Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΙ ΧΕΡΡΟΝΗΣΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Γιάννη Γ. Τσερεβελάκη Θεολόγος-Φιλόλογος 

«Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι» και «τελευτήσαντος ἀνδρὸς δικαίου οὐκ ὄλλυται ἐλπίς», λέγει η Γραφή. Ο μακαριστός μητροπολίτης Πέτρας και Χερρονήσου κυρός Νεκτάριος (εξεδήμησε προς Κύριον την 15η Οκτ. 2015) ανήκε στους δικαίους και για τούτο θα ζει αιώνια, όχι στις μνήμες των ανθρώπων αλλά στη μνήμη της Εκκλησίας, δηλαδή στη «μνήμη» του Θεού: «Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος». Και τι σημαίνει δίκαιος στην εκκλησιαστική γλώσσα; Δίκαιος είναι εκείνος που φυλάσσει τις εντολές του Θεού, που ζει κατά Θεόν, που εναποθέτει τη ζωή του στο Θεό με απόλυτη εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν. Και ο μακαριστός αρχιερέας Νεκτάριος έτσι ζούσε: τηρώντας το θέλημα του Θεού με βαθιά πίστη προς Εκείνον, στον οποίο είχε αφιερωθεί παιδιόθεν «ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ, ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ», σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού. Με αυτή τη βαθιά, αγαπητική του σχέση με το Θεό και την Εκκλησία πορευόταν στη ζωή του, αυτή ήταν ο οδηγός στους λόγους και τα έργα του.

Για έναν τέτοιο άνθρωπο και Ιεράρχη όσα και να γράψεις είναι λίγα και ο λόγος είναι πάντοτε φτωχός. Διότι, όταν πρόκειται για μια από τις πιο φωτεινές μορφές της σύγχρονης ιστορίας της Εκκλησίας της Κρήτης, τα λόγια δεν στέκονται ικανά να περιγράψουν ως αληθώς τον ένθεο κληρικό, το φιλακόλουθο, φιλάγιο και φιλόκαλο Ιεράρχη με το σπουδαίο εκκλησιαστικό έργο, τον μοναχό που είχε αφιερώσει τη ζωή του στο Θεό, το θεολόγο που είχε κάνει πράξη τη ρήση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ότι θεολόγος είναι όποιος προσεύχεται αληθινά, το ρήτορα που μάγευε τους ακροατές με το χάρισμα του λόγου του, τον συνοδικό που τον διέκρινε η σύνεση και το μέτρο, τον άνθρωπο με την ευστροφία και το χιούμορ, που έφτανε κάποτε μέχρι τον αυτοσαρκασμό. Διότι όλα αυτά και άλλα πολλά ήταν ο μακαριστός μητροπολίτης Νεκτάριος. Γνωρίζω ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως γράφει ο Θουκυδίδης, «χαλεπὸν τὸ μετρίως εἰπεῖν»(είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς αντικειμενικά). Ωστόσο θα μπω στον κίνδυνο να γράψω για το πρόσωπο του εκδημήσαντος, με σκοπό όχι να εκθέσω τη ζωή και το έργο του, το οποίο έχει ήδη αποτιμηθεί από το ποίμνιό του και την Εκκλησία της Κρήτης και όχι μόνο, αλλά για να δώσω την εικόνα του ανδρός, έτσι όπως τον γνώρισα και τον έζησα, αφού είχα τη μεγάλη ευλογία να με περιβάλει με την αγάπη του και να με τιμήσει με τη φιλία του.

Ο Νεκτάριος, ένας Ιεράρχης με αμιγώς εκκλησιαστικό φρόνημα, ήταν ο άνθρωπος που σε κέρδιζε από την πρώτη κιόλας στιγμή που τον γνώριζες. Το παράστημά του, η βιβλική του μορφή, η ανυπόκριτη συμπεριφορά του, η άνεσή του, η ευγένειά του, η ευπροσηγορία του σε έκαναν να σταθείς μπροστά του με δέος και σεβασμό αλλά και, συγχρόνως, να νιώσεις ότι βρίσκεσαι δίπλα σε οικείο σου άνθρωπο. Λόγω του χαρίσματος του λόγου και της ρητορικής δεινότητας που τον διέκριναν, η συνομιλία μαζί του ήταν όχι μόνο απολαυστική αλλά κυρίως ωφέλιμη για τον συνομιλητή του. Εξάλλου, ήταν ο άνθρωπος που ήξερε την τέχνη της επικοινωνίας, που ήξερε να διαλέγεται χωρίς βλοσυρότητα ή επίπλαστη σοβαρότητα αλλά με ανυπόκριτο χαμόγελο και ανοιχτή την αγκαλιά. Έτσι ο μακαριστός Ιεράρχης ασκούσε στο συνομιλητή του, αλλά και στο ακροατήριό του ευρύτερα, μια μοναδική γοητεία τόσο με τον καρδιακό και ελάχιστα εγκεφαλικό λόγο του, όσο και με το ήθος του, με την όλη παρουσία του. Ήταν η παρουσία ενός χαρισματικού και χαριτωμένου ορθόδοξου Ιεράρχη, ενός Ιεράρχη που απέπνεε το ήθος και το άρωμα της Ορθοδοξίας.

