Τρίτη, 14 Ιουλίου 2020

ΑΓΙΟΤΗΤΑ: ΤΟ ΒΕΓΓΟΒΟΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ


Στο πρόσωπο του Αγίου Θεού αποκαλύπτεται ως υπερβατικός, ως έτερος από τον κόσμο. Αγιότητα είναι το φεγγοβόλο και ζωηρό μυστήριο της παρουσίας του υπερβατικού Θεού -ένα μυστήριο που φωτίζει και μεταμορφώνει. Γι’ αυτό και η αγιότητα δεν μπορεί να είναι, χαρακτηριστικό κάποιας απρόσωπης πραγματικότητας, που ανήκει στη φυσική τάξη: καθετί απρόσωπο στερείται του βάθους του μυστηρίου. Η αγιότητα ανήκει στην τάξη του μυστηρίου γι’ αυτό και μπορεί να είναι ιδίωμα μόνο του ίδιου του Θεού, ως υπερβατικού προσώπου. Ο Θεός, ως πρόσωπο αχανούς βαθύτητας, κοινωνείται μέσα στην υπερβατικότητά Του. Αυτή είναι η παράδοξη φύση της αγιότητας: είναι ταυτοχρόνως και υπερβατικότητα και αποκάλυψη που κοινωνείται. Από τη στιγμή που η αγιότητα είναι ιδίωμα του υπερβατικού και συνεπώς μυστηριώδους προσώπου του Θεού, κυριευόμαστε από τρόμο ενώπιον της και κατακλυζόμαστε από συστολή· διότι η αγιότητα φανερώνει μια συνείδηση ανώτερη από τη δική μας, μια συνείδηση που μας αποκαλύπτει τη δική μας αχρειότητα. Αγιότητα είναι η ακτινοβολία ενός υπερβατικού προσώπου, που φανερώνει τον εαυτό του προκειμένου να μας συνεγείρει προς αυτό. Ωθούμαστε να εγκαταλείψουμε την αμαρτωλή μας κατάσταση. ώστε να κατορθώσουμε να παραμείνουμε στον περίγυρο της παρουσίας του, ενώ ταυτόχρονα η ακτινοβολία του φωτίζει τη δική μας προσωπική συνείδηση και την εκλεπτύνει κάνοντας την πιο ευαίσθητη στην αμαρτία. Είναι σαν να εισβάλλει στην ανθρώπινη συνείδησή μας η αγιότητα του Θεού, καθιστώντας μέσα μας αμετάθετα επείγουσα την ανάγκη για νήψη, και φουντώνοντας τον πόθο γι’ αυτό που μας υπερβαίνει. ενώπιον του Θεού και των άλλων ανθρώπων· αποκτούν συνείδηση ανοιχτή και μεγάλη ελευθερία στις σχέσεις τους -αυτό δεν συνεπάγεται απρέπεια ή θρασύτητα, αλλά απλά την αθώα ειλικρίνεια του παιδιού που δεν είναι προσκολλημένο στην αμαρτία. Είναι μια ανυπόκριτη ειλικρίνεια εμποτισμένη με βαθιά εμπιστοσύνη στον Θεό και στους άλλους: ο άνθρωπος εξέρχεται από το εγώ του και προσκολλάται στον Θεό και στους άλλους· δρα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο Θεός και οι άλλοι άνθρωποι να του ανοίγουν την πόρτα τους. Ο άγιος δεν έχει καμία σχέση με την αβεβαιότητα που κάνει τους ανθρώπους να κλείνονται στον εαυτό τους. Το αθώο θάρρος της αγνότητας και της εμπιστοσύνης είναι τα μέσα της ενότητάς του με τους διπλανούς του. Κι έτσι, ο άγιος βρίσκει κατάπαυση στον Θεό και στους άλλους, ακριβώς όπως και ο Θεός και οι άλλοι, βρίσκουν κατάπαυση σ’ αυτόν. « Ο Θεός ο Άγιος, ο εν αγίοις αναπαυόμενος» ψάλλει η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. Η ανάπαυση του Θεού στους αγίους είναι μία κατάσταση που διαρκεί και ακτινοβολεί στη συνείδηση. Κι ακόμα, συνεπάγεται πως και ο Θεός ευαρεστείται στους αγίους. Όπως ακριβώς και οι άγιοι νιώθουν χαρά αναπαυόμενοι εν τω Θεώ. Η συνείδηση δεν αισθάνεται χαρά παρά μέσα σε μια άλλη συνείδηση, μέσα στους κόλπους της αγαπητικής συνείδησης ενός άλλου προσώπου. Κι αυτή είναι η υπέρτατη μορφή αμοιβαίας συνύπαρξης δύο συνειδήσεων. Προκειμένου να γίνει τόπος καταπαύσεως του Θεού ή να νιώσει τον Θεό ως δικό του τόπο καταπαύσεως, πρέπει το πνεύμα του ανθρώπου να γίνει ικανό να αναδεχθεί μία συνείδηση αβυθομέτρητη και απαστράπτουσα. Πρέπει ο Θεός να βρει εκεί τη δυνατότητα της επέκτασης του φωτός Του στο άπειρο, τη δυνατότητα μιας ατελεύτητης εμβάθυνσης. Πρέπει ο άνθρωπος να είναι ικανός για μία ενσυνείδητη βίωση του Θεού ολοένα και πιο καινούργια, ολοένα και πιο βαθιά· και ο Θεός με τη σειρά Του ευαρεστείται από αυτή τη συνεχή ανακαίνιση της χαράς του ανθρώπου, εντός του οποίου αναπαύεται. Ο άνθρωπος, βιώνοντας τον Θεό, δεν μπορεί να μένει αμετάβλητος : σε μια τέτοια περίπτωση ο ίδιος ο Θεός δεν θα μπορούσε να απολαμβάνει την ακατάπαυστη ανάπαυσή Του μέσα στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος μέσα στον οποίο αναπαύεται ο Θεός και ο οποίος αναπαύεται στον Θεό, πρέπει να αντανακλά το άπειρο του φωτός της θείας συνειδήσεως -το άπειρο του Θεού πρέπει να γίνει κατά χάριν ιδίωμα του ανθρώπου. Πρόκειται για τη θέωση του ανθρώπου εν τω Θεώ και την ενανθρώπιση του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Είναι η ενότητα του Θεού και του ανθρώπου εν τω Αγίω Πνεύματι, εν τω Πνεύματι του φωτός: το φεγγοβόλο Πνεύμα του Θεού γίνεται κατά χάριν φεγγοβόλο Πνεύμα του ανθρώπου. Η θεία συνείδηση και η συνείδηση του ανθρώπου γίνονται διαφανείς η μία για την άλλη και αλληλοπεριχωρούν αμοιβαία. Βεβαιώνοντας αυτή την αλληλοδιείσδυση του ανθρώπου και του Θεού, που λαμβάνει χώρα χωρίς σύγχυση των δύο, ο Χριστιανισμός αποκάλυψε το χαώδες και δίχως όρια μυστήριο του ανθρώπινου προσώπου και της συνείδησης του. Αυτή η νέα γέννηση της ταπείνωσης και του πόθου για κάθαρση, συνιστά την αληθινή αυτογνωσία. Ενώπιον της παρουσίας της αγιότητας η συνείδηση μας αναπτύσσει εξαιρετικά λεπτούς αισθητήρες· κι αυτό μπορεί να προκύψει μόνο επειδή η συνείδηση μας δέχθηκε την αποκάλυψη κάποιας ανώτερης συνείδησης. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει: «Όταν η ψυχή δεχτεί αυτή τη σφραγίδα, όταν μέσα από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος βυθιστεί ο λογισμός της στα βάθη της ταπείνωσης του Χριστού και Θεού μας, παύει στο εξής να δίνει προσοχή στον κόσμο ή στους ανθρώπους του κόσμου, και στρέφει όλη της την προσοχή μέσα της. Και όταν αυτή η ενδοσκόπηση γίνει, με πολλή καρτερικότητα, συνήθειά της, τότε η ψυχή δεν βλέπει πλέον τίποτα άλλο από τον εαυτό της μέσα στην ασημαντότητά της και την απώτατη ταπείνωσή της, και είναι πεπεισμένη πως δεν υπάρχει άλλη ψυχή σε ολόκληρο τον κόσμο τόσο ανάξια όσο η ίδια». Ο θείος φωτισμός κάνει τη συνειδητοποίηση της προσωπικής αναξιότητας να συμπλέει παράδοξα με τη λεπτότατη ευαισθησία της συνείδησης· κι αυτή η σύμπλευση λαμβάνει χώρα ενώπιον της δόξας του Θεού, ενώπιον της δόξας μιας υπέρτατης συνείδησης που αφυπνίζει εντός μας τη συνείδηση. Μόνο μία ανώτερη συνείδηση μπορεί να αφυπνίσει μία άλλη συνείδηση· μόνο ο θείος φωτισμός μπορεί να συνεγείρει στο ύψιστο σημείο τη συνείδηση του ανθρώπου, δίνοντας του ταυτόχρονα σαφή συναίσθηση της ασημαντότητας του. Μια φύση απρόσωπη δεν μπορεί να γεννήσει συστολή, να οξύνει τη συνείδηση. Είναι η πυρίμορφη ακτινοβολία ενός Θεού (ενός Θεού που είναι συνείδηση) αυτή που μας φλογίζει, όταν  η αγιότητά Του επενεργεί πάνω μας, απαιτώντας από μας να γίνουμε άγιοι όπως άγιος είναι Εκείνος. Ο άνθρωπος έμπλεος από την αγιότητα του Θεού -την υπέρτατη συνείδηση- μεταβάλλεται σε καιομένη βάτο· ή, μπροστά σε έναν άγιο άνθρωπο αισθάνεται σαν να στέκεται ενώ­πιον μιας καιόμενης βάτου. Η συστολή και το δέος που αισθάνεται κανείς ενώπιον της αγιότητας ξεπερνά κάθε συστολή και δέος που μπορούν να προκαλέσουν πρόσωπα ανθρώπινα· είναι άλλης τάξεως, διότι η θεία πραγματικότητα της υπέρτατης συνείδησης που φεγγοβολά στη συνείδηση του αγίου, φανερώνει ξεκάθαρα στα μάτια μας τον ίδιο μας τον εαυτό και προβάλλει ως η υπέρτατη αρχή που κρίνει την αμαρτωλή μας κατάσταση. Κι όμως ταυτόχρονα, η αγιότητα μας σαγηνεύει. Στο έργο του «Περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας»,ο άγιος Διονύσιος ο Αρεο­παγίτης ταυτίζει την αγιότητα του Θεού με την τέλεια καθαρότητά Του, και την εξαγιαστική Του ενέργεια με την καθαρτική Του δύναμη. Αυτή η τέλεια θεία καθαρότητα δεν αφυπνίζει μονάχα τη συστολή, αλλά μας προσελκύει κιόλας. Δεν προξενεί μονάχα δέος, αλλά και χαρά. Διότι αυτό το ξεγύμνωμα της ύπαρξης μας δεν αποκαλύπτει μόνο την αμαρτία, αλλά και ό,τι καλό υπάρχει μέσα μας· ξυπνάει τη βούληση να καθαρθούμε από την αμαρτία, προκειμένου να είμαστε ευάρεστοι στη θεία συνείδηση. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί ο Θεός, ο Άγιος, κατέστησε δυνατή την κάθαρσή μας, την έξοδό μας από την κακία· μπορούμε να εγκαταλείψουμε τον λήθαργό μας χάριν μιας ύπαρξης γεμάτης ζωτικότητα, μιας ύπαρξης που αντλείται από την ίδια την πηγή κάθε ύπαρξης: το πρόσωπο του Θεού με όλη τη ζέση της φιλανθρωπίας Του. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί ο Θεός, ο Άγιος, δεν μας απέρριψε ολοκληρωτικά, αλλά ξύπνησε μέσα μας τη βούληση για κάθαρση. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί απαλλαχθήκαμε από ένα βάρος που ασυναίσθητα κουβαλούσαμε, κι από ένα εμπόδιο που μας κρατούσε μακριά από την πληρότητα της ζωής μας. Αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί δεν υποκρινόμαστε πλέον ένα ρόλο ανειλικρινή, ένα ρόλο που μας είχε οδηγήσει στο σημείο να μην αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας και να μην έχουμε το κουράγιο να είμαστε ο εαυτός μας, από φόβο μήπως αποκαλυφθεί η κακία μας. Επομένως, ο εσώτερος μας εαυτός βρίσκεται πλέον ελεύθερος να ζήσει μία αληθινή ζωή, μέσα σε μία ουσιαστική κοινωνία. Όσοι αισθάνονται συγχωρημένοι από τον Θεό και απελευθερωμένοι από το κράτος της αμαρτίας έχουν παρρησία.

