Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

ΑΝ Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΑΠΟΤΥΧΕΙ ΣΤΗΝ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ, ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙ ΝΑ ΣΥΝΑΨΕΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΑΓΙΟΥΣ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΕΛΙΣΣΑΙΟΥ, ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΣΙΜΩΝΟΣ ΠΕΤΡΑΣ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Οι απομονωμένοι μοναχοί, επειδή ακριβώς είναι ουσιαστικά αποτυχημένοι στην κοινωνία τους και στην αναφορά τους με τον Θεόν και τους ανθρώπους, δηλαδή στο πραγματικό τους έργο, προσπαθούν να περισώσουν την εικόνα του εαυτού τους, δημιουργώντας ένα αυτοείδωλο, που θα τους δικαιολογεί εσωτερικά και θα απωθεί την φωνή και τον έλεγχο της συνειδήσεως. Αυτοί συνήθως, αντί να ταπεινωθούν και να ελκύσουν έτσι την χάρη του Θεού, ζητάνε να καλύψουν την μειονεξία τους με υπέρμετρες ασκήσεις ή «μόνωση» ή «ησυχία».

Πολλές φορές συναντάμε μοναχούς, οι οποίοι κάνουν πιο πολύ άσκηση, είτε πιο πολύ κομποσχοίνι, είτε δεν τρώγουν, μόνον και μόνον για να απολαύσουν την όραση του Θεού. Αυτοί συντρίβονται, διότι ο Θεός δεν μπορεί να τους κάνει τίποτε. Απομακρύνουν από κοντά τους τον Θεόν. Αντίθετα, γίνονται ελκυστήρες της αμαρτίας, της απογοητεύσεως και εν τέλει της πλάνης και των παγίδων του πονηρού. Ιδίως δε, περιπίπτουν σε ραθυμία και σε εξαχρείωση, και από το ύψος της αγιότητός τους, στο οποίο θέλουν να τους συναντήσει ο Θεός και να τους αποκαλυφθεί, καταπίπτουν σε μεγαλύτερα κακά και ιδίως ηθικές εκτροπές και διαστροφές, όπως γνωρίζομε από την ιστορία των αγίων και την σύγχρονη πραγματικότητα.

Από την συνοπτική, κατ’ ανάγκην, ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ξεκάθαρα τι σημασία έχει η αληθινή ενότητα, η αληθινή κοινωνία μεταξύ των μοναχών, η ορθή μόνωση και η καταστροφική απομόνωση. 

Διότι όταν νιώθουμε ως ένα σώμα με τους άλλους, ως αδελφοί αγαπημένοι και τίμιοι, όταν δεν μπαίνουμε στην ζωή του άλλου και εκείνος στην δική μας, τότε νιώθουμε την ειρήνη, την ασφάλεια, την ελευθερία. Τότε δεν μας γίνεται πρόσκομμα ο άλλος στην ζωή μας, δεν φοβόμαστε την παρουσία του, ούτε αυτός την δική μας. Έχομε όλη την άνεση να κάνουμε την ζωή μας, είμαστε ειλικρινείς, εργατικοί, προσευχόμενοι.

Αντίθετα, όταν υπάρχει διατάραξη των σχέσεων μεταξύ δύο ή περισσότερων ανθρώπων, τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούν ούτε να προσευχηθούν ούτε να μελετήσουν. Ο Θεός χάνεται από τα μάτια του ανθρώπου όταν χαθεί ο πλησίον. Το χωρίον εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου που λέγει «αν δεν αγαπάς τον αδελφό σου, πώς θα αγαπήσεις τον Θεόν», είναι πολύ αληθινό, διότι ο άνθρωπος είναι κάτι το ορώμενον. Εάν διακυβεύεται η σχέση σου με τον αδελφό σου, νομίζεις ότι είναι δυνατόν να αγαπάς τον Θεόν; Αφού δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με αυτόν που βλέπεις, που σου μιλάει και του μιλάς, που έχει καρδιά, αδυναμίες, πώς θα επικοινωνήσεις με τον Θεόν; Εάν δεν μπορείς να τον συμπαθήσεις, όπως συμπαθεί εσένα ο Θεός, πώς θα αγαπήσεις τον Θεόν;

Επί πλέον, η διατάραξη των ανθρωπίνων σχέσεων συνιστά μία κατάσταση εντελώς αφύσικη. Όπως δεν είναι δυνατόν να εννοήσει το δεξί μου χέρι ότι δεν θα συνεργάζεται με το αριστερό, ότι τα μάτια δεν θα βλέπουν μαζί, ότι τα πόδια δεν θα βαδίζουν μαζί, κατά παρόμοιο τρόπο, είναι αφύσικος ο χωρισμός των μελών του ιδίου σώματος του Χριστού. Αφ’ ης στιγμής επέρχεται διαταραχή στις σχέσεις μας, όλα πηγαίνουν στραβά και ανάποδα, όλα τα αντιμετωπίζουμε λανθασμένα και η απώλεια και το χάσμα, γίνονται συνεχώς μεγαλύτερα.

Γι’ αυτό όλοι οι ασκητικοί πατέρες ως τεκμήριο της αγάπης μας προς τον Θεόν, ως θεμέλιο και προϋπόθεση της ενώσεώς μας με τον Θεόν και ως εδραίωμα της υπάρξεως της πνευματικής ζωής μας, θέτουν τον πλησίον, την θέση δηλαδή που έχει μέσα στην καρδιά μας ο άλλος και την δυνατότητα συνεργασίας και κοινωνίας μαζί του. Ό,τι διαταράσσει την σχέση μας, πρέπει να απομακρυνθεί, διότι οπωσδήποτε θα διαταραχθεί και η σχέση μας με τον Θεόν.

Βεβαίως η ζωή του κελλίου, η κατά Θεόν μόνωση, είναι τροφοδοσία της σωστής κοινωνικής μας σχέσεως με τους άλλους και, παράλληλα, οι σωστές μας σχέσεις με τους άλλους καλλιεργούν το σωστό έδαφος της κατά μόνας κοινωνίας μετά του Θεού σε μία αλληλεγγύη μεταξύ τους, σε μία αρμονική αλληλοπεριχώρηση.

Με λίγα λόγια: αν ακολουθούμε το πρόγραμμα του κοινοβίου, δηλαδή τηρούμε τις ακολουθίες και τον κανόνα μας, διακονούμε με ταπείνωση και αφοσίωση προσέχοντας τον νου και λέγοντας κατά δύναμιν την ευχή, προσέχουμε την γλώσσα μας, ώστε να μην αργολογούμε, διότι συνήθως τα λόγια μας, οι συζητήσεις μας είναι μαχαιριές που κόβουν τους δεσμούς της αγάπης, αν δίνουμε, όπως λέει ο αββάς Ησαΐας, την καρδιά μας «εις υπακοήν των Πατέρων», όταν αγαπάμε την ταπείνωση και την ανάπαυση του άλλου, επιδιώκουμε την ειρήνη και την καταλλαγή, ανεξάρτητα από τις ψυχικές ή σωματικές αδυναμίες, τις συνθήκες και τον χαρακτήρα μας, τότε πορευόμαστε κατά Θεόν και δεν κινδυνεύουμε από μειονεκτικές απομονώσεις και πλάνες. Τότε η προσευχή στο κελλί μας θα είναι άνοιγμα του ουρανού και της βασιλείας του Θεού, τότε η χάρις του Θεού «οικήσει εν ημίν».

Αυτό σημαίνει, αγαπητοί μου αδελφοί και πατέρες, ότι πρέπει στην κοινοβιακή μας ζωή, την κοινωνική μας, ας πούμε έτσι, συμπεριφορά, να είμαστε επιτυχημένοι. Εάν ο μοναχός αποτύχει στην σχέση του με τους αδελφούς, δεν θα μπορέσει ποτέ να συνάψει κοινωνία ούτε με αγίους ούτε με αγγέλους ούτε με την Αγία Τριάδα.

Αντίθετα, αν ο μοναχός προσέχει αυτή την λεπτή κοινωνία με τους αδελφούς, πάντοτε αυτοί θα νιώθουν κοντά του ανακούφιση και ανάπαυση, θα νιώθουν μία πνευματική αίσθηση, μία θαλπωρή, ένα φωτισμό και χαρά και μόνον από την παρουσία του.

Το ιαματικό φάρμακο είναι διαχρονικό και αυτό ονομάζεται άρνηση του εαυτού, μίμηση και ακολούθηση του Χριστού, αντίτυπο του αμώμου Χριστού που ανακεφαλαιώνει την μόνωση και ερημία, την κοινωνία και αγάπη με όλους, την υπακοή και θυσία, τον σταυρό και τον θάνατο και υπόσχεται την ανάσταση και την αφθαρσία στην ανέσπερο βασιλεία.

Τέλος, πνευματικώς βλέποντες τα πράγματα, πέραν του ορωμένου, όχι ανθρωποκεντρικά ή ψυχολογικά (αυτά αποτελούν το βάρος μας, τις αμαρτίες μας, τις ανομίες μας), όλη η συνοίκηση και κοινωνία της αδελφότητος, του Κοινοβίου, μέσα στην καθημερινή πραγματικότητα, την δύσκολη ή εύκολη, την εμμέριμνη ή αμέριμνη, την ήσυχο ή ενίοτε θορυβώδη, είναι κλήση αγία, είναι κλήση σε ομόνοια πατρική και μητρική, είναι σύναξη και εκκλησία μαζί με τους χορούς των αγίων που είναι ζωντανοί προστάτες και φρουροί του μοναστηριού, είναι καθέδρα του Θεού, ο οποίος θέλει από τώρα να δείχνει στα τέκνα του τα «άδηλα και τα κρύφια» της σοφίας Του, τα άδυτα της βασιλείας Του και θέλει να κεντρίζει τον πόθο τους για την βίωση και την κατάκτησή της.

Για τους μοναχούς αυτή η προσμονή είναι η ζωή τους, η αγάπη τους, η ικεσία τους, το πάθος τους, το παρόν και το μέλλον τους.

Πηγή: www.pemptousia.gr

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2020

ΟΙ ΠΡΩΤΟΚΟΡΥΦΑΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΣ

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ

Απορώ και εξίσταμαι, πώς οι άγιοι Απόστολοι που εορτάζουμε σήμερα, κατόρθωσαν τέτοια μεγάλα και εξαίσια θαύματα! Και πώς κανείς να μη θαυμάσει και να μην απορήσει;

Αναλογισθείτε, αδελφοί μου· τι ήταν πριν ο Απόστολος Πέτρος; Ένας ψαράς. Τίποτε άλλο δεν ήξερε από το να ψαρεύει, να πιάνει ψάρια με το δίχτυ στη λίμνη Γενησαρέτ. Και ξαφνικά τον βλέπετε κήρυκα όλης της οικουμένης. Τόση χάρη και γλυκύτητα είχαν τα λόγια του, ώστε σε μια ομιλία του πίστεψαν τρεις χιλιάδες και άλλοτε πέντε χιλιάδες, τους οποίους και βάπτισε.

Άφοβος και άτρομος στέκεται μπροστά σε βασιλείς και τυράννους, διδάσκοντας και ελέγχοντας και μένοντας απτόητος στις απειλές και τους κινδύνους. Πρόθυμος και ακούραστος, αν και ήταν γέροντας, αρχίζει το κήρυγμα από την Ιερουσαλήμ, τρέχει στην Ιουδαία, Αντιόχεια, Πόντο και Γαλατία, Βιθυνία και Καππαδοκία, Ευρώπη και Ασία. Στη Ρώμη μαρτύρησε για τον Χριστό με το να σταυρωθεί από τον Νέρωνα έχοντας κάτω το κεφάλι.

Τι ήταν και ο Απόστολος Παύλος; Σκηνοποιός, δηλαδή κατασκεύαζε αντίσκηνα. Προηγουμένως ήταν διώκτης του Χριστιανισμού. Όταν πήγαινε στη Δαμασκό με εξουσία κατά των Χριστιανών, άστραψε ξαφνικά επάνω του φως που τύφλωσε τα σωματικά μάτια, και άκουσε φωνή να του λέει: «Σαούλ, Σαούλ, τι με διώκεις;» Με πολύ φόβο και έκθαμβος ο Παύλος είπε: «Τις ει συ, Κύριε;» και άκουσε: «Εγώ ειμι Ιησούς, ον συ διώκεις». Τότε ο Κύριος τον πρόσταξε να πάει στη Δαμασκό να βρει τον απόστολο Ανανία. Και αφού βαπτίστηκε, ανοίχθηκαν τα μάτια της ψυχής και του σώματός του, και ο πρώην διώκτης παρουσιάστηκε μέγας υπερασπιστής του Χριστιανισμού.

Σαν φτερωτός αετός περιέρχεται όλη την οικουμένη κηρύττοντας τον λόγο του Θεού και βαπτίζοντας όσους πίστευαν. Σ’ αυτόν τον Απόστολο βλέπει κανείς πράγματα θαυμαστά και εξαίσια που ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη δύναμη· γι’ αυτό δίκαιο είχε ο θείος Χρυσόστομος να αναφωνήσει σε μια ομιλία του: «ούτε θα γεννηθεί άλλος Παύλος». Οι αγώνες και οι κόποι του για το Ευαγγέλιο ξεπερνούν κάθε διάνοια· οι κίνδυνοι, οι θλίψεις, οι στενοχώριες και οι λοιπές κακοπάθειές του είναι απερίγραπτες.

Ακούσατε, αγαπητοί μου, με λίγα λόγια τα κατορθώματα των πρωτοκορυφαίων Αποστόλων. Πώς μπόρεσαν να επιτελέσουν τέτοια σημεία και τέρατα; Με ποιο μέσο; Με την πίστη. Όλα όσα θαυμαστά και εξαίσια έκαναν οι άγιοι Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι, τα έκαναν με την πίστη.
Αυτή είναι η πίστη των Αγίων, αλλά ποια είναι η πίστη ημών των Χριστιανών σήμερα;

Τι βλέπω, τι ακούω στους αγράμματους, τους χωρικούς, τους βοσκούς; Βλασφημίες, αισχρολογίες, κλοπές. Τι βλέπω στους πλούσιους, στους εμπόρους; Πλεονεξίες, αρπαγές, φιλαργυρία. Τι βλέπω στους άρχοντες; Εγωϊσμό, έπαρση, κολακείες, δολιότητες, υπουλότητες. Σε όλους, και στον λαό και στον κλήρο, βλέπει κανείς αμέλεια, ραθυμία, διαφθορά, παραλυσία. Και έπειτα περιμένουμε προκοπή, περιμένουμε να πάψουν οι πόλεμοι, οι θλίψεις, οι δυστυχίες. Το είπα, το λέω και θα το λέω· τότε θα πάψουν τα δεινά μας, όταν μετανοήσουμε, όταν γίνουμε ευσεβείς.

Να μη πλανιόμαστε, αγαπητοί. Η απόφαση κατά των αμαρτωλών δόθηκε από τον Θεό: «Αν φυλάξετε τις εντολές μου, θα φάτε τα αγαθά της γης, αν όχι, θα σας φάει το μαχαίρι». «Φυλάγει ο Κύριος αυτούς που τον αγαπούν, και όλους τους αμαρτωλούς θα τους εξολοθρεύσει».

Για να μη χαθούμε κι εμείς μαζί με τους αμαρτωλούς, ας προσπέσουμε στον Θεό και ουράνιο Πατέρα με μετάνοια και δάκρυα και ας τον ικετεύσουμε να μας ευσπλαχνιστεί.

Πανάγαθε, φιλάνθρωπε, πανοικτίρμον, πολυέλεε και πολυεύσπλαχνε Κύριε· Εσύ που για μας τους ανθρώπους και για τη σωτηρία μας έγινες άνθρωπος όμοιος μ’ εμάς εκτός αμαρτίας, για να μας ελευθερώσεις από την αμαρτία και να μας οδηγήσεις στον Θεό και Πατέρα, με τις πρεσβείες της υπερευλογημένης Δεσποίνης και Θεοτόκου Μαρίας, των Αγίων Πάντων και εξαιρέτως των πρωτοκορυφαίων σου Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, ελέησε, φώτισε και σώσε μας. Αμήν.

[Από παλιό χειρόγραφο του Γέροντα Φιλοθέου Ζερβάκου. Περιοδικό «Όσιος Φιλόθεος της Πάρου» 29, Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, άρθρο «Εις την εορτήν των πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου» (αποσπάσματα)]

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2020

ΠΑΠΑ-ΤΥΧΩΝ: Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΕΔΩΣΕ ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΑΓΓΕΛΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΑ!

Ο Ρώσος, Αγιορείτης Ιερομόναχος Παπα-Τύχων (1884-1968).
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Τον κάθε επισκέπτη του τον θεωρούσε φίλο και απεσταλμένο από τον Θεό. Ό,τι του πρόσφερε το κρατούσε κι αν δεν το είχε ανάγκη τα έδινε αμέσως σε άλλον. Ενώ δεν είχε τίποτε, θεωρούσε πλούσιο τον εαυτό του.
- Εγώ πλούσιος, δόξα τω Θεώ, έλεγε.

Τω «δόξα τω Θεώ» το είχε συνέχεια στο στόμα του. Άντεχε πολύ στη νηστεία και κάποτε, που είχα να πάω πολλές ημέρες, αντίκρυσα το εξής θαυμαστό.

Σ’ εποχή που δεν υπήρχαν δαμάσκηνα και άνθρωπος είχε ημέρες να τον επισκεφθή, βλέπω στο κελλί του πολλά από αυτά, φρέσκα και ωραία.

Τον ρώτησα, πού τα βρήκε.
– Παιδί μου, άνθρωπος τού Θεού», μου απάντησε.

Πίστεψα πως άγγελος του τα πήγε. Τότε μου διηγήθηκε κι ένα άλλο θαύμα, που του είχε συμβεί στη Ρωσία.

Ήταν από τη Σιβηρία και εκεί είχαν πολύ σιτάρι και το ψωμί τους ήταν άσπρο. Όταν περιόδευε τα Ρωσικά μοναστήρια έφτασε στη Μόσχα. Λίγο πιο έξω, εκεί, έτρωγαν μαύρο ψωμί, που δεν μπορούσε να το φάη και για μέρες ήταν νηστικός.

Περνώντας έξω από ένα φούρνο βλέπει μια γυναίκα να του δίνη ένα κάτασπρο ψωμί, ζεστό. Χρήματα δεν είχε και μπήκε μέσα στον φούρνο να την ευχαριστήση.

Ρώτησε τον φούρναρη, πού πήγε ή γυναίκα που του έδωσε το ψωμί. Του απαντά πως καμμιά γυναίκα δεν βγήκε από το μαγαζί του. Όταν μάλιστα είδε το ψωμί στα χέρια του ν’ αχνίζη και σ’ όλη την επαρχία τους να μην υπάρχη τέτοιο, έκθαμβος ένοιωσε πως ήταν η Παναγία.

Ξέσπασε σε δάκρυα συγκινήσεως και ο φούρναρης μ’ ευλάβεια έλαβε λίγο απ’ το ψωμί για ευλογία. Ευχαρίστησαν και οι δύο τη Θεοτόκο. Με το ψωμί αυτό πέρασε όλο τον υπόλοιπο καιρό που έλειπε απ’ το σπίτι του.

Το θαύμα αυτό τον έκανε ν’ αποφασίση τη μοναχική του αφιέρωση.

Πηγή: Ιερομόναχος Αγαθάγγελος, «Οι αναμνήσεις μου από τον παπα-Τύχωνα» Εκδόσεις ''Το Περιβόλι της Παναγίας'', Θεσσαλονίκη 1982.