρετε ανταπόδοση σύμφωνη με όσα έχετε κάνει στη ζωή σας.
Περπατάτε λοιπόν στο φως όσο έχετε το φως, για να μην σας καταλάβει το σκοτάδι, το σκοτάδι το αιώνιο, το σκοτάδι του θανάτου. Ο θείος απόστολος Παύλος λέει· «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β' Κορ. 6, 2). Τώρα, όσο ζούμε, είναι για μας καιρός ευπρόσδεκτος, καιρός σωτηρίας. Τώρα πρέπει να σκεφτόμαστε την σωτηρία μας και να προετοιμαζόμαστε για την αιώνια ζωή. Αυτό κάνουν όλοι οι χριστιανοί, όλοι όσοι αγαπάνε τον Χριστό.
Πριν 70 χρόνια ζούσε στην Αγία Πετρούπολη ένας γιατρός που λεγόταν Γαάζ. Αυτός υπηρετούσε στις φυλακές και είχε καρδιά αγαθή, καρδιά γεμάτη ευσπλαχνία και αγάπη για τους ανθρώπους. Από την θέση του, του γιατρού των φυλακών, προσπαθούσε όσο μπορούσε να βοηθήσει τους δυστυχισμένους ανθρώπους που κρατιούνταν εκεί. Έβλεπε πως έστελναν στα κάτεργα αλυσοδέσμιους κατάδικους, γνώριζε ότι θα περπατήσουν με τα πόδια χιλιάδες βέρστια μέχρι να φτάσουν στην Σιβηρία και η καρδιά του έσφιγγε από τον πόνο. Για να αισθανθεί τον πόνο τους μια φορά φόρεσε στα πόδια του αλυσίδες και περπατούσε μ' αυτές ώρες στην αυλή του σπιτιού του. Όταν βρισκόταν στην κλίνη του θανάτου, ο άγιος αυτός άνθρωπος και γιατρός, είπε στους συγκεντρωμένους γύρω του ανθρώπους τα εξής θαυμαστά λόγια, τα οποία πρέπει να τα βάλουμε καλά στο νου μας· «Να βιάζεστε να κάνετε καλό για τους άλλους». Να βιάζεστε γιατί ο θάνατος όλους μάς περιμένει. Να μην είστε επιπόλαιοι, να είστε πιστοί μέχρι θανάτου και θα σας δώσει ο Θεός το στέφανο της ζωής.
Ο προφήτης Ησαΐας είπε ένα λόγο, τον οποίο επίσης πρέπει καλά να θυμόμαστε και που πρέπει βαθιά να αποτυπωθεί στην καρδιά μας· «Έκστητε, λυπήθητε, αι πεποιθυΐαι, εκδύσασθε, γυμναί γένεσθε, περιζώσασθε σάκκους τας οσφύας» (Ησ. 32, 11).
Τρέμετε ανέγνοιαστες, να έχετε την μνήμη του θανάτου, να σκέφτεστε πάντα την ώρα όταν θ' αφήσετε αυτή την ζωή και ποτέ να μην το ξεχνάτε. Και για να μην το ξεχνάμε, για να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε την οδό του Χριστού και να μην φοβόμαστε τον θάνατο, χρειαζόμαστε βοήθεια από τον Παντοδύναμο Θεό. Χωρίς αυτή την βοήθεια δεν θα νικήσουμε τους πειρασμούς του διαβόλου, γι' αυτό πρέπει να ζητάμε να μάς στείλει ο Θεός την χάρη του. Κύριε, ελέησε μας τους αμαρτωλούς, Κύριε, βοήθησε μας!
Πρέπει να Τον ικετεύουμε έτσι όπως Τον ικέτευε η γυναίκα η ειδωλολάτρισσα, για την οποία ακούσατε σήμερα στο ευαγγελικό ανάγνωσμα. Αυτή ήταν Χαναναία και όταν είδε τον Χριστό με τους μαθητές του άρχισε να φωνάζει δυνατά και να Τον ικετεύει· «Ελέησόν με, Κύριε, υιέ Δαυΐδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται» (Μτ. 15, 22). Αλλά ο Κύριος δεν της έδινε σημασία και συνέχιζε σιωπηλά το δρόμο του. Η γυναίκα συνέχιζε να Τον ικετεύει, όμως Εκείνος δεν απαντούσε. Στο τέλος οι μαθητές του Τού είπαν· «Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών» (Μτ. 15, 23). Και ο Κύριος απάντησε· «Ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ» (Μτ. 15, 24). Η γυναίκα όμως συνέχιζε να Τον ικετεύει. Τι της είπε τότε ο Κύριος; «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις» (Μτ. 15, 26). Και άκουσε μία απάντηση καταπληκτική για την ταπείνωση και την πραότητα" «Ναι, Κύριε· και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών» (Μτ. 15, 27), - δώσε μου, Κύριε, ένα ψίχουλο από το έλεός σου. Σταμάτησε ο Κύριος, όταν το άκουσε, και της είπε· «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις, και ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης» (Μτ. 15, 28).
Πολλοί από μάς έχουν ζωή που δεν αρμόζει στους χριστιανούς. Πολλοί είναι βεβαρημένοι με διάφορες αμαρτίες, πολλοί έχουν ξεχάσει τον λόγο του Θεού· «Το κέντρον του θανάτου η αμαρτία» (Α' Κορ. 15, 56). Ο θάνατος πληγώνει αυτόν που είναι δούλος της αμαρτίας. Τότε, αν είμαστε τόσο αδύναμοι, αν το ένδυμα της ψυχής μας είναι όλο μαύρο από τις αμαρτίες μας, δεν είμαστε και εμείς σαν τα σκυλιά, δεν πρέπει και εμείς να κράζουμε προς τον Θεό, όπως έκραζε εκείνη η Χαναναία γυναίκα; «Κύριε, είμαι σαν το σκυλί, αλλά ελέησόν με!»
«Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι». Αμήν.

Πηγή: ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΜΟΣ Γ.

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗ, ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΙΒΗΡΩΝ

Η ανταρσία του νεώτερου υιού και η διαγωγή του πατέρα
Τον νεώτερο υιό της παραβολής τον σώζει η αίσθηση που έχει ότι είναι υιός του πατέρα. Αισθάνεται και εκφράζεται μ' αυτήν την ορολο­γία. Ζη σ' αυτόν τον οικογενειακό χώρο. Γι' αυτό λέει: «Πάτερ, δός μοι...»
Η αμαρτία, η αδυναμία του, είναι ότι οντάς ανώριμος δεν έχει φτάσει στο να ξέρη ότι η ουσία του Πα­τρός είναι η ίδια με την ουσία του Υιού. Δεν ξέρει τούτη τη στιγμή αυτό πού λέει παρακάτω ο πατέρας στον πρεσβύτερο υιό, «τα εμά πάντα σα εστί», γι' αυ­τό ζήτα από τον πατέρα του να του δώση «το επιβάλ­λον μέρος της ουσίας», το κομμάτι πού του ανήκει. Αυτός ο χωρισμός πού γίνεται μέσα του είναι η αμαρ­τία του.
Αυτός ο χωρισμός, ο τεμαχισμός είναι η αμαρτία, το κακό. «Όρος σύντομος του κάκου ότι ου κατά φύσιν άλλα κατά μερικήν έλλειψιν του αγαθού εστί» (Άγιος Μάξιμος, Ρ.Ο. 4, 301Α).
Ο πατέρας είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδια­φέρεται για τον εαυτό του. Ενδιαφέρεται να σώση τον άλλο, το παιδί του. Αυτό βρίσκεται στον σκοπό της ζωής του, είναι καταξίωσι του είναι του. Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πη ο κόσμος, αν θα χάση το κύρος του, αν παρουσιαστή ως πατέρας αποτυχημένος, με παιδί πού αφήνει το σπίτι και φεύγει μακριά. Η αγάπη του πατέρα πάει πιο μακριά απ' ό,τι μπορεί να πάη η κρίσι του κόσμου ή η ανταρσία του γιου του. Γι' αυτόν τον λόγο δεν θέλει να του κάμη διδασκαλία με λόγια. Ξέ­ρει ότι δεν πρόκειται να βγή τίποτε. Δεν πρόκειται να νοιώση κάτι ο νεώτερος υιός του.
Τώρα πρέπει να τον αφήση να περιπλανηθή, να πάθη, να μάθη, να δη προσωπικά. Αυτό ξέρει ο πατέρας ότι είναι κάτι θανάσιμα επικίνδυνο, άλλα δεν βλέπει άλλη λύσι.
Θα τον συντροφεύη πάντοτε με την αγάπη του, πού μένει στο σπίτι, άλλα απλώνεται παντού. Γι' αυτό δεν αμύνεται στενόκαρδα, δεν πιέζει. Δίδει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας μυστικά ολόκληρος, βγαί­νοντας στον σταυρό της αναμονής.
Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κράτηση δια της βίας τον υιό κοντά του, αλλά να του δώση τη δυνατότητα, να του δημιουργήση τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος, μόνος του, να έλθη προς Αυτόν, την πηγή της Ζωής. Αυτή η κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει τον υιό.
Η προσωπική κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει το πρόσωπο του Υιού. Η φράσι «και ο Λόγος ην προς τον Θεόν» (και όχι «εν τω Θεώ») δεν θέλει άραγε να μας πή κάτι για το μυστήριο της υιότητος και της πατρότητος;
Να δώσης τη δυνατότητα στον άλλο να γυρίση στο σπίτι εν ελευθερία. Να το βρή. Να το νοιώση, να γίνη δικό του. Να μην μπορή να φυγή, γιατί οπουδήποτε και να βρίσκεται, τότε -με τη σωστή τοποθέτησι και σχέσι υιού προς πατέρα- θα είναι «εν παντί καιρώ και τόπω» στον πατρικό οίκο.
Και χωρίς να πή λόγο, «διείλεν αυτοίς τον βίον». Του μίλα και του συμπεριφέρεται με τον τρόπο πού ο υιός καταλαβαίνει, όχι με εκείνον πού ο πατέρας ξέρει.
Του έδωσε το κομμάτι πού ζητούσε. Άλλα το κομμάτι αυτό, αποκομμένο από το σύνολο της αληθείας της αμπέλου της ζωής, δεν μπορεί να ζήση, να καρποφορήση. Το κομμάτι αυτό, όταν το παίρνουμε δυναστικά, αντάρτικα -όπως και όταν θέλουμε- δεν μας οδηγεί, δεν μας φέρνει στη ζωή, στον Παράδεισο, αλλά στην απόγνωσι και καταστροφή. Αυτό πού συνάγομε με το επαναστατημένο θέλημα μας -«συναγαγών απαντά»- το σκορπίζαμε ασώτως -«διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως» (α-σωτηρία, α-σώον, μισερά, αμαρτωλά, εκτός Θεού, σε παρά φύσιν κατάστασι).
Μαραίνεται και ξηραίνεται σύντομα. Σκορπίζεται. Τελειώνει σε μια κατάστασι στείρα, οπού χωρί­ζεται η ζωή από την πνευματική ζωή. Σε μια κατά­στασι πού δεν έχει φως, καρποφορία, συνέχεια για τον άνθρωπο. Όπου τα πάντα μυρίζουν φθορά και είναι θάνατος.
Το κομμάτι πού μας δίδει ο Θεός είναι από ένα σώμα θεανθρώπινο πού μερίζεται και δεν διαιρείται, πού εσθίεται και ουδέποτε δαπανάται. Είναι μικρό
προζύμι με όλο τον δυναμισμό της βασιλείας, πού σώ­ζει τα σύμπαντα και ζυμοί τα τρία σάτα της δημιουργίας ολόκληρης.
Το ψεύτικο χάνεται, μας εγκαταλείπει
Μέσα στο πυρ της πραγματικότητας φανερώθηκε το ψεύτικο, το απατηλό, που χάνεται και φεύγει. Μας αφήνει μόνους, έρημους και νηστικούς σε χώρα αλλο­δαπή, οπού τα πάντα ξοδεύονται χωρίς να ανανεώνωνται -«δαπανήσαντος αυτού πάντα».
Δεν δαπανήθηκαν μόνο τα δικά του πάντα, άλλα έγινε επί πλέον λιμός ισχυρός «κατά την χωράν εκείνην». Στη μακρινή χώρα κανείς δεν ζή καλά για πάν­τα. Στο τέλος ισχυρός λιμός βασανίζει όλους. Κανείς δεν μπορεί να βοηθήση κανένα. Υπάρχει μια έκπτωσι, εξαθλίωσι, τελική απώλεια του ανθρώπου. Και όταν ζητάς βοήθεια, όταν πας να προσκολληθής «ενί των πολιτών της χώρας εκείνης», αυτός σε σπρώχνει πιο χαμηλά, σε στέλνει να βοσκής χοίρους, να ποιμαίνης πάθη. Σε κάνει χοιροβοσκό. Σε κάνει χοίρο. Αρ­νείται τη φύσι, την ευγένεια σου. Σε θεωρεί ζώο. Σου αρνείται την τροφή των χοίρων. Άλλα και όταν σου την δίδη, είναι σαν να μη σου δίδη τίποτε. Μένεις νη­στικός, γιατί δεν τρώγεται η τροφή των χοίρων. Εσύ έχεις ανάγκη από άλλη τροφή.
Το αληθινό μένει, μας σώζει
Η δοκιμασία του νεώτερου γιου στη μακρινή χώρα φανέρωσε και το τι έκρυβε μέσα του, τι αντοχή είχε, τι έμεινε ανέπαφο, ποιος μπορούσε να τον βοηθήση, σε ποιόν να κολληθη -«εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου, εμού δε αντελάβετο η δεξιά σου» (Ψαλμ. 62, 9)- σε ποιόν να καταφυγή, ποιος είναι «οικτίρμων και ελεή­μων» (Ψαλμ. 102, 8), που υπάρχει τροφή, ζωή και ανάστασι για όλους.
Μπορεί να τα έχασα όλα. Μπορεί να χάθηκα και εγώ ο ίδιος -«απολωλώς ην»-, κυριολεκτικά να πέ­θανα -«νεκρός ην»-, αλλά κάτι υπάρχει πού δεν χά­νεται, δεν πεθαίνει· είναι ο Πατέρας μου και η αγά­πη Του. Αυτός είναι «δυνατός εν ελεεί και αγαθός εν ισχύϊ» (α' ευχή του Εσπερινού). Το ξέρω, το ζω.
Δεν σκέφτομαι τα παιδιά του -είμαι ανάξιος για κάτι τέτοιο- σκέφτομαι τους μισθωτούς του, πώς τους φέρεται, πώς τους χορταίνει. Είμαι μισθωτός χωρίς μισθό· δούλος χωρίς ψωμί.
Θα σηκωθώ και θα γυρίσω πίσω και θα πω στον πατέρα μου: Αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα. Σε σένα πού είσαι πατέρας επουράνιος. Σε σένα πού έχεις τέτοια αγάπη, πού γεμίζει ουρανό και γη. Σε σένα πού ακόμη εδώ, στη μακρινή χώρα της στερήσεως, της ασωτείας, της κολάσεως, με παρακολουθείς, με συνοδεύεις.
Δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου. Ξέπεσα, έχασα την υιοθεσία. Αυτή είναι η αμαρτία, το έγκλημα μου το ένα. Δεν είναι η περιουσία σου που έφαγα. Δεν είναι κάτι μικρό, υλικό, πού μπορώ να επανορ­θώσω με τις δυνάμεις μου· δεν είναι κάτι πού μπορώ να κερδίσω με τη δουλειά μου, για να σου το επιστρέψω. Καθύβρισα τη μια σχέσι του υιού προς τον πατέρα. Δεν μπορώ τίποτε να κάμω, εφ' όσον με σε­βάστηκες περισσότερο απ' ό,τι άξιζα. Με καταδικάζει η συμπεριφορά σου.
Αν δεν ήσουν τόσο άρχοντας της αγάπης, αν δεν μου είχες φερθή όπως μου φέρθηκες, αν δεν ήσουν τέ­λειος σε όλα, αν λίγο κάπου μου έφταιγες· ίσως να εύρισκα σαν δικαιολογία κάτι να πω. Τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα με αφήνει αναπολόγητο, άναυδο και μουγ­κό, η ανείκαστή σου στοργή και ανοχή, πού μόλις συ­νειδητοποιώ.
Έπρεπε να πάω τόσο μακριά, για να το νοιώσω; Έπρεπε να φτάσω στην απώλεια και στον θάνατο, για να καταλάβω τι θα πή σωτηρία και ζωή; Δεν ξέρω τι να πω. Όλα όμως αποδεικνύουν ένα πράγμα: τη δική μου αφιλοτιμία, αφροσύνη. Και τη δική σου βασιλεία, αγάπη, πού με διαλύει.
Έρχομαι προς εσένα, τραβηγμένος από σένα· από την αγάπη σου, πού με έλκει έσωθεν και μου κά­νει συντροφιά.
Κάνε με δούλο σου. Η ενοχή είναι δική μου. Η ανοχή, η ζωή, είσαι εσύ.
«Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιον σου' ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου· ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου».
Συνάντησι νεώτερου υιού με τον πατέρα
Πριν φτάση στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει και τρέ­χει. Χωρίς να του πή τίποτε, πέφτει ολόκληρος στον τράχηλο του, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί.
Ήδη ο γιος κατάλαβε, πήρε την απάντησι: Ο πατέρας ακούσε την εξομολόγησι, την ξέρει πριν του την πή. Βλέπει τον γιο του πριν να γυρίση. Ήταν μα­ζί του, χωρίς να τον βλέπη ο γιος. Αυτός πού αγαπά με την τέλεια αγάπη «απών ως παρών συναναστρέφεται, μη δρώμενος υπό τίνος» (Αββάς Ισαάκ, λόγος κδ').
Ο γιος όμως αρχίζει την εξομολόγησι· λέγεται μόνη της, βγαίνει από την καρδιά του, πρέπει να εξωτερικευθή. Είναι μια ανάσα πού πρέπει να βγή από τα σπλάχνα του, για να ελευθερωθή. Την λέει όπως ακριβώς γεννήθηκε μέσα του, άλλα δεν την τελειώνει. Αναφέρει το αμάρτημα, το έγκλημα του, και στα­ματά. Δεν τολμά να συμπλήρωση τη φράσι να ζήτη­ση να γίνη δούλος του πατέρα. Τα χάνει με τον χεί­μαρρο της αγάπης πού τον παρασύρει, τον διαλύει· και δεν μπορεί να κάνει σ' Αυτήν υποδείξεις. Ομολογεί το έγκλημα του και σιωπά.
Τον λόγο παίρνει ο πατέρας, πού με τον ίδιο τρό­πο μιλά ξεκάθαρα εν σιωπή: Δεν λέει τίποτε στο παι­δί του για τον εαυτό του· ούτε αν πόνεσε ούτε πόσο πόνεσε, όταν έφυγε· ούτε πόσο χαίρεται ή αν χαίρεται, τώρα πού γύρισε. Αυτά δεν λέγονται· διαγράφονται όλα ως περιττά. Δεν μπορεί να μιλήση σ' αυτόν τον γιο πού είναι άξιος της σιγής, της άφατης πατρικής του αγάπης. Πώς να άρθρωση τα άρρητα ή πώς να μείωση την ενάργεια όσων λέγονται εν σιγή;
Στον γιο δεν λέει τίποτε. Η μυσταγωγία της σχέσεως τους ιερουργείτε σε χώρο βαθιάς σιωπής. Πυράκτωμα αγάπης πού παραλύει τη γλώσσα.
Μιλά, δίδει εντολές στους δούλους: «εξενέγκατε την στολήν ... ενδύσατε ... θύσατε τον μόσχον τον σιτευτόν», ας ευφρανθούμε, γιατί «ούτος ο υιός μου νε­κρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη».
Μόνο στους άλλους μπορεί να μιλήση για το θέ­μα του γιου του.
Το «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη», πού ο πατέρας λέει στους δούλους, δείχνει το μεγάλο δράμα και τη χαρά πού έζησαν και πού ζουν οι δυο τους, πατέρας και γιος.
Δεν μίλησε ό πατέρας στην αρχή ούτε τώρα, όχι γιατί ήταν αδιάφορος ή δεν γνώριζε το μέγεθος του δράματος ή δεν είχε συνείδησι του κινδύνου πού επρό­κειτο να πέραση το παιδί του. Δεν έχει κανένα στοι­χείο απάθειας πού φανερώνει αδιαφορία ή έλλειψι αίσθήσεως. Όλα τα ζή. Όλα τα ξεπερνά με την άπει­ρη αγάπη του. Τον παρακολουθεί, τον συνοδεύει μέ­χρι την απώλεια, τον θάνατο. Συνθάπτεται μαζί του. Ξέρει, χωρίς να του πή ο γιος λεπτομέρειες, όλη την οδύσσεια πού πέρασε, ότι γεύτηκε όντως την κόλασι, τον χαμό, τον θάνατο.
Και βρέθηκε, σώθηκε, ανέζησε από άλλη δύναμι, πού υπήρχε μέσα του και τον παρακολουθούσε γύ­ρω του διακριτικά. Υπάρχει η δύναμι της υιότητος και της πατρότητας. Ήταν αυτός γιος και είχε πή στην αρχή «πάτερ» (και όταν έφευγε και όταν γύρισε). Και αυτός ήταν πατέρας, δεν ήθελε να στραπατσάρη το παιδί του, έστω και αν υπήρχε ο κίνδυνος του χάμου, του θανάτου του ίδιου του παιδιού. Του έδωσε την επικίνδυνη και σωτήρια αγωγή της ελευθερίας καλύ­πτοντας τον με την άπειρη αγάπη του πάντοτε.
Και νίκησε η πατρική αγάπη τον θάνατο. Και άναψε τούτη η χαρά, το πανηγύρι, πού θύεται ο μό­σχος ο σιτευτός. Αυτός ο μόσχος λένε οι Πατέρες ότι είναι ο Υιός του Θεού, και το πανηγύρι η θεία Λει­τουργία, η σύναξι και η ζωή της Εκκλησίας.
Επιστροφή πού σε ελευθερώνει
Ο νεώτερος υιός σκεφτόταν να ζήτηση να μείνη στο σπίτι «ως εις των μισθίων». Αυτό αν του δινόταν, θα ήταν ήδη παράδεισος μέγας γι' αυτόν. Θα βρισκόταν σε δρόσο Αερμών. Όμως ο Θεός Πατέρας τον κάνει το κεντρικό πρόσωπο και την αφορμή του μεγάλου πανηγυριού. Και αυτό τον καταπλήττει και τον κα­τακαίει. Ο Θεός καταδικάζει με το πλήθος της αγάπης Του. Και νοιώθεις ανάξιος γι' Αυτήν. Αποτραβιέσαι στη θέσι του δούλου, πού σου ταιριάζει, σου υπεραρκεί, σε αναπαύει. Δεν αναπαύει όμως τον Θεό, πού τόσο αγαπά, πού τόσο συγχωρεί, πού σε συνθλίβει, σε λιώνει με την αγάπη Του την άμετρη. Και κλαις από χαρά για το θαύμα τούτο. Και το κλάμα φανερώνει την πλησμονή της αγαλλιάσεως.
Γι' αυτό οι Άγιοι, τα παιδιά του Θεού, ονομά­ζουν τον εαυτό τους δούλο Χριστού. Και νοιώθουν ότι αυτό ξεπερνά την αξία τους και τους πλημμυρίζει με τιμή. Το άλλο, το να γίνεται παιδί κατά χάρι και το κεντρικό πρόσωπο του πανηγυριού, οπού θύεται ο μό­σχος ο σιτευτός, αυτό ξεπερνά τις ανθρώπινες προσ­δοκίες· υπαγορεύεται και πραγματοποιείται μόνο από την απερινόητη και άφατη αγάπη του Θεού Πατρός.
Εξουθενώνει τον εαυτό του και δοξάζεται. Δεν βλέπει ανθρώπινα τη δόξα πού θα ακολουθήση. Μένει μόνο στην εξουθένωσι. Του αρκεί να είναι στο σπί­τι του Πατρός. «Εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου μάλλον ή οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών» (Ψαλμ. 83, 11). Δεν ζήτα χαρίσματα -αυτό γίνεται εκ βαθέων- γι' αυτό του δίδονται όλα.
Όταν ζητάς κάτι μικρό, ένα ερίφιο, δεν παίρνεις τίποτε. Όταν δεν ζητάς τίποτε -ούτε να γίνης δούλος-τα παίρνεις όλα.
Επειδή είναι αληθινή η μετάνοια του, ήδη τον έβαλε στον Παράδεισο· διαιτάται σε χαρά που ακατάπαυστα αυξάνει. Αυτό το ξέρει ο πατέρας. Γι' αυτό θύει τον μόσχο τον σιτευτό. Ενδύει τη χαρά με τη χα­ρά. Τον υιό τον άξιο του πατέρα με τη στολή την πρώ­τη. Αυτό γίνεται αυθόρμητα. Όπως από τον τάφο της σκοτεινής γης, ο σπόρος πού πεθαίνει, προχωρεί φυσιολογικά και φτάνει στην ανθοφορία -«η γη αυτό­ματη καρποφορεί» (Μάρκ. 4, 28)- έτσι από τη συντετριμμένη καρδιά του ταλαιπωρημένου, του χαμέ­νου γιου, ανατέλλουν τα πάμφωτα χαρίσματα και τον ντύνουν. Τον περιβάλλει το φως ως ιμάτιον στολή πρώτη και ανέγγιχτη.
Αλλιώς -αν δεν είχε αυτή τη διαλυτική των πάν­των συντριβή- δεν θα μπορούσε να ανθέξη και τα ελάχιστα χαρίσματα, θα του κάνανε κακό. θα τα πέταγε πέρα. Και ο ίδιος θα πεταγόταν έξω από τη μονα­δική χαρά, την πανηγύρι της αγάπης· όπως έκαμε ο πρεσβύτερος υιός.
«Και την χαράν υμών ουδείς αίρει άφ' υμών» (Ίω. 16, 22). Κανείς δεν μπορεί να του πάρη τούτη τη χαρά, να του την αφαίρεση, να την απομακρύνη. Γιατί πηγάζει από μέσα του, από τον εαυτό του, είναι ό Χριστός πού ζη μέσα του. Δεν ζη πια αυτός.
Επιστροφή πού σε πνίγει
Μια διαφορετική επιστροφή, όχι θεϊκή εν ταπεινώσει και εξουθενώσει -πού είναι γεννητική της άφθαρτου δόξης- αλλά σύμφωνα με τη λογική και τη στάσι του πρεσβύτερου υιού, πού δεν είναι επιστροφή αλλά πε­ριπλοκή χειρότερη των πραγμάτων, θα ήταν κάπως έτσι:
Λοιπόν, πατέρα, γυρίζω να τα συζητήσωμε, να δούμε τα πράγματα ψύχραιμα. Να δούμε σε τί φταις και σε τί φταίω. Να βρούμε έναν τρόπο συμβιώσεως.
Όχι ότι δεν μπορώ να ζήσω μακριά από σένα. Μπορώ κάλλιστα, αλλά είπα, μια και είσαι πατέρας μου, να γυρίσω. Τώρα όμως πρέπει να προσέξωμε, για να μην επαναληφθούν τα ίδια. Γιατί αν δεν έδινες αφορμή με τη συμπεριφορά σου, δεν είμαι ανόητος να σηκωνό­μουνα να έφευγα στα καλά καθούμενα.
Λοιπόν, τί λες τώρα; Υπάρχει τρόπος συμβιώ­σεως, ναι ή όχι;
Και μην κράτησης κακία. Άλλα να τα ξεχάσης όλα. Και να μου βάλης την πρώτη στολή, για να μη νοιώθω μειωμένος απέναντι των άλλων.
Για πανηγύρι χαράς δεν του κάνει λόγο, γιατί αυτή η λογική δεν έχει σχέσι με καμιά χαρά. Αυτή είναι η αρρώστια, τα ράκη της πεπτωκυίας φύσεως, όχι η στολή της πρώτης καινής κτίσεως. Αυτή είναι η κόλασι της «δικαιοσύνης».
Υπάρχει παραμονή στο σπίτι που είναι περιπλάνησι σε χώρα μακρινή. Υπάρχει επιστροφή πού είναι μεγαλύτερη απομάκρυνσι από το σπίτι.
Το ανανεούμενο βάσανο του πατέρα. Συνάντησι με τον πρεσβύτερο υιό