Έχει ειπωθεί πως ο Χριστιανισμός εξάλειψε από τον κόσμο και την ανθρώπινη ύπαρξη το ιερό, το άγιο. Στην πραγματικότητα, το αντίθετο συνέβη. Ο Χριστιανισμός φανέρωσε την κλίση κάθε ανθρώπου προς την αγιότητα και την κλίση ολόκληρης της κτίσης να καθρεφτίζει αυτή την αγιότητα. Και το έκανε αυτό αποκαλύπτοντας την ικανότητα του ανθρώπου να φέρει εντός του, με τρόπο ενσυνείδητο, το άπειρο του Θεού, και να εισχωρεί ακατάπαυστα σ’ αυτό, ως σε άπειρη συνείδηση: ο Υιός του Θεού -το άπειρο φως ή αλλιώς η άπειρη συνείδηση- προσέλαβε την ανθρώπινη φύση. Η ανθρώπινη φύση συνεπώς μπόρεσε να γίνει τόπος φανέρωσης του άπειρου φωτός -ή αλλιώς της αβυθομέτρητης συνείδησης- της θείας υπόστασης. Μπόρεσε να βρει αγαλλίαση στο άπειρο αυτό φως και να το αντικαθρεφτί­σει. Η θεία υπόσταση -η άπειρη συνείδηση της θείας υπόστασης- μπόλιασε για πάντα τη ζωή της ανθρώπινης φύσης, χωρίς να συρρικνωθεί. Η ζωή της ανθρώπινης φύσης εμβαπτίζεται αδιάκοπα στον ωκεανό της άπειρης συνείδησης της θείας υπόστασης, χωρίς να διαλύεται. Υπάρχει πλέον χωρητικότητα άπειρης θείας συνείδησης σε καθετί ανθρώπινο, στις δομές της σκέψης, της αισθαντικότητας, της χαράς, της αγάπης, της κοινωνίας, χωρίς να παύουν να είναι δομές ανθρώπινες. Οι Πατέρες είδαν την ανθρώπινη αγιότητα ως μια ολοένα αυξανόμενη ομοίωση του ανθρώπου με τον Θεό -αποτέλεσμα της κάθαρσης των παθών και της ανάπτυξής του μέσα στις αρετές- η οποία κορυφώνεται στη δίχως όρια αγάπη. Αυτό σημαίνει πως η ανθρώπινη συνείδηση, καταυγασμένη από το φως της θείας συνείδησης, υφίσταται εμβάθυνση. Σύμφωνα με τους Πατέρες, οι αρετές είναι η ανθρώπινη έκφραση των θείων ιδιωμάτων, δηλαδή η ολοένα και πιο βαθιά αντανάκλαση του φωτός του Θεού, της συνείδησης Του, μέσα στη συνείδηση του ανθρώπου. Αρχικά, μέσα από τις αρετές, ο Θεός ενανθρωπίζεται μέσα στον άνθρωπο και στη συνέχεια κάνει τον άνθρωπο Θεό. Αυτό σημαίνει πως μέσα από τις αρετές, η ανθρώπινη συνείδηση δεν παύει ποτέ να αναπτύσσεται. Οι αρετές είναι τα φτερά, με τα οποία ο άνθρωπος πετά ολοένα και ψηλότερα μέσα στο φως του Θεού, ενώ την ίδια στιγμή η συνείδησή του βαθαίνει. Κι όμως ποτέ δεν διαλύεται εν τω Θεώ. Είναι ικανός και αισθάνεται την ανάγκη να πετά ολοένα και ψηλότερα, να αφομοιώνει ολοένα και περισσότερα αγαθά του Θεού, και να αυξάνει μέσα στη συνείδησή Του -στη συνείδηση Εκείνου που αιωνίως αποτελεί το κορύφωμα κάθε ύπαρξης, την πηγή κάθε αγαθού, την αστείρευτη πηγή κάθε συνείδησης και φωτός. Συνεπώς, η ομοίωση του ανθρώπου με τον Θεό, δηλαδή η αγιότητα, συνίσταται σ’ αυτήν ακριβώς τη διαρκή πρόοδο του ανθρώπου εν τω Θεώ, σ’ αυτή την αμοιβαία, ολοένα και πιο έντονη αλληλοπεριχώρηση της συνείδησης του ανθρώπου με τη συνείδηση-φως του Θεού· σ’ αυτόν τον ολοένα και λαμπερότερο φωτισμό της ανθρώπινης συνείδησης από το άπειρο φως της συνείδησης του Θεού. Η αγιότητα συνίσταται στο να γίνει, ο Θεός και η συνείδησή Του διαφανής για το νου του ανθρώπου· και ο νους του ανθρώπου επίσης διαφανής, καταυγασμένος από το φως του Αγίου Πνεύματος -ένα φως που κατοπτρίζεται μέσα από το σώμα του και ακτινοβολεί τριγύρω του. Αυτό το φεγγοβόλημα της θείας συνείδησης στην ανθρώπινη, επεκτείνεται και στο πρόσωπο του ανθρώπου και στις πράξεις του. Γι’ αυτό και το βασικό έργο των αγίων είναι η προσευχή τους για τη σωτηρία των ανθρώπων. Μέσα σ’ αυτή τη λεπταίσθητη μα συνάμα στιβαρή διαφάνεια των συνειδήσεων, ενεργοποιείται η αληθινή φύση του ανθρώπου, η οποία, σε πνευματικό επίπεδο, έγκειται στην κοινωνία. Κοινωνία σημαίνει αμοιβαιότητα μεταξύ δύο ή και περισσότερων συνειδήσεων. Όσο πιο διαφανείς είμαστε, τόσο πιο ουσιώδης είναι και η κοινωνία. Όταν ο άνθρωπος δεν κοινωνεί εν πλήρει ειλικρίνεια , όταν χάνει το διαφανές της συνειδήσεως του, τότε σκεπάζει και αλλοιώνει την αληθινή φύση του, τον κατ εικόνα Θεού χαρακτήρα του και την ικανότητα του να είναι υπεύθυνος για τους αδελφούς του. Η συνείδησή μου προβάλλει στο πρόσωπο μου το πρόσωπο του πλησίον, για τον οποίο αισθάνομαι υπεύθυνος -είναι το πρόσωπο του διπλανού μου αυτό που μπορεί κανείς να διαβάσει στο δικό μου πρόσωπο. Πολύ περισσότερο, στο πρόσωπο του αγίου μπορεί κανείς να διαβάσει το πρόσωπο του Θεού, απέναντι στον οποίο ο άγιος αισθάνεται υπεύθυνος -κι ακόμα, μπορεί να διαβάσει το πρόσωπο των άλλων ανθρώπων για τους οποίους ο άγιος αισθάνεται υπεύθυνος ενώπιον του Θεού. Αυτό πολλαπλασιάζει το φως του προσώπου του αγίου: το δικό του φως μαζί με το φως των πλησίον, που φέρει μέσα του, συναντά και ενώνεται με το φως που φεγγοβολά εντός του από τον Θεό. Είναι το φως της αγαθοσύνης και η αγαθοσύνη έχει πάντα ένα χαρακτήρα τριαδικό. Είναι η αγαθοσύνη κάποιου που στρέφεται προς κάποιον άλλο, αλλά σε τελευταία ανάλυση είναι η αγαθοσύνη του Θεού, διότι από τον Θεό εκπηγάζει καθετί αγαθό. Δεν υπάρχει αγαθοσύνη που να μην στρέφεται προς κάποιο υποκείμενο· κι αυτό το υποκείμενο στο οποίο απευθύνεται η αγαθοσύνη διαδραματίζει κι αυτό ένα ρόλο στη δυνατότητα ενός ανθρώπου να είναι, αγαθός.