Το εκκλησιαστικό, λειτουργικό και φιλομοναστικό του ήθος αποκαλυπτόταν ποικιλοτρόπως. Ήταν άριστος λειτουργός. Γνώριζε απόλυτα και τηρούσε την λειτουργική τάξη της Εκκλησίας, ήταν φιλόμουσος και βίωνε το μυστήριο της Θ. Λειτουργίας. Όποιος έτυχε να συμμετέχει σε ακολουθίες στις οποίες προεξήρχε, μπορεί να μαρτυρήσει γι’ αυτό ορθόδοξο λειτουργικό και ιερατικό ήθος που απέπνεε ως λειτουργός. Μετρημένες, ήρεμες, σοβαρές ιερατικές κινήσεις, εκφωνήσεις μελωδικές χωρίς υπερβολές και εκζήτηση, έκφραση που έδειχνε εσωτερικό βίωμα, ύφος που αποκάλυπτε την εσωτερική χαρά που τον πλημμύριζε κατά την ώρα του μυστηρίου. Αλλά μεγάλη του αγάπη ήταν και ο μοναχισμός. Μοναχός ο ίδιος, ο Νεκτάριος αγαπούσε με ένταση τα μοναστήρια και τη μοναστική ζωή, πράγμα που έδειξε με την ακοίμητη προσπάθειά του να ανακαινίσει όλες τις μονές της μητροπόλεώς του και να αναγεννήσει, στο μέτρο του εφικτού, τον μοναχισμό, έτσι ώστε τα μοναστήρια να ξαναγίνουν πόλος έλξης για χιλιάδες πιστών χριστιανών.Αλλά ο εκδημήσας Ιεράρχης ήταν και ο άνθρωπος της αγάπης, αυτός που στεκόταν με ανθρωπιά δίπλα στην καθημερινότητα του ποιμνίου του με εκκλησιαστικό και όχι με κοσμικό τρόπο. Σκοπός του ήταν να λύνει τα προβλήματα των ανθρώπων, όχι όμως με τον τρόπο των πολιτικών, αλλά να τους βοηθά με τον τρόπο της Εκκλησίας, πράγμα που μεταφράζεται ως προσπάθεια να καταλάβουν οι άνθρωποι ότι, πέρα και πάνω από τα καθημερινά προβλήματα, υπάρχει η σωτηρία του ανθρώπου. Κι αυτό μόνο η Εκκλησία μπορούσε και μπορεί να το προσφέρει. Για τη λύση των τοπικών και εκκλησιαστικών προβλημάτων ο μητροπολίτης Νεκτάριος συνεργάστηκε επιτυχώς και με τους τοπικούς άρχοντες. Διότι, ενώ ήταν βαθιά εκκλησιαστικός, την ίδια στιγμή γνώριζε την τέχνη της διαπραγμάτευσης, ήξερε πώς και από πού να διεκδικήσει, για το καλό της Εκκλησίας και του λαού πάντοτε, ήταν δηλαδή ένας άνθρωπος της εποχής του. Αυτό σημαίνει πως ήταν παράλληλα παραδοσιακός και σύγχρονος, χωρίς το ένα να αντιστρατεύεται το άλλο. Στο πρόσωπό του συνταιριάζονταν αρμονικά ο παραδοσιακός, με την αυστηρή εμφάνιση Ιεράρχης και ο σύγχρονος, πολύ καλά πληροφορημένος για τα προβλήματα και τα ιδεολογικά και φιλοσοφικά ρεύματα του καιρού μας, άνθρωπος. Πατούσε γερά στην ελληνορθόδοξη παράδοση, αλλά το βλέμμα του διαπερνούσε και ερευνούσε τη σύγχρονη πραγματικότητα. Ήταν ο Ιεράρχης με τους ανοιχτούς ορίζοντες, με την πνευματική ευρυχωρία, αυτός που έβλεπε την οικουμενική Εκκλησία, έμπεδος, ωστόσο, στην εκκλησιαστική παράδοση και σταθερά προσηλωμένος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο προέβαλλε και υπερασπιζόταν με όλες του τις δυνάμεις.

Πάνω από όλα, όμως, ο μακαριστός Ιεράρχης είχε την αρχοντιά της Ρωμιοσύνης, ήταν ένας άρχοντας, με όλη τη σημασία που έχει η λέξη. Άρχοντας στην εμφάνιση, άρχοντας στην ψυχή και στο ήθος. Αρχοντική καθ’ όλα η συμπεριφορά του, αρχοντικές οι κινήσεις του, αρχοντική η φιλοξενία του, αρχοντική η παρουσία του, αρχοντική η ευγένειά του. Και τούτο, διότι ο Νεκτάριος είχε ανεβεί σε υψηλές πνευματικές κορυφές, είχε προσεγγίσει το φως του Θεού, ήταν «ὅλος ὅλῳ ἀφιερωμένος Θεῷ». Απ’ αυτή την υψηλή σκοπιά θεωρούσε τον κόσμο και τα του κόσμου, ζώντας ταυτόχρονα εντός του κόσμου. Όταν, πριν από λίγο καιρό, τον επισκέφθηκα στη Μητρόπολη, για να του ευχηθώ «καλή ανάρρωση», με εντυπωσίασαν το θάρρος του, η πίστη του, ο τρόπος που αντιμετώπιζε την ασθένειά του: «-Η αρρώστια», μου είπε, «με έκανε καλύτερο άνθρωπο. Μου έδωσε την ευκαιρία να δω από άλλη σκοπιά τα πράγματα. Με βοήθησε να αγαπήσω περισσότερο το Θεό και τους ανθρώπους. Ο Θεός που μας έδωσε τα πάντα, ας κάμει και με μένα ό, τι θέλει. Γενηθήτω το θέλημά Του». Αληθινά, ιώβεια αντιμετώπιση!

«Τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος».Η προς Κύριον εκδημία του μητροπολίτου Νεκταρίου αποτελεί όντως μια μεγάλη απώλεια για την Εκκλησία και το λαό της Κρήτης. Σήμερα είμαστε όλοι φτωχότεροι. Το κενό που αφήνει είναι όντως δυσαναπλήρωτο. Ὀμως, αφού η βουλή του Θεού ήταν άλλη, ας πούμε το χρυσοστομικό: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Ο Θεός τον χάρισε στην Εκκλησία, ο Θεός τον πήρε κοντά Του. Όσοι τον γνωρίσαμε είναι σίγουρο ότι θα τον κρατήσουμε για πάντα στη μνήμη μας ως τον Ιεράρχη που, όντας «εἰς τύπον Χριστοῦ», ποίμανε το λαό του Θεού ορθοδόξως και αγαπητικώς. Θα θυμούμαστε τους λόγους του, το ιερατικό του ήθος, την αρχοντιά του, το χαμόγελό του, την ευγένειά του, την εργατικότητά του, το ελεύθερο φρόνημά του. Κι εκείνος από τον ουρανό, όπου βρίσκεται, θα εξακολουθεί να προσεύχεται για όλους μας, συμμετέχοντας εσαεί στην ουράνια Θ. Λειτουργία.

Παιδαγωγικές υπομνήσεις του Μητροπολίτη Πέτρας και Χερρονήσου Νεκταρίου

«Η παιδεία αφορά την υπόσταση του Γένους μας, το μέλλον της Πατρίδας μας» (Μητροπολίτης Πέτρας Νεκτάριος)

Η πρόσφατη εκδημία του Πέτρας και Χερρονήσου κυρού Νεκταρίου έστρεψε το ενδιαφέρον μου σε κείμενα του, πρόσφατα και παλιά, κυρίως με παιδαγωγικό περιεχόμενο. Το παρόν σύντομο δημοσίευμα δεν αποτελεί εξαντλητική προσέγγιση της παιδαγωγικής συνεισφοράς και του μορφωτικού έργου του αοίδιμου Μητροπολίτη. Είναι ένα επιλεκτικό σταχυολόγημα αντιπροσωπευτικών θέσεων και διδαχών του, το οποίο κατατίθεται ευλαβώς στη μνήμη του, ως ταπεινή ευχαριστία για όσα έπραξε και έκφρασε για την εκπαίδευση και τον κόσμο της.