Από τον μακρινό αγρό, οπού έβοσκε χοίρους, γύρισε συντετριμμένος ο νεώτερος υιός και μπήκε στον Παράδεισο. Από τον αγρό του πατέρα επέστρεψε ορ­γισμένος ο πρεσβύτερος και φανέρωσε την κόλασι που κουβαλούσε μέσα του. «Ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν», αφού πληροφορήθηκε από τους δούλους τι γι­νόταν στο σπίτι.
Είναι άνανεούμενο βάσανο η ζωή του πατέρα. Μόλις τελειώνει η μια δοκιμασία, αρχίζει η άλλη. Όταν ο νεώτερος επιστρέφη από την ασωτεία, ο πρεσβύτερος, πού μένει στο σπίτι, αρνείται να μπή μέσα.
Κάθε μεγάλη μέρα ο πειρασμός δημιουργεί προβλήματα, προκαλεί αφορμές θλίψεως. Θέλει να μολύνη τη χαρά, να θόλωση την καθαρότητα της γιορ­τής. Να μην αφήση καρδιά απλήγωτη. Άλλα ο πα­τέρας της παραβολής είναι ωκεανός αγάπης και ανο­χής: «Εξελθών παρεκάλει αυτόν».
Ο πατέρας γνωρίζει την αρρώστια του μεγαλύ­τερου παιδιού του, ότι ζηλεύει και φθονεί. Γι' αυτό, από αγάπη κινούμενος, μετριάζει τις εκδηλώσεις της πατρικής του στοργής. Δεν τρέχει -«δραμών»- όπως στην περίπτωσι του νεωτέρου, αλλά εξέρχεται βαρύς από τον πόνο. Καί δεν τον «καταφιλεί» -αν έκανε κά­τι τέτοιο, θα τον κατέκαιγε, θα τον τάραζε ολόκληρο-ούτε καν τον φιλεί. Μόνο του μίλα παρακλητικά. Και δέχεται καρτερικά όλα τα κύματα της οργής του πρε­σβύτερου υιού.
Σαν να είχε έτοιμη την επίθεσι (όπως ο νεώτε­ρος την εξομολόγησι). Λες και περίμενε την αφορμή για να ξεσπάση, να βγάλη έξω όσα μαζεύονταν και έβραζαν μέσα του ολόκληρη σειρά ετών.
«Τοσαύτα έτη δουλεύω σοι...»
Δεν τον ονομάζει καμιά φορά ούτε τον βλέπει ως
πατέρα, άλλα σαν αφεντικό, και μάλιστα άδικο. Τον εαυτό του τον υποτιμά, τον βλέπει σαν μισθωτό δούλο.
Μέσα σ' όλην αυτή τη νομικίστικη σχέσι δικαιώ­νει εξ ολοκλήρου τον εαυτό του και καταδικάζει από­λυτα τον πατέρα του.
«Ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον». Είμαι εν τάξει πάντοτε. Είμαι άμεμπτος. Ποτέ δεν έσφαλα σε κάτι.
Εσύ αντίθετα είσαι ολοκληρωτική αποτυχία. «Ουδέποτε έδωκας έριφον ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ».
Εγώ ουδέποτε έκαμα κάτι κακό. Εσύ ουδέποτε έκαμες κάτι καλό.
Τον αδελφό του δεν τον ονομάζει αδελφό, αλλά γιο του πατέρα του. Και το σφάλμα του νεωτέρου, πού δεν το έχει διορθώσει, δεν είναι ότι πρόσβαλε τον πατέρα του, αλλά ότι ξόδεψε χρήματα, κατέφαγε πε­ριουσία. Και αυτός πρώτος και μόνος κατηγορεί τον αδελφό του ότι κατέφαγε την περιουσία «μετά πόρνων».
Η πρώτη διόρθωσι του πατέρα γίνεται με την προσφώνησι: «Τέκνον». Εσύ δεν με καλείς πατέρα, εγώ σε θεωρώ και σε ονομάζω παιδί μου. Αυτό είναι το πρώτο. Δεν είσαι δούλος μου, ούτε καταδυναστευόμενός μου.
Στο αρνητικό επίρρημα ουδέποτε του πρεσβύτε­ρου υιού ο πατέρας αντιπαραθέτει το θετικό πάντοτε: «Συ πάντοτε μετ' εμού ει». Είσαι πάντοτε μαζί μου. Αυτός είναι ο παράδεισος, η ελευθερία, ο πλούτος του υιού, το ότι μένει εν τη οικία (Ίω. 8, 35), μένει με τον πατέρα μαζί. «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί εστί» (Ίω. 14, 10).
Και στην αίτησι του ελαχίστου και μικρού -ερι­φίου- απαντά με το πάντα. «Πάντα τα εμά σα εστί».
Στην οργή και στο μίσος πού τον κατατρώει («ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν») αντιπαραθέτει το «ευφρανθήναι και χαρήναι έδει», γιατί ο αδελφός σου αναστήθηκε και σώθηκε.
Χαρακτηριστικά του νεώτερου υιού
Στον νεώτερο υιό εφαρμόζεται ο λόγος της Αποκαλύψεως: «Όφελον ψυχρός ης ή ζεστός» (Άποκ. 3, 15).
Όταν έφυγε, ήταν απόλυτος αντάρτης: «συναγαγών άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χωράν μακράν». Έπεσε με τα μούτρα στην αμαρτία. Τα έδω­σε, τα έχασε όλα.
Όταν έφτασε στην εσχάτη ανάγκη, «εκολλήθη ενι των πολιτών της χώρας εκείνης». Το εκολλήθη δείχνει την ολόψυχη του προσπάθεια να πιαστή από κάποια σανίδα σωτηρίας.
Όταν επέστρεφε, ήταν το ίδιο θερμός και από­λυτος: ήρθε να ομολογήση απερίφραστα την ολική του αποτυχία και αμαρτία.
Τα χάνει όλα την πρώτη φορά. Προσφέρει τώρα όλο του τον εαυτό, έστω χαμένο και νεκρό –πάντως όλο- στον πατέρα του· χωρίς κανένα ενδοιασμό, χω­ρίς καμιά επιφύλαξι ή όρο.
Η φιλαυτία -η αρρωστημένη προσκόλλησι στο εγώ μας- είναι ξένη προς την Αγάπη που μας έπλα­σε, προς την πνοή που Αυτή μας φύσηξε στα σπλάχνα. Γι' αυτό κάνοντας το θέλημα του αντάρτικα ο νεώτερος γιος, χάνει τον άξονα της ζωής του, αθετεί τη φύσι του, καταστρέφει τον εαυτό του· βρίσκεται έκτος εαυτού. Μόλις «έρχεται εις εαυτόν», επιστρέφει στο σπίτι του. Βρίσκει τον πατέρα του, πού είναι αγάπη, πού δεν κλείνεται στον εαυτό του, άλλα «δι' υπερβολήν της ερωτικής αγαθότητας έξω εαυτού γίνεται ... και εν πάσι κατάγεται» (Άγιος Διονύσιος ο Αρεο­παγίτης, Ρ.Ο. 3,712Α-Β). Τον πατέρα πού τρέχει έξω από το σπίτι, για να αγκαλιάση τον νεώτερο του γιο πού επιστρέφει, και βγαίνει έξω από το σπίτι του, από την ίδια αγάπη κινούμενος, για να παρακάλεση τον πρεσβύτερο.
Η εκστατική αγάπη -προσφορά στον Άλλον-μας οδηγεί στον εαυτό μας. Βρίσκομε το είναι μας και όλους τους άλλους. Αν αυτήν έχωμε -όσο μακριά κι αν βρισκώμαστε- θα μας φέρη στον Παράδεισο. Αν δεν την έχωμε -και στην πόρτα του Παραδείσου να είμαστε- η έλλειψι της αγάπης, το μίσος, δεν θα μας αφήση να μπούμε, αλλά θα μας πετάξη μακριά.
Χαρακτηριστικά του πρεσβύτερου υιού
Ο πρεσβύτερος νοσεί, έχει μέσα του κόλασι. Μόνο βάσανο και ταραχή του προκαλεί η αγάπη του πατέρα προς αυτόν, η αγάπη των ανθρώπων μεταξύ τους.
Δεν μπορεί να εφαρμοσθή εδώ η εντολή του μεγάλου Δειπνοκλήτορος: «ανάγκασον εισελθείν» (Λουκ. 14, 23). Μια τέτοια επιμονή για είσοδο στον Παρά­δεισο σε άνθρωπο πού ζηλοφθονεί, πολλαπλασιάζει τον δαιμονισμό. Τον βασανίζει περισσότερο. Του κά­νει τη ζωή αβάσταχτη κόλασι.
Αυτός με σίγουρους συλλογισμούς και ατράντα­χτα επιχειρήματα ανατρέπει όλα. Τα αποδεικνύει απαράδεκτα. Βρίσκει ενόχους και καταδικαστέους όσους συνέπραξαν για μια τέτοια γιορτή· για έναν παράδεισο, όπου ο άνθρωπος μπορεί να επιστρέψη, να σωθή, να ζήση· για ένα πασχάλιο δείπνο, όπου «ο μόσχος πολύς» και ακούγεται η κλήσι: «Πάντες απο­λαύσατε του συμποσίου της πίστεως ... του πλούτου της χρηστότητας». Δεν ανέχεται τέτοιες καινοτομίες. Δεν μπορεί να μπή σε τέτοιο κλίμα. Δεν υποφέρει «συμφωνίες και χορούς». Του είναι ξένο και απαράδε­κτο το γεγονός, ο θεός να άγκαλιάζη τον άσωτο πού μετανοεί και να του χαρίζη «την στολήν την πρώτην». Δεν μπορεί να ανεχθή αυτή την αδικία, αυτή την προσ­βολή προς την «αλήθεια», τη «δικαιοσύνη».
Ο πατέρας μειλίχια τον προσκαλεί στη χαρά, στο ευχαριστιακό τραπέζι. Και είναι σαν να του ζήτα να μπή στην κόλασι. Φουντώνει μέσα του το μίσος· και ακούει τη στοργική πρόσκλησι του πατέρα σαν οργισμένη αποπομπή.
Μήπως όλα αυτά λένε κάτι για το πώς θα γίνη η τελική κρίσι στη δευτέρα Παρουσία;
Μήπως η οργή («ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν») κάνει τη μοχθηρή καρδιά να βλέπη οργισμένο και βλοσυρό το ιλαρό πρόσωπο του ελεήμονος Θεού; Και το μίσος, πού δεν αφήνει τον άνθρωπο πού το έχει να μπη στο κοινό πανηγύρι της χαράς, παραποιεί γι' αυτόν τον ίδιο την πρόσκλησι για τον Παράδεισο σε αποπομπή προς το πυρ το εξώτερο; Μήπως το μίσος είναι κόλασι πού κατατρώει τα σωθικά μας; Και η θεία αγάπη παράδεισος πού μας αναζωογονεί; Μή­πως η ίδια η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος για τους σωσμένους, υγιείς, πού αγαπούν, πού μετανοούν και έχουν νουν Χρίστου; Και η ίδια η αγάπη είναι κόλασι για τους αρρώστους, δηλαδή για κείνους πού δεν αγαπούν, δεν μετανοούν, δεν έχουν νουν Χριστού;
Μήπως η μία κλήσι της αγάπης του Θεού, ο οποίος «θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αλη­θείας ελθείν», θα ακουσθή από όσους δεν αγαπούν, λόγω της διαστροφής και της αμετανοησίας τους: «Πορεύεσθε απ' εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον»· και απ' αυτούς πού αγαπούν: «Δεύτε οι ευλο­γημένοι του Πατρός μου...»;