Το φως πρέπει να έχει ένα πεδίο πάνω στο οποίο θα απλώσει τη λάμψη του. Κι ίσως το μυστήριο της τριαδικότητας του Θεού να μην είναι άσχετο μ’ αυτό.


Πηγή: Εκ του βιβλίου του πατρός Δημήτριου Στανιλοάε, «Προσευχή και Ελευθερία», εκδόσεις Εν πλω.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2020

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ - Η ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΑΧΩΡΗΤΟΥ

ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΡ. ΖΑΧΟΥΜΙΟΥ ΚΑΙ ΕΡΖΕΓΟΒΙΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

«Τείχισόν μου τας φρένας, Σωτήρ μου
το γαρ Τείχος του κόσμον ανυμνήσαι τολμώ,
την Άχραντον Μητέρα Σου
εν πύργω ρημάτων ενίσχυσόν με,
και εν βάρεσιν εννοιών οχύρωσόν με·
Συ γαρ βοάς των αιτούντων πιστώς τας αιτήσεις πληρούν.
Συ ουν μοι δώρησαι γλώτταν,
προφοράν, και λογισμόν ακαταίσχυντον
πάσα γαρ δόσις ελλάμψεως πάρα Σου καταπέμπεται, Φωταγωγέ, ο μήτραν οικήσας Αειπάρθενον»

Κάθε φορά που πηγαίνω στην Κωνσταντινούπολη, Πόλιν αφιερωμένη στην Παναγία Θεοτόκο, επισκέπτομαι και τη γνωστή Μονή της Χώρας. Μονή αφιερωμένη στον Θεάνθρωπο Χριστό, την Χώραν των ζώντων. Στην είσοδο του ναού της Μονής της Χώρας, από το υπέρθυρο της κεντρικής πόλης μας υποδέχεται η μεγάλη ψηφιδωτή εικόνα του Χριστού: «Ή χώρα των ζώντων». Όταν προχωρήσουμε πια στον κυρίως ναό μας υποδέχεται η μεγάλη ψηφιδωτή εικόνα της Παναγίας: «Η χώρα του Αχωρήτου». Από το κοινό όνομα των δύο εικόνων, δηλ. το κοινόν τους θεολογικό θέμα, πήρα αφορμή για την εισήγησή μου: «Ή Παναγία Θεοτόκος – Η Χώρα του Αχωρήτου».

Η Παναγία Θεοτόκος – Η Χώρα του Αχωρήτου

Τί σημαίνουν τα ονόματα αυτά; Λέγουν ότι η Μονή της Χώρας ονομάσθηκε έτσι επειδή βρισκόταν εκτός των τειχών της Πόλεως, σε περιοχή που ονομαζόταν Χώρα.

«Των βυζαντινών χωρίον ην εκεί», λέγει ο χρονογράφος του ΙΔ ‘ αιώνα Γεώργιος Κωδινός, περιγράφοντας την όλη ανοικοδόμηση και εικονογράφηση της Μονής της Χώρας, η οποία έγινε από τον Θεόδωρο Μετοχίτη. Δεν νομίζουμε ότι ο μεγάλος αυτός βυζαντινός κτίτωρ της Μονής γι’ αυτό το λόγο και μόνον έδωσε τις ως άνω ονομασίες στις εικόνες του Χριστού και της Παναγίας. Υπάρχει, βέβαια, και η γνώμη ότι το όνομα της Μονής «η χώρα των ζώντων» εδόθη λόγω του κοιμητηρίου, του οποίου το παρεκκλήσι, με την απαράμιλλη τοιχογραφία της Αναστάσεως του ΙΓ’ αιώνος, σώζεται μέχρι σήμερα. Εξάλλου, όπως έχει πολύ εύστοχα παρατηρήσει ο Καθηγούμενος της I. Μονής Σταυρονικήτα π. Βασίλειος, οι ορθόδοξοι βυζαντινοί στην Κωνσταντινούπολη συνήθιζαν να δίνουν σε εκκλησίες και μονές ονόματα που να δείχνουν τον κόσμον τους, τον πνευματικό προσανατολισμό τους, την πίστη και την θεολογία τους: π.χ. Αγία Ειρήνη, Αγία Σοφία, Μονή Ακατάληπτου, Παμμακάριστος, Ζωοδόχος Πηγή, Μονή Παντεπόπτου. Μονή Παντοκράτορος, κ.λπ.

Ας προχωρήσουμε λοιπόν στο θέμα μας, έχοντας οπ’ όψιν τις ονομασίες αυτές: του Χριστού ως «Η Χώρα των ζώντων» και της Παναγίας ως «Η Χώρα του Αχωρήτου».

Είναι σ’ όλους γνωστό ότι στη Βίβλο ο Θεός αποκαλείται αχώρητος, δηλ. άπειρος και απερίγραπτος(=απεριόριστος), που δεν Τον χωράει τίποτε, ούτε ο ουρανός, ούτε η γη, ούτε κανένας ναός ή οτιδήποτε άλλο. Αναφέρω για δείγμα μία μόνον βιβλική μαρτυρία, τον γνωστόν λόγον του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ο όποιος είπε στους Εβραίους: «ουκ ο Ύψιστος εν χειροποιήτοις (ναοίς) κατοικεί», διότι ούτε οι ουρανοί είναι χωρητικοί του Ποιητού των πάντων, του οποίου «η χειρ εποίησεν ταύτα πάντα». Επίσης, από τα πολλά και πλούσια πατερικά κείμενα πάνω στο ίδιο θέμα, αναφέρω μόνον δύο-τρία: Ο Θεός «πάντα χωρών, μόνος δε αχώρητος ων», λέγει ο Άγιος Ερμάς. Και ο Άγιος Μάρτυς Ιουστίνος ο Φιλόσοφος λέγει για τον Θεόν: «ο τόπω τε αχώρητος και τω κόσμω όλω». Ο Άγιος Ιππόλυτος Ρώμης τονίζει ότι ο Θεός, ενώ κατά φύσιν είναι αχώρητος, όταν θελήσει γίνεται και χάρητος κατά θέλησιν και αγάπην και χάριν: «Αχώρητος δε ότε μη χωρείσθαι θέλει, χωρητός δε ότε χωρείσθαι θέλει».


Μονή της Χώρας. Σχέδιο της μονής το 1877.

Αυτή η αλήθεια, ότι ο Θεός όταν θέλει γίνεται και χωρητός, απεκαλύφθη σε μας και εξεδηλώθη κατ’ εξοχήν εις την φιλάνθρωπο Οικονομία της εκ της Παναγίας Θεοτόκου Σαρκώσεως και Ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού, του Σωτήρος Χριστού. Φύσει ων Θεός αχώρητος ο Χριστός, γίνεται «χωρητός διά φιλανθρωπίαν», όπως λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Και προσθέτει: «αλλ’ επειδή κατέρχεται (ο Χριστός διά της σαρκώσεως), και επειδή κενούται δι’ ημάς… διά τούτο χωρητός γίνεται». Έτσι, ο άπειρος και ακατάληπτος και απερίγραπτος, αλλά και απεριόριστα φιλάνθρωπος Θεός φανερώνεται εν Χριστώ Ιησού ταυτόχρονα και αχώρητος και χω-ρητός, και γι’ αυτό ομολογούμε και δοξάζομεν τον θεάνθρωπο Χριστόν «τον αυτόν χωρητόν και αχώρητον», όπως πάλιν λέγει ο Γρήγορος ο Θεολόγος.

Εκ του θαυμαστού γεγονότος της Σαρκώσεως και Ενανθρωπήσεως του Θεανθρώπου Χριστού, οι άγιοι Πατέρες και υμνωδοί και εικονογράφοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας έδωσαν εις την Παναγία Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία την ονομασία «Πλατυτέρα των Ουρανών» και «Χώρα του Αχωρήτου». Για πρώτη φορά αποδίδεται στην Παναγία Θεοτόκο η ονομασία «η Πλατυτέρα των ουρανών» εις την εικόνα της ως Δεομένης (Οranta). Την εικόνα αυτή την συναντάμε ήδη στις πρωτοχριστιανικές κατακόμβες, ενώ, αργότερον, την βλέπομε πιο θεολογικά εικονογραφημένη στην κόγχη του ιερού των ορθοδόξων ναών στο Βυζάντιο, ως μεγάλη τοιχογραφία της Παναγίας Θεοτόκου με τον μικρό Χριστό στο στήθος. Η παράσταση, η οποία ονομάζεται «η Πλατυτέρα των ουρανών», είναι, τελικά, η εικόνα της Εκκλησίας, επειδή στο πρόσωπο της Παναγίας, η Εκκλησία εχώρεσε τον ευρύτερον από όλους τους ουρανούς. Την σαφή θεολογική ταύτιση της Θεοτόκου Μαρίας με την Εκκλησίαν έχομεν ήδη στον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας· «Μαρίαν την Αειπάρθενον την Αγίαν Εκκλησίαν λέγω… Γένοιτο δε ημάς τρέμειν και σέβειν την αδιάσπαστον Τριάδα· υμνούντας την Αειπάρθενον Μαρίαν, δηλονότι την Αγίαν Έκκλησίαν». Συνεπώς, από αυτήν την θεολογικήν αλήθειαν έχομεν την αλήθεια ότι και η Εκκλησία είναι χώρα (= χώρος) πλατυτέρα των ουρανών.