Δεν είναι λίγες οι φορές που ο Μητροπολίτης Νεκτάριος ασχολήθηκε με την παιδεία, τους ανθρώπους της και τα προβλήματά της. Ενδιαφερόταν για τα μείζονα και ελάσσονα εκπαιδευτικά ζητήματα, τη λειτουργία των εκπαιδευτικών θεσμών, τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές, στην περιφέρειά του και ευρύτερα. Συχνά διατύπωνε με σθένος και παρρησία τη γνώμη του και απευθυνόταν υπεύθυνα στους αρμοδίους όταν διαπίστωνε προβλήματα. Με δική του πρωτοβουλία πραγματοποιήθηκαν συσκέψεις εκπαιδευτικών στελεχών στην περιφέρειά του. Ενθάρρυνε εκπαιδευτικούς να συμμετέχουν στο πνευματικό έργο της Μητρόπολης, εξυπηρετώντας τους με αξιόλογες υλικοτεχνικές υποδομές και επιστημονικά μέσα. Υποστήριξε επιστημονικές ενώσεις εκπαιδευτικών και φιλοξένησε συνέδρια και εκδηλώσεις τους. Βασική έγνοιά του ήταν η γενική ανύψωση της παιδείας, με υπέρβαση των χρόνιων αδυναμιών της και με στόχο την αυθεντική μόρφωση και πνευματική προκοπή των παιδιών.

Οι αντιλήψεις και οι προβληματισμοί του αποτυπώνονται γραπτά σε διάφορα κείμενα, άρθρα, ομιλίες, ποιμαντορικές εγκυκλίους και επίκαιρες παρεμβάσεις. Συχνά απευθυνόταν στην εκπαιδευτική κοινότητα με γραπτά μηνύματα, όπως κατά την έναρξη του σχολικού έτους, την εορτή των Τριών Ιεραρχών, την αποφοίτηση των μαθητών του Λυκείου, σε έκτακτες περιστάσεις κ.ά. Αν και αγαπούσε τη λογοτεχνική καλλιέπεια, ο λόγος του δεν ήταν ξύλινος, ήταν ανθρώπινος, υπαρξιακός, ρεαλιστικός, οξυδερκής, ευθύς, τεκμηριωμένος. Ο προβληματισμός του συνδύαζε βαθιά γνώση και όραμα.

Η αφετηρία της σκέψης του ήταν εκκλησιαστική και χριστιανική. Κεντρική διήκουσα στις θέσεις του είναι ότι η παιδεία αποτελεί κυρίως πνευματική υπόθεση «πού ἀφορᾶ τόν ὅλο ἄνθρωπο, ὡς ψυχοσωματική ὕπαρξη»[1]. Με αφορμή ένα επίκαιρο πρόβλημα, τονίζει ότι η οποιαδήποτε υποτίμηση «τῶν πνευματικῶν συμβόλων» στην παιδεία θέτει σε κρίση και αμφιβολία τους προσανατολισμούς, τους στόχους και τις προοπτικές της[2]. Η παιδαγωγική διεργασία πρέπει να βασίζεται σε γερά πνευματικά θεμέλια. Με την έννοια αυτή «τα ζητήματα της παιδείας δεν επιλύονται με όρους υλικοτεχνικής υποδομής. Χρειάζεται όραμα»[3]. Πολύ περισσότερο, η παιδεία «δεν είναι υπόθεση των πολιτικών και των γραφειοκρατών»[4]. Όσοι εμπλεκόμαστε με οποιοδήποτε τρόπο στο παιδαγωγικό έργο οφείλουμε «νὰ δίδουμε προτεραιότητα στὶς πνευματικὲς ἀξίες, στὰ χαρίσματα, στὸν ἐσωτερικὸ πλοῦτο τοῦ κάθε ἀνθρώπου»[5].

Σύμφωνα με την άποψή του, η αγωγή στον τόπο μας βασιζόταν επί αιώνες στα μορφωτικά αγαθά του ελληνικού πολιτισμού και της χριστιανικής πνευματικότητας. Αυτό το «συναμφότερον τῆς κατά Θεόν καί κατά κόσμον σοφίας»[6] έχει δοκιμαστεί διαχρονικά και γι’ αυτό στις σύγχρονες συνθήκες αναδεικνύεται πειστικό εχέγγυο για την υπέρβαση της κρίσης. Κάποτε έγραψε ότι «ἄν γίνουμε καλύτεροι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί θά ἀποβοῦμε καί καλύτεροι Ἕλληνες»[7]. Σε εξαιρετικά δύσκολες εποχές, στα χρόνια της σκλαβιάς, με τη βοήθεια της παιδείας «διατηρήσαμε ἄσβεστη τή φλόγα τῆς φιλογένειας, πού μᾶς ἔφερε τήν παλιγγενεσία τῆς ἐλευθερίας»[8]. Στις σημερινές δύσκολες συνθήκες, η μόνη παιδεία που έχει προοπτική είναι «ἡ φωτιστική καί ἁγιαστική θεανθρώπινη παιδεία»[9]. Αυτός ο σκοπός ξεπερνά τα όρια της σκοποθεσίας του σημερινού σχολείου και τις δυνατότητές του και γι’ αυτό απαιτείται συστράτευση όλων για την επίτευξή του, δηλ. της εκπαίδευσης, της κοινωνίας, των πνευματικών ταγών, της οικογένειας και οπωσδήποτε της Εκκλησίας. Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η ευθύνη της Εκκλησίας, η οποία πρέπει «να αποβάλει αυτήν τη σκόνη του κοσμικού, της κρατικοδίαιτης διαγωγής, του συμβιβασμού, της κάλυψης, της στήριξης, της ανοχής σε αδικίες και πολιτικούς αμοραλισμούς»[10]. Η θέση της Εκκλησίας είναι κοντά στον λαό του Θεού «συγκακουχούμενη» και όχι στον κόσμο «των ανταγωνισμών, των σκοπιμοτήτων, της κυριαρχίας της εξουσίας και της αδικίας»[11]. Το όραμα της Εκκλησίας είναι «μία οικουμένη της ενότητας, της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης και της αγάπης»[12]. Στην προσπάθεια για την υπέρβαση της κρίσης είναι σημαντική και η αποστολή της παιδείας και γι’ αυτό είναι «μάταιος ὁ κόπος πού γίνεται μόνο γιά τά οἰκονομικά μεγέθη. Χωρίς παιδεία εἶναι καταδικασμένο ἕνα ἔθνος»[13].