Μήπως από σήμερα δεν κρινόμαστε; Μήπως από σήμερα δεν ετοιμαζόμαστε για το ποια θέσι θα πάρωμε τότε μόνοι μας; Δεν ετοιμαζόμαστε για την κρίσι της αγάπης; Δηλαδή για το αν δεχώμαστε, αν ζούμε την αγάπη ως παράδεισο ή ως κόλασι;
Αντιπαραβολή των δύο υιών
Ο νεώτερος υιός υπόδειγμα επιστροφής και φανέρωσι του τί είναι εξομολόγησι: καρπός μετανοίας, ομολο­γία των ουσιαστικών μου σφαλμάτων, εγκλημάτων. Συντριβή και εκζήτησι ελέους.
Ο πρεσβύτερος υιός υπόδειγμα μη επιστροφής και φανέρωσι του τί δεν είναι εξομολόγησι: αναφορά των δικών μου κατορθωμάτων και των εγκλημάτων των άλλων. Σκληροκαρδία και κατάκρισι.
Με το πέρασμα του χρόνου και την οδυνηρή πεί­ρα έφυγε από τον νεώτερο η ιδέα ότι κάτι μπορεί να βρή έξω από το σπίτι, χωρίς τον πατέρα. Γνώρισε την κουφότητα της ζωής μακριά από την πηγή της.
Αντίθετα, όσο περνά ο καιρός, ο πρεσβύτερος δεν ωριμάζει πνευματικά, αλλά σκληραίνει τη στάσι του. Συνεχώς και περισσότερο κατακρίνει τους άλλους και τον πατέρα του, μέσα σε μια ψευδαίσθησι δτι είναι «κάποιον τι».
Ο νεώτερος υιός με τη συμπεριφορά του λέει τον λόγο της μετανοίας: «Σοί μόνω ήμαρτον».
Ο πρεσβύτερος αντιθέτως λέει: Εσύ είσαι ο μό­νος φταίχτης.
Το ότι ο νεώτερος επαναστάτησε στην αρχή, πριν περάσουν τα χρόνια, μπορεί κάπως να δικαιολογηθή.
Το να αντιδρά όμως ο πρεσβύτερος μετά «τοσαύτα έτη» και να μη θέλη να μπή στο σπίτι, την ώρα της μεγάλης χαράς, άλλα να ζήτα ερίφι -όχι αμνό-για να ευφρανθή με τους φίλους του (οι φίλοι του ήσαν μεταξύ των ερίφων, των εξ ευωνύμων, όχι μετα­ξύ των ευλογημένων, των εκ δεξιών), αυτό είναι βαρύ και δύσκολα θεραπεύεται.
Όταν έχης να κάμης με πατέρα ουράνιο, έχεις άλλες σχέσεις, μιλάς άλλη γλώσσα, αναφέρεις άλλες απώλειες και κέρδη. Δεν αμύνεσαι, αλλά αυτοεξουθενώνεσαι, γιατί βρίσκεις τον εαυτό σου ένοχο -τον μόνο ένοχο- μπροστά σ' έναν τέτοιο πατέρα, πού όχι μόνο αγαπά, αλλά είναι η Αγάπη.
Όταν δεν θεωρής τον Θεό πατέρα που αγαπά, τότε η εξομολόγησι καταργείται, χάνει το νόημα της, δεν γίνεται. Η όταν πάη να γίνη, ξεπέφτει σε μια νο­μική αντιδικία, οπού κατηγορείται ο αναίτιος, ο ευεργέτης. Όταν βλέπης μπροστά σου εργοδότη, πού υπολογίζει τα δούναι και λαβείν, ετοιμάζεσαι για δια­μάχη και αναμέτρησι οικονομική, δικανική τακτοποίησα να δούμε ποιος θα επιβληθή σε ποιόν.
Αν μπορούμε να αγαπάμε, θα γνωρίσωμε την αλήθεια του Θεού. Χωρίς αγάπη, υψώνοντας τη φωνή μας, αποκαλύπταμε το ψέμα της ζωής μας.
Χαρακτηριστικά του πατέρα
Ο πατέρας της παραβολής ξέρει πότε μίλα και πότε όχι. Πότε μοιράζει την περιουσία ολόκληρη, χωρίς να πή λέξι. Και πότε δεν δίδει ούτε ένα ερίφιο και επεξηγεί το γιατί. Πότε και ποιόν γιο του ασπάζε­ται, χωρίς άλλα σχόλια. Πότε και ποιόν γιο του δεν ασπάζεται, αλλά τον παρακαλεί και τον συμβουλεύει, πατρικά και βραχύλογα.
Δεν χρειάζονται πολλά λόγια και επεξηγήσεις. Απαιτείται χρόνος, προσωπική αυτοπαρακολούθησι και δοκιμασία, για να καταλάβωμε -αν καταλάβωμε- περί τίνος πρόκειται.
Έχει σημασία λοιπόν να ξέρη κανείς πότε θα πή σε κάποιον κάτι. Και μέχρι που θα προχώρηση. Στη συνέχεια σταματά την επεξήγησι, χωρίς να προχωρή, ενώ το θέμα δεν λύθηκε, δεν τακτοποιήθηκε.
Δεν ρωτά τον νεώτερο γιο του τί σκέφτεται να κάμη και πότε. Γι' αυτό τον αφήνει ελεύθερο να μείνη στο σπίτι όσες μέρες θέλει μετά τη μοιρασιά της περιουσίας (αυτός φεύγει «μετ' ου πολλάς ημέρας»). Ούτε τον έρωτα που θα πάη· αν σκέφτεται να πάη κοντά ή μακριά («εις χωράν μακράν), ή αν θα πάρη όλα τα πράγματα του ή τα μισά («συναγαγών άπαν­τα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν»).
Ούτε τον πρεσβύτερο υιό ρώτησε τί αποφασίζει, αφού άκουσε όσα του είπε η πατρική του αγάπη. Τον αφήνει ελεύθερο να αποφασίση όταν και όπως θέλει. Αφήνει το θέμα ανοιχτό. Απλώς περιορίζεται στο να του πή τι έπρεπε να κάμη: «Ευφρανθήναι και χαρήναι έδει, ότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη».
Και η παράκλησι, η προτροπή του πατέρα, μένει αναπάντητη, το τέλος άγνωστο. Κόβεται η συζήτησι απότομα, σταματά, μένει ακέφαλη. Γιατί δεν τελειώνει; Γιατί δεν φτάνει σε τελεία και παύλα;
Έτσι γίνεται. Δεν βρίσκεται τέλος με συζητήσεις στα θέματα αυτά και με ανθρώπους πού βρίσκονται σ' αυτή την κατάστασι. Δεν υπάρχει τέλος σε συζητήσεις για θέματα που η φύσι τους ξεπερνά πάντα λόγον και αίσθησιν. Άλλωστε ούτε και το πρόβλημα, η αρρώστια του νεωτέρου, τακτοποιήθηκε με συζητή­σεις, άλλα με μια φαινομενική εγκατάλειψι, άφεσι στο να μάθη δια του πάθους του. Έτσι είναι. Μόνον ο Θεός να κάμη το θαύμα Του.
Κουβέντες και προτροπές δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα σε ανθρώπους πού έχουν καταπιή το μί­σος, τη λογική της αυτοδικαιώσεως, της καταδίκης όλων των άλλων. Μπορούν να σου αραδιάσουν ατέλειωτα σε στιγμή χρόνου· να συσσωρεύουν αναρίθ­μητες δικές τους αρετές και εγκλήματα των άλλων. Όσα δεν ελέχθησαν -και δεν λέγονται- μπορούν να τα εκστομίσουν, για να εξοντώσουν τον αδελφό τους και να δικαιώσουν τον εαυτό τους. Άλλα δεν αλλά­ζουν γνώμη. Δεν μπορούν να μετανοήσουν. Δεν αγαπούν. Είναι ξένο προς τη φύσι τους. Αυτή είναι η κόλασί τους.
Πώς μπορείς ν' αγαπάς αυτούς πού δεν αγαπούν;
Αυτό είναι ένας μεγάλος σταυρός. Σου αρνούνται την αγάπη· είναι κόλασι γι' αυτούς. Υποφέρουν, βασανί­ζονται. Άλλα πώς μπορείς να τους συμπαρασταθής, να τους συνδράμης, χωρίς αγάπη; Αυτοί ζητούν όχι τη σωτηρία, αλλά την καταδίκη, την εξόντωσι πάντων. Έτσι καταδικάζουν και τον εαυτό τους. (Θεολογία και πολιτεία κολάσεως.)
Ο πατέρας παρατρέχει τα επιχειρήματα του πρεσβύτερου γιου. Δεν του κάνει καμιά κριτική: ούτε τον ψέγει για κάποιο λάθος του, ούτε του αναφέρει κάτι καλό πού έκαμε. Δεν χρειάζεται να καθυστέρηση κα­θόλου μέσα στη λογική αυτή, πού δεν οδηγεί πουθενά άλλου, εκτός από το αδιέξοδο της κολάσεως. Δεν μπορεί κανείς να του αρνηθή την κάποια καλή του προσπάθεια, αλλά το κακό ήταν ότι δεν είχε κατα­λάβει ότι και ο ίδιος ήταν άσωτος, δεν ήταν μόνον ο αδελφός του.
Η παραβολή και εμείς
Έχει άμεση σχέσι η παραβολή αυτή με τον Θεό Πατέρα και την ιστορία της ανθρωπότητας, πού χαρα­κτηριστικά χωρίζεται σε δύο μέρη, σε δύο γιους.
Εμείς που βρισκόμαστε; Ποιόν αντιπροσωπεύαμε;
Δεν είναι εύκολο να πούμε. Είναι επικίνδυνο βιαστικά να απαντήσωμε- αυτό μας διδάσκει η παραβολή.
Ο νεώτερος υιός από την αρχή, πού ζήτησε στανικά το επιβάλλον μέρος της ουσίας (και ποιος του ειπε ότι είχε δικαίωμα να κάμη κάτι τέτοιο;), μέχρις ότου δαπανήση τα πάντα, και γίνη ισχυρός λιμός σ' όλη τη μακρινή χώρα, και πεθάνη της πείνας αυτός και οι πολίτες της χώρας εκείνης... Μέχρις ότου γί­νουν όλα αυτά, ήταν ζαλισμένος, δεν ήταν στα καλά του, ήταν εκτός εαυτού. Δεν μπορούσε να διακρίνη, να καταλάβη τί έκανε. Μόνο μετά από όλα αυτά «ήλθεν εις εαυτόν».
Άρα, αν βρισκώμαστε στην κατάστασι αύτη του νεώτερου γιου, πριν ελθη εις εαυτόν, σημαίνει ότι είμαστε στην πραγματικότητα εκτός εαυτών και δεν ξέρομε που βρισκόμαστε, τι μας γίνεται, τι αντιπροσωπεύαμε. Η και αν νομίζωμε ότι ξέρομε -πού συ­νήθως νομίζομε- πέφτομε έξω. Και μόνο αν έλθωμε εις εαυτούς κάποτε, με τη βοήθεια του Θεού, θα ανακαλύψωμε τη φτώχεια και τη γυμνότητα μας.
Άλλα και ο πρεσβύτερος υιός δεν είναι λιγότερο εκτός εαυτού. Η καλύτερα, αυτός δεν παρουσιάζεται ποτέ στην παραβολή να έρχεται εις εαυτόν, δηλαδή να έρχεται προς τον Πατέρα, να αισθάνεται και να ομό­λογη με τη ζωή και τη συμπεριφορά του την ανθρώ­πινη αδυναμία. Άλλα ψεύδεται και αλλοφρονεί: Κάνει πεισματικά το θέλημα του -«ωργίσθη και ουκ ήθελεν είσελθείν»- και νομίζει ότι έχει όλο το δίκιο με το μέ­ρος του. Ενώ κρίσις δικαία είναι εκείνου που δεν κά­νει το δικό του θέλημα αλλά μόνο το θέλημα του ουρανίου Πατρός.
