Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Η ΑΣΩΤΙΑ - ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΑΓΑΠΗ - ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Γράφει ο Κων/νος Χαρ. Κορλός, θεολόγος

    Οι λέξεις “ασωτία”, “άσωτος”, “ασώτως” στην Αγία Γραφή έχουν την ίδια ηθική σημασία που έχουν σ' ολόκληρη την ελληνική γραμματεία. Έτσι η λέξη “άσωτος” (α στερητικό+σώζω) σημαίνει τον άνθρωπο που δεν έχει σωτηρία με τον τρόπο ζωής του.
    Ο Αριστοτέλης γράφει: “τους ακρατείς και εις ακολασίαν δαπανηρούς ασώτους καλούμεν· διο και φαυλότατοι δοκούσιν είναι· πολλάς γαρ άμα κακίας έχουσιν...” Έτσι, “άσωτος” είναι εκείνος που κατασπαταλάει τα υλικά και πνευματικά αγαθά του, τα διάφορα ταλέντα του και που φθείρει έτσι επικίνδυνα την προσωπική του ψυχοσωματική υπόσταση. Η σπατάλη αυτή είναι έλλειψη ελευθερίας, υποδούλωση και εκφράζει την εσωτερική ανωμαλία, ακαταστασία, σύγχυση και νοσηρότητα της προσωπικότητας του ασώτου. Η ασωτία εκδηλώνεται ως σαρκολατρία, φιληδονία και ακολασία, ως ηθική αταξία και συνεπάγεται την εξαθλίωση και αποκτήνωση, τη στέρηση και τον εξευτελισμό του ανθρώπου. Από τη δυσχερή αυτή θέση, από την κόλασή του σώζει τον άνθρωπο μόνο η εν Χριστώ μετάνοια και η δεδομένη αγάπη του Θεού. Αυτή τη μεγάλη αλήθεια εκφράζει, αριστοτεχνικά η “παραβολή του Ασώτου”.
     Η παραβολή αυτή αποτελεί από κάθε άποψη την κορωνίδα των παραβολών του Χριστού. Είναι ανακεφαλαίωση της όλης διδασκαλίας του. Κεντρική ιδέα της παραβολής είναι η απεριόριστη αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο, που απορρέει από την πατρική σχέση του Θεού προς τους ανθρώπους και όχι από τις αρετές τους. Εξαίρεται η άπειρη θεία αγάπη και η μεγάλη αξία της μετάνοιας και επιστροφής του αμαρτωλού, ο οποίος έτσι μετατάσσεται από την πνευματική δουλεία της αμαρτίας στην ελευθερία των παιδιών του Θεού.
     Η παραβολή είναι μια πραγματική ιστορία παρμένη από τη ζωή, γεμάτη υψηλά διδάγματα. Μπορεί να χωριστεί σε δύο μέρη: Στο πρώτο κυριαρχεί η μορφή του ασώτου γιου, ενώ στο δεύτερο του πρεσβυτέρου. Το πρώτο μέρος διακρίνεται σε πέντε σκηνές: απομάκρυνση του νεότερου γιου από το οικογενειακό περιβάλλον, η άσωτη ζωή μακριά από το σπίτι του πατέρα του, η μετάνοια-μεταμέλειά του, η επιστροφή, η αίτηση συγγνώμης και η πανηγυρική υποδοχή στο σπίτι του πατέρα. Το δεύτερο μέρος φανερώνει στο πρόσωπο του μεγαλύτερου γιου τους Γραμματείς και Φαρισαίους όλων των εποχών που δυσκολεύονται να καταλάβουν το κήρυγμα της Χάρης του Χριστού, το ύψος της θείας αγάπης.
    Στην παραβολή παρατηρούμε τους εξής παραλληλισμούς: του επίγειου πατέρα προς τον επουράνιο πατέρα, του ασώτου γιου προς κάθε αμαρτωλό, του πρεσβυτέρου γιου προς κάθε στενόκαρδο και ξένο προς την αγάπη του Θεού, της αθλιότητας στην ξένη χώρα με την εξαχρείωση και δυστυχία του ανθρώπου μακριά από το Θεό, της πατρικής χαράς για την επιστροφή του ασώτου με τη χαρά που γίνεται στον ουρανό “επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι”. Με τους παραλληλισμούς αυτούς εκφράζεται με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο η πιο ουσιαστική διδασκαλία του Χριστού για τη σωτηρία των αμαρτωλών. Τονίζεται η πολυευσπλαχνία, η παναγαθότητα και η άπειρη αγάπη του Θεού πατέρα, σε αντίθεση προς τη μικροψυχία, την αχαριστία, την ανελεήμονα και σκληρή στάση των φίλαυτων ανθρώπων απέναντι στους ίδιους τους αδερφούς τους. Γι' αυτό η παραβολή αυτή μπορεί να ονομαστεί του σπλαχνικού πατέρα και όχι του άσωτου γιου.
     Ιδιαίτερα τονίζονται με την παραβολή αυτή οι εξής κεντρικές ευαγγελικές διδασκαλίες: Η πατρική στοργή είναι η πηγή της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο. Ο Θεός ανέχεται την αφροσύνη του ανθρώπου, γιατί σέβεται την ελευθερία του· ο άνθρωπος μακριά από το Θεό χάνει την αυτοκυριαρχία του, δουλώνεται στα πάθη του, νεκρώνεται ηθικά και πνευματικά (νεκρός ήν).
    Ο Θεός δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού, όσο την εν μετανοία επιστροφή του και τη σωτηρία του. Η ψυχή του ανθρώπου έχει την ικανότητα με τη νοσταλγία, τις τύψεις, την αηδία και τις εσωτερικές παρορμήσεις να αφυπνίσει τον άνθρωπο για να διαρρήξει τα δεσμά της αμαρτίας. Η αξία των θλίψεων για την πνευματική αφύπνιση· η αξία της μετάνοιας ως έκφρασης της προσωπικής ελευθερίας και της ελεύθερης προσωπικής συμβολής στο έργο της σωτηρίας. Η χαρά που γίνεται στον ουρανό για τη μετάνοια των αμαρτωλών και τέλος η αποκατάσταση του μετανοούντος στη χάρη και στην κοινωνία του Θεού, στη μακαριότητα και στην ευτυχία στην παρούσα και στη μέλλουσα ζωή.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Ποιές είναι οι τρείς Κυριακές που αποτελούν τα προπύλαια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής;

Τρείς Κυριακές αποτελούν τα προπύλαια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής:
η Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου,
η Κυριακή του Ασώτου και 
η Κυριακή της Απόκρεω. 

Η τελευταία εβδομάς, που εισάγεται με την Κυριακή της Αποκρέω, είναι το προοίμιο της νηστείας της Τεσσαρακοστής, γιατί κατ΄ αυτήν απαγορεύεται, σύμφωνα με τις εκκλησιαστικές διατάξεις, η βρώσις του κρέατος. Είναι η Τυρινή εβδομάς ή εβδομάς της Τυροφάγου. Κατά την εβδομάδα αυτήν αρχίζει η ψαλμωδία των τριωδίων κανόνων.
Η τελευταία αυτή Κυριακή, η Κυριακή της Αποκρέω, είναι και παλαιοτέρα από τις προηγουμένες. Τις δύο άλλες τις προσέθεσαν αργότερα, την Κυριακή του Ασώτου κατά τον Ϛ’ αιώνα και την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου ένα περίπου αιώνα υστερώτερα.
Ο σκοπός της προσθήκης είναι φανερός.Να δημιουργηθή δηλαδή μία περίοδος προπαρασκευής και προετοιμασίας για την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ένα είδος προπυλαίου στο όλο οικοδόμημα των κινητών εορτών.
Ή, όπως γράφει ο Ξανθόπουλος, «ώσπερ τις προγυμνασία και παρακίνησις τοίς αγίοις Πατράσιν επενοήθησαν, ώστε παρασκευασθήναι και ετοίμους ημάς γενέσθαι προς τους πνευματικούς αγώνας των νηστειών, την εξ έθους μυσαράν έξιν απολιπόντας». Έγιναν δέ τρείς οι προπαρασκευαστικές αυτές εβδομάδες για να απαρτισθή ο ιερός αριθμός της αγίας Τριάδος, το τρία, βάσει του οποίου οικοδομείται ολόκληρο το σύστημα της λατρείας μας. Και των τριών Κυριακών η ακολουθία πλέκεται γύρω από την ευαγγελική περικοπή, που διαβάζεται κατά την Θεία Λειτουργία.
Κατά την πρώτη Κυριακή αναγινώσκεται η παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου (Λουκ. 18, 10-14), την δευτέρα η παραβολή του Ασώτου υιού (Λουκ. 15, 11-33) και την τρίτη το ευαγγέλιο της Μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 21, 31-46). Με την πρώτη Κυριακή, την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, ανοίγει η ιερά πύλη του Τριωδίου. Δεν μπορούσε να ευρεθή καταλληλότερο θέμα, που να συνδυάζη κατά ένα τόσο πλήρη τρόπο τους επί μέρους σκοπούς της περιόδου αυτής.
Το Τριώδιο σημειώνει μία ιερά περίοδο του έτους αφιερωμένη στον Θεό στην σύντονο λατρεία και προσευχή, στην νηστεία και στα αγαθά έργα. Η προσευχή όμως, η νηστεία και η δικαιοσύνη του επιφανειακά δικαίου, κενοδόξου όμως και υπερηφάνου Φαρισαίου, αποδοκιμάζονται από τον Θεό. Αντιθέτως δικαιώνεται ο αμαρτωλός και άδικος, αλλά μετανοημένος και συντετριμμένος Τελώνης, που κτυπά το στήθός του και ταπεινά επικαλείται το έλεος του Θεού: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ». Αυτόν λοιπόν τον τύπο της ορθής προσευχής θέτει στο στόμα του πιστού η Εκκλησία στην έναρξι της περιόδου της προσευχής. Καλεί τους πιστούς να μή προσευχηθούν με υπερηφάνεια, «φαρισαϊκώς», αλλά με ταπείνωσι, «τελωνικώς», γιατί, κατά το λόγιο του Κυρίου, «πάς ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δέ ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται». Τα θέματα αυτά επαναλαμβάνονται σ΄ όλους τους ήχους και σε ποικίλες ποιητικές επεξεργασίες από την υμνογραφία της ημέρας. Παραθέτουμε το πρώτο τροπάριο των στιχηρών του εσπερινού του α’ ήχου, που είναι και το πρώτο τροπάριο του Τριωδίου:
«Μή προσευξώμεθα φαρισαϊκώς, αδελφοί,ο γάρ υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται·ταπεινωθώμεν εναντίον του Θεού τελωνικώς,διά νηστείας κράζοντες·Ιλάσθητι ημίν, ο Θεός, τοίς αμαρτωλοίς».

Το θέμα της δευτέρας Κυριακής είναι συναφές προς το θέμα της πρώτης. Εδώ το δίδει η παραβολή του Ασώτου υιού. Προβάλλεται την Κυριακή αυτή το ενθαρρυντικό παράδειγμα του αμαρτωλού νέου, που, ενώ σπαταλά την πατρική περιουσία «ζών ασώτως», δεν απελπίζεται, δεν συντρίβεται από το βάρος των συμφορών, δεν περιέρχεται σε απόγνωσι. Αλλά επιστρέφει προς τον εὔσπλαγχνο πατέρα ταπεινωμένος, μετανοημένος, ζητώντας το έλεος και την συγγνώμη Του. Και του απευθύνει θερμή ικεσία: «Πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου…». Το παράδειγμα της μετανοίας και της ορθής εν συντριβή καρδίας προσευχής, ενσαρκωμένο στον άσωτο της παραβολής, προβάλλει και πάλι η Εκκλησία προς μίμησιν και καλεί τα άσωτα παιδιά του Πατέρα, όλους μας, να γυρίσωμε στην αγκαλιά του Πατέρα ζητώντας συγγνώμην για να λάβωμε άφεσι, όπως εκείνος.

«Άσωτος εί τις, ως εγώ, θαρρών ίθι,θείου γάρ οίκτου πάσιν ήνοικται θύρα». «Όποιος είναι άσωτος, όπως εγώ,άς έλθη με θάρρος, γιατί η θύρα της θείας ευσπλαγχνίας έχει ανοίξει για όλους.»
Την θερμή εξομολόγησι του ασώτου υιού θέτει στο στόμα του πιστού ο ποιητής του Δοξαστικού των Αίνων: «Αγαθέ Πατέρα, απομακρύνθηκα από κοντά Σου·μή με εγκαταλείψης και μή με δείξης άχρηστο για την βασιλεία Σου. Ο παμπόνηρος εχθρός με ξεγύμνωσε, μού αφήρεσε τον πλούτο. Τα χαρίσματα της ψυχής μου τα διεσκόρπισα ασώτως. Γι΄ αυτό σηκώνομαι και επιστρέφω σ΄ Έσένα και Σού φωνάζω· Σύ που είσαι τόσο σπλαγχνικός, ώστε για μένα άπλωσες τα χέρια Σου στον Σταυρό για να με λυτρώσης από το φοβερό θηρίο, τον διάβολο, και για να με στολίσης με την παλαιά μου λαμπρή στολή, δέξου με αν όχι σάν παιδί σου, τουλάχιστον σάν υπηρέτη Σου».

Η προτροπή προς μετάνοιαν γίνεται πιό έντονος στην τρίτη και τελευταία προπαρασκευαστική Κυριακή, την Κυριακή της Αποκρέω. Ως μέσο προτροπής προς μετάνοιαν για την αφύπνησι και των πιό ραθύμων ψυχών χρησιμοποιείται τώρα το αίσθημα του φόβου. Φόβου πρό της δικαίας κρίσεως του Θεού κατά την «φοβεράν και αδέκαστον παρουσίαν» του Χριστού. Την τρομερά σκηνή περιγράφει το ευαγγελικό ανάγνωσμα και η όλη υμνογραφία της ημέρας. Όπως δέ ορθώς παρατηρεί ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο Συναξάριο: «Ταύτην οι θειότατοι Πατέρες μετά τάς δύο παραβολάς έθεντο, ως αν μή τις την εν εκείναις του Θεού φιλανθρωπίαν μανθάνων, αμελώς διάγη λέγων· Φιλάνθρωπός εστιν ο Θεός, και όταν της αμαρτίας αναχωρήσω, ετοίμως έχω το πάν ανύσαι. Ταύτην την φοβεράν ημέραν ενταύθα κατέταξαν, ίνα διά του θανάτου και της προσδοκίας των εσομένων δεινών, φοβήσαντες τους αμελώς διακειμένους, προς αρετήν επαναγάγωσι, μή θαρρούντας εις το φιλάνθρωπον μόνον, αλλ΄ αφοράν, ότι και δίκαιός εστι κριτής και αποδίδωσιν εκάστω κατά τα έργα αυτού».

Όπως οι βυζαντινοί ζωγράφοι στον Νάρθηκα των Ναών γύρω από την βασιλική πύλη ζωγράφιζαν την σκηνή της δευτέρας παρουσίας, έτσι και οι υμνογράφοι στο πρόπυλο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής μ΄ όλα τα ζωηρά χρώματα του ποιητικού των χρωστήρος ζωγραφίζουν την φοβερά κρίσι. Η πύλη σε λίγο θα ανοίξη. Ποιός πιστός δεν θα θελήση να εισέλθη «εις την χαράν του Κυρίου του;»

Εκ του βιβλίου ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ
Ιωάννου Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ
 εκδ.: Αποστολικής Διακονοίας