Μια πρόταση παιδείας που έχει ρίζες στην παράδοσή μας δεν μπορεί παρά να προβάλλει με ενάργεια τις απλές πνευματικές αξίες της, που είναι υποβαθμισμένες και λησμονημένες στην εποχή μας, όπως αυτές της «ἀξιοπρέπειας, συνέπειας, εἰλικρίνειας, σεμνότητας»[14], καθώς επίσης «τῆς φρόνησης, τῆς σύνεσης καὶ τῆς διάκρισης»[15]. Αυτή η προσέγγιση βρίσκεται στον αντίποδα «τοῦ ἀνθρωποκεντρισμοῦ καί τῆς ἐγκοσμιοκρατίας» που ταλανίζει τον σύγχρονο κόσμο[16]. Μια αυθεντική μορφή αντίστασης στην αλλοτρίωση, την κοινωνική παρακμή, την ηθική κατάπτωση ακόμη και την οικονομική κρίση είναι η «μαθητεία στην παράδοση»[17]. Αυτή η μαθητεία δεν είναι μια στενή μουσειακή προσκόλληση σε άψυχα πράγματα, ούτε επιφανειακή τουριστική ενασχόληση για κάποιο ωφελιμιστικό σκοπό. Για τον Μητροπολίτη Νεκτάριο, «μνημεία και μνήμες αποτελούν μία ιδιοφυή αντιμετώπιση των προκλήσεων των καιρών, αποτελούν ζωντανά στοιχεία στην πολιτιστική παράδοση και είναι εμπνευστές της ζωής μας μέχρι σήμερα»[18]. Επιπρόσθετα, η μαθητεία στην παράδοση δεν είναι εθνικιστική εμμονή. Η παράδοση του Γένους υπερβαίνει τα στενά εθνικά όρια. Αυτό τεκμαίρεται και από τη μακραίωνη μαρτυρία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της οποίας ο Μητροπολίτης Νεκτάριος θεωρούσε τον εαυτό του πιστό μαθητή αλλά και υπήρξε ένθερμος κήρυκας. Ως προς το τελευταίο ζήτημα, επισημαίνει συχνά ότι εμείς οι Κρήτες έχουμε μεγάλο προνόμιο αλλά και ιδιαίτερη ιστορική ευθύνη ως «κλήματα τῆς εὐκληματούσης ἀμπέλου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας»[19].

Στην υπόθεση της παιδείας είναι σημαντική η αποστολή του εκπαιδευτικού λειτουργήματος. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών είναι αναντικατάστατος και η προσφορά τους ανεκτίμητη. Παράλληλα, είναι μεγάλη και η ευθύνη τους. Στο πλαίσιο αυτό, ο Μητροπολίτης Νεκτάριος όταν διαπίστωνε ελλείψεις τις επεσήμαινε χωρίς περιστροφές: «Ἡ προχειρότητα στό μάθημα, οἱ ἀδικίες στή βαθμοθηρία κάποιων καί ἡ ἀπουσία τῆς κατάλληλης προετοιμασίας τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ κάνουν τούς νέους νά μισοῦν τό σχολεῖο τους»[20]. Επιπλέον: «Χρειάζεται εντοπισμός του ελλείμματος της παιδείας. Ποιος δεν γνωρίζει ότι έχει συντελεστεί μία ποιοτική εξαλλοίωση του διδακτικού λειτουργήματος σε διαδικασία μεταφοράς διδακτέας ύλης; Υπάρχει, προωθείται, η αξιολόγηση ως διαρκής διαδικασία για την ποιότητα του εκπαιδευτικού λειτουργήματος; Μπορεί να κυριαρχεί η εκπαίδευση εις βάρος της παιδείας;»[21]. Απευθυνόμενος προς τους εκπαιδευτικούς επισημαίνει νουθετώντας τις δυσκολίες του έργου της αγωγής: «Τά παιδιά μας εἶναι, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή, εὐαίσθητα, εὐόλισθα, εὐρύπιστα»[22]. Επίσης, «δέν θέλουν πολλές συμβουλές. Τά πολλά “πρέπει” καί “μή” δέν ἐνδείκνυνται σ’ αὐτά»[23]. Γι’ αυτό παρακαλεί τους παιδαγωγούς να μην τα «πληγώνουν», να τους χαρίζουν πάντοτε «ἐλπίδα, αἰσιοδοξία, ἐμπιστοσύνη, χαρά» και να αναδεικνύουν «τὴν ἱερότητα τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων μέσα ἀπό τήν ἐπικοινωνία, τήν ἀναστροφή» μαζί τους[24]. Πεποίθησή του είναι ότι «ἡ καλύτερη παιδεία εἶναι ἡ παιδεία τῆς ἀγάπης»[25]. Αυτή μπορεί να παιδεύσει αληθινά τούς νέους, να αναδείξει τα πρόσωπά τους, να τους χαρίσει ευεξία, να καλλιεργήσει τα χαρίσματα και τις δεξιότητές τους, να πραγματώσει τις εφέσεις και τους πόθους τους. Για τον Μητροπολίτη Νεκτάριο, «ἡ ἀπροϋπόθετη ἀγάπη εἶναι ὁ ὑπέρτατος σκοπὸς τῆς ἀγωγῆς»[26]. Στον αληθινό παιδαγωγό «βίος καί λόγος, νοῦς καί καρδιά, πρέπει νά ἀλληλοπεριχωροῦνται»[27].

Βασικό ζήτημα στον παιδαγωγικό προβληματισμό του αποτελούσε ο τρόπος της επικοινωνίας με τους νέους: «Με απασχολεί σοβαρά το θέμα πώς θα βρούμε τον κώδικα επικοινωνίας με τα παιδιά και τους νέους, οι οποίοι πρωτίστως δέχονται τις συνέπειες αυτής της κρίσεως; Πώς θα τους εμπνεύσουμε; Με λόγια; Με κηρύγματα; Με δημόσιες σχέσεις και πνευματικά κέντρα; Δεν πρόκειται ποτέ να έλθουν, να μας εμπιστευτούν». «Τι θέλουν τα παιδιά μας; Αναζητούν γνησιότητα ήθους, καθαρότητα και εντιμότητα, θυσιαστικό, ηρωικό πνεύμα, λεβεντιά, αξιοπρέπεια». Οι νέοι επιζητούν «το γνήσιο, το πηγαίο, το αληθινό» και απεχθάνονται «το κάλπικο, το υποκριτικό, το φολκλορικό, το δημοσιοσχεσίτικο, το αλαζονικό, που φαντάζει μέσα στις κοινωνίες»[28].