Αυτοδικαιώνεται με τα λόγια του και ταυτόχρονα αναιρείται με τη διαγωγή του, αποδεικνυόμενος κενός οιηματίας, ξένος προς το ήθος του ουρανίου Πα­τρός.
«Τοσαύτα έτη δουλεύω σοι»: Υπολογίζει τον χρό­νο, την κτίσι όχι την αιωνιότητα, την άκτιστη χάρι, πού μια ροπή κάνει θεολόγο τον ληστή πού μετανοεί.
Κατηγορεί τον αδελφό του για ασωτεία και ανταρσία και ο ίδιος δεν υπακούει στον πατέρα του. Ενώ διαλαλεί τη διαρκώς άψογη στάσι του -«ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον»- την ίδια στιγμή όχι εντολή αυστηρή για δουλειά αρνείται, αλλά παράκλησι πα­τρική για συμμετοχή σε οικογενειακή χαρά καταπα­τεί.
Άρα, δεν είναι εύκολο μόνοι μας να πούμε που βρισκόμαστε, γιατί μπορεί να πέφτωμε έξω, μπορεί να είμαστε εκτός εαυτών και να μην το ξέρωμε, να μην το αντιλαμβανώμαστε.
Τί φοβερό να είσαι τόσο μακριά, ενώ βρίσκεσαι μέσα στο σπίτι! Και το ακόμη φοβερότερο, να εφαρμόζης τις εντολές και να μην καταλήγης στη γεύσι του μόσχου του σιτευτού, να μη γίνεσαι δαιτυμών λαμ­πρός του μεγάλου Συμποσίου πού προσφέρεται «υπέρ της Οικουμένης».
Εμείς ως πατέρες πνευματικοί
Υπάρχει μια ισορροπία στην όλη ιστορία, γιατί ο πατέρας όλα τα ρυθμίζει θείως, όλα τα υποφέρει. Σηκώνει γαλήνια τον σταυρό της όλης περιπέτειας του σπιτιού. Και τα δυο παιδιά του είχαν προβλήματα· βα­σανίστηκαν και τον βασάνισαν. Αυτός όμως έπραξε άψογα, θεϊκά. Ούτε τον νεώτερο υιό χαρακτήρισε άσω­το ούτε τον πρεσβύτερο επέπληξε, επειδή του μίλησε άπρεπα. Η συμπεριφορά του φανερώνει απέραντη αγάπη και φέρνει παρηγοριά.
Έφ' όσον έχομε έναν τέτοιο Πατέρα, μπορούμε να ελπίζωμε. Μπορούμε να βρούμε τον δρόμο για το σπίτι, μπορούμε να βρούμε τον εαυτό μας.
Στη ζωή μας ως άνθρωποι είμαστε πάντοτε παι­διά του Θεού' και υπόδειγμα για την επιστροφή προς τον ουράνιο Πατέρα είναι ο νεώτερος υιός. Βρισκόμαστε όμως και στη θέσι του πατρός ή του πνευμα­τικού πατρός. Τότε πάλι το πώς πρέπει να συμπερι­φερθούμε προς τα τέκνα ή πνευματικά μας τέκνα μας φανερώνει ή συμπεριφορά του «ανθρώπου» της πα­ραβολής.
Αν βρισκώμαστε στην κατάστασι του νεωτέρου πού επέστρεψε ή επιστρέφει, τότε μπορούμε να ανεχώμαστε τον άλλο, το παιδί μας. Τότε μπορούμε να νοιώθουμε -καΐ να το ομολογούμε- ότι είμαστε αδύ­νατοι, πολύ αδύνατοι -«χωρίς αυτού ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν» (βλ. Ίω. 15, 5)-, άλλα δεν πρέπει να απογοητευώμαστε, γιατί έχομε Πατέρα «δυνάμενον συμπαθήσαι ταις ασθενείαις ημών» (Έβρ. 4, 15).
Αν βρισκώμαστε είτε στην κατάστασι του νεώ­τερου υιού σε χώρα μακρινή ζώντες ασώτως, είτε στην κατάστασι του πρεσβύτερου υιού, πού δικαιώνει τον εαυτό του και καταδικάζει τους άλλους, τότε οπωσ­δήποτε θα παραποιούμε τη διαγωγή του αληθινού Πατρός. Παρ' όλη την πιθανώς καλή μας διάθεσι, θα βασανιζώμαστε και προ παντός θα βασανίζωμε.
Σύμφωνα μ' αυτά μπορούμε να διακρίνωμε δύο εκτροπές συμπεριφοράς πατρός ή πνευματικού πατρός:
Α'. Οι πρώτοι -κατά το παράδειγμα του νεωτέ­ρου προ της επιστροφής- παρουσιάζονται ως πολύ φιλελεύθεροι, συγκαταβατικοί και ανεκτικοί. Δεν κάνουν παρατηρήσεις. Δικαιολογούν τους νέους. Δεν τους θεραπεύουν αρρώστιες (δεν έχουν τέτοια ικανό­τητα). Οτιδήποτε κάνουν τα παιδιά τους, τα θεω­ρούν φυσικά, δικαιολογημένα ή και τέλεια. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα αγάπης αλλά συνέπεια αδιαφορίας και επιπολαιότητας· προσπάθεια να αποκτήσουν την πρόσκαιρη φιλία των παιδιών. Αυτοί οι δάσκαλοι-πατέρες καλύπτουν την ανικανότητα και άγνοια τους με υποτιθέμενη φιλανθρωπία και κατανόησι, ενώ πρό­κειται για πραγματική καταφρόνησι και εγκατάλειψι του ανθρώπου, ο όποιος έχει ανάγκη από τα μέγιστα και τίμια.
Αυτούς τους οδηγούς ακολουθούν οι νέοι για λί­γο, ξεγελασμένοι από την επίφασι της τόλμης τους και τον παραπλανητικό φιλελευθερισμό τους. 'Αλλά γρήγορα τους εγκαταλείπουν, αν έχουν γνήσιες απαι­τήσεις και δυνατή πνευματική κρασί, γιατί αντιλαμ­βάνονται την επικίνδυνη κουφότητα τους. Αυτοί είναι αλλότριοι, ξένοι προς τη ζωή, τη φύσι και βαθιά δί­ψα του ανθρώπου. «Και οι άνθρωποι αλλοτρίω ου μη ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ' αυτού, δτι ουκ οίδασι των αλλότριων την φωνήν» (Ίω. 10, 5).
Β', Οι δεύτεροι μένουν φαινομενικά στο σπίτι του πατέρα -παράδειγμα ο πρεσβύτερος υιός- ενώ βρίσκονται μακριά από το πνεύμα και το μεγαλείο της αγάπης του.
Αύτοχειροτονοϋνται πνευματικοί πατέρες, επειδή «τοσαύτα έτη» δουλεύουν. Και ενεργούν ως βάναυσοι επιτιμητές των άλλων. Ο προσωπικός τους αγώνας για μετάνοια και ταπείνωσι, κατά τα λεγόμενα τους, έχει τελειώσει. Τώρα ασχολούνται με τα προβλήμα­τα των άλλων (και συνήθως αυτόκλητοι). Ο,τι κά­νουν, δεν υπαγορεύεται από άδολη πατρική αγάπη -τους είναι ξένη- αλλά από μια μοχθηρή καρδιά και αδικαιολόγητη για τα χρόνια τους ζηλοφθονία. Έτσι σύντομα γίνεται σ' όλους έκδηλη η εσωτερική τους ακαταστασία και εκδικητική μανία. Η φωνή και η συμπεριφορά τους είναι ξένη προς τη φωνή του γνή­σιου ποιμένα, πού θυσιάζει την ψυχή του υπέρ των προβάτων και «τα ίδια πρόβατα καλεί κατ' όνομα και εξάγει αυτά» (Ίω. 10, 3).
Γι' αυτό οι άνθρωποι τους εγκαταλείπουν. Και όσο απομακρύνονται -και δικαιολογημένα- τόσο αυτοί δαιμονίζονται, εκσφενδονίζοντας απειλές και κατάρες γι' αυτούς πού δεν ζητούν τις συμβουλές τους.
Δεν μπορούμε, δεν μας είναι επιτρεπτό, να δείξωμε ούτε περισσότερη ούτε λιγότερη επιείκεια η αυστηρότητα απ' όση έδειξε ο ουράνιος Πατέρας. Η διαφορετικά να πούμε: και η επιείκεια και η αυστηρότητα μας είναι ανεπαρκείς και περιττές για τον άλ­λο. Αυτό πού χρειάζεται, είναι να παύσωμε, αν μπο­ρούμε, να ζούμε τον κατά φαντασίαν βίο, και να ζούμε για τον υπέρ ημών αποθανόντα και Αναστάντα. Έτσι θα ζούμε και για όλους. Και δι' ημών θα φανερώνε­ται Εκείνος, ο Αρχηγός της ζωής, και όχι οι σχε­τικές και άνευ αξίας δικές μας απόψεις και ενέργειες.
Αυτός πού επέστρεψε η επιστρέφει βλέπει μόνο την αναξιότητά του («ουκ ειμί άξιος κληθήναι υιός σου»). Γι' αυτό διακρίνει και εκπλήσσεται από την αγάπη του Θεού. Βλέπει τον εαυτό του πρώτο των αμαρτωλών και τους άλλους καθαρούς. Αυτός ο άνθρωπος αγαπά «καθ' ομοιότητα του Θεού» (Αββάς Ισαάκ, λόγος πα'), αγαπά με την αγάπη του Θεού, πού σώζει και κρίνει. Δι' αυτού αγαπά και φανερώνε­ται μόνον ο Θεός. Αυτός γίνεται Θεός κατά χάριν και όχι θεολόγος κατά φαντασίαν. Το πρώτο είναι δύσκο­λο και δυσεύρετο, το δεύτερο ευτελές και καθημερινό.
Οι αγιαζόμενοι, οι Άγιοι, μας παρηγορούν, μας σώζουν. Αυτοί μπορούν να αναλάβουν το έργο του πατρός, γιατί λένε την αλήθεια με τον λόγο και τη ζωή τους. Παρουσιάζουν ότι ο αγώνας τους υπάρχει μέχρι τέλους. Μπορεί ν' αλλάζη, αλλά δεν τελειώνει, μέχρι να μπή ο άνθρωπος στον τάφο. Το έργο της με­τανοίας ακολουθεί όσο ζούμε. Η ήμερα της ταφής μας είναι η ώρα του σαββατισμού.
Και μείς, πού είμαστε αδύνατοι, πού έχομε προβλήματα, τους ακούμε, τους εμπιστευόμαστε το είναι μας, τους πλησιάζαμε, θέλομε, όσο γίνεται περισσό­τερο, να μένωμε κοντά τους. Γιατί νοιώθουμε ότι μας νοιώθουν, μας ευεργετούν, μας θεραπεύουν, όσο σκλη­ροί κι αν είναι -όταν είναι. Η φιλανθρωπία τους είναι δραστική, σωτήρια, και η αυστηρότητα τους φιλάνθρωπη.
Χωρίς την αγάπη του Θεού Πατρός και την παρουσία των Αγίων, που κάνουν αισθητή τη στοργή και το φως Του, η ζωή στη γη σκοτεινιάζει και κρυώ­νει σαν κόλασι. Οι πολίτες της «μακρινής χώρας» σε καταστρέφουν στέλνοντας σε να βοσκής χοίρους, πά­θη σαρκός. Και οι «δίκαιοι» -τύπου πρεσβύτερου υιού- σε καταδικάζουν δεν δέχονται τη μετάνοια σου.
Υπάρχει όμως πάντοτε ο Πατέρας που σε γέν­νησε, σε πονά και σε σώζει.
Το σύμπαν είναι κατοικήσιμο, εφ' όσον έχομε τον Θεό πατέρα και τον συνάνθρωπο αδελφό μας.

