Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

ΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΡΘΙΟΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ;

Κάθε Ορθόδοξη Χριστιανική Οικογένεια, και γενικότερα κάθε πιστός, πρέπει να εκκλησιάζεται και να συμμετέχει ενσυνείδητα, και όχι τυπολατρικά, στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.
Κάποτε, οι Χριστιανοί ρώτησαν τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος: Πότε καταλαβαίνουμε ότι η ψυχή είναι άρρωστη; Εκείνος απάντησε: Όταν ο άνθρωπος δεν θέλει να εκκλησιάζεται. Είναι δηλαδή σαν να έχουμε δικά μας αγαπημένα πρόσωπα που τα αγαπάμε και μας αγαπούν, και όταν τα βλέπουμε στο δρόμο, ούτε τα χαιρετούμε αλλά και ούτε πάμε σπίτι τους να τα επισκεφθούμε. Τι είδους αγάπη είναι αυτή;
Στις Εκκλησίες μας, η Κυριακάτικη Λατρεία αρχίζει με τον Όρθρο, ο οποίος διαρκεί 1:20 ώρα περίπου. Αμέσως μετά ξεκινά η Θεία Λειτουργία με την εκφώνηση του Ιερέα “Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν”. Την στιγμή αυτή όλοι οι πιστοί πρέπει να είναι όρθιοι. Μετά μπορούμε αν θέλουμε να καθίσουμε. Καλό θα ήταν αν δεν ξέρουμε πότε να σηκωνόμαστε και πότε να καθόμαστε, να παρακολουθούμε τους συμπροσευχούμενούς αδελφούς μας.
Σε συντομία, πρέπει να είμαστε όρθιοι στα εξής σημεία του Όρθρου και της Θείας Λειτουργίας:
- Όταν διαβάζεται ο Εξάψαλμος
– Όταν ο Ιερέας διαβάζει το Ευαγγέλιο του Όρθρου και εν συνεχεία βγαίνει να το προσκυνήσουμε
- Στον ύμνο της Παναγίας “Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ…”
- Κατά τη Δοξολογία
- Στο “Ευλογημένη η Βασιλεία”…
– Κατά τη Μικρή Είσοδο του Ευαγγελίου από τον Ιερέα
- Κατά το Ευαγγέλιο
- Κατά την Μεγάλη Είσοδο στην οποία ο Ιερέας μεταφέρει τα Τίμια Δώρα
- Κάθε φορά που ο Ιερέας δίνει την ειρήνη του Χριστού και την ευλογία με το “Ειρήνη πάσι” ή μας θυμιατίζει
- Κατά την πιο λεπτή στιγμή της Θείας Λειτουργίας που κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα για να καθαγιάσει τα Τίμια Δώρα, προσφωνώντας εκ του ιερέως “Τα Σα εκ των Σων, Σοι προσφέρομεν…”
- Όταν ακούμε από τον Ιερέα το “Πρόσχωμεν. Τα Άγια τοις αγίοις” όπου υψώνεται ο Αμνός (Χριστός)
- Κατά την απαγγελία του Συμβόλου της Πίστεως “Πιστεύω…”
- Κατά την απαγγελία της Κυριακής Προσευχής “Πάτερ ημών..”

- Στο “Μετά φόβου Θεού, πίστεως, και αγάπης προσέλθετε” διότι τούτη την στιγμή προσφέρεται το Σώμα και το Αίμα του Χριστού για να μεταλάβουμε, και


- Στην Απόλυση της Θείας Λειτουργίας που κάνει ο Ιερέας με το “Δι’ευχών των Αγίων Πατέρων ημών..”.


Πηγή: www.pentapostagma.gr

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ

«…Η μετάνοια είναι ριζική αλλαγή όλης της ζωής, αναποδογύρισμα, επανατοποθέτηση, επαναπροσανατολισμός, άρνηση και μίσος του κακού, πλήρης αλλαγή νοοτροπίας, αγάπη ολοκάρδια του αγαθού και πιστή και υπομονετική ακολούθησή του. Η μετάνοια δεν τελειώνει σε μία εξομολόγηση με λίγα έστω δάκρυα. Η μετάνοια δεν είναι αστραπή ή φωτοβολίδα, αλλά συνεχές, επίπονο έργο ζωής. Η εξομολόγηση δεν είναι πάλι απλή διαλογική συζήτηση, λύση αποριών, τυπική εξαγόρευση δυσκολιών που έχουμε με τους άλλους, που δεν μας καταλαβαίνουν και δεν μας αγαπούν τόσο. Η εξομολόγηση δεν γίνεται από καλή συνήθεια, για το καλό, για το έθιμο, από φόβο μη μας τιμωρήσει ο Θεός και λοιπά. Η εξομολόγηση είναι βαθειά ανάγκη της μετανοημένης ψυχής, ταπεινή κατάθεση του βάρους των πλημμελημάτων. Δεν είναι σωστό ν’ αλλάζει κανείς συνέχεια πνευματικούς. Να έχει συγχρόνως δύο πνευματικούς. Να λέει λίγα εδώ και λίγα εκεί. Τούτο φανερώνει μεγάλη πνευματική ανωριμότητα, επιπολαιότητα και αστάθεια. Θέλει μια κάποια προετοιμασία η εξομολόγηση. Μη ζητώντας τον τέλειο και άγιο πνευματικό δεν πάμε καθόλου. Η αγιότητα δεν είναι μεταδοτική. Ο πιο άγιος πνευματικός δεν μπορεί να μας κάνει τίποτε αν δεν αγωνισθούμε. Μη νομίζουμε ότι ανεβαίνουν οι πνευματικές μετοχές μας με το να έχουμε ονομαστούς πνευματικούς, μάλλον αυξάνονται οι υποχρεώσεις μας και θα πρέπει να ελεγχόμεθα. Καλό είναι να ζητάμε τοκαλό και το τέλειο όχι όμως να πάσχουμε ως ατελείς και δεινοί ευσεβιστές . Μη φοβόμαστε να παραδεχθούμε την ήττα μας, την αδυναμία μας, την αμέλειά μας. Δεν θα κατακριθούμε γιατί πέσαμε, αλλά γιατί δεν σηκωθήκαμε. Μόνο ο δαίμονας έπεσε και δεν σηκώθηκε ποτέ. Δεν θα κολασθούμε, αδελφοί μου, γιατί αμαρτήσαμε, αλλά γιατί δεν μετανοήσαμε. Η υγιής παραδοχή της αμαρτωλότητάς μας είναι πολύ σημαντική. Όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας αυτή την παραδοχή είχαν μόνιμα. Αυτό το συντετριμμένο πνεύμα πρέπει πάντοτε να υπάρχει στην καρδιά του μετανοούντος χριστιανού, πολύ περισσότερο κατά την ώρα της εξομολογήσεως. Μην αναμένουμε ανακριτικές ερωτήσεις, μη φοβόμαστε, μη δειλιάζουμε, μη ντρεπόμαστε, μην αναβάλλουμε, μη θεωρούμε αμαρτίες μόνο το φόνο και την κλοπή. Ούτε αδιάφοροι ούτε σχολαστικοί, ούτε φοβισμένοι ούτε ξεθαρρεμένοι. Θα μπορούσε κανείς πολλά να πεί επί του σοβαρού αυτού θέματος. Ας παρακαλέσουμε το Θεό να μας φωτίζει να αναχωρούμε από το εξομολογητήριο όχι με πρόσθετες αμαρτίες. Παρουσιάζοντας ακόμα κι εκεί προφάσεις και δικαιολογίες για τον καλό εαυτό μας και τον κακό κόσμο…».

ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΈΩΣ ΑΓΙΟΡΕΊΤΟΥ: « Ο ΟΣΙΟΣ ΤΕΛΩΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΑΣΩΤΟΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝ ΠΛΩ.

ΜΕΤΑΝΟΙΑ

Η μετάνοια δεν είναι μόνο ένα στάδιο μέσα από το οποίο περνά ο ασκητής και κατόπιν το αφήνει πίσω του. Είναι μία στάση που χρωματίζει ολόκληρη τη ζωή του και για την οποία συνεχώς αγωνίζεται: «Με το χρόνο και την υπομονή, τα πράγματα για τα οποία έχουμε μιλήσει, αποκτιούνται βαθμιαία και τελειοποιούνται μέσα μας».
Η μετάνοια είναι ένας τρόπος ζωής, όχι ένα γεγονός ή ένα στάδιο ζωής. Δεν είναι ούτε μία απομονωμένη στάση, αλλά μία συνεχής διάβαση, τουλάχιστον σ’ αυτή τη ζωή. Κατά την Ημέρα της Κρίσεως, ο Θεός δεν θα απαιτήσει θαύματα ή άλλα εξαιρετικά χαρίσματα από μας. Ο Θεός θα κρίνει τη μετάνοιά μας, «αν έχουμε πενθήσει ακατάπαυστα».

Πηγή: π. Ιωάννης Χρυσαυγής, «Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ».