Ο Μητροπολίτης Νεκτάριος ήταν γνώστης των διαστάσεων του αντίστοιχου παιδαγωγικού ζητήματος στην εκπαίδευση. Στο πλαίσιο της αντίληψής του για τον ανθρωπιστικό προσανατολισμό της παιδείας, τονίζει την ευθύνη όλων όσοι είμαστε παιδαγωγοί «νά προτάσσουμε τοῦ μηχανιστικοῦ γνωσιοκεντρισμοῦ τήν καλλιέργεια τῆς ἀλληλεγγύης, τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί τῆς δημιουργίας»[29] και να μην τους παραδίνουμε «στή μανία τῆς στείρας γνώσης καί τῆς πληθωρικῆς πληροφορίας»[30]. Οι τελευταίες θέσεις είναι επιστημονικά σύγχρονες και έγκυρες.

Ο μακαριστός Μητροπολίτης ειλικρινά πίστευε «ότι έχουμε υπέροχα παιδιά, εφήβους, νέους, πιο λεβέντες από τους προγόνους τους»[31]. Αυτό δεν τον εμπόδιζε να επισημαίνει τις ευθύνες τους και γι’ αυτό τα καλούσε να συμβάλλουν «στήν ἐξυγίανση τῆς δημόσιας παιδείας»[32], «νά ἀγωνίζονται, νά ἐκπαιδεύονται, ἀπό φιλότιμο, ὄχι μόνο γιά νά πετύχουν στή ζωή τους»[33]. Επίσης, τα καλούσε να αποφύγουν τους κινδύνους του αποπροσανατολισμού, να βάζουν στόχους, να τολμούν, να κρατούν τις παραδόσεις. Οι μεγαλύτεροι «ὁφείλουμε νά τούς ζητήσουμε συγγνώμη γιά τήν Ἑλλάδα πού τούς παραδίδουμε»[34]. Με αφορμή τα τρέχοντα κοινωνικά προβλήματα που απασχολούν πολλούς νέους δεν κρύβει την ανησυχία του: « Ἡ ἐποχὴ μας εἶναι δύσκολη, ρευστή, μεταβατική. Οἱ ἐκρήξεις τῶν νέων θὰ συνεχισθοῦν. Ἡ ἀνασφάλεια ποὺ βιώνουν εἶναι ἔντονη»[35]. Παρ’ όλα αυτά, επισημαίνει ότι «δεν είναι η κρίση η πιο μεγάλη μας συμφορά, αλλά το εμπάργκο που στήσαμε ανάμεσά μας»[36].

Τελικά, για τον Μητροπολίτη Νεκτάριο, μπορούμε να έχουμε ελπίδα και αισιοδοξία εάν όλοι αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Κάπου γράφει: «Οἱ ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ στὴν ἱστορία καὶ τὴ ζωὴ μας εἶναι πάντα μυστικὲς καὶ ἀθόρυβες»[37]. Όταν η παιδεία εμπνέεται από τα παραπάνω ιδανικά μπορεί να λειτουργήσει σαν αθόρυβο μυστήριο. Κάπου αλλού αναφέρει: «Ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει ὅτι “τά παρόντα ὁδός ἐστίν” καί ὁ ἄνθρωπος “ὁδίτης καί ὁδοιπόρος”, σέ μία ἀδιάκοπη πορεία πρός τό αἰώνιο»[38]. Η αληθινή παιδεία συνδράμει τον άνθρωπο στην πορεία προς το αιώνιο. Το ελπιδοφόρο μήνυμα, σύμφωνα με τη φράση του, είναι ότι «ὄλοι μποροῦμε νά κάνουμε Πάσχα, νά συντρίψουμε μοχλούς αἰωνίους, νά ὑπερβοῦμε ποικίλους θανάτους»[39].

Γεώργιος Στριλιγκάς
Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων και Πρόεδρος του Παγκρήτιου Συνδέσμου Θεολόγων


Σημειώσεις:

[1] Μητροπολίτου Πέτρας και Χερρονήσου Νεκταρίου, Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2014. Όλες οι σημειώσεις που ακολουθούν παραπέμπουν σε κείμενα του Μητροπολίτου Νεκταρίου (εφεξής χωρίς αναφορά του συγγραφέα), δημοσιευμένα στον ιστότοπο της Ιεράς Μητροπόλεως Πέτρας και Χερρονήσου, στη διεύθυνση http://impeh.gr (ανακτήθηκαν: 25 Οκτωβρίου 2015).
[2] Ό.π.
[3] Πώς βλέπω την παιδεία και τι συμβουλεύω τους νέους, 2013.
[4] Ό.π.
[5] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2013.
[6] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2014.
[7] Εγκύκλιος για την Κυριακή της Ορθοδοξίας, 2015.
[8] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2014.
[9] Ό.π.
[10] Ένας Επίσκοπος μιλάει για την κρίση, 2014.
[11] Ό.π.
[12] Ένας Επίσκοπος μιλάει για την κρίση, 2014.
[13] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2014.
[14] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2015.
[15] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών 2013.
[16] Εγκύκλιος για την Κυριακή της Ορθοδοξίας, 2015.
[17] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2014.
[18] Ομιλία για τον εκκλησιαστικό τουρισμό.
[19] Ομιλία για τη συμπλήρωση εκατό ετών από τη γέννηση του αοιδίμου Οικ. Πατριάρχου Δημητρίου, 2014.
[20] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2015.
[21] Πώς βλέπω την παιδεία και τι συμβουλεύω τους νέους, 2013.
[22] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2015.
[23] Ό.π.
[24] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2013.
[25] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2015.
[26] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2013.
[27] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2014.
[28] Ένας Επίσκοπος μιλάει για την κρίση, 2014.
[29] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2013.
[30] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2014.
[31] Χαιρετισμός στην έναρξη του Παγκοσμίου Συνεδρίου Κρητών, Άγ, Νικόλαος, 30 Ιουλίου - 1 Αυγούστου 2010.
[32] Μήνυμα προς τους αποφοίτους της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, 2008.
[33] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2015.
[34] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2014.
[35] Εγκύκλιος για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών, 2013.
[36] Ομιλία σε χειροτονία κληρικού.
[37] Εγκύκλιος Χριστουγέννων, 2014.
[38] Εγκύκλιος Πρωτοχρονιάς, 2015.
[39] Εγκύκλιος Πάσχα, 2012.

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

Συκοφαντία: "Ψευδολογίας Χείμαρρος

 γράφει ο αρχιμ.Θεόφιλος Λεμοντζής 

«Λύτρωσαί με ἀπὸ συκοφαντίας ἀνθρώπων, καὶ φυλάξω τὰς ἐντολάς σου». (Ψαλμ. 118, 134).