Πηγή:www.zoiforos.gr

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΜΕ ΤΑ ΠΑΘΗ

Το να βλέπουμε τα πάθη μας, να λυπόμαστε γι’ αυτά και να καταφεύγουμε στο Θεό, ζητώντας τη θεραπεία της ψυχής μας, είναι η καλή αρχή του καλού δρόμου.

Βλέπετε να υπάρχει μέσα σας η διάθεση για την απαλλαγή από τα πάθη; Αν ναι, να προσέχετε καθημερινά τον εαυτό σας, να φοβάστε τις πτώσεις και να φυλάγεστε με κάθε τρόπο από τις αιτίες της αμαρτίας. Έτσι, με τον καιρό, τα πάθη εξασθενούν.

Αλίμονο στη ψυχή, που θα φτάσει στην αναίδεια να πει: «Τίποτα δεν φοβάμαι!». Αυτή η εγωιστική αφοβία είναι η αρχή της πτώσεως και της καταστροφής της.

Πάντως, και όταν αγωνιζόμαστε με καλή προαίρεση εναντίον των παθών, πρέπει ν’ αποφεύγουμε τις αδιάκριτες ακρότητες. Πρέπει να γνωρίζουμε το μέτρο και τα μέτρα μας. Αλλιώς θα κυριευθούμε από αθυμία και στη συνέχεια από απελπισία. Παρ’ όλες τις αδυναμίες μας, ας μην αμφιβάλλουμε ότι ο Θεός μας αγαπάει και θέλει τη σωτηρία μας. Επομένως, αν δεν παραδινόμαστε θεληματικά στα πάθη, Εκείνος θα μας προφυλάξει από τις πτώσεις.

Το δέντρο που έχει ριζώσει βαθιά στη γη, λυγίζει κάτω από το δυνατό άνεμο, αλλά σηκώνεται πάλι όρθιο, όταν αυτός κοπάσει. Το ίδιο συμβαίνει και με τη ψυχή. Ας λυσσομανούν εναντίον της τα πάθη, ας την ταρακουνούν κι ας τη λυγίζουν πρόσκαιρα. Φτάνει η ρίζα να μην πειραχθεί. Και ρίζα είναι η σταθερή απόφαση της ψυχής να μην υποχωρήσει στην αμαρτία ως το θάνατο.

Πηγή: Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Χειραγωγία στην πνευματική ζωή, Ι. Μ. Παρακλήτου.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

ΠΟΣΟ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΝΕΟ ΑΝΘΡΩΠΟ Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ;

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΣΙΣΑΝΙΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑΤΙΣΗΣ ΠΑΥΛΟΥ
Όλος ο αρχαίος πολιτισμός είναι ένας θεολογικός πολιτισμός. Το αγωνιώδες ερώτημα στη φιλοσοφία είναι το ερώτημα περί του ποιος είναι “το όντως Όν”.Τα περισσότερα θέματα των αρχαίων τραγωδιών είναι θρησκευτικά θέματα και περιλαμβάνουν καίρια θεολογικά ερωτήματα και προβλήματα.