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

ΓΡΑΜΜΑ Σ' ΕΝΑΝ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟ;

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

 «Μου γράφεις ότι όλη σου η περιουσία πωλήθηκε σε τρίτους. Όταν βρέθηκες στο δρόμο χωρίς τίποτα και κανέναν, κατευθύνθηκες προς το νεκροταφείο αποφασισμένος να αυτοκτονήσεις. Δεν είχες αμφιβολία ούτε δεύτερη σκέψη επ' αυτού...
Εξουθενωμένος από την ταλαιπωρία, ξάπλωσες πάνω στον τάφο των γονιών σου και αποκοιμήθηκες.Στον ύπνο σου εμφανίστηκε η μητέρα σου, που σε απείλησε λέγοντάς σου ότι στο Βασίλειο του Θεού υπάρχουν πολλοί από εκείνους που επαιτούσαν στην γη, αλλά ούτε ένας από εκείνους που αφαίρεσαν μόνοι τους τη ζωή τους. Αυτό το όνειρο σ' έσωσε από την αυτοκτονία.
Όντως η αγαπημένη σου μητέρα σε έσωσε κατά την πρόνοια του Θεού. Άρχισες να επαιτείς και από την επαιτεία να ζεις. Και ρωτάς αν μ' αυτό καταπατάς το νόμο του Θεού;Θάρρος, άνθρωπε!
Ο Θεός έδωσε εντολή: Ου κλέψεις!
Αλλά δεν έδωσε εντολή: Μην επαιτείς! Η επαιτεία χωρίς πραγματική ανάγκη είναι κλοπή, αλλά στη δική σου περίπτωση δεν είναι κλοπή.
Ο στρατηγός και αυτοκράτορας Ιουστινιανός στα γεράματα έμεινε χωρίς περιουσία, χωρίς φίλους και τυφλός. Καθόταν τυφλός έξω από την αυλή του θρόνου και επαιτούσε για λίγο ψωμί. 
Σαν χριστιανός δεν επέτρεψε στον εαυτό του ούτε καν να σκεφτεί την αυτοκτονία. Γιατί, όπως η ζωή είναι καλύτερη από το θάνατο, έτσι και είναι καλύτερα ζητιάνος παρά αυτόχειρας.
Λες πως σε κυριεύει ντροπή και πως η θλίψη σου είναι βαθειά. Στέκεις τα βράδια έξω από το καφενείο που κάποτε ήταν δικό σου και ζητάς ελεημοσύνη από όσους μπαίνουν και βγαίνουν.
Θυμάσαι πως πριν λίγο καιρό ήσουν το αφεντικό του καφενείου και πως τώρα δεν τολμάς να μπεις ούτε σαν πελάτης. Και κοκκινίζουν τα μάτια σου από το κλάμα και τον οδυρμό.
Ω, καλέ μου άνθρωπε, παρηγορήσου! Οι άγγελοι του Θεού δεν είναι μακριά σου.
Γιατί κλαις για το καφενείο; Δεν έχεις ακούσει για ένα καφενείο στην άκρη του Βελιγραδίου που λέγεται "όποιου δεν ήταν, όποιου δεν θα είναι";
Πράγματι, ήταν μεγάλος φιλόσοφος αυτός που έγραψε αυτές τις λέξεις. 
Αφού αυτό ισχύει για όλα τα καφενεία, όλα τα σπίτια, όλους τους πύργους και όλα τα παλάτια του κόσμου.
Τι έχασες; Εκείνο που δεν ήταν δικό σου όταν γεννήθηκες και δεν είναι ούτε τώρα δικό σου.
Ήσουν το αφεντικό, τώρα είσαι φτωχός. Αυτό δεν είναι απώλεια. Απώλεια είναι όταν κάποιος άνθρωπος γίνεται κτήνος.Αλλά εσύ ήσουν άνθρωπος και παρέμεινες άνθρωπος.
Υπέγραψες κάποιες συναλλαγματικές σε κάποιους επιφανείς πελάτες σου και γι' αυτό το καφενείο σου έγινε καφενείο κάποιου ξένου.Τώρα βλέπεις από το παράθυρο πως όλοι εκείνοι γελούν στο καφενείο όπως και πριν, ενώ εσύ περιφέρεσαι στους δρόμους με δάκρυα στα μάτια και σκεπάζεις την ντροπή.Μη φοβάσαι, ο Θεός έχει δικαιοσύνη.
Όλοι αυτοί θα απολογηθούν για τα αδικήματά τους.
Όταν όμως αυτοί αποπειραθούν να αυτοκτονήσουν, ποιός ξέρει αν ο δίκαιος Θεός θα επιτρέψει στη μητέρα τους να τους παρουσιαστεί από εκείνον τον κόσμο και να τους αποτρέψει από αυτό το έγκλημα;
Μην βλέπεις ούτε στιγμή την επιτυχία τους. Αφού δεν γνωρίζεις το τέλος τους. 
Ένας αρχαίος Έλληνας σοφός, ο Σόλων, είπε κάποτε: "Μηδένα προ του τέλους μακάριζε", δηλαδή ποτέ μην αποκαλείς κάποιον ευτυχισμένο πριν δεις το τέλος του!
Είναι δύσκολο να είσαι επαίτης;Αλλά μήπως δεν είμαστε όλοι επαίτες; Μήπως δεν εξαρτώμεθα όλοι, κάθε μέρα και κάθε ώρα, από το έλεος Εκείνου που μας δίνει ζωή να ζούμε;
Εσύ και τώρα έχεις σημαντική αποστολή στον κόσμο: Στρέφεις την προσοχή των ανθρώπων στο να θυμούνται τον Θεό και την ψυχή και να είναι ελεήμονες.
Αναγκασμένος, λοιπόν, να ζεις στην σιωπή εμβάθυνε στην ψυχή σου και συζήτα μέσω της προσευχής με το Θεό.Η ζωή του επαίτη είναι πιο ηρωική από αυτή του αφεντικού.
"Ότι εν πυρί δοκιμάζεται χρυσός και άνθρωποι δεκτοί εν καμίνω ταπεινώσεως" (Σρ. 2,5)
Αλλά εσύ ήδη έδειξες ηρωϊσμό με το να νικήσεις τη μαύρη σκέψη της αυτοκτονίας. Αυτό είναι νίκη πάνω στο πνεύμα της απογοήτευσης.Μετά από αυτή τη νίκη όλες οι άλλες για σένα θα είναι εύκολες.
Ο Κύριος ας είναι δίπλα σου. Ειρήνη και παρηγοριά από τον Κύριο».


Από το βιβλίο "Ιεραποστολικές επιστολές Α'" του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
(δρόμος χωρίς Θεό δεν αντέχεται...), εκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ

Πηγή: περιοδικό ΦΙΛΟΙ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ, του συλλόγου ΟΝΗΣΙΜΟΣ, σελ. 12-14

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Η ΕΤΟΙΜΑΣΜΕΝΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΥ

           «Παράγει το σχήμα του κόσμου τούτου» (Α’ Κορ. 7,31). Αυτή είναι η πεποίθηση της Εκκλησίας. Προσδοκούμε την Ανάσταση των νεκρών και τη ζωή του μέλλοντος αιώνος. Προσδοκούμε τον «πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς», ο Οποίος θα μας εντάξει όλους στη Βασιλεία Του, «ης ουκ έσται τέλος». Και είναι «ητοιμασμένη η Βασιλεία Του από καταβολής κόσμου» (Ματθ. 25, 34) για τον καθέναν μας. Αυτός είναι ο σκοπός της ύπαρξης του ανθρώπου. Να μετάσχει στην Βασιλεία του Θεού. Αυτήν που φανέρωσε στον κόσμο ο Χριστός. Και που μας έδωσε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα γίνουμε μέλη της, τόσο δια της διδασκαλίας Του, όσο και δια του Πάθους και της Αναστάσεώς Του.

          Η Βασιλεία του Θεού είναι η αιώνιος ζωή. Είναι η δυνατότητα να γνωρίσουμε οι άνθρωποι δια του Υιού τον Πατέρα. Να γίνουμε παιδιά του Θεού, λαμβάνοντας το χάρισμα της υιοθεσίας. Να κοινωνούμε την παρουσία του Χριστού και να ζούμε την χαρά της συνάντησης με τον πλησίον μας στα πρόσωπα των Αγίων και των σεσωσμένων. Και να έχουμε αφήσει πίσω μας κάθε φθορά, κάθε αμαρτία, ακόμη και τον έσχατο εχθρό του ανθρώπου, τον θάνατο. Η Βασιλεία του Θεού όμως  δεν θα περιλάβει όλους τους ανθρώπους. Γιατί η ζωή κοντά στο Θεό έρχεται ως αποτέλεσμα της ελεύθερης επιλογής του ανθρώπου.  Ο καθένας μας καλείται να ζήσει την Βασιλεία  από τον παρόντα κόσμο και χρόνο. Να την καταστήσει οικεία του. Να ανοίξει την ύπαρξή του σ’ Αυτήν και να νικήσει τα εμπόδια που κλείνουν το δρόμο, που δεν είναι άλλα από την απουσία της αγάπης, την αμαρτία και την αδικία.