Ο λόγος του ψαλμωδού είναι αποκαλυπτικός. Εκφράζει την απελπισμένη στάση του απλού και ανυπεράσπιστου ανθρώπου απέναντι στο θανατηφόρο δηλητήριο που ενσταλάζουν οι συκοφάντες. Όπως το δηλητήριο του φιδιού ενσταλάζεται μέσα στον ανθρώπινο αίμα χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα να αφαιρεθεί από αυτό με κανέναν τρόπο∙ κατά τον ίδιο τρόπο το δηλητήριο της συκοφαντίας ενσταλάζεται μέσα στις ανθρώπινες συνειδήσεις και οδηγεί στο θάνατο ανθρώπινες υπολήψεις. «Περιήλθα όλη την οικουμένη και είδα όλες τις συκοφαντίες που γίνονταν κάτω από τον ήλιο. Και να, ποτάμι τα δάκρυα που χύνουν οι συκοφαντούμενοι και δεν υπάρχει κανείς να τους παρηγορήσει», αναφέρει ο σοφός Εκκλησιαστής(Εκκλ. 4,1).

Ο λόγος του ψαλμωδού είναι πάντα επίκαιρος διότι η ανθρώπινη φύση παραμένει η ίδια από τότε που ο άνθρωπος μεθυσμένος από τη θανατηφόρα ηδονή της εωσφορικής αυτοθεώσεως έγινε παράφρων και δέσμιος του Άδηi και απομακρύνθηκε από το Θεό∙ από τότε που ο Κάιν εφόνευσε τον αδελφό του Άβελ υποκινούμενος από το φθόνο και τη ζήλεια και μέχρι τη συντέλεια του αιώνος τούτου, διότι όπως μας διδάσκει ο Μέγας Αντώνιος «η κακία ακολουθεί την ανθρώπινη φύση όπως η σκουριά το χαλκό και η ακαθαρσία το σώμα». Η κακία των ανθρώπων παραμένει αιώνια. Δεν πρέπει να μας παραπλανούν τα διάφορα τεχνολογικά επιτεύγματα του ανθρωπίνου πολιτισμού. Η θανατηφόρος νόσος του φθόνου που οδηγεί στη συκοφαντία συνεχίζει να διαβρώνει τις κοινωνικές σχέσεις, δηλητηριάζει τον κοινωνικό ιστό και οδηγεί σε ανθρώπινες τραγωδίες. Ενδέχεται μάλιστα ο σύγχρονος άνθρωπος να ενθουσιάζεται από κάποιες ιδεολογικές αρχές περί αγάπης προς την ανθρωπότητα γενικά και αόριστα, παρά το γεγονός ότι στην καρδιά του φωλιάζει θανάσιμο μίσος για τον πλησίονiii. «Τα σκοτεινά νέφη του μίσους καλύπτουν από τα μάτια μας το Ουράνιον Φως. Μόνοι τους οι άνθρωποι δημιουργούν για τον εαυτό τους την κόλασή τους..», αναφέρει ένας μεγάλος σύγχρονος πνευματικός πατέρας, ο Γέροντας Σωφρόνιος.

Όσον αφορά την ετυμολογία της λέξεως συκοφαντία προέρχεται από το ουσιαστικό σύκο και το ρήμα φαίνω, φανερώνω. Έχουν προταθεί πολλές ερμηνείες. Η επικρατέστερη είναι αυτή του Ζηνόδωρου ο οποίος ισχυρίζεται ότι όταν κάποτε είχε πέσει λιμός στην Αθήνα, ο δήμος ενέκρινε ψήφισμα που απαγόρευε την εξαγωγή σύκων· όποιοι κατήγγελλαν άλλους ότι εξάγουν σύκα, ονομάστηκαν συκοφάντες. Ίσως οι συκοφάντες των Αθηνών δεν φανέρωναν στις αρχές μόνο αυτούς που εξήγαγαν παρανόμως τα σύκα αλλά και ίσως εκβίαζαν τους πλούσιους εμπόρους ότι θα τους καταγγείλουν ψευδώς ότι εξάγουν σύκα αν δεν τους έδιδαν ένα χρηματικό ποσό. Στην τρέχουσα ορολογία, συκοφαντώ σημαίνει διατυπώνω ή διαδίδω εσκεμμένα ψευδείς και κακόβουλες κατηγορίες εναντίον κάποιου για να τον μειώσω, να τον εκθέσω και ο συκοφάντης είναι αυτός που κατηγορεί κάποιον γνωρίζοντας απόλυτα ότι είναι ψευδείς οι κατηγορίες. Διαβάλλω και συκοφαντώ είναι συνώνυμα ρήματα καθώς σημαίνουν τη διάδοση ψευδών κατηγοριών. Η συκοφαντία είναι μία εσκεμμένη και προμελετημένη ενέργεια, με πλήρη διαύγεια αντίληψης και στόχου, κατά της υπόληψης και της τιμής του προσώπου, με προφορική ή γραπτή διατύπωση ψευδούς καταγγελίας ή κατηγορίας.

Συκοφαντία… Μια λέξη που προφέρεται τόσο εύκολα όσο εύκολα διαπράττεται. Μια λέξη που εμπερικλείει μια αρνητική ενέργεια, μια πράξη κατευθυνόμενη με πλήρη συνείδηση, μεθοδευμένα και στοχευμένα. Κατασκευάζει πράγματα που δεν άκουσε και ερμηνεύει πράγματα που δεν κατάλαβε. Είναι ένας διαρκής θάνατος του συκοφαντούμενου. Σύμφωνα με τον αείμνηστο γέροντα Μωυσή τον αγιορείτη ο συκοφάντης είναι δεινός ψεύτης, κακός άνθρωπος, δόλιος και ζηλόφθονος. Πρόκειται για πρόσωπο δειλό, διαστροφικό και ακαλλιέργητο. Έχει επιπολαιότητα, ρηχότητα, μετριότητα και περιέργεια. Οι συκοφάντες χαίρονται ιδιαίτερα όταν βρίσκουν ακροατές και αναγνώστες των ψευδών τους. Παγιδεύουν απρόσεκτους και αδαείς φίλους τους οποίους δεν είναι καθόλου δύσκολο αύριο να διασύρουν κι αυτούς και να διαδώσουν ανυπόστατες κατηγορίες. Η συκοφαντία είναι χειρότερη της κατηγορίας, γιατί εσκεμμένα χρησιμοποιεί το ψεύδος εναντίον άλλου. Η εμπάθεια του συκοφάντη είναι φοβερή. Συνεργάζονται το μίσος και η κακία, η ζήλια και ο φθόνος, η εχθρότητα και η απάτη.

Εφευρέτης της συκοφαντίας είναι ο διάβολος όπως αναφέρει και ο άγιος Νεκτάριος. Ψεύτης και πατέρας του ψεύδους, ο διάβολος αποδίδει στον εαυτό του μια φοβερή αποστολή, την αποστολή να αλλοιώνει εκ προθέσεως την αλήθεια. Ήταν αυτός ο οποίος συκοφάντησε το Θεό στην Εύα καθώς προσπάθησε να την πείσει ότι ο Θεός ψεύδονταν όταν προειδοποίησε τους πρωτόπλαστους για πνευματικό και σωματικό θάνατο σε περίπτωση παράβασης της εντολής. «Καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε· ᾔδει γὰρ ὁ Θεός, ὅτι ᾗ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν»(Γεν. 3,4-6). Άλλωστε η ίδια η ετυμολογία της λέξης διάβολος προέρχεται από το ρήμα δια-βάλλω, που είναι συνώνυμο με το ρήμα συκοφαντώ, και σημαίνει χωρίζω-διαιρώ και φανερώνει ότι κύριο χαρακτηριστικό του διαβόλου είναι ότι δια-βάλλει δηλαδή χωρίζει, κομματιάζει αντί να ενώσει, καταστρέφει τα πάντα, αντί να δημιουργήσει. Ο διάβολος είναι εκείνος που διαιρεί, που χωρίζει, αποκόπτει κάθε επικοινωνία μεταξύ Θεού και ανθρώπου και μεταξύ των ανθρώπων. Άλλωστε αυτό δεν κάνει και ο κάθε συκοφάντης; Μέσω της διάδοσης ψευδών ειδήσεων ενσπείρει μίσος ανάμεσα σε πατέρα και γιο, ανάμεσα στο σύζυγο και τη σύζυγο, ανάμεσα σε προϊστάμενο και υφιστάμενο. Για αυτό το λόγο μάς συμβουλεύει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «δεν θα συκοφαντήσεις, για να μην εξομοιωθείς με το διάβολο που συκοφάντησε το Θεό στην Εύα, και γίνεις καταραμένος σαν αυτόν.

Η συκοφαντία, δυστυχώς, έχει γίνει σήμερα διαδεδομένος τρόπος συμπεριφοράς πολλών ανθρώπων με αποτέλεσμα να θεωρείται ως κάτι το φυσιολογικό και να μην ονομάζεται καν συκοφαντία. Μέσω της ευρείας και παγκόσμιας διάδοσης του ιντερνέτ οι συκοφάντες δεν ψιθυρίζουν πια μόνο στο αυτί ψευδείς ειδήσεις αλλά τις αναγγέλλουν μέσω του ιντερνέτ για να είναι αποτελεσματικότερος ο τρόπος καταστροφής συνειδήσεων και ταυτόχρονα να διατηρείται η ανωνυμία τους. Έχουμε δει να σπιλώνονται προσωπικότητες, υπολήψεις, οικογενειάρχες, με τραγικά πολλές φορές αποτελέσματα· άνθρωποι να χάνουν την εργασία τους, να διαλύεται η οικογένειά τους, να έχουν χάσει την υγεία τους ακόμη, δυστυχώς και να αφαιρούν την ίδια τους τη ζωή πάνω στην απελπισία για την αδικία που διαπράχθηκε εις βάρος τους. Πρόκειται για ένα σύγχρονο bullying.

Η συκοφαντία είναι «ψευδολογίας χείμαρρος», θα τονίσει ο Μέγας Βασίλειος. Τα συκοφαντικά λόγια είναι διαδόσεις που δεν στηρίζονται στην αλήθεια και στην πραγματικότητα. Είναι ένα μέσον το οποίον πάντοτε οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν για να πλήξουν άλλους. Είναι μία πληγή στο σώμα της κοινωνίας. Είναι μία αρρωστημένη και παθολογική κατάσταση που φανερώνει το βόρβορο που υπάρχει μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν τη συκοφαντία θυγατέρα του μίσους και του φθόνου. Τα συκοφαντικά λόγια ως άλλα πούπουλα, όπως χαρακτηριστικά τα παρομοιάζουν μερικοί Άγιοι μας, που τα φυσά ο άνεμος, διασκορπίζονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και είναι αν όχι αδύνατον, φοβερά δύσκολο να συγκεντρωθούν πάλι πίσω, όταν αποκαλυφθεί η απάτη της συκοφαντίας ή όταν ο συκοφάντης μετανοήσει και θελήσει να επανορθώσει το κακό που προκάλεσε. Πάντα θα μένουν υπολείμματα και τραύματα από μια συκοφαντία που έχει συντελεσθεί. Σ’ αυτή την πραγματικότητα και φιλοσοφία, εξάλλου, στηρίχθηκε το "δόγμα" του Γκαίμπελς που έλεγε: "ρίξτε-ρίξτε λάσπη, στο τέλος κάτι θα μείνει" και το οποίο εφαρμόζουν πιστά σήμερα, πολλά οργανωμένα συμφέροντα στους χώρους των επιχειρήσεων, της πολιτικής, της εκκλησίας και αλλαχού. Ενώ ο δολοφόνος σκοτώνει το σώμα, ο συκοφάντης σκοτώνει την τιμή και την υπόληψη, τα οποία είναι ανώτερα από κάθε υλικό αγαθό.

Ποιο είναι όμως το κίνητρο που ωθεί τον άνθρωπο στο να συκοφαντεί τον συνάνθρωπό του και να εκτοξεύει ψέματα εναντίον του; Η ασκητική εμπειρία μάς έχει υποδείξει ότι τα κίνητρα του συκοφάντη είναι η ζήλεια, ο φθόνος, η μνησικακία, η υπερηφάνεια και τα σαρκικά πάθη. H συκοφαντία είναι το απαισιότερο φάσμα του μίσους και της κακότητας και το οδυνηρότερο τραύμα γι’ αυτόν που την υφίσταται. H συκοφαντία είναι το αμυντικό όπλο της κατωτερότητας. Επειδή δεν μπορεί να σκεπάσει τη γύμνωση και ευτέλειά της προσπαθεί να αμαυρώσει αυτούς που βρίσκονται πιο ψηλά για να δικαιωθεί όπως νομίζει, θα επισημάνει ο αείμνηστος και χαρισματούχος Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός. Μας διδάσκει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Όταν μας δουν οι δαίμονες να περιφρονούμε τα πράγματα του κόσμου, ώστε να μη μισούμε εξαιτίας αυτών τους ανθρώπους και εκπέσουμε από την αγάπη, τότε παρακινούν άλλους να μας συκοφαντήσουν, ώστε, μη υποφέροντας την λύπη, να μισήσουμε εκείνους που μας συκοφάντησαν». «Οι δαίμονες μάς σπρώχνουν πιεστικά ή στο να αμαρτήσωμε ή, αν δεν αμαρτήσωμε, στο να κατακρίνωμε όσους αμάρτησαν», μας διδάσκει επίσης ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Σύμφωνα με τον Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινό: «O εχθρός διάβολος γνωρίζει τη σκληρότητα και την οδύνη, που προκαλεί αυτή η κακία και τη μεταχειρίζεται κατά των ισχυρών του αντιπάλων. Σκοπός του είναι να λυγίσει την καρτερία τους». Αυτή είναι η πονηρία του διαβόλου. Ο συκοφάντης φθονεί την αρετή του άλλου και μισεί την αλήθεια. Μέσω της συκοφαντίας προσπαθεί να σπείρει το μίσος μεταξύ των ανθρώπων. Η θέληση του συκοφάντη συμπίπτει με τη σατανική θέληση και έτσι δαιμονοποιείται. Η συκοφαντία έχει εξάπαντος δαιμονικό και εωσφορικό χαρακτήρα. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά και ο άγιος Παΐσιος «οι συκοφάντες εργάζονται συνεργαζόμενοι με το ταγκαλάκι», δηλαδή τον διάβολο.

Γλύτωσέ με Κύριε από τη συκοφαντία των ανθρώπων και εγώ θα φυλάξω τας εντολάς σου, αναφωνεί ο ψαλμωδός. Αλλά ποιες είναι αυτές οι εντολές στις οποίες αναφέρεται ο ψαλμωδός; Είναι οι δύο εντολές που είπε ο Ιησούς επάνω στις οποίες στηρίζεται όλη η πνευματική ζωή: η αγάπη προς το Θεό και η αγάπη προς τον πλησίον(Ματθ.22, 35-40). Για την ορθόδοξη πνευματική ζωή η ηθική τελείωση δεν συνίσταται στην επίτευξη κάποιων ηθικών πράξεων, στην ηθική ευδαιμονία, αλλά στην επίτευξη ανιδιοτελούς αγάπης. Η τελεία αγάπη είναι υπεράνω παντός εν τω κόσμω συμφέροντος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση που εξετάζουμε η άνευ όρων αγάπη προς αυτόν που μας συκοφαντεί. Αυτό είναι και το μεγαλείο της μωρίας του Σταυρού όπως αναφέρει ο απόστολος Παύλος(Α΄Κορ.1,18-24) διότι για τον κόσμο είναι πραγματικά μωρία το να καλείσαι να αγαπήσεις αυτόν που σε συκοφαντεί. Αποτελεί υπέρβαση της λογικής.

Η υπομονή στις συκοφαντίες αποτελεί μέτρο και κριτήριο της ταπεινώσεώς μας. Η ταπείνωσή μας κρίνεται από τη στάση μας απέναντι στη συκοφαντία. Στο Γεροντικό αναφέρεται πώς ταπεινόφρων δεν είναι αυτός πού αυτοεξευτελίζεται και ταπεινολογεί, αλλά εκείνος πού υπομένει με χαρά τις ατιμίες πού προέρχονται από τον πλησίον∙ και σε άλλο σημείο αναφέρεται πώς εκείνον πού τιμούν οι άνθρωποι περισσότερο απ’ όσο αξίζει ζημιώνεται, εκείνος όμως, πού δεν τον τιμούν καθόλου οι άνθρωποι, θα δοξαστεί στους ουρανούς από τον Θεό.

Τελικά, το κεντρικό ζήτημα δεν είναι το να εξηγήσουμε για ποιο λόγο μας συκοφαντούν οι άνθρωποι αλλά το να φέρουμε άξια το σταυρό μας, να υπομένουμε άξια αυτή τη σκοτεινή οδύνη, μια οδύνη που στο τέλος μεταμορφώνεται σε χαρά και οδηγεί στη σωτηρία όπως ο άγιος Παΐσιος τονίζει χαρακτηριστικά: «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από τη χαρά που νιώθεις, όταν δέχεσαι την αδικία. Μακάρι να με αδικούσαν όλοι οι άνθρωποι! Ειλικρινά σας λέω, τη γλυκύτερη πνευματική χαρά την ένιωσα μέσα στην αδικία». Υπομένοντας τη συκοφαντία μετέχουμε στα παθήματα του Χριστού. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο ίδιος ο Χριστός συκοφαντήθηκε κατά την επίγεια παρουσία Του. Συκοφαντούσαν και τον Κύριο μερικοί σύγχρονοί του Ιουδαίοι λέγοντας: "ἰδού ἄνθρωπος φάγος καί οἰνοπότης, τελωνῶν φίλος καί ἁμαρτωλῶν" (Ματθ. 11,19) και "δαιμόνιον ἔχει καί μαίνεται" (Ιω. 10,20). «Άν σκεφτόμασταν ότι ο πιο αδικημένος είναι ό Χριστός, θα δεχόμασταν με χαρά την αδικία. Οικονομάει ό Θεός να μας αδικήσουν οι άνθρωποι ή να μας πουν καμιά κουβέντα, για να εξοφλήσουμε μερικές αμαρτίες μας ή για να αποταμιεύσουμε κάτι στην άλλη ζωή», μας συμβουλεύει ο άγιος Παΐσιος.

Η Αγία Γραφή τονίζει ότι η οποιαδήποτε δοκιμασία κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής γίνεται μέσο αναγωγής στον τελικό σκοπό του ανθρώπου, που είναι η Βασιλεία του Θεού. «Διὰ πολλῶν θλίψεων» εισέρχεται ο άνθρωπος στη Βασιλεία του Θεού(Πραξ. 14,22). Η ελπίδα της Βασιλείας του Θεού τον ενισχύει στις θλίψεις και δυσκολίες της ζωής και τον καθιστά διαρκώς δεκτικότερο στη χάρη του Θεού.

Ο πιστός φροντίζει αφενός να υπομείνει την αδικία της συκοφαντίας με σιωπή, ταπείνωση και προσευχή, χωρίς να καλλιεργεί πάθος και εκδικητικότητα για τον συκοφάντη, και αφετέρου φροντίζει με τη στάση του να βοηθήσει και τον άνθρωπο που τον αδικεί, να καταλάβει το σφάλμα του και να διορθωθεί. Η μεγάλη αγάπη προς το Χριστό υπερνικά τους πόνους και τις ταλαιπωρίες που του προξενούν οι άνθρωποι.