Η Ενανθρώπιση του Θεού είναι η απάντηση του Oυρανού στη θρησκευτική και τη φιλοσοφική αγωνία του ανθρώπου, το Πάθος και η Ανάστασή Του νοηματίζουν τη ζωή και όλες τις πτυχές της.Η Εκκλησία επιθυμεί να αναγάγει τον άνθρωπο από τη σωματική άθληση στην κατά Θεόν άθληση. Να τον καλέσει από το αθλητικό στάδιο στο στάδιο των αρετών, προκειμένου τελικά πολύ πιο πέρα από μια εγκόσμια νίκη να κερδίσει τη νίκη απέναντι στο θάνατο.Η αντίληψη ότι η Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται για το σώμα αλλά μόνο για την ψυχή του ανθρώπου, είναι λανθασμένη. Η Ορθόδοξη πίστη μας δεν αποδέχεται τον πλατωνικό διχασμό, σύμφωνα με τον οποίο το σώμα είναι ο τάφος της ψυχής. Αποβλέπει στη θέωση όλου του ανθρώπου, που αποτελείτε από ψυχή και σώμα, και βέβαια ενδιαφέρεται για την ανακαίνιση ολοκλήρου της κτίσεως.

Στην Αγία Γραφή αλλά και στην Πατερική Παράδοση πολλές φορές γίνεται αναγωγή από τη σωματική άθληση στην πνευματική άθληση. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου στον Τιμόθεο:«και εάν δε και τις αθλη ου στεφανούται εάν μη νομίμως αθλήση » είναι χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της θεωρήσεως των πραγμάτων.Ο αθλητής δεν παίζει με το άθλημα, δεν διασκεδάζει, παρά το ότι θέλει ο ίδιος να αγωνίζεται και χαίρεται αγωνιζόμενος. Ο αθλητής ζει ζωή πειθαρχημένη και μαθητεύει σκληρά. Πίσω από ένα χρυσό μετάλλιο ή μια διάκριση κρύβεται πολύς αγώνας, πολύς μόχθος, κρύβεται σκληρή προπόνηση.

Με την προπόνηση μαθαίνει πρωτίστως τα όρια των δυνάμεων και των ικανοτήτων του, αλλά και την ανάγκη και τους τρόπους να τα υπερβαίνει διαρκώς. Σε πολλά επίσης από τα αθλήματα μαθαίνει τη συλλογικότητα, την επιτυχία ως συνεργασία.Ο αθλητής είναι αποφασισμένος να υποστεί πολλά για να κερδίσει το στεφάνι της νίκης, από την άλλη πλευρά όμως γνωρίζει αυτό που σημειώνει και ο Απόστολος Παύλος προς τον Τιμόθεο, το ότι δηλαδή “και εάν δε και άθλη τις, ου στεφανούται εάν μη νομίμως αθλήση”.

Αυτό το “νομίμως αθλήση” δεν αρχίζει και δεν τελειώνει μόνο μέσα στο στίβο, αλλά περιλαμβάνει και τον τρόπο της προετοιμασίας του. Περιλαμβάνει την εγκράτειά του, την άσκησή του, την πειθαρχία και την επιμονή του, την υπακοή του και στους κανόνες και στον δάσκαλό του, τον προπονητή του.

Στο σημείο αυτό θέλω να σημειώσω ότι η προπόνηση προϋποθέτει προπονητή, στον οποίον ο αθλητής εμπιστεύεται την προετοιμασία του και γνωρίζει ότι του οφείλει τη νίκη του. Η ύπαρξη του προπονητή έχει μεγάλη σημασία για την άθληση.

Ο προπονητής γνωρίζει τη μέθοδο για να κάνει τον αθλητή να αποδώσει στον καλύτερο βαθμό. Έχει σαφή γνώση της αθλήσεως, γνωρίζει καλά τη φυσική κατάσταση του αθλητή και, με την ειδική μέθοδο που γνωρίζει και χρησιμοποιεί, προσπαθεί σταδιακά να ανεβάσει τον αθλητή στο επίπεδο που μπορεί να αποδώσει και να επιτύχει το σκοπό του.Χωρίς προπονητή είναι αδύνατον να γίνει κανείς καλός αθλητής. Η ύπαρξη του προπονητή έχει ακόμη την έννοια της υπακοής και της πειθαρχίας. Ένας σωστός αθλητής υπακούει και σέβεται τον προπονητή του, αποδέχεται και τηρεί – μετ΄ ευλαβείας πολλές φορές-τις υποδείξεις του, πειθαρχεί στις εντολές του.

Ανάλογη είναι η εμπειρία των πνευματικών αθλητών. “Δώσε αίμα και λάβε πνεύμα” λέγει κάποιος από αυτούς, ενώ έτερος θα παρατηρήσει ότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό “εν αναπαύσει και πλατυσμώ”. Όλη η ζωή της Εκκλησίας – είτε αφορά τους μοναχούς είτε τους εις τον κόσμον αγωνιζομένους Χριστιανούς – έχει ασκητικό χαρακτήρα, είναι μια διαρκής άθληση.Η άσκηση είναι το καλύτερο εργαλείο για την ανόρθωση της ψυχής και τη σωστή σχέση της με το σώμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η άσκηση είναι ο σκοπός της πνευματικής ζωής. Είναι το μέσο για την επίτευξη του σκοπού, που είναι η θέωση του ανθρώπου.

Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι μια κατ΄ εξοχήν ασκητική-αθλητική περίοδος, είναι η είσοδος στο Στάδιον των Αρετών, το οποίο έχει ήδη ανοιχθεί και κληθήκαμε- όσοι θέλουμε να αγωνισθούμε- να προσέλθουμε αναλαμβάνοντας τον καλόν της νηστείας αγώνα. Το άθλημα αυτό της νηστείας, όπως εξηγεί με τους υπέροχους ύμνους των ημερών, δεν αφορά μόνο το σώμα του ανθρώπου, αλλά τον όλον άνθρωπο, διαφορετικά το άθλημα αυτό δεν είναι “ευάρεστον τω Κυρίω”. Άσκηση είναι η αγάπη, είναι η άσκηση της αγάπης, όπως ολοκάθαρα φαίνεται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής των Αποκρέω.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης τονίζει ότι: “στάδιον ο κοινός των ανθρώπων βίος εστί, οις αντίπαλός εστίν η κακία, πολυτρόπως τοις δολεροίς παλαίσμασι καταγωνιζομένη τους προσπαλαίοντας ”.

Ο Χριστιανός σε πολλά χωρία της Καινής Διαθήκης θεωρείται ως αθλητής, αγωνιστής, παλαιστής, που αγωνίζεται τον καλόν αγώνα της πίστεως. Σε όλη τη Λατρευτική πράξη οι Άγιοι είναι οι αθλοφόροι Κυρίου, που πότισαν τη γη με το αίμα τους, και το μαρτύριό τους χαρακτηρίζεται σαν άθληση.

Όπως στα σωματικά, όμως, η ύπαρξη του προπονητού παίζει καίριο ρόλο, το ίδιο συμβαίνει και στα πνευματικά. Ο Χριστιανός χρειάζεται έναν πνευματικό προπονητή, μύστη των μυστικών όλων των πνευματικών αθλημάτων, για να μαθαίνει στην υπακοή και να αποκτήσει την πνευματική γνώση. Πνευματική ζωή χωρίς πνευματικό πατέρα και καθοδηγητή- και μάλιστα έμπειρο- δεν είναι δυνατόν να κατορθωθεί και ο ασκούμενος στα πνευματικά παλαίσματα Χριστιανός είναι πολύ εύκολο να πέσει σε πλάνη.

Να τονίσουμε επίσης ότι η άσκηση είναι δίχως νόημα, ευλογία και αγιασμό, αν είναι απομακρυσμένη από την υπακοή στην Εκκλησία. Η δίαιτα δεν έχει καμιά σχέση με τη νηστεία, η αγρυπνία με την αϋπνία, η μοιρολατρική στάση απέναντι στη φτώχεια με τη συνειδητή απόρριψη του περιττού και την εντρύφηση στην απλότητα.Συχνά ο νους μας είναι νοσηρός. Κάνουμε λοιπόν αυτό που λέγει ο Κύριος στο Ευαγγέλιο, αυτό που οι Θεοφόροι Πατέρες ορίζουν στους ιερούς Κανόνες και αυτό που επιτρέπει ο Πνευματικός μας Πατέρας. Η αυθαιρεσία, η πρωτοτυπία, η ανυπακοή είναι άγνωστα για την Ορθόδοξη άσκηση.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία προσφέρει στον άνθρωπο μια μοναδική πνευματική οδό, η οποία ολοκληρώνει τη σωματική γυμνασία και προετοιμασία του αθλητή, τον απεγκλωβίζει από τη μονομέρεια, η οποία οδηγεί πολλές φορές σε μη αθλητικούς δρόμους και τελικώς, πέρα από τις ανθρώπινες διακρίσεις και τα μετάλλια, τον οδηγεί στη νοηματοδότηση της ζωής του και στη μέγιστη νίκη, τη νίκη απέναντι στο θάνατο, και στο μέγιστο έπαθλο, τη Βασιλεία του Θεού.

Πηγή:www.inagiounikolaoutouneou.gr