               Ο Χριστός έθεσε τα κριτήρια συμμετοχής του ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού. Όπως διακριβώνουμε από το Ευαγγέλιο της μελλούσης κρίσεως αυτά είναι τρία. Η αγάπη προς τους αδελφούς, η οποία αποτυπώνει την αγάπη προς τον ίδιο το Χριστό, η καλοσύνη  και  η κατά Θεόν δικαιοσύνη. Η αγάπη προς τους αδελφούς εκφράζεται δια των έργων. Είναι  τροφή προς τους πεινώντας, το ξεδίψασμα προς τους διψώντας, η ένδυση προς εκείνους που είναι γυμνοί, είναι η επίσκεψη στους ασθενείς και στους φυλακισμένους, δηλαδή το μοίρασμα της ζωής και της ύπαρξης με όλους τους περιθωριοποιημένους του κόσμου, με όλους όσους δυσκολεύονται, με τους πονεμένους και στερημένους συνανθρώπους. Τα λόγια του Χριστού ηχούσαν παράξενα στην εποχή του, καθώς απευθύνονταν σε έναν κόσμο, ο οποίος χαρακτηρίζονταν από την αδιαφορία για τον συνάνθρωπο, από την κτηνωδία έναντι των μη συμμορφούμενων με τα δόγματα των ισχυρών και με τη αυτάρκεια όσων θεωρούσαν ότι εξέφραζαν τον νόμο του αληθινού Θεού. Το κήρυγμα του Χριστού ανατρέπει τα δεδομένα της εποχής του. Δεν κληρονομεί την αιώνια ζωή όποιος δεν βλέπει στο συνάνθρωπό του τον ίδιο το Χριστό. Δεν κληρονομεί την αιώνια ζωή όποιος δεν δείχνει σεβασμό και δεν υπολογίζει την μοναδικότητα του ανθρώπινου προσώπου, ανεξάρτητα από κοινωνικό επίπεδο, μόρφωση, αδυναμία, ήθος ζωής. Δεν κληρονομεί την αιώνια ζωή όποιος στηρίζεται στην αυτάρκεια της τήρησης του γράμματος του νόμου και δεν βλέπει ότι ο νόμος αποτελεί την βάση για να ανοιχτεί προς τον καθένα  άνθρωπο, ανεξαρτήτως αν ανήκει ή όχι στον περιούσιο λαό του Θεού.
            Το κριτήριο της αγάπης φέρνει μαζί και την καλοσύνη της καρδιάς. Για να αγαπήσει ο άνθρωπος χρειάζεται η ύπαρξή του να έχει προχωρήσει σε έξοδο από την οχύρωση στο εγώ. Από τα δικαιώματά του. Να έχει καλλιεργήσει ένα ήθος προσφοράς και θυσίας. Και αυτό δεν έρχεται χωρίς καλοσύνη. Η καλοσύνη βλέπει την ανάγκη του διπλανού ως πιο σημαντική από την προσωπική ανάγκη. Η καλοσύνη πηγάζει από μία καρδιά που έχει συγχωρέσει τον άλλο για την αποτυχία του να έχει την τροφή που του χρειάζεται, τα ρούχα, την συντροφικότητα, αλλά και την αποδοχή της κοινωνίας. Για να προσφέρει κάποιος χρειάζεται να έχει δοτικότητα. Και η δοτικότητα δεν αποκτιέται όταν κέντρο του κόσμου είναι ο εαυτός μας, αλλά όταν η ψυχή καλλιεργείται στο δρόμο της αρετής, στο δρόμο της ανθρωπιάς, στο δρόμο της συγχώρεσης. Η καλοσύνη βγαίνει από μια ταπεινή ψυχή. Από αυτή που έχει συναίσθηση ότι παντού βρίσκεται ο Χριστός. Η καλοσύνη  κάνει τον άνθρωπο να μη νικιέται από τον πειρασμό της αυτάρκειας, να μην οχυρώνεται πίσω κάθε κρίση και να λειτουργεί όπως μπορεί ώστε και ο άλλος να ξαναβρει νόημα στη ζωή του, παρηγοριά και γαλήνη, καλύπτοντας τις υλικές του ανάγκες, αλλά και την ανάγκη του για επικοινωνία, συνάντηση και μοίρασμα.
             Η αγάπη πηγάζει από την αίσθηση της κατά Θεόν δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη είναι πρωτίστως η ευγνωμοσύνη στον ίδιο το  Θεό για την δωρεά της ύπαρξης, αλλά και τα όσα επιτρέπει να έχουμε, υλικά και πνευματικά. Την ίδια στιγμή η δικαιοσύνη έχει να κάνει με την επιθυμία του ανθρώπου να ανταποκριθεί στην αγάπη του Θεού με βάση τις δικές του δυνάμεις. Και δίκαιος είναι εκείνος που μοιράζεται την αγάπη του Θεού, τα χαρίσματα που λαμβάνει από Εκείνον, την πίστη του στο πρόσωπο του Χριστού και τα καταθέτει στον πλησίον του. Και αυτό το μοίρασμα επεκτείνεται και στα υλικά. Ο σύνολος άνθρωπος αισθάνεται αδικία να μην δώσει κάτι ή ό,τι μπορεί ή τα πάντα στον άλλο, για να δοξαστεί ο Θεός. Και αυτό λειτουργεί ως στάση ζωής που αγκαλιάζει την Εκκλησία. Τίποτε από αυτά που έχει η Εκκλησία δεν είναι δικό της, αλλά καλείται να το διαχειριστεί για καλό των ανθρώπων. Να ανακουφίσει τις ανάγκες τους, αλλά και να τους καθοδηγήσει πνευματικά στην οδό της αιωνιότητας. Έτσι η Εκκλησία εφαρμόζει την δικαιοσύνη του Θεού, δίδοντας ένα διαφορετικό ήθος στον κόσμο.        
                Το ήθος της ετοιμασμένης Βασιλείας αποτελεί για όλους μας μία συνεχή υπενθύμιση τι ζητά ο Χριστός από εμάς, για να νικήσουμε τον θάνατο. Μέσα από την έμπρακτη αγάπη, την καλοσύνη και την κατά Θεόν δικαιοσύνη καλούμαστε να αντέξουμε στην κρίση, το κλείσιμο των ανθρώπων στον εαυτό τους, αλλά και στην απουσία αναζήτησης του Χριστού. Για να μπορέσουμε να ακούσουμε την φωνή Του να λέει προς εμάς: «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ετοιμασμένην υμίν βασιλείαν».

Κέρκυρα, 10 Μαρτίου 2013

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

ΤΙ ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΦΟΡΟ;

Το Πρόσφορο είναι το ψωμί που προσφέρουμε στον Ναό, για να τελεσθεί η Θεία Ευχαριστία. Μαζί με το κρασί, ως Τίμια Δώρα (άρτος και οίνος), προτού μεταφερθούν με τη Μεγάλη Είσοδο στην Αγία Τράπεζα, τοποθετούνται στην Πρόθεση (προ + τίθημι = προθέτω), όπου με την τελετή της Προσκομιδής θα προετοιμασθούν για τη Θεία Λειτουργία.
Στην Προσκομιδή τμήματα του Προσφόρου θα τοποθετηθούν τελετουργικά στο Δισκάριο και λίγο κρασί στο Άγιο Ποτήριο.

Το στρογγυλό σχέδιο του Προσφόρου συμβολίζει την κοιλιά της Παρθένου Μαρίας, απ' όπου προήλθε (γεννήθηκε) ο μονογενής Υιος της. Πάνω στο Πρόσφορο υπάρχει ανάγλυφο σχέδιο, που σχηματίζεται από σφραγίδα. Από το κέντρο του Προσφόρου βγαίνει ο Αμνός, δηλ. το κεντρικό τετράγωνο του σχεδίου με τα γράμματα: ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ (Ιησούς Χριστός νικά).
Τα γράμματα αυτά πρέπει να είναι ευδιάκριτα και να φαίνονται καθαρά. Λέγεται Αμνός (αρνάκι), γιατί ο προφήτης Ησαϊας προφήτευσε ότι ο Μεσσίας σαν ένα άκακο αρνάκι θα οδηγηθεί στη θυσία. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος επιβεβαίωσε αυτή την προφητεία, όταν έδειξε στους μαθητές του τον Μεσσία και είπε: "Να ο αμνός του Θεού" (Ιωάν.1α', 29). Επίσης ο Απόστολος Πέτρος στην Α Επιστολή (1α, 18-19) γράφει:"Ελυτρώθητε εκ της ματαίας υμών αναστροφής... τιμίω αίματι ως αμνού αμώμου και ασπίλου Χριστού".

Το σχέδιο του Προσφόρου περιέχει επίσης τη μερίδα της Παναγίας με τα γράμματα Μ και Θ, δηλ. Μήτηρ Θεού. Η τριγωνική μερίδα της Παναγίας τοποθετείται δεξιά του Αμνού στο Δισκάριο με τα λόγια: 'Εις τιμήν και μνήμην της υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, και αειπαρθένου Μαρίας, ης ταις πρεσβείαις πρόσδεξαι, Κύριε, την Θυσίαν ταύτην εις το υπερουράνιόν σου Θυσιαστήριον. (Συνεχίζει με τον 10ο στίχο του 44ου ψαλμού) Παρέστη η Βασίλισσα εκ δεξιών σου, εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη'.

(Δηλαδή: Προσφέρουμε τη μερίδα αυτή προς τιμή και μνήμη της υπερευλογημένης ένδοξης Κυρίας μας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, με τις πρεσβείες της οποίας δέξου, Κύριε, τη Θυσία αυτή στο υπερουράνιό σου Θυσιαστήριο. Τιμητικά στάθηκε η Βασίλισσα στα δεξιά σου με ιματισμό χρυσό ντυμένη, στολισμένη). Η Παναγία στη Βασιλεία του Θεού έχει το πρωτείο τιμής.

Από τα εννέα τριγωνάκια, που βρίσκονται στο δεξί μέρος του προσφόρου, εξάγονται οι μερίδες των αγγέλων και όλων των αγίων και τοποθετούνται αριστερά του Αμνού. Οι άγιοι που μνημονεύονται είναι οι Προφήτες, οι Απόστολοι, οι Ιεράρχες, οι Μάρτυρες, οι Όσιοι, οι Ανάργυροι, οι Θεοπάτορες μαζί με τον άγιο της ημέρας και τελευταίος ο Πατέρας της Εκκλησίας που συνέγραψε την τελούμενη Θεία Λειτουργία.

Οι Άγιοι, επειδή δεν έχει γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου και δεν έχουν εισέλθει ακόμα στον Παράδεισο, ωφελούνται κι αυτοί από τη μνημόνευση στις Θείες Λειτουργίες. Εξάλλου και στον Παράδεισο θα προχωρούν από 'δόξης εις δόξαν', δηλ. θα βελτιώνεται η κατάστασή τους και θα απολαμβάνουν σταδιακά μεγαλύτερες θείες ευλογίες.

Επίσης, κατά τον Καβάσιλα προσφέρεται η αναίμακτη θυσία ως ευχαριστία στον Θεό, που μας έδωσε τους αγίους. Αυτοί αποτελούν τα πρότυπα όλων των χριστιανών, αυτοί τους καθοδηγούν και μεσιτεύουν γι' αυτούς με τις προσευχές τους. Από άλλα τμήματα του Προσφόρου εξάγονται οι μερίδες υπέρ των ζώντων και των κεκοιμημένων, οι οποίοι ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. 