Μονή της Χώρας. Σύγχρονη φωτογραφία.

Από το γεγονός αυτό, της Θεοσαρκώσεως του Χριστού από την Παναγία Θεοτόκο και την εικονογράφηση της Παναγίας με τον Θεάνθρωπο Χριστό στους κόλπους Της, προήλθε η ονομασία της Παναγίας και της ομωνύμου εικόνος Της «Η Χώρα του Αχώρητου». Αλλά αυτό το θεολογικό γεγονός μαρτυρείται στην υμνολογία της Εκκλησίας μας πριν από την εικονογραφία. Έτσι π.χ. ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, ο μέγας και θεολογικότατος υμνολόγος της εναν-θρωπήσεως του Χριστού από την Παναγία, λέγει στα γνωστά Κοντάκια του εις την Γέννησιν του Χριστού: «Ο Άχτιστος γεννάται, ο Αχώρητος χωρείται».

Και ο Άγιος Μελωδός λέγει επίσης:

«Μέγα του Πατρός πεφανέρωται εκ Κόρης,
Θείον ευσεβές και μυστήριον τω κόσμω·
Παιδίον γαρ ετέχθη ο κατέχων τα σύμπαντα,
Μόρφωσιν εκών του πρωτοπλάστου είληφε σαρκός εξ απειράνδρου
Λαοί, είπωμεν· Ευλογημένος ο τεχθείς Θεός ημών, δόξα Σοι».

Και γενικά εις όλην την εκκλησιαστική υμνολογία των εορτών του Χριστού και της θεομήτορος έχομεν εκπεφρασμένη την ιδίαν αλήθεια. Π .χ. στην καταβασία του Ευαγγελισμού (ωδή Η’) λέγεται:

«Άκου, Κόρη Παρθένε αγνη βουλήν Υψίστου αρχαίαν αληθινήν· Γενού προς υποδοχήν ετοίμη Θεού· Δια Σου γαρ ο Αχώρητος βροτοίς αναστραφήσεται».

Επίσης και στον Ακάθιστο Ύμνο λέγεται πολλάκις εις την Παναγίαν Θεοτόκο: «Χαίρε Θεού αχωρήτου χώρα». Το ίδιο διαπιστώνουμε και στην υπόλοιπη υμνολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.


Ιησούς Χριστός – Η χώρα των ζώντων

Νομίζομεν ότι δεν χρειάζεται να επιμείνομεν περισσότερο στα κείμενα της Ιεράς Παραδόσεως της Εκκλησίας μας, τα οποία αποδίδουν στην Παναγία την ονομασία η Χώρα του απολύτως Αχωρήτου Θεού. Πρέπει όμως να επιμείνουμε περισσότερο στη θεολογική σημασία της ονομασίας αυτής. Γιατί η Παναγία ονομάσθηκε η Χώρα του Αχωρήτου και τί σημαίνει αυτό; Είναι απλώς ποιητική έκφραση ή μήπως έχει κάποιο βαθύτερο θεολογικό και σωτηριολογικό νόημα;

Πρέπει αμέσως να πούμε και να τονίσουμε ότι την πραγματική σημασία και το πλήρες νόημα του ονόματος της Παναγίας «Η Χώρα του Αχωρήτου» μπορούμε να το καταλάβουμε μόνο σε συσχέτιση με το όνομα του Χριστού, το οποίο Τού εδόθη πάλι στη Μονή της Χώρας: ο Χριστός η Χώρα των ζώντων. Πιθανώς, το όνομα αυτό να είχε ήδη αποδοθεί στον Χριστό, αλλά δεν το έχω ερευνήσει γι’ αυτό και την στιγμή αυτή δεν μπορώ να πω, αν αυτό το όνομα, έτσι κατά λέξιν, εδόθη στο Χριστό και κάπου αλλού πριν από την Μονή της Χώρας. Πάντως, όπως και να είναι, η ονομασία αυτή προέρχεται από τους Ψαλμούς, άρα έχει βιβλική προέλευση. Συγκεκριμένα, στους Ψαλμούς 114 (115), 9, και 55, 14 διαβάζουμε: «Ευχαριστήσω ενώπιον Κυρίου εν χώρα ζώντων», και «Ότι ερρύσω την ψυχήν μου εκ θανάτου… ευαρεστήσω ενώπιον Κυρίου εν φωτί ζώντων».

Για να το καταλάβουμε καλύτερα, θα αναφέρουμε σύντομα δύο-τρείς μόνο πατερικές ερμηνείες εις αυτά τα Ψαλμικά λόγια. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας εις την αποδιδομένην εις αυτόν εξήγησιν εις τους Ψαλμούς ερμηνεύει: «Χώραν των ζώντων την επουράνιον φησί Ιερουσαλήμ, εν η οι κατά Θεόν αγωνισάμενοι ως αρεστοί νικηφόροι ακούσονται το ευ δούλε αγαθέ και πιστέ». Ο δε Μέγας Βασίλειος εις την Ομιλίαν εις Ψαλμόν ΡΙΔ’ λέγει: «Ο κόσμος ούτος αυτός τε έστι θνητός και χωρίον αποθνησκόντων…(και) χώρα ζώντων (εστί) ουκ αποθνησκόντων διά της αμαρτίας, αλλά ζώντων την αληθινήν ζωήν την εν Χριστώ Ιησού». Και ο Δίδυμος Αλεξανδρείας γράφει επί του Ψαλμού 55, 14: «Ο γαρ ευαρεστών τω Θεώ εν φωτί ζώντων τούτο ποιεί [δηλ. σώζει την ψυχήν αυτού εκ του θανάτου], ζη δε και πεφώτισται πας μετέχων Θεού Αυτός γαρ ζωή ων, φως εστί των ανθρώπων» (εις την Σειρά =Catenes εις Ψαλμούς). Τέλος, και ένας άλλος ανώνυμος σχολιαστής γράφει για τον ίδιον Ψαλμόν: «Του ρυσθήναί με εκ θανάτου και ελευθερωθήναί με από της αμαρτίας, μερίδα δε σχειν εν τη των ζώντων χώρα, πρόξενος ημίν γέγονεν η του Κυρίου Παρουσία» (εις την Σειρά = Catenes).


Ιησούς Χριστός – Η χώρα των ζώντων

Από όλα, και κυρίως από το τελευταίο ερμηνευτικό σχόλιο, συνάγεται με βεβαιότητα ότι η χώρα των ζώντων είναι o Χριστός. Αυτός είναι η αιώνια ζωή και σωτηρία μας, το αιώνιο φως εις την επουράνιο Βασιλεία, εις την επουράνια χώρα η επουράνια πατρίδα όλων των τέκνων του Θεού, των σεσωσμένων διά του Χριστού και εν τω Χριστώ, χάρις εις την πίστην και την αγάπην και την θείαν χάριν Του, διά της οποίας εδέχθη και ανέλαβε και εχώρησε εν Εαυτώ όλους εμάς.

Ο Άγιος Κλήμης Ρώμης στην Α’ Επιστολή προς Κορινθίους (κεφ. 50, 1-3) αναφέρει: «Αι γενεαί πάσαι από Αδάμ έως τήσδε της ημέρας παρήλθον, αλλ’ οι εν αγάπη (του Χριστού) τελειωθέντες κατά την του Θεού χάριν, έχουσιν χώραν ευσεβών, οι φανερωθήσονται εν τη επισκοπή της Βασιλείας του Χριστού». Τα τελευταία αυτά λόγια του Αγίου Κλήμεντος μας δείχνουν την εσχατολογική προοπτική όλων των προαναφερθέντων πατερικών ερμηνειών εις την ψαλμικήν μαρτυρίαν περί της χώρας (και φωτός) των ζώντων (η των ευσεβών, που για τον Κλήμεντα Ρώμης είναι ταυτόσημο). Χώρα των ζώντων είναι ο εκ της Θεοτόκου Μαρίας ενανθρωπήσας Θεάνθρωπος Χριστός και η εν Αυτώ ενσωμάτωση μας και αιώνια ζωή μας.

Διά να μην μακρηγορούμε, λέγομεν λοιπόν συμπερασματικά ότι η Χώρα των ζώντων είναι ό Θεάνθρωπος Χριστός και η εν Αυτώ εύρεσή μας και εγχώρησή μας και ζωή μας. Αυτός είναι η αληθινή αιώνια ζωή, που αρχίζει ήδη εδώ στη γη από την ενανθρώπηση του Χριστού, από την πρώτη παρουσία Του, και θα συνεχισθεί εν πληρότητι και ευρυχωρία μετά την Δευτέραν, την εσχάτην παρουσία του Αναστάντος Χριστού, εις την Επουράνια Βασιλεία του Θεού. Με άλλα λόγια, αυτό μαρτυρεί ο Απόστολος Παύλος, όταν λέγει ότι «η ζωή ημών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ», και ότι «ημών το πολίτευμα [δηλ. η χώρα, η πατρίδα και ο εν αυτή τρόπος ζωής] εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ου και Σωτήρα απεκδεχόμεθα Κύριον Ιησούν Χριστόν».

Η πραγματική προϋπόθεση της αλήθειας αυτής, κατά τον ίδιο Απόστολο, είναι το Μέγα Μυστήριον της Ευσεβείας: «Θεός εφανερώθη εν σαρκί». Δηλαδή, το παράδοξο γεγονός ότι εις την Παρθένον Μαρίαν εκουσίως εχώρησε και εκ της Θεοτόκου αγαπητικώς ενανθρώπησε ο Θεάνθρωπος Χριστός «το πάντων καινών καινότατον, το μόνον καινόν υπό τον ήλιον», όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ή, να το πούμε με άλλα, πολύ απλά λόγια: Το σωτήριο γεγονός της Θείας Οικονομίας είναι ότι εχώρεσε η Παναγία τον Χριστό, για να μπορέσει ο Χριστός να χωρέσει όλους εμάς και να γίνει για όλους μας η Χώρα των ζώντων.