Αυτές τοποθετούνται εμπρός από τον Αμνό και, όταν πριν τη Θεία Κοινωνία κατά τη συστολή (ένωση) Σώματος και Αίματος ο Λειτουργός τις ρίχνει στο Δισκοπότηρο, λέει συγχρόνως τα ακόλουθα αξιοπρόσεκτα λόγια:"Απόπλυνον, Κύριε,τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τω Αίματί σου τω Αγίω· πρεσβείαις της Θεοτόκου και πάντων σου των αγίων. Αμήν". (Δηλαδή: Σβήσε εντελώς, Κύριε, τις αμαρτίες όσων εδώ μνημονεύθηκαν δούλων Σου με το Αίμα Σου το Άγιο· με τις πρεσβείες της Θεοτόκου και όλων Σου των αγίων. Αμήν).

Στήν αρχή της Προσκομιδής ο Ιερουργός υψώνει (σηκώνει ψηλά) το Πρόσφορο μέχρι το μέτωπο και μ αυτή την κίνηση συμβολίζει την ύψωση του Χριστού στον Σταυρό, όπου έχυσε το τίμιο Αίμα Του για τη σωτηρία των ανθρώπων.

Πηγή: wwww.agioritikovima.gr

ΤΙ ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ ΤΟ "ΦΩΤΟΣΤΕΦΑΝΟ" ΣΤΙΣ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΕΣ;

Το φως στην διδασκαλία της ορθοδόξου πίστεώς μας κατέχει πρωτεύουσα θέση. Όχι βέβαια το φως το αισθητό, το κτιστό με όλα του τα γνωρίσματα τα φθαρτά και πεπερασμένα, αλλά το άκτιστό, και αΐδιο το Φώς το εκ Φωτός, όπως ομολογούμε στο σύμβολο της πίστεως. Ο Χριστός δηλαδή, που γνωρίζει τον εαυτό Του στους πιστούς ως φώς. Σ’ εκείνους που δια της βιοτής τους αξιώθηκαν αυτής της θεοποιού θεωρίας του ακτίστου Φωτός.

Όλες οι εκκλησιαστικές τέχνες τονίζουν αυτή την αποκαλυπτική αλήθεια, ότι ο Θεός είναι φώς, και ως φως γνωρίζει τον εαυτό του στους θεουμένους. Αυτό το φως στην ζωγραφική των εικόνων εκφράζεται ως φωτεινό στεφάνι γύρω από τις ιερές κεφαλές των εικονιζομένων προσώπων. Δηλώνει ότι ο άνθρωπος αυτός μετείχε από αυτή την ζωή της καθαρτικής, φωτιστικής, καί, θεοποιού ενεργείας του Τριαδικού Θεού.

Ο φωτοστέφανος, έχει καταγωγή ειδωλολατρική, και κληροδοτήθηκε αργότερα στην χριστιανική τέχνη. Τον συναντάμε στην Αίγυπτο, ως σύμβολο του ηλίου· κατόπιν και στον Βουδισμό, και από εκεί στην Ρώμη. Για παράδειγμα, φωτοστέφανος περιβάλλει την κεφαλή του αυτοκράτορος Τραϊανού στην αψίδα του Μ. Κωνσταντίνου.

Αλλά και αργότερα, κυρίως απο τον ιβ' αιώνα σε πολλά αραβικά χειρόγραφα. Ενώ σε πολλές εικόνες της δύσης ο φωτοστέφανος είναι απαραίτητος να δηλώση την αγιότητα του εικονιζομένου προσώπου λόγω της κοσμικότητας που τα διακρίνει, στην ορθόδοξη ζωγραφική των εικόνων μπορούμε και από την όλη στάση του εικονιζομένου να καταλάβουμε την ιερότητά τους. 

Παρατηρούμε μάλιστα ότι σε πολλές εικόνες των παλαιοτέρων χριστιανικών παραστάσεων, όπως π.χ. στις τοιχογραφίες των κατακομβών, σε εικόνες του Χριστού και της Παναγίας ο φωτοστέφανος απουσιάζει εντελώς, καθώς επίσης και σε σαρκοφάγους του ιδ’ αιώνος και σε ορισμένα ψηφιδωτά, όπως π.χ. στα ψηφιδωτά του τρούλου του αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης.

Όταν οι χριστιανοί άρχισαν να χρησιμοποιούν τον φωτοστέφανο τον έβαζαν, όπως φαίνεται, όχι μόνο ως διακριτικό των ιερών μορφών, αλλά και των σημαινόντων προσώπων, όπως π.χ. στην Santa Maria Maggiore, φωτοστέφανο έχει και ο Ηρώδης, και όπως στον άγιο Βιτάλιο, οι Ιουστινιανός και Θεοδώρα. Γενικότερα στο Βυζάντιο, φωτοστέφανο έχουν τα μέλη της βασιλικής αυλής. Για την ορθόδοξη εικονογραφία ο φωτοστέφανος καθιερώθηκε ως σύμβολο της μεθέξεως του εικονιζομένου προσώπου με τον Θεό, την πηγή του φωτός.

Ο φωτοστέφανος τοποθετείται μόνο στο κεφάλι του αγίου και όχι σε όλο του το σώμα, διότι ο εγκέφαλος είναι το πολυτιμότερο όργανο στον άνθρωπο· σ’ αυτόν οδηγούν και από αυτόν πηγάζουν όλες οι αισθήσεις· εκεί είναι το κέντρο της σκέψεως και της διανοίας. Τα πρόσωπα της εικόνας που διαπερνώνται από τούτο το άκτιστο φως μετέχουν μυστικά στην ζωή του Θεού, αφού κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης “διά τούτο τω φωτί, προσεγγίσασα η ψυχή φως γίνεται”.

Στην Δύση ο πνευματικός χαρακτήρας του συμβόλου αυτού παρανοήθηκε εντελώς. Έλαβε την μορφή ελλειψοειδούς, κυκλικού στεφανιού, που σχεδιάζεται πάνω και πέρα από το κεφάλι των αγίων. Εικονίζεται ως ακτινοβολία που πηγάζει μέσα από την μορφή του εικονιζομένου αγίου· “Ψυχή η καταλαμφθείσα τελείως υπό του αρρήτου κάλλους της δόξης του φωτός του προσώπου του Χριστού, και κοινωνήσασα πνεύματι αγίω τελείως... όλη οφθαλμός, και όλη φώς, και όλη πρόσωπον”, κατά τον άγιο Μακάριο τον μέγα.

Το χρώμα που χρησιμοποιείται συνήθως για τον φωτοστέφανο είναι χρυσό ή κίτρινο. Ο χρυσός κυρίως, αντιθέτως από τα άλλα χρώματα, δεν ζη από το φως διότι είναι φώς. Άλλωστε η παχύτητα της ύλης υπονοεί την απουσία φωτός, ενώ και η έντονη φωτεινότητα ελαφρώνει το βάρος και προκαλεί διαφάνεια.Ο φωτοστέφανος μπορεί να κοσμείται με διάφορα σχήματα ή λουλούδια κ.λ.π., ενώ αυτόν του Χριστού τον συναντάμε σταυροφόρο, έχοντα μέσα του τα γράμματα Α-Ω ή αργότερα Ο-ΩΝ.

Μπορούμε δε να τον συναντήσουμε και σε άλλους τύπους όπως, τετράγωνο ή τρίγωνο. Ο τετράγωνος έμπαινε συνήθως σε ιερά πρόσωπα που ήταν εν ζωή, για κάποιο ιερό έργο που επιτελούσαν. Τέτοιους φωτοστεφάνους συναντούμε στις κεφαλές των δύο κτητόρων που εικονίζονται εκατέρωθεν του αγ. Δημητρίου στον νότιο πεσσό του Ι. Βήματος του ομωνύμου ναού. Αλλά, και από τον ΙΓ' αιώνα εμφανίζεται στην Δύση σχεδιαζόμενος, κυρίως στην παράσταση της Αγίας Τριάδος ή να περικλείη τον “Παντεπόπτην Θείον Οφθαλμόν”.

Ο φωτοστέφανος, λοιπόν, είναι εκείνο το σύμβολο που από την πρώτη του εμφάνιση δήλωνε κάτι ξεχωριστό και χρησιμοποιήθηκε από τους αγιογράφους για να δηλώση την θέωση και τον αγιασμό του εικονιζομένου προσώπου. Σ’ αυτόν τον εκφαντορικό γνόφο, (κατά τον Αρεοπαγίτη άγιο Διονύσιο) ας αποβλέπουμε όλοι μας μετέχοντας στην καθαρτική, φωτιστική, θεοποιό ενέργεια της Παναγίας Τριάδος.

Πηγή: Βιβλίο ''Ο φωτοστέφανος των αγίων φως και ζωή'' του Ιεροδιακόνου Σιλουανού Πεπονάκη.

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

ΠΑΠΑ-ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΛΑΝΑΣ, Ο ΝΕΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Εις την πόλην των Αθηνών, παρά τους παλαιούς στρατώνες και την πλατείαν «Μοναστηρακίου» υπήρχε ιδιωτικόν παρεκκλήσιον, έπ’ ονόματι του Προφήτου Ελισαίου – εις την οδόν Άρεως 14. Αργότερον κατηδαφίσθη. Εις το εκκλησάκι αυτό ελειτούργει ο «απλούς» τον τρόπον σεβάσμιος ιερεύς Νικόλαος Πλανάς, εκ της νήσου Νάξου καταγόμενος. Ακαταπόνητος, περίπου επί πεντηκονταετίαν (1884-1932) ετέλει καθημερινώς την Θ. Λειτουργίαν, πλην Σαββάτων και Κυριακών και επισήμων εορτών, οπότε ιερούργει εις την ενορίαν του, του Αγίου Παντελεήμονος -Ιλισσού αρχικώς και ακολούθως εις την του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου της οδού Βουλιαγμένης. Την δε Μ. Τεσσαρακοστήν ετέλει καθ’ εκάστην Προηγιασμένας λειτουργίας. Την εποχή εκείνην που εχειροτονήθη (Διάκονος την 28ην Ιουλίου 1879 και Πρεσβύτερος, μετά πενταετίαν την 2α Μαρτίου 1884, άγων το 33ο έτος της ηλικίας του) η πόλη των Αθηνών, κατά μαρτυρίαν του ιδίου, «έφθανεν από την Ακρόπολη ως την Παναγίαν Βλασαρού» (παρά τον Άγιον Φίλιππον – Μοναστηρακίου). Και αι ενορίαι απηρτίζοντο από ελαχίστας οικογενείας (13 οικογενείας η του Αγ. Παντελεήμονος και 8 οικογενείας η του Αγ. Ιωάννου, αμφότεροι διαδοχικώς της εφημερίας του π. Νικολάου Πλανου!).

Απέριττος λειτουργός
Ο απέριττος λειτουργός του Θεού ήτο ησκημένος εις την λιτότητα. Ορφανός πατρός από της ηλικίας των 14 ετών, ήλθεν εις Αθήνας μετά της μητρός του και της μόνης αδελφής του, αφού εμοιράσθη μετά της αδελφής την πατρικήν περιουσίαν, αξιόλογον ίσως, άλλ’ εδέησε να ενεχυρίαση το μερίδιόν του, χάριν εμπεριστάτου συμπατριώτου του, χωρίς ποτέ να την ανάκτηση. Και διέμεινε πτωχός. Κατ’ έπιθυμίαν της μητρός του, δεκαεπταετής ενυμφεύθη την Ελένην το γένος Προβελεγγίου, εκ Κυθήρων. Και απέκτησεν υιόν έξ αυτής, τον Ιωάννην• άλλ’ η σύζυγος απέθανε κατά τον τοκετόν. Ο ίδιος αφιέρωσεν έκτοτε, νεαρώτατος, τον εαυτόν του εις τον Θεόν και την Εκκλησίαν. Και γενόμενος ιερεύς ηρκείτο συνήθως εις τεμάχιον άρτου και ολίγα χόρτα, τα οποία συνέλεγε μόνος του, ενίοτε δε και εις ολίγον γάλα που του προσέφεραν ποιμένες της περιοχής, ερημικής τότε, και σήμερον πολυανθρωποτάτης και αστικής, εν μέσαις Αθήναις. Και τα ελάχιστα διδόμενα εις αυτόν χρήματα η άλλο τι διέθετεν εις αγαθοεργίας. Ο,τι του εδίδετο το έδιδεν ευθύς, εις ορφανά, εις σπουδαστάς, εις πτωχάς οικογενείας, διά τον επιούσιον και τσς ανάγκας που ανεκάλυπτε και εκάλυπτεν αθορύβως, αφανώς και με πάσαν εχεμύθειαν. Πλούτος και θησαυρός του, και κέντρον και άξων της ζωής και της υπάρξεώς του ήτο η λειτουργική ζωή της αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Ο ναός του Θεού και τα τελούμενα εν αυτώ. Προφανώς και κατ’ αλήθειαν εχαρακτηρίσθη ως «ο λειτουργικώτερος ιερεύς της εποχής μας, άνθρωπος της προσευχής, του οποίου η ζωή υπήρξε συνεχής διακονία του θυσιαστηρίου, αληθής μύστης της χάριτος, την οποίαν, διά των έργων και του παραδείγματός του, μετέδιδεν εις τους πιστούς» (Θ. Η. Εγκυκλοπαίδεια, τ. 10, Ε. Ν. Τζιράκης). Κατά πλήρη εφαρμογήν, θα προσθέσωμεν, του αποστολικού παραγγέλματος• «τον κοπιώντα γεωργόν δει πρώτον των καρπών μεταλαμβάνειν» (Β’ Τιμ. 2, 6). «Από φυλακής πρωΐας μέχρι νυκτός» διέτριβεν εις τον Ναόν, κατά το ψαλμικόν «ως αγαπητά τα σκηνώματά σου, Κύριε των δυνάμεων• επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» (Ψαλ. 83-1 ).Ήρχιζε την ιεράν Ακολουθίαν το πρωΐ και ετελίωνε τας μεταμεσημβρινάς και πολλάκις τας απογευματινάς ώρας! Κατά δε την ιεράν Προσκομιδήν των Τιμίων Δώρων εμνημόνευεν σωρίαν ονομάτων. Διετήρει όλα τα κοινώς λεγόμενα «ψυχοχάρτια» που του έφερον – έστω και με μίαν δραχμήν η μίαν δεκάραν συνοδευόμενα – και τα εμνημόνευε συνεχώς και αδιαλείπτως, επί ώρας καθ’ έκάστην. Λέγεται δε ότι, φειδόμενοι του κόπου της αγάπης του, κάποτε εκ των υπηρετούντων αυτόν κατά την Θ. Λειτουργίαν, αφαιρούσαν μέρος έξ αυτών, δια να τον ανακουφίσουν.

Ένθεος ζήλος

Αλλ’ όχι απλώς το μήκος και η διάρκεια της ιερουργίας ήτο ενδεικτική του ενθέου ζήλου του. Έτι μάλλον συνήρπαζεν η κατάνυξη, η αίσθησις της αγιότητος του ιερουργούντος και η μεταδιδόμενη γαλήνη και ο μετεωρισμός του εκκλησιάσματος προς τα άνω «ου ο Χριστός έστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος» (Κολ. 3, 1). Αναφέρονται μαρτυρίαι παιδιών ότι τον έβλεπον μετάρσιον, μη πατούντα επί της γης εν ώρα Θ. Λειτουργίας! Ονομασταί και αλησμόνηται είναι αι άγρυπνίαι, τας οποίας ετέλει εις τον ναόν του Αγ. Ελισαίου. Ιερατικώς συνέπραττε μετ’ αυτού ο ιερεύς της ενορίας μου (άγ. Νικολάου «Πευκακίων» – Αθηνών), π. Αντώνιος Νικηφόρος, εκ Θούριας Καλαμών (†1937). Κατ’ επανάληψιν δε τον ηκολούθησα, κατά τα μαθητικά μου χρόνια και μου εδόθη η ευκαιρία – η ευλογία μάλλον – να ίδω ιερουργούντα τον μακαριστόν π. Νικόλαον Πλανάν. Ήτο πολύ μικρός το δέμας. Και κυρτός πλέον σωματικώς εκ της ηλικίας, θα αναφέρω όμως οποίον σεβασμόν και ευλάβειαν ενέπνεε το πρόσωπόν του και η παρουσία του. Εις μίαν αγρυπνίαν μετέβημεν μαζί με την μητέρα μου. Αναγνώστης εγώ τότε – χειροθετημένος υυπό του προκατόχου μου μητροπολίτου Πατρών και έπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών θεοκλήτου Παναγιωτοπούλου(† 8.1.1962), τότε βοηθού επισκόπου Σταυρουπόλεως – ανέγνωσα πολλάκις των ι. αναγνωσμάτων. Ενω δε, πέρα το μεσονύκτιον, ανεγίνωσκον την ακολουθίαν της Θείας Μεταλήψεως, εσημειώθη μικρά κίνησις του εκκλησιάσματος διανοίγοντος δίοδον και υποκλινομένου ευλαβώς. Η μητέρα μου ενόμισεν ότι εισήρχετο Αρχιερεύς, ίνα ιερουργήση και επί τη εισόδω του ο λαός έκυπτε την κεφαλήν, διά να λάβη την ευλογίαν του. Αντ’ αυτού όμως βλέπει μικρόσωμον ιερέα εισερχόμενον υπό την τόσον έκδηλον ευλάβειαν των υποδεχόμενων αυτόν χριστιανών. Ήτο ο π. Νικόλαος Πλανάς. Το κεντρικόν πρόσωπον της ιερουργίας. Με ταπεινήν όψιν και φωνήν. Και με πανθομολογουμένην αγιότητα, ενώπιον της οποίας υπεκλίνοντο εύλαβώς οι γινώσκοντες αυτόν. Ηξιώθημεν να αγιασθώμεν διά της ευλογούσης χειρός του• και να κοινωνήσωμεν της χάριτος διά της ύπ’ αυτού τελεσιουργηθείσης Θείας Ευχαριστίας.

Με τους δύο Αλεξάνδρους

Παλαιότερον εις τας παννυχίδας αυτάς επλαισιώνετο από τους γνωστούς διηγηματογράφους Αλέξανδρον Παπαδιαμάντην και Αλέξανδρον Μωραϊτίδην (έπειτα μοναχό Ανδρόνικον) «άδοντας και ψάλλοντας εν τη καρδία αυτών τω Κυρίω», εις την εκκλησίαν του Προφήτου Ελισαίου.[...] Όταν εφθασεν εις ώριμον γήρας (ογδοηκοντούτης), εκάμφθη υπό το βάρος των κοπώσεων. Και μετά εννεάμηνον παροπλισμόν του (από Ιουνίου 1931 μέχρι και Φεβρουαρίου 1932) εκτός ενεργού ιερατείας, λόγω εξαντλήσεως των σωματικών του δυνάμεων, εκοιμήθη εν Κυρίω την 2αν Μαρτίου 1932, επέτειον της εις πρεσβύτερον χειροτονίας του. «Το τέλος αυτού – γράφει ο μακαριστός Μητροπολίτης πρ. Παραμυθίας Τίτος Ματθαιάκης, διατελέσας πνευματικόν τέκνον του αοιδίμου γέροντος – υπήρξε τέλος όντως αγίου. Συνωμίλει μετά του Σωτήρος Χριστού, ικετεύων αυτόν όπως λάβη την ψυχήν αυτού και αναπαύση το βεβαρημένον σώμα του. Έζησεν ως δίκαιος και εκοιμήθη ως άγιος τον ύπνον του ανθρώπου του Θεού ηρέμως…» Η είδησις της κοιμήσεως αυτού διεδόθη αστραπιαίως εις την ενορίαν του και καθ’ άπασαν την πόλιν των Αθηνών. Το σεπτόν σκήνωμά του, μετακομισθέν εις τον ναόν του Αγ. Ιωάννου (της οδού Βουλιαγμένης), ετέθη εις προσκύνημα επί τριήμερον, «τη επιμόνω αξιώσει των ενοριτών αυτού – συνεχίζει ο πρ. Παραμυθίας Τίτος -χωρίς να προηγηθή ουδεμία ταρίχευσις αυτού ουδέ να ύποστή αλλοίωσίν τινα».

Χιλιάδες λαού στην κηδεία του

Χιλιάδες λαού συνέρρευσαν, άνθρωποι πάσης ηλικίας και τάξεως, ίνα προσκυνήσουν το σεπτόν αυτού σκήνωμα. Εκηδεύθη τη 5η Μαρτίου εν μέσω χιλιάδων λαού. Tης κηδείας αυτού προέστη ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (†1938), ο οποίος εκφωνήσας επικήδειον λόγον, ανεφέρθη εις τας πολλάς και σπανίας αρετάς του κοιμηθέντος… εξάρας δεόντως τα πολλά αυτού χαρίσματα και την εξαίρετον ιερατικήν αυτού δράσιν εν τω αμπελώνι του Σωτήρος Χριστού. Ως απόδειξιν δε της μεγάλης τιμής ηξιώθη ούτος εν τη Εκκλησία επεκαλέσθη το πλήθος των πιστών, όπερ παρηκολούθησε την κηδείαν αυτού. Κατόπιν ανεφέρθη εις την φήμην την αγαθήν, ήν απέκτησε ως εξομολόγος και παρωμοίασεν αυτόν προς «μεγάλον» της Εκκλησίας ημών Πατέρα». «Η κηδεία αυτού ενεθύμιζεν ημέραν Μεγάλης Παρασκευής. Ως δ’ εάν επρόκειτο περί κηδείας Πατριάρχου η Βασιλέως, ο λαός είχε κατακλύσει την πλατείαν του Ναού και τας παρόδους, η συγκοινωνία είχε διακοπή, επιμόνω δ’ αξιώσει αυτού δεν ετάφη ευθύς αμέσως μετά την ακολουθία της κηδείας. Περαιωθείσης την 12ην μεσημβρινήν ώραν, αλλά περί την 4ην απογευματινήν, αφού περιεφέρθη επί των ώμων των ευσεβών αυτού ενοριτών το σκήνωμα αυτού εις τας κυριωτέρας οδούς της ενορίας ταύτης… Το τι επηκολούθησε κατά τας τεσσάρας ταύτας ώρας μέχρι της ταφής αυτού δεν περιγράφεται. Όλοι ωμίλουν περί γενομένης εις αυτούς εκ μέρους του κοιμηθέντος καλωσύνης, βοηθείας, παρηγορίας, σωτηρίας. Τους πάντας είχεν ευεργετήσει καθ’ όλην την μακράν ιερατικήν του υπηρεσίαν. Ετάφη εις ανοιγέντα τάφον παρά τω ιερώ βήματι του ναού τούτου (Περιοδ. «Εκκλησία» έ. 1966, σελ. 632).

Δημοσιεύματα εκκλησιαστικών εντύπων

Έγραψαν σχετικώς περί αυτού τα τότε εκδιδόμενα φύλλα:Η «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» της 12ης Μαρτίου 1932, μεταξύ άλλων «Κατά τα υπερπεντήκοντα έτη της υπηρεσίας του ο αείμνηστος ιερεύς Νικόλαος διά της εξομολογήσεως εγνωρίσθη ευρύτατα, χιλιάδες δε πιστών προσήρχοντο προς αύτόν. Ήσκει έπ’ αυτών, διά της ιεροπρεπείας του και των μεγάλων αρετών ύφ’ ων περιεκοσμείτο ευεργετικωτάτην επίδρασιν». Ο «ΙΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ» της 1ης Απριλίου 1932 έγραφεν: «Ο παπα-Νικόλαος των αγρυπνιών του Αγίου Ελισαίου απεδήμησεν εις την αιώνιον χαράν… Λέγων προσευχάς εφαίνετο εμπνευσμένος. Ο πλούτος του ήτο η ευτέλεια της περιβολής του˙ η δόξα του, η καλωσύνη και η προθυμία του να εξυπηρετεί τους ζητούντας την φωτισμένην διάνοιάν του• η εξωτερική του εμφάνισις, συγκριτικώς προς τας επιδεικτικάς εμφανίσεις, ήτο ανυπαρξία αξίας τινός, αλλά διά μέσου αυτής της ανυπαρξίας εφαίνετο το μεγαλείον της εσωτερικής αγιότητος… Ήτο φοβερόν φαινόμενον εξουθενητού της επιδεικνυομένης πορφύρας και βύσσου, του χρυσού και του αργύρου… Δίκαιο είναι να κληθή ζωντανή εικών μακαρίου «πτωχού τω πνεύματι» χριστιανού άξιου της βασιλείας των ουρανών, καθ’ ά ο Κύριος ρητώς εδίδαξε και εχαρακτήρισε». Οι «ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ» έγραψαν «…Ο αείμνηστος ιερεύς ήτο τύπος σεμνού και ευσεβεστάτου κληρικού, κεκοσμημένου όλων των αρετών, διό και απήλαυε του γενικού σεβασμού και της αγάπης εκ μέρους της κοινωνίας». Η εφημερίς «ΕΣΠΕΡΙΝΗ» της 7ης Μαρτίου 1932, μεταξύ άλλων, γράφει «… Είναι άπειροι εκείνοι που εσώθησαν από την ελεημοσύνην του ιερέως αυτού…Υπολογίζεται ότι από της προχθές παρήλασαν προ της σορού του και τον ησπάσθησαν περισσότεροι των οκτώ χιλιάδων…». Η αυτή δε εφημερίς της 6ns Μαρτίου 1932 δημοσίευσε εις την 1ην σελίδα την φωτογραφίαν του αγίου ανδρός υπό τους τίτλους «Τα σπάνια ανθρώπινα φαινόμενα της εποχής μας». «Ένας άγιος ιερεύς που απέθανε πάμπτωχος. Τον θρηνούν χιλιάδες πιστών». «Ο Νικόλαος Πλανάς και το χριστιανικώτατον έργον του. Υπήρξε ο μοναδικός προστάτης χιλιάδων πτωχών. Παν ο,τι συνέλεγε το εμοίραζεν αμέσως.Η αυτοθυσία του θα μείνη αλησμόνητος. Τα οράματα που είδε προ του θανάτου του. Ήλθεν ένας άγγελος και εκάθησε παρά το προσκέφαλό του».

Θαυμασταί ιάσεις ασθενών

Τελευταίον πρέπει να μνημονεύσωμεν ότι και θαύματα μαρτυρούνται τελεσθέντα διά των ευχών και της ενώπιον του Κυρίου παρρησίας του. Εις εκδοθέν περί αυτού βιβλίον, υπό τον τίτλο «Ο παπα-Νικόλαος Πλάνας – ο απλοϊκός ποιμήν των απλών προβάτων» (Εκδ. Οίκος «Αστήρ» Α.Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1965. Πρόλογος Φ. Κόντογλου, Επίλογος Αρχιμ. Φιλόθεου Ζερβάκου) η συγγραφεύς μοναχή Μάρθα, εκ του άμεσου περιβάλλοντος του μακαριστού Γέροντος και τακτική συνοδός αυτού, διηγείται τινά εκ των θαυμάτων των ύπ’ αυτού συντελεσθέντων υπό της Χάριτος του Θεού. Περι ενός δ’ έξ αυτών (μνημονευομένου εν σελ. 37-38) ο προδιαληφθείς Μητροπολίτης πρ. Παραμυθίας Τίτος βεβαιοί ότι «έτυχε να είναι παρών ότε συνέβη τούτο, επαληθεύσαντος του λόγου του Σωτήρος Χριστού• «καν θανάσιμόν τι πίωσιν, ου μη αυτούς βλάψη» (Μαρκ. 16, 18). Πρόκειται δε διά «το φάρμακον με το οποίον ετέλεσε την Θείαν Λειτουργίαν, όπερ κατά λάθος παρέλαβε μεθ’ εαυτού, αντί του νάματος» (Περιοδ. «Εκκλησία», ένθ. άνωτ., έ. 1966, σ. 631). Εν δε τω περιοδικώ «Ενορία» του Ανδρέου Κεραμίδα, αρθρογραφών περι αυτού ο ιερεύς Ιωάννης Αδαμόπουλος – εφημέριος του Ι. Ναού Αγ. Κωνσταντίνου Ομονοίας, Αθηνών γνωρίσας προσωπικώς τον αείμνηστον τω 1930 και συνδεθείς στενώς μετ’ αυτού ως διάκονος, γράφει το και ανωτέρω μνημονευθέν, ότι «παιδάκια αθώα – κατά τας μαρτυρίας πολλών – τον έβλεπαν ιστάμενον υψηλότερον του εδάφους όταν ιερουργούσεν». Ιστορεί δε και τέσσερα εκ των γνωσθέντων θαυμάτων αυτού, λίαν χαρακτηριστικά, δύο θαυμαστάς ιάσεις ασθενών, θαυμαστήν κάλυψιν στρατιώτου εν πολέμω και ημέρωσιν αποθηριωθέντος αμαξηλάτου μετά θεραπείας του ημιθανούς ίππου του και ανανήψεως και μετανοίας του βλάσφημου εκείνου, όστις εφεξής αφωσιώθη εις τον γέροντα «και τον πηγαινοέφερνε από το σπίτι του εις τον Προφήτην Ελισαίον». (Περιοδ. «Ενορία» έ. 1949, σελ. 296 και 313-14). Ικανά ταύτα, νομίζομεν, και ενδεικτικά της αγιότητας του ανδρός. Εν όψει δε πάντων των ανωτέρω, εκ των οποίων διαπιστούται η γενική έξωθεν μαρτυρία της αγιότητος του ιερέως Νικολάου Πλάνα ουδεμία ουδαμόθεν υπήρξε διαμφισβήτησις αυτής. Νωπαί δε είναι έξ άλλου εις τας ακοάς ημών μαρτυρίαι φθάσασαι μέχρις ημών διά στόματος πολλών επιζώντων μέχρι πρότινος πνευματικών αυτού τέκνων και άλλων εκ του κύκλου του περιβάλλοντος και της μετ’ αυτού αναστροφής «ειδότων την αυτού θεάρεστον βιοτήν και πολιτείαν», ευλαβώς εισηγούμεθα την υπό της καθ’ ημάς αγιωτάτης Εκκλησίας ανομολόγησιν της αγιότητος αυτού και την ενέργειαν των δεόντων διά την υπό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επίσημον ανακήρυξιν ταύτης και καθορισμόν της εορτίου μνήμης αυτού τη 2α Μαρτίου εκάστου έτους, επετείω της τέ χειροτονίας αυτού ως πρεσβυτέρου και της μακάριας κοιμήσεως αυτού εν Κυρίω.

Το κείμενο αυτό αποτέλεσε εισήγηση προς την Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος περί της αναγνωρίσεως της αγιότητος του οσίου Νικολάου του Πλάνα.

Πηγή: Μηνιαίο Περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Ο ΑΣΩΤΟΣ, Η ΑΓΚΑΛΙΑ ΚΑΙ Η ΔΥΣΚΟΛΙΑ!

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΑΙΓΙΔΗ

Την δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου συναντάμε την όμορφη Ευαγγελική Περικοπή της Παραβολής του άσωτου Υιού ή καλύτερα του ευσπλάχνου πατέρα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι Πατέρες της Εκκλησίας την συγκεκριμένη περικοπή "το Ευαγγέλιο των Ευαγγελίων". Αν όλο το Ευαγγέλιο χανόταν και έμενε μόνο τούτη η περικοπή, θα ήταν αρκετή για να καταλάβουμε το μέγεθος της Αγάπης και της Φιλανθρωπίας του Θεού. Δεύτερη προϋπόθεση για την καλύτερη προετοιμασία μας στο ταξίδι της Μεγάλης Σαρακοστής, ύστερα από το δίδαγμα περί ταπείνωσης και της αποφυγής του εγωισμού που είχαμε την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου είναι η αναγκαιότητα της Μετανοίας, η χρησιμότητα της Εξομολόγησης, η σπουδαιότητα της ανανέωσης του Βαπτίσματος, η επιστροφή μας στην αγκαλιά του Θεού – Πατέρα. Ο μικρός υιός ζητάει το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογεί και φεύγει σε χώρα μακρινή. Αισθάνεται πως μακριά από την πατρική εστία θα ζήσει ελεύθερος, χαρούμενος και ευτυχισμένος. Στη πορεία όμως κάνει το ένα λάθος μετά το άλλο. Δαπανάει όλη του τη περιουσία, ζει στην κραιπάλη και στην ανομία. Βιώνει την απόλυτη αποτυχία και αστοχία φθάνοντας στο σημείο να προσπαθεί να επιβιώσει τρώγοντας τροφές ζώων . Μέχρι που «ήλθε εις εαυτόν», ήλθε σε επίγνωση, κατάλαβε το λάθος του, μετάνιωσε. Πόση τόλμη δύναμη και αγωνιστικότητα θέλει αυτή η διαπίστωση; Άραγε πόσο δυσκολεύτηκε στο να γυρίσει πίσω; Από τη στιγμή που σκέφτηκε το γυρισμό έχει ήδη μετανοήσει. Και μετανοώ σημαίνει αλλάζω τρόπο σκέψης, αλλάζω προσανατολισμό. Το πρώτο στάδιο της μετανοίας είναι η διαπίστωση του λάθους μας. Να καταλάβω και να αισθανθώ τι με χωρίζει από την αγάπη του Θεού. Είναι η κατανόηση και η δυσφορία που δημιουργεί στη ζωή μου η αμαρτία. Είναι τελικά η πικρή γεύση, η έλλειψη της χαράς, η παρουσία της θλίψης ,η αγωνία του άγχους που επιφέρει στην καθημερινότητά μου η κάθε μου αμαρτία χωριστά. Ο πατέρας πίσω περιμένει. Κάθε μέρα ζει για την επιστροφή του χαμένου παιδιού του. Μέχρι που έφτασε η ευλογημένη στιγμή. Και τότε; Το μόνο που έχει για το γιό του είναι μια μεγάλη ανοιχτή αγκαλιά. Δίχως λόγια, ούτε έλεγχο. Δίχως ανακρίσεις, ούτε ερωτήσεις. Δίχως φωνές μα ούτε και απαιτήσεις. Μόνο μια ανοικτή αγκαλιά ! Τούτη η στιγμή είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή στη ζωή του πατέρα. Γι’ αυτό αμέσως ξεκινάει το γλέντι, η χαρά και ο χορός. Για τον γιό του που ήταν χαμένος και βρέθηκε, για τον γιό του που ήταν νεκρός και αναστήθηκε. Και ερχόμαστε στο πρεσβύτερο υιό και στην αρνητική του συμπεριφορά. Ήταν πάντοτε το καλό παιδί, ο υπάκουος, ο εργατικός και συνετός. Αντί να χαρεί για την επιστροφή του χαμένου του αδελφού, εκείνος δυσκολεύεται. Αντί να εορτάσει τον γυρισμό εκείνος θυμώνει. Είναι θλιβερή η στάση του. Δυσκολεύει τον ίδιο αλλά και τον πατέρα του. Μάλλον το ίδιο αισθανόμαστε όλοι μας όταν βλέπουμε να έρχονται στην Εκκλησία άνθρωποι που ήταν στην αμαρτία. Μένουμε ανυποψίαστοι στο ενδεχόμενο της μετανοίας τους. Αισθανόμαστε δυσκολία να χαρούμε για την αλλαγή τους. Ενώ στον ουρανό γίνεται μεγάλο πανηγύρι για την επιστροφή κάθε ψυχής στην αγκαλιά του πατέρα. Ο μεγάλος γιός θα μένει πάντα φιγούρα γραφική της ανθρώπινης μικρότητας. Λίγοι αντιλαμβανόμαστε το μήνυμα του Χριστού μας, που απορρέει από την συμπεριφορά αυτή του μεγάλου υιού. Στην πορεία της ζωής μας ερχόμαστε στην ίδια θέση και με τα τρία πρόσωπα της παραβολής. Τις περισσότερες φορές στη θέση του Άσωτου υιού ( μακάρι να μην μένουμε μόνο στην αμαρτία, αλλά να προχωράμε και στην μετάνοια ). Πολλές φορές ίσως στην θέση του μεγάλου αδελφού. Καμιά φορά τέλος, ενδεχομένως να είμαστε και στη θέση του πατέρα. Όπου και αν βρισκόμαστε όμως ας μη λησμονούμε οτι όλοι μας έχουμε ανάγκη το έλεος του Θεού, και οτι είναι ουσιαστική η διαπίστωση του λάθους, η ειλικρινής διατύπωση και η παραδοχή του΄ ουσιαστικότερη όμως είναι η καθημερινή προσπάθειά μας να μην το επαναλάβουμε.


Αυτή είναι η έννοια της ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ!

Πηγή: www.amen.gr

ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ Ι.Μ. ΙΒΗΡΩΝ

Η εὐαγγελική παραβολή

Η εὐαγγελική παραβολή πού διαβάζεται σήμερα εἶναι γνωστή σέ ὅλους μας ὡς παραβολή τοῦ Ἀσώτου. Ἕνας ἄνθρωπος ἔχει δύο γιούς. Ὁ νεώτερος γιός ζητάει χωρίς περιστροφές ἀπό τόν πατέρα του τό μερίδιό του ἀπό τήν κληρονομιά. Ἀλλά τό κομμάτι αὐτό ἀποκομμένο ἀπό τό σύνολο τῆς ἀλήθειας τῆς ζωῆς τοῦ πατέρα δέν μπορεῖ νά ζήσει, δέν μπορεῖ νά καρποφορήσει. Τό κομμάτι αὐτό, ὅταν τό παίρνουμε δυναστικά, ἀντάρτικα, ὅπως καί ὅταν θέλουμε, δέν μᾶς ὁδηγεῖ στή ζωή, ἀλλά στήν ἀπόγνωση καί τήν καταστροφή. Ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀδυναμία, ἄν θέλετε, τοῦ νεώτερου γιοῦ, εἶναι ὅτι ὄντας ἀνώριμος δέν ἔχει φθάσει στό νά ξέρει, ὅτι ἡ οὐσία τοῦ πατέρα εἶναι ἡ ἴδια μέ τήν οὐσία τοῦ υἱοῦ. Καί ὁ πατέρας τοῦ δίνει τό κομμάτι, τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς περιουσίας, πού ζητάει. Εἶναι ἄρχοντας ἀγάπης. Δέν ἐνδιαφέρεται γιά τόν ἑαυτό του. Ἐνδιαφέρεται νά σώση τό παιδί του. Αὐτό βρίσκεται στό σκοπό τῆς ζωῆς του, εἶναι καταξίωση τοῦ εἶναι του. Δέν τόν ἐνδιαφέρει τί θά πῆ ὁ κόσμος, ὅπως ἐνδιαφέρει τόσο πολύ ἐμᾶς γιά τό πῶς θά χαρακτηρίσουν τό παιδί μας γιά τίς ἀστοχίες του, δέν τόν ἐνδιαφέρει ἄν θά χάση τό κῦρος του, ἄν παρουσιαστεῖ ὡς πατέρας ἀποτυχημένος, μέ παιδί πού ἀφήνει τό σπίτι καί φεύγει μακρυά. Ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα πάει πιό μακριά ἀπ' ὅ,τι μπορεῖ νά πάει ἡ κρίση τοῦ κόσμου ἤ ἡ ἀνταρσία τοῦ γιοῦ του. Γιά τόν λόγο αὐτό δέν τοῦ κάνει διδασκαλία μέ λόγια. Τώρα πρέπει νά τόν ἀφήσει νά περιπλανηθεῖ, νά πάθει, νά μάθει, νά δεῖ προσωπικά τό ψεῦδος καί τίς ἀνυπόστατες ἀπάτες. Αὐτό ξέρει ὁ πατέρας, ὅτι εἶναι κάτι θανάσιμα ἐπικίνδυνο, ἀλλά δέν βλέπει ἄλλη λύση. Τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνει εἶναι νά τόν συντροφεύει πάντοτε μέ τήν ἀγάπη του, πού ὑπάρχει στό σπίτι, ἀλλά ἁπλώνεται παντοῦ. Δίνει ἀγωγή στό παιδί του ὑποφέροντας μυστικά ὁλόκληρος, βγαίνοντας στό σταυρό τῆς ἀναμονῆς. Τό θέμα δέν εἶναι ὁ πατέρας νά κρατήσει διά τῆς βίας τόν γιό κοντά του, ἀλλά νά τοῦ δώση τή δυνατότητα, νά δημιουργήση τίς προϋποθέσεις, ὥστε ὁ ἴδιος μόνος του νά ἔλθει πρός αὐτόν. Αὐτή ἡ κίνηση πρός τόν πατέρα ὁρίζει τόν υἱό. Καί ὁ ἄσωτος φεύγει. Πηγαίνει γιά νά ζήσει σέ μιά χώρα ξένη, ὅπου τά πάντα ξοδεύονται χωρίς νά ἀνανεώνονται. Ἀλλά μετά ἀπό λίγο μένει μόνος. Οἱ φίλοι του ἔμειναν κοντά του ὅσο κράτησαν τά πλούτη του. Ἀρχίζει νά ζεῖ τήν ἔκπτωση καί τήν ἐξαθλίωση. Καί ὅταν πηγαίνει νά ζητήσει βοήθεια τόν σπρώχνουν πιό χαμηλά. Τόν στέλνουν νά βόσκει χοίρους, νά ποιμάνει τά πάθη. Τόν κάνουν χοιροβοσκό. Τοῦ ἀρνοῦνται τή φύση του, τήν ἀνθρωπιά του, τήν ἀξιοπρέπειά του, τήν εὐγένειά του. Τόν θεωροῦν ζῶο. Ἡ ἐπιστροφή καί ἡ μετάνοια Ὅμως, ἡ δοκιμασία τοῦ νεώτερου γιοῦ στή μακρινή χώρα φανέρωσε καί τό τί ἔκρυβε μέσα του, τί ἀντοχή εἶχε, τί ἔμεινε ἀνέπαφο, σέ ποιόν νά καταφύγει, ποῦ ὑπάρχει τροφή, ζωή καί ἀνάσταση γιά ὅλους. Καί ἀρχίζει νά μονολογεῖ: "Μπορεῖ νά τά ἔχασα ὅλα! Μπορεῖ νά χάθηκα κι ἐγώ. Κυριολεκτικά νά πέθανα. Ἀλλά ὑπάρχει κάτι πού δέν χάνεται, δέν πεθαίνει. Εἶναι ὁ πατέρας μου καί ἡ ἀγάπη του. Δέν σκέφτομαι τά παιδιά του - εἶμαι ἀνάξιος γιά κάτι τέτοιο - σκέφτομαι τούς ὑπηρέτες του, πῶς τούς φέρεται, πῶς τούς χορταίνει. Θά σηκωθῶ καί θά γυρίσω πίσω καί θά πῶ στόν πατέρα μου: Ἁμάρτησα στόν οὐρανό καί ἐνώπιόν σου. Σέ σένα πού ἔχεις τέτοια ἀγάπη πού γεμίζει οὐρανό καί γῆ. Σέ σένα πού ἀκόμη ἐδῶ, στή μακρινή χώρα τῆς στέρησης καί τῆς κόλασης, μέ συνοδεύεις. Δέν εἶμαι ἄξιος νά λέγωμαι γιός σου. Ξέπεσα, ἔχασα τήν υἱοθεσία. Αὐτή εἶναι ἡ ἁμαρτία μου. Δέν εἶναι ἡ περιουσία σου πού σπατάλησα. Καθύβρισα τή μιά σχέση τοῦ παιδιοῦ πρός τόν πατέρα. Πάτερ ἥμαρτον". Ξέρετε, εἶναι σχετικά εὔκολο νά παραδεχθῶ τά λάθη καί τά ἐλαττώματά μου, ἀλλά εἶναι πολύ δύσκολο νά ἀναγνωρίσω ξαφνικά πώς ἔχω προδώσει, πώς ἔχω χάσει τήν πνευματική μου, τήν ἀληθινή μου ὀμορφιά, πώς βρίσκομαι τόσο μακριά ἀπό τό ἀληθινό μου σπίτι. Καί ὁ ἄσωτος παίρνει τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Πρίν ἀκόμη φθάσει στό σπίτι, ὁ πατέρας τόν βλέπει ἀπό μακρυά καί τρέχει. Χωρίς νά τοῦ πεῖ τίποτα, πέφτει ὁλόκληρος στήν ἀγκαλιά του καί τόν καταφιλεῖ. Ἤδη ὁ γιός κατάλαβε, πῆρε τήν ἀπάντηση. Ὁ πατέρας ἄκουσε τήν ἐξομολόγηση. Γιατί πάντοτε ἦταν μαζί μέ τό παιδί του. Αὐτό τό ὁποῖο παρακαλῶ νά προσέξουμε εἶναι ὅτι ἡ πρώτη λέξη τῆς ὁμολογίας του δέν εἶναι "συγχώρα με", ἀλλά "πατέρα". Εἶναι τό ὄνομα τοῦ πατέρα πού ἀνεβαίνει ἀπό τά βάθη τοῦ εἶναι του καί τοῦ δίνει τό θάρρος νά ἐλπίζει. Ἡ πατρική ἀγάπη Ἐκείνη τή στιγμή ὁ ἄσωτος ὁμολογεῖ τό λάθος του καί σιωπᾶ. Δέν μπορεῖ νά συνεχίσει. Τά χάνει μέ τόν χείμαρρο τῆς ἀγάπης τοῦ πατέρα πού τόν διαλύει. Καί τό λόγο παίρνει ὁ πατέρας πού μιλᾶ ξεκάθαρα ἐν σιωπῇ. Δέν λέει στό παιδί του γιά τόν ἑαυτό του. Οὔτε ἄν πόνεσε, οὔτε πόσο πόνεσε ὅταν ἔφυγε. Οὔτε πόσο χαίρεται τώρα πού γύρισε. Οὔτε τόν μαλώνει γιά νά δικαιώσει τόν ἑαυτό του. Αὐτά δέ λέγονται. Διότι ἡ μυσταγωγία τῆς σχέσης τους ἱερουργεῖται σέ χῶρο βαθειᾶς σιωπῆς. Πυράκτωμα ἀγάπης πού παραλύει τή γλώσσα. Ἔτσι νίκησε ἡ πατρική ἀγάπη τό θάνατο. Καί ἄναψε τούτη ἡ χαρά, τό πανηγύρι, πού ἐνδύεται καί πάλι ὁ γιός τήν στολή τήν πρώτη, καί φορᾶ τό δακτυλίδι τῆς υἱοθεσίας, καί θύεται ὁ μόσχος ὁ σιτευτός. Οἱ δικές μας ἐπιστροφές Αὐτή ἡ ἐπιστροφή δέν μοιάζει μέ τίς δικές μας ἐπιστροφές ἤ τουλάχιστον αὐτές πού ἔχουμε στό μυαλό μας. Οἱ δικές μας εἶναι τοποθετημένες λίγο-πολύ σέ μιά νομικίστικη σχέση, σέ μιά ἀντίληψη πού καλλιεργεῖ μᾶλλον τίς συμφωνίες μεταξύ κυρίων πού δέν ἀθετοῦν τό λόγος τους, κατά τόν ἀκόλουθο τρόπο: Λοιπόν, πατέρα, νά τά συζητήσουμε, νά δοῦμε τά πράγματα ψύχραιμα. Νά δοῦμε σέ τίς φταῖς καί σέ τί φταίω. Νά βροῦμε ἕνα τρόπο συμβίωσης. Ὄχι ὅτι δέν μπορῶ νά ζήσω μακρυά ἀπό σένα. Μπορῶ, ἀλλά μιά καί εἶσαι πατέρας μου εἶπα νά γυρίσω. Τώρα ὅμως πρέπει νά μήν ἐπαναληφθοῦν τά ἴδια. Αὐτή ἡ ἐπιστροφή εἶναι ἡ κόλαση τῆς λογικῆς καί τῆς δικαιοσύνης. Βλέπετε ὑπάρχει παραμονή στό σπίτι πού εἶναι περιπλάνηση σέ χώρα μακρινή. Ὑπάρχει ἐπιστροφή πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπομάκρυνση ἀπό τό σπίτι. Δέν γνωρίζω πόση σχέση ἔχει ὁ καθένας μας μέ τόν πατέρα καί τό νεώτερο γιό. Αὐτό ὅμως πού γνωρίζουμε ὅλοι εἶναι, ὅτι μποροῦμε νά γυρίσουμε στόν Πατέρα μας, γιατί ἐκεῖνος εἶναι ἡ ζωή, ἡ ἐπικύρωση τῆς ἀξιοπρέπειάς μας, ἡ ἐπανεύρεση τῆς ἀνθρωπιᾶς μας. Γι' αὐτό, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Ἐκκλησιαστῆ, μᾶς λέγει: "Υἱέ μου δός μου τήν καρδιά σου. Ὅλα τά ἄλλα θά στά δώσω ἐγώ".

Πηγή: www.amen.gr