Το παράδοξο και υπερθαυμαστό, αλλά, ταυτόχρονα, φιλάνθρωπο και κοσμοσωτήριο αυτό γεγονός περιγράφεται διά πολλών από τους Πατέρες, κυρίως στα κείμενα που αναφέρονται στο γεγονός της Σαρκώσεως του Χριστού, και από τους υμνογράφους της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας στους ύμνους της εορτής των Χριστουγέννων.

Ας αναφέρουμε μερικές μόνο μαρτυρίες, δηλαδή μερικά πατερικά και υμνολογικά κείμενα πάνω στο γεγονός αυτό.


Άποψη του κυρίου τρούλλου της Μονής της Χώρας

Γράφει π.χ. ο Άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος (στην γνωστή του χριστολογική 101η επιστολή) «Ει τις ου Θεοτόκον την Αγίαν Μαρίαν υπολαμβάνει, χωρίς έστι της Θεότητος…»· και στη συνέχεια ερμηνεύει το θεανθρώπινο γεγονός Χριστός ως εξής: «Και ει δει συντόμως ειπείν άλλο μεν και άλλο τα εξ ων ο Σωτήρ (Χριστός), ουκ άλλος δε και άλλος. Τα γαρ αμφότερα εν τη συγκράσει· Θεού μεν ενανθρωπήσαντος, ανθρώπου δε θεωθέντος». Τα λόγια του Αγίου Καππαδόκου Πατρός, μεταφερόμενα στο θέμα μας, θέλουν να ειπούν ότι εκείνος που δεν δέχεται ότι η Θεοτόκος είναι η Χώρα του αχωρήτου Θεού, αυτός θα είναι και εκτός της Χώρας των ζώντων, δηλαδή εκτός του Θεανθρώπου Χριστού.

Και αναφέρουμε επίσης μερικά μόνον χωρία από την υμνολογία της Εκκλησίας:

«Το προορισθέν τω Πατρί προ αιώνων,
και προκηρυχθέν τοις Προφήταις,
επ’ εσχάτων μυστήριον εφάνη
και Θεός ενηνθρώπησε,
σάρκα προσλαβών εκ της Παρθένου·
κτίζεται ο Άκτιστος βουλήσει·
ο Ων γίνεται·
ο Βασιλεύς του Ισραήλ,
Χριστός παραγίνεται ».

Και ακόμη ένας ύμνος των Χριστουγέννων:

«Άκουε ουρανέ και ενωτίζου η γη·
ιδού γαρ ο Υιός και Λόγος του Θεού και Πατρός,
πρόεισι τεχθήναι εκ Κόρης απειράνδρου [= Παρθένου],
ευδοκία του φύσαντος Αυτόν απαθώς,
και συνεργία τον Αγίου Πνεύματος.
Βηθλεέμ ευτρεπίζου, άνοιγε πύλην η Εδέμ·
Ότι ο Ων γίνεται ο ουκ ην,
και Πλαστουργός πάσης κτίσεως διαπλάττεται,
ο παρέχων τω κόσμω το μέγα έλεος».

Και για να θυμηθούμε τον μεγάλο θεολόγο και υμνολόγο του ενός και αυτού θεανθρωπίνου Μυστηρίου του Χριστού και της Παναγίας Θεοτόκου, τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, στην υμνολογία γίνεται λόγος για «το απ’ αιώνος απόκρυφον και Αγγέλοις άγνωστον μυστήριον», το οποίον διά της Θεοτόκου «τοις επί γης πεφανέρωται» εν τω προσώπω του Θεανθρώπου Χριστού, του «Θεού εν ασυγχύτω ενώσει σαρκουμένου» και «θεουργούντος το ανθρώπινον».

Και, τέλος, πρόκειται για το «Μυστήριον του Χριστού», που είναι αποκάλυψη και πραγματοποίηση της προαιώνιου «Μεγάλης Βουλής» του Θεού, το οποίον Μυστήριον = γεγονός, «ο έστι Χριστός εν ημίν», θεολογικότατα εξέφρασε και διετύπωσε, όπως είναι γνωστόν, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Τούτο προδήλως έστιν άρρητός τε και απερινόητος θεότητός τε και ανθρωπότητος καθ’ υπόστασιν ένωσις, εις ταυτόν άγουσα τη θεότητι κατά πάντα τρόπον, τω της υποστάσεως λόγω, την ανθρωπότητα και μίαν αμφοτέρων αποτελούσα την υπόστασιν σύνθετον της αυτών κατά φύσιν ουσιώδους διαφοράς μηδεμίαν καθοτιούν επάγουσα μείωσιν ώστε και μίαν αυτών γενέσθαι την υπόστασιν και την φυσικήν διαφοράν απαθή διαμένειν… Τούτο έστι το μέγα και απόκρυφον μυστηριον. Τούτο έστι το μακάριον δι’ ο τα πάντα συνέστησαν τέλος. Τούτο έστιν ο της αρχής των όντων προεπινοούμενος θείος σκοπός, ον ορίζοντες είναι φαμέν, προεπινοούμεον τέλος, ου ένεκα μεν πάντα, αυτό δε ουδενός ένεκα. Προς τούτο το τέλος αφορών, τας των όντων ο Θεός παρήγαγεν ουσίας. Τούτο κυρίους εστί το της προνοίας και των προνοουμένων πέρας· καθ’ ο εις τον Θεόν η των υπ’ Αυτού πεποιημένων εστίν ανακεφαλαίωσις. Τούτο έστι το πάντας περιγράφον τους αιώνας και την υπεράπειρον και απειράκις απείρως προϋπάρχουσαν των αιώνων Μεγάλην του Θεού βουλήν εκφαίνον μυστήριον, ης γέγονεν άγγελος αυτός ο κατ’ ουσίαν του Θεού Λόγος γενόμενος άνθρωπος· και αυτόν, ει θέμις ειπείν, τον ενδότατον πυθμένα της Πατρικής αγαθότητος φανερόν καταστήσας και το τέλος εν Αυτώ δείξας δι’ ο προς το είναι σαφώς αρχήν έλαβον τα πεποιημένα. Διά γαρ τον Χριστόν, ήγουν το κατά Χριστόν μυστήριον, πάντες οι αιώνες και τα εν αυτοίς τοις αιώσιν, εν Χριστώ την αρχήν του είναι και το τέλος ειλήφασιν. Ένωσις γαρ προϋπεννοήθη των αιώνων, όρου και αοριστίας, και μέτρου και αμετρίας, και πέρατος και απειρίας, και Κτίστου και κτίσεως, και στάσεως και κινήσεως, ήτις εν Χριστώ επ’ εσχάτων των χρόνων φανερωθέντι γέγονε».


Άποψη του δεύτερου τρούλλου της Μονής της Χώρας

Από αυτά τα ολίγα, αλλά πολύ χαρακτηριστικά χωρία των Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, των ταυτόχρονα θεολόγων και υμνολόγων του ενός και του αυτού μεγάλου και αδιαιρέτου Μυστηρίου της Χώρας του Αχωρήτου και της Χώρας των ζώντων, δηλαδή της Παναγίας και του Χριστού, τελικά φαίνεται αυτό που θέλω να αναπτύξω. Ότι, δηλαδή, το θαυμαστό και σωτήριο γεγονός της Παναγίας Θεοτόκου ως «Χώρας του Αχωρήτου» ταυτίζεται με το «Μέγα Μυστήριον της ευσέβειας» (= της πίστεως μας), που είναι «ο Χριστός εν ημίν», ο Χριστός εν τη Εκκλησία και με την Εκκλησία ή, ακόμη ακριβέστερον, ο Χριστός ως Εκκλησία.

Επομένως, ο Χριστός ως Θεάνθρωπος (όχι δηλαδή μόνον ως Υιός και Λόγος του Θεού, αλλά και ταυτόχρονα ως Υιός της Θεοτόκου — «μία σύνθετος Υπόστασις», κατά τους Πατέρες) είναι η εσχατολογική Χώρα των ζώντων, η οποία περιλαμβάνει όλην την κτίση και χωράει όλους εμάς τους ανθρώπους, τους αληθινά ζώντας και εμφιλοχωρούντας εν Αυτώ. Το εσχατολογικό αυτό γεγονός άρχισε από την εν Παναγία εγχώρηση και ενανθρώπηση του Χριστού και συνεχίζεται με την εν Χριστώ εγχώρηση και ενσωμάτωσή μας (κατά τον Απ. Παύλο -Γαλ. 3, 27-28· Εφ. 3, 3-6, και κατά τον Μέγα Αθανάσιο, Κατά Αρειανών, βιβλ. Β’). Φανερώνεται δε ήδη πραγματοποιούμενο, ενώ θα πραγματοποιηθεί πλήρως ως «οικονομία του πληρώματος των καιρών, ανακεφαλαιώσασθαι τα πάντα εν τω Χριστώ», ή με άλλα πάλιν αποστολικά λόγια, ως μετάσταση ή μετάθεση ή εγχώρηση ημών «εις τήν Βασιλείαν του Υιού της αγάπης Αυτού», δηλ. του Θεού Πατρός. Και ακριβώς αυτή η Βασιλεία του Αγαπητού Υιού του Θεού είναι η ημετέρα αιώνια Χώρα των ζώντων, που δεν είναι κάτι άλλο από τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Χριστό. Διότι, ο Χριστός ως Μονογενής Υιός του Θεού κατήλθε από τους ουρανούς και «δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν» εσαρκώθη και ενανθρώπησε «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου» και έγινε «Πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς» και εφόρεσε και εχώρεσε όλην την δημιουργίαν του Θεού και όλους εμάς — ως Νέος και Έσχατος Αδάμ και ως Νέος και Έσχατος Παράδεισος, η εσχατολογική Χώρα των ζώντων.

Με την σάρκωσίν Του από την Παναγία Θεοτόκο, ο Χριστός έγινε η Εκκλησία, «ο όλος Χριστός — Κεφαλή και Σώμα» κατά τους Πατέρες. Και ενώ είναι και παραμένει Ένας και Μοναδικός Θεάνθρωπος, γίνεται, κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, και «μυριοϋπόστατος». Δηλαδή, κατά την προφητεία του Ησαΐα (κεφ. 53) και κατά την καινοδιαθηκικήν ευχαριστιακήν πραγματικότητα (Ιωάν. 6), ο Μεσσίας-Χριστός είναι συγχρόνως και προσωπικός και συλλογικός, Απαρχή και Κεφαλή της Εκκλησίας ταυτόχρονα, η ανακεφαλαίωση των πάντων και η ενσωμάτωση («ενχρίστωσις», λέγει ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς) πάντων των μελών του Σώματός Του, της Εκκλησίας, ως «του Πληρώματος του τα πάντα εν πάσι Πληρουμένου».

Πηγή: Αθανασίου Γιέφτιτς, πρ.Επισκόπου Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης, «Χριστός, η χώρα των ζώντων», σ.89-101, εκδ. Ίνδικτος

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2020

Η ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΣΟΥΡΟΖ ΑΝΤΩΝΙΟΥ BLOOM (†)


Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Πόσο μεγάλη πρέπει να ήταν η πίστη του εκατόνταρχου που ήρθε στον Κύριο ζητώντας του να θεραπεύσει τον υπηρέτη του που αγαπούσε, που του ήταν πιστός. Άκουσε τον Χριστό να λέει: « Θα έρθω να κάμω ένα θαύμα στο σπίτι σου», και θα μπορούσε να απαντήσει, « Μην έλθεις, ένας λόγος Σου είναι αρκετός για να αποκατασταθεί η υγειά του υπηρέτη μου!».

Αυτό είναι ένα γεγονός από την ζωή του Κυρίου· ένα γεγονός που άγγιξε όχι μόνο τον Εκατόνταρχο, όχι μόνο τον υπηρέτη του, αλλά κάθε μέλος του σπιτιού. Ήλθε χωρίς τον Χριστό, και ο υπηρέτης θεραπεύτηκε.

Ποιος από εμάς μπροστά σ’ ένα τρομερό, αγωνιώδη πόνο, μπορεί να στραφεί προς τον Κύριο, να παρουσιάσει το αίτημά του, να Του ζητήσει έλεος και να εκδηλώσει τη δύναμή Του, και όταν μας λέει, όταν πληροφορεί την καρδιά μας, «Θα έλθω, θα κάνω σ’ εσένα αυτό το θαύμα» – ποιος από εμάς θα είχε το θάρρος να πεί, «Όχι, Κύριε! Αρκεί ο λόγος Σου!»…

Έχουμε το Ευαγγέλιο, έχουμε το παράδειγμα των Αγίων που πολλοί έκτισαν μια ζωή αγιότητος, από ένα λόγο του Ευαγγελίου που πήραν σοβαρά και στον οποίο αφιέρωσαν όλη τους την ενέργεια, όλη τους την ζωή. Έχουμε το Ευαγγέλιο, έναν λόγο, εκείνον τον λόγο που μπορεί να θεραπεύσει μια ζωή, που μπορεί να μεταμορφώσει ανθρώπους, σχέσεις, ψυχές και ζωές. Ποιος από εμάς είπε ποτέ στον Κύριο, «Το Ευαγγέλιο μου είναι αρκετό»; Και πόσο συχνά στρεφόμαστε στον Κύριο για να πούμε «Ναί, Κύριε – Το διάβασα όλο το Ευαγγέλιο, αλλά έλα εσύ ο ίδιος, μίλησέ μου, πες μου έναν λόγο που δεν είναι γραμμένος, πες έναν λόγο που θα διαπεράσει την ζωή μου, την καρδιά μου σαν τη φωτιά και το σίδερο! Μίλησε, πάλι και πάλι, Κύριε!»…Και έτσι παραβλέπουμε όλο το Ευαγγέλιο, το μήνυμα του Θεού, το παράδειγμα του Χριστού, ο,τι βλέπουμε στους Αποστόλους, και στους μετέπειτα Αγίους, επειδή θέλουμε μια νέα αποκάλυψη, έναν νέο λόγο.

Και θυμάστε επίσης, πως, όταν ο Χριστός έδωσε την εντολή στους μαθητές να ρίξουν το δίχτυ τους στην θάλασσα και αυτό το δίχτυ έφερε πλήθος από ψάρια, ο Απόστολος Πέτρος, κατάλαβε ξαφνικά ποιος ήταν ο Κύριος. Τα είχε ακούσει όλα, την επί του Όρους Ομιλία, ήταν από την αρχή με τον Κύριο – και αμυδρά μόνο είχε καταλάβει ποιος ήταν. Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησε ποιος ήταν στην βάρκα του και είπε, «Κύριε, φύγε από την βάρκα! Είμαι αμαρτωλός, είμαι ανάξιος της παρουσίας Σου! »

Και πάλι, ποιος από εμάς, σε στιγμές που ο Κύριος ήρθε κοντά μας, σκέφτηκε να πεί τέτοια λόγια, έχοντας αντιληφθεί, εξαιτίας της αγιότητας του Χριστού, την αγιότητα του Θεού, πόσο δεν αξίζουμε την ζωή Του, το θάνατό Του, την κάθοδό Του στην κόλαση, το κατώτερο σημείο του κακού. Και αυτή η κόλαση δεν είναι μοναχά μία εικόνα· δεν υπάρχει μέσα μας ; Δεν υπάρχει μέσα μας ένα σκοτάδι, που χρειάζεται κάτι παραπάνω από φώτιση – το Φως του Θεού, τον Θεό, το φως του κόσμου.

Ας σκεφτούμε αυτό που ακούμε. Μόλις επέστρεψα από τη Ρωσσία, και κάθε που έρχομαι, έχω ένα δέος για ο,τι είδα εκεί. Όχι από τις σπουδαίες λειτουργίες, αλλά από τους ανθρώπους που για περισσότερο από μισό αιώνα, έφεραν το βάρος του Σταυρού, και πόσο τρομερό – πως εμπνέει – πόσο ταπεινωτικό είναι για κάποιον να πρέπει να μιλήσει σε ανθρώπους που η ζωή τους είναι ένα κήρυγμα του Ευαγγελίου, ενώ η δική μας είναι ντροπή του Χριστού. Ναί, είναι αυτό που λέει το Ευαγγέλιο ότι από τους λόγους μας θα κριθούμε, θα σωθούμε ή θα καταδικαστούμε. Πόσο τρομαχτικό είναι να πρέπει να πούμε λόγους αληθείας από καθήκον, από ανάγκη και να γνωρίζουμε ότι κάθε λόγος μας καταδικάζει.

Και έτσι όταν ένας ιερέας εξέρχεται στο Άγιο Βήμα, κάνει το σημείο του Σταυρού, μπαίνοντας κάτω από την προστασία του Εσταυρωμένου, του θανάτου, την θυσιαστική αγάπη του Χριστού – προσευχηθείτε γι’ αυτόν που πρόκειται να κηρύξει το Ευαγγέλιο, ίσως το κήρυγμα αυτό να τον κρίνει και να τον καταδικάσει– και για τη σωτηρία της ψυχής σας. Και τότε, ίσως αυτή η προσευχή να στηρίξει τον ιεροκήρυκα και λέγοντας τον λόγο του Θεού, με την βοήθεια της Θ. Χάριτος, ίσως να δυναμώσει τη ζωή σας και σας βοηθήσει να φθάσετε τον Χριστό, όχι εκείνον: να συνειδητοποιήσετε ξαφνικά ότι ο ιεροκήρυκας δεν υπάρχει – υπάρχει μόνο ένα μήνυμα. Θυμηθείτε!

Ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής δεν ονομάστηκε κήρυκας του Θείου Λόγου· λέγεται γι’ αυτόν ότι ήταν «φωνή βοώντος εν τη ερήμω». Δεν ήταν άνθρωπος, αλλά μήνυμα. Λάβετε το μήνυμα, μην σταθείτε στον ταχυδρόμο, και λάβετε το μήνυμα καθώς το περιγράφει ο Χριστός, όπως η γη η καλή που θάβει μέσα της τον σπόρο, τον τρέφει και φέρνει καρπούς, καρπούς ζωής: όχι καρπούς συναισθημάτων, σκέψεων, αλλά μια ζωή που είναι αυτή του Θεού, σαρκωμένη, η ζωή του Χριστού σε μας. Αμήν.

Πηγή: www.pemptousia.gr

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ: ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΕΙΣ, ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΤΑΠΕΙΝΩΘΕΙΣ!

Zούμε στη γη και δεν βλέπουμε το Θεό, δεν μπορούμε να Tον δούμε. Αλλά σαν έρθει το Άγιο Πνεύμα στην ψυχή, τότε θα δούμε το Θεό, όπως Tον είδε ο άγιος Στέφανος (Πραξ. 7:55-56).

Η ψυχή και ο νούς αναγνωρίζουν αμέσως με το Άγιο Πνεύμα ότι Aυτός είναι ο Κύριος.

 Έτσι ο άγιος Συμεών ο Θεοδόχος, με το Άγιο Πνεύμα, αναγνώρισε στο μικρό βρέφος τον Κύριο (Λουκ. 2:25-32). Έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Bαπτιστής, με το Άγιο Πνεύμα επίσης, αναγνώρισε τον Κύριο και Tον υπέδειξε στους ανθρώπους.

Καί στον ουρανό και στη γη ο Θεός γνωρίζεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα, όχι με την επιστήμη. Καί τα παιδιά που δεν σπούδασαν καθόλου, γνωρίζουν τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Xωρίς το Άγιο Πνεύμα κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό και πόσο πολύ μας αγαπάει.

Ακόμα κι αν διαβάζουμε ότι μας αγάπησε και έπαθε από αγάπη για μας, σκεφτόμαστε γι’ αυτά μόνο με το νού, αλλά δεν καταλαβαίνουμε όπως πρέπει, με την ψυχή, την αγάπη του Xριστού. Όταν όμως μας διδάξει, τότε γνωρίζουμε με ενάργεια και αισθητά την αγάπη· τότε γινόμαστε όμοιοι με τον Κύριο.

Καθένας μας μπορεί να κρίνει για το Θεό κατά το μέτρο της χάριτος του Αγίου Πνεύματος που γνώρισε. Γιατί πως είναι δυνατό να σκεφτόμαστε και να κρίνουμε για πράγματα που δεν είδαμε ή δεν ακούσαμε και δεν ξέρουμε; Oι άγιοι λένε πως είδαν το Θεό. Αλλά υπάρχουν και άνθρωποι που λένε ότι δεν υπάρχει Θεός. Eίναι φανερό πως μιλούν έτσι, γιατί δεν Τον γνώρισαν· αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως ο Θεός δεν υπάρχει.

Oι άγιοι μιλούν για πράγματα που πραγματικά είδαν και γνωρίζουν. Δεν λένε, για παράδειγμα, πως είδαν ένα άλογο μήκους ενός χιλιομέτρου ή ένα πλοίο δέκα χιλιομέτρων, που δεν υπάρχουν. Κι εγώ νομίζω, πως, αν δεν υπήρχε Θεός, δεν θα μιλούσαν καν γι’ Aυτόν στη γη. Oι άνθρωποι όμως θέλουν να ζούν σύμφωνα με το δικό τους θέλημα και γι’ αυτό λένε πως δεν υπάρχει Θεός, βεβαιώνοντας έτσι μάλλον πως υπάρχει.

Όποιος δεν γνωρίζει τη χάρη, δεν την επιζητεί. Oι άνθρωποι προσκολλήθηκαν στη γη, γι’ αυτό οι πιο πολλοί δεν ξέρουν πως τίποτα το γήινο δεν μπορεί να συγκριθεί με τη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος.

Tα επίγεια μαθαίνονται με την επίγεια διάνοια, ενώ ο Θεός και όλα τα επουράνια γνωρίζονται μόνο με το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό παραμένουν απρόσιτα στο νού που δεν αναγεννήθηκε. Η απιστία προέρχεται από την υπερηφάνεια.

Ο υπερήφανος ισχυρίζεται πως θα γνωρίσει τα πάντα με το νού του και την επιστήμη, αλλά η γνώση του Θεού παραμένει ανέφικτη γι’ αυτόν, γιατί ο Θεός γνωρίζεται μόνο με αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος.Ο Κύριος αποκαλύπτεται στις ταπεινές ψυχές. Σ’ αυτές δείχνει τα έργα Tου, που είναι ακατάληπτα για το νού μας. Mε τον φυσικό μας νού μπορούμε να γνωρίσουμε μόνο τα γήινα πράγματα, κι αυτά μερικώς, ενώ ο Θεός και όλα τα ουράνια γνωρίζονται με το Άγιο Πνεύμα.

Πολλοί άνθρωποι λένε σήμερα πως δεν υπάρχει Θεός. Mιλούν έτσι γιατί στην καρδιά τους ζεί υπερήφανο πνεύμα, που τους υποβάλλει ψέματα εναντίον της Αλήθειας και της Εκκλησίας του Θεού. Nομίζουν πως είναι σοφοί, ενώ στην πραγματικότητα δεν αντιλαμβάνονται καν ότι τέτοιοι λογισμοί δεν είναι δικοί τους, αλλά προέρχονται από τον εχθρό. Αν όμως κανείς τους δεχθεί στην καρδιά του και τους αγαπήσει, τότε γίνεται συγγενής με το πονηρό πνεύμα. Καί είθε να μη δώσει ο Θεός σε κανένα να πεθάνει σε τέτοια κατάσταση.

Η υπερηφάνεια εμποδίζει την ψυχή να μπεί στο δρόμο της πίστεως. Στον άπιστο δίνω μια συμβουλή. Ας πεί: “Κύριε, αν υπάρχεις, φώτισέ με, και θα Σε υπηρετήσω μ’ όλη μου την καρδιά και μ’ όλη μου την ψυχή”. Καί ο Κύριος θα φωτίσει οπωσδήποτε μια τέτοια ταπεινή σκέψη…

Γιά να σωθείς, είναι ανάγκη να ταπεινωθείς. Γιατί τον υπερήφανο, και με τη βία να τον βάλεις στον παράδεισο, κι εκεί δεν θα βρεί ανάπαυση. Κι εκεί δεν θα είναι ικανοποιημένος και θα λέει: “Γιατί δεν είμαι εγώ στην πρώτη θέση;”. Αντίθετα, η ταπεινή ψυχή είναι γεμάτη αγάπη και δεν επιδιώκει πρωτεία, αλλά επιθυμεί για όλους το καλό και ευχαριστιέται με όλα.

ΤΡΙΑ ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ ΕΚΛΑΙΓΑ!

ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΤΟΥ ΕΣΣΕΞ
[Γράφει ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης] Έτυχε να πατήσω μια μύγα, χωρίς να υπάρχη ανάγκη, κι εκείνη η κακόμοιρη έσερνε στη γη τα χυμένα της εντόσθια· και για τη σκληρότητά μου προς την κτίση, και το θυμάμαι αυτό μέχρι σήμερα. Μιαν άλλη φορά εμφανίστηκαν στον εξώστη του καταστήματος νυχτερίδες κι εγώ τους έριξα βραστό νερό· και γι αυτό έχυσα πάλι πολλά δάκρυα, κι από τότε δεν προσβάλλω ποτέ την κτίση.

Μιαν άλλη φορά πήγαινα από το Μοναστήρι στο Παλαιό Ρωσικό κι είδα στο δρόμο ένα κομματιασμένο φίδι, που κάθε του τεμάχιο σφάδαζε· και λυπήθηκα όλη την κτίση και κάθε κτίσμα, κάθε τι που πάσχει, και έκλαψα πολύ ενώπιον του Θεού.

Το Πνεύμα του Θεού διδάσκει την ψυχή ν’ αγαπά όλα τα ζωντανά, έτσι που δεν θέλει ούτε ένα πράσινο φύλλο να κόψη ούτε να πατήση ένα αγριολούλλουδο. Έτσι το Άγιο Πνεύμα διδάσκει την αγάπη για όλα και η ψυχή συμπάσχει με κάθε ύπαρξη, αγαπά ακόμα και τους εχθρούς και λυπάται ακόμα και τα δαιμόνια, γιατί εξέπεσαν από το αγαθό.

Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, “Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης”, έκδοση Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, Αγγλίας.

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2020

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΥΛΟΥ ΛΑΥΡΙΩΤΗ

Ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης γεννήθηκε στην πρωτεύουσα του Πόντου Τραπεζούντα μεταξύ των ετών 927-930. Οι γονείς του ήσαν πλούσιοι και ευγενείς. Το όνομα του ήταν Αβραάμιος. Ο πατέρας καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας και η μητέρα από την Κολχίδα του Πόντου. Πριν γεννηθεί, ο πατέρας απέθανε και λίγο μετά τη γέννηση του, και η μητέρα απήλθε από τον παρόντα κόσμο.

Ο μικρός Αβραάμιος, ορφανός και από τους δύο γονείς, τέθηκε υπό την προστασία συγγενoύς του μοναχής, η οποία ανέλαβε την φροντίδα και την παιδαγωγία αυτού. Όλη δε η ζωή και η συμπεριφορά της μοναχής επέδρασε θετικά και καταλυτικά στην μετέπειτα εξέλιξη του Αβρααμίου.

Ο μικρός Αβραάμιος, παρ’ ότι ήταν παιδί, η ζωή και η συμπεριφορά του δεν έμοιαζε με εκείνες των άλλων συνομιλήκων του. Ο χαρακτήρας του δεν ήταν απρεπής, απρόσεκτος και αγενής. Καταγινόταν με την προσευχή και τις άλλες θρησκευτικές πράξεις. Μετά την κοίμηση της προστάτιδας του μοναχής και αφού έλαβε την εγκύκλια παιδεία, με την βοήθεια ενός αυτοκρατορικού φορολογικού υπαλλήλου που ήλθε στην Τραπεζούντα για την είσπραξη των δημοσίων φόρων, έρχεται στην Κωνσταντινούποληεπί αυτοκράτορος Ρωμανού Α’ Λεκαπηνού (920-944).

Στην Πόλη φοιτά στη Σχολή του Προέδρου των σχολών της Πρωτευούσης, που εκαλείτο Αθανάσιος. Στη σχολή αυτή επιδίδεται με ζήλο και επιμέλεια στην εκμάθηση των γραμμάτων της θύραθεν (κοσμικής) παιδείας. Παράλληλα δεν παρέλειπε τα πνευματικά και θρησκευτικά του καθήκοντα. Στην Κωνσταντινούπολη εγνώρισε τον συγγενή του στρατηγό Ζεφιναζέρ, στο σπίτι του οποίου έκτοτε διέμεινε.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ
Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Αβράαμιος κατέστη κάτοχος και διδάσκαλος πάσης φιλοσοφίας και ρητορικής, ώστε η φήμη του να φτάσει μέχρι και τα βασιλικά ανάκτορα.
Ο ενάρετος και σοβαρός βίος του, το πράον του ήθους, το γλυκύ της ομιλίας, ο πλούτος της γνώσεως, το έντιμον και το χρηστόν του χαρακτήρος του τον έκαναν αγαπητόν σε όλους. Εξαιτίας των χαρισμάτων του, οι μαθητές και διδάσκαλοι της Σχολής, «κοινή ψήφω», εζήτησαν από τον αυτοκράτορα να εκλεγεί διδάσκαλος αυτής. Έτσι, με αυτοκρατορική υπόδειξη, τιμάται με το αξίωμα του διδασκάλου.
Ο Αβραάμιος σύντομα απέδειξε τις ικανότητες του. Απέκτησε πολλούς μαθητές και συγχρόνως τη φήμη του σοφού διδασκάλου. Γι’ αυτό, χρόνο με το χρόνο, ο αριθμός των μαθητών ηύξανε. Αλλ’ ο Αβραάμιος ταυτόχρονα ζούσε συνεπή χριστιανική ζωή. Η επιθυμία του ήταν να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό. Την περίοδο αυτή ο συγγενής του στρατηγός Ζεφιναζέρ αναλαμβάνει την ναυτική διοίκηση στο Αιγαίο και παίρνοντας μαζί του τον Αβραάμιο πραγματοποιεί περιοδεία στο Αρχιπέλαγος. Κατέπλευσαν στη νήσο Λήμνο, απ’ όπου διακρινόταν το Άγιον Όρος, όπου έμελλε αργότερα να ιδρύσει τη Λαύρα. Επανερχόμενος στην Πόλη, συναντάται με τον όσιο Μιχαήλ Μαλεΐνον, ιδρυτή και ηγούμενο της Λαύρας του Κυμινά. Του εξομολογείται την επιθυμία να ασπαστεί τον μοναχικό βίο. Στην Πόλη έγινε και η συνάντηση των Οσίου Μιχαήλ, Νικηφόρου Φωκά, μετέπειτα αυτοκράτορος, και του Αβρααμίου. Έτσι, κρίνεται από τον όσιο Μιχαήλ άξιος να ακολουθήσει βίο πιο ησυχαστικό και ασκητικό, και επιλέγει τόπο ερημικό, όπου επιδίδεται σε νέους πνευματικούς αγώνες. Βλέποντας ο Όσιος Μιχαήλ την μεγάλη πνευματική άσκηση του Αθανασίου, πρόβλεψε (προείδε) την μετέπειτα εξέλιξή του, ότι δηλαδή θα γίνει διάδοχος του στα πνευματικά χαρίσματα.

ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΤΗ ΛΑΥΡΑ ΤΟΥ ΚΥΜΙΝΑ
Στη συνέχεια ο Αβραάμιος παραιτείται από την Σχολή και μεταβαίνει στην λαύρα του Κυμινά. Γίνεται δεκτός από τον ηγούμενο όσιο Μιχαήλ και κείρεται μοναχός με το όνομα Αθανάσιος. Μετά την κουρά του ο Αθανάσιος, έχοντας έμπειρο και διακριτικό πνευματικό οδηγό, επιδίδεται στην άσκηση των μοναχικών αρετών. Μέσα σε διάστημα τεσσάρων ετών, κατέκτησε «πάσαν ασκητικήν πολιτείαν» και συνέλεξε σε βραχύ χρόνο πλούτο αρετών, ώστε να καθάρει την διάνοιαν, και να δει «θεία θεωρήματα», όπως σημειώνει βιογράφος του.

ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ
Αλλά τον Αθανάσιο για άλλα είχε προορίσει ο Θεός. Ως εκ τούτου, από το όρος Κυμινά αναχωρεί και έρχεται στο Άγιον Όρος. Εδώ, φθάνοντας, περιοδεύει πολλά σκηνώματα της αθωνικής χερσονήσου και γνωρίζει πολλούς και εναρέτους μοναχούς και ασκητές. Εντυπωσιάζεται από την σκληρή ασκητική ζωή, τον λιτό βίο, τις πολλές στερήσεις. Αρχικά γίνεται υποτακτικός σε ένα απλό γέροντα, χωρίς να αποκαλύψει ποιος ήταν, κοντά στη Μονή Ζυγού.
Δεν εφανέρωσε το πραγματικό του όνομα, αλλά προσποιήθηκε ότι ονομάζεται Βαρνάβας, γιατί ήθελε να είναι απαρατήρητος. Επιθυμία του ήταν να γνωρίσει τους μοναχούς του Όρους και να ακολουθήσει ένα υψηλότερο στάδιο μοναχικού βίου, του ερημίτη. Όπως ο ίδιος αναφέρει στο Τυπικό του, την περίοδο αυτή οι αρχές του Άθω δεν επέτρεπαν σε κανένα μοναχό να ζήσει ως ερημίτης, εάν δεν είχε παραμείνει στο Όρος δύο ή τρία χρόνια. Με τον τρόπο αυτό υπήρχε ένας έλεγχος δι’ όσους ήθελαν να γίνουν ερημίτες.
Ο Αθανάσιος, έπρεπε, για να μην αποκαλύψει τον εαυτό του να υποταχθεί σε κάποιο αναχωρητή. Έτσι έκρυβε τις γνώσεις του και τις πνευματικές του ικανότητες από σεβασμό στον γέροντά του, που ήταν αμόρφωτος.
Υποτάσσεται, λοιπόν, σε σχεδόν αμόρφωτο γέροντα, παρά του οποίου, εκτός της μοναχικής ασκήσεως, «διδάσκεται τα ιερά γράμματα».
Ενώ λοιπόν ο Αθανάσιος δοκιμαζόταν στον Άθω ως υποψήφιος ασκητής, ο δομέστικος των Σχολών της Ανατολής, Νικηφόρος Φωκάς, τον αναζητούσε. Βέβαιον είναι ότι έκανε έρευνες σε διάφορα μοναστικά κέντρα της Μ. Ασίας χωρίς αποτέλεσμα. Τέλος θυμήθηκε, λέει ο βιογράφος του, ότι ο Αθανάσιος του είχε μιλήσει για πιθανή αναχώρηση και των δύο στο Άγιον Όρος. Γράφει λοιπόν στον κριτή-έπαρχο της Θεσσαλονίκης και του ζητά να μεταβεί στον Άθω προς αναζήτηση του Αθανασίου, περιγράφοντας τα προσωπικά χαρακτηριστικά του.
Ο κριτής μεταβαίνει στο Όρος, συναντάται με τον Πρώτο του Όρους Στέφανο (958-962) και διαβιβάζει το αίτημα. Ο Πρώτος υπόσχεται να προβεί στην ανεύρεση του, ενώ επλησίαζαν τα Χριστούγεννα και η σύναξη των γερόντων του Όρους γινόταν τρεις φορές το χρόνο: Τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και στις 15 Αυγούστου, εορτή της κοιμήσεως της Παναγίας. Στις συνάξεις, υπό την προεδρία του Πρώτου, συμμετείχαν οι πατέρες οι οποίοι ασκούνταν στην περιοχή της Λαύρας των Καρυών.
Κατά τα Χριστούγεννα λοιπόν του έτους εκείνου, έγινε από τον Πρώτο Στέφανο η αναγνώριση του Αθανασίου. Όλοι οι Αθωνίτες ξέρουν πλέον ότι ο Βαρνάβας είναι ένας μορφωμένος μοναχός, αλλά δεν γνωρίζουν ποιος είναι στην πραγματικότητα, γιατί ζήτησε από τον Πρώτο να κρατήσει το μυστικό του, διαφορετικά θα έφευγε από τον Άθω. Ο Πρώτος του παραχωρεί ένα αναχωρητικό κελλί κοντά στις Καρυές. Ο Αθανάσιος εγκαθίσταται εκεί με ένα μαθητή, ονόματι Λουκίτζη και ασκεί το επάγγελμα του καλλιγράφου. Εκεί ο Αθανάσιος παρέμεινε μέχρι το 959.
Περί το έτος 960 έρχεται στο Όρος ο αδελφός του Νικηφόρου και δομέστικος των Σχολών της Δύσεως Λέων Φωκάς, μετά την νίκη του κατά των Σκυθών, για να ευχαριστήσει από ευγνωμοσύνη τον Θεό. Επιθυμούσε βέβαια να συναντήσει τον Αθανάσιο, όπερ και έγινε. Τότε λοιπόν όλοι πληροφορούνται ποιος ήταν πραγματικά ο Βαρνάβας και ποιες οι σχέσεις του με την περιφανή οικογένεια Φωκά. Το ασκητικό περιβάλλον, η όλη προσωπικότητα και η σχέση του με την ένδοξη οικογένεια της αυτοκρατορίας, προκάλεσαν αίσθηση στους Αθωνίτες και πολλοί παρεκινήθησαν να προσέλθουν κοντά του.
Ο Αθανάσιος θέλοντας να αποφύγει την προσέλευση και σύγχυση, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο, που είχε, όταν αφίχθει στο Όρος: να αποσυρθεί στα ενδότερα του Όρους, στην ησυχία. Έτσι, με την ευλογία του Πρώτου και της Συνάξεως, αφού έμεινε δυο χρόνια στις Καρυές, έλαβε ένα τόπο εξαιρετικά απρόσιτο και ερημικό, που λεγόταν Μελανά, στη θέση όπου έκτισε τη Λαύρα. Εκεί έστησε την ασκητική του καλύβη, σαν άλλο αρετής εργαστήριον, και επιδόθηκε σε νέους πνευματικούς αγώνες αφοσιωμένος στις κατά Θεόν μελέτες και θείες θεωρίες.

ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
Την ίδια περίοδο ο Νικηφόρος Φωκάς διηύθυνε την εκστρατεία του Βυζαντινού στρατού, περί το 960, για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Άραβες. Οι συγκρούσεις ήταν σκληρές και αμφίρροπες. Η βυζαντινή στρατιά υπέφερε από το κρύο και την έλλειψη τροφών, σε αντίθεση με τον στρατό των Αράβων.
Επιθυμώντας να αναπτερώσει το ηθικό των στρατιωτών, ο Φωκάς υπενθύμιζε ότι σκοπός της εκστρατείας ήταν η απελευθέρωση εδαφών και πληθυσμού χριστιανικού. Άλλωστε, οι Άραβες ή Σαρακηνοί, έχοντες ως ορμητήριο την Κρήτη, έκαναν επιδρομές σε όλο το Αιγαίο, ακόμα και το Άγιον Όρος, από το οποίο πέραν των λαφύρων, είχαν αιχμαλωτίσει και μοναχούς.
Στην προσπάθειά του να ενισχύσει το ηθικό του στρατού, απεφάσισε να αποστείλει γράμματα σε μοναστήρια της Μ. Ασίας και στο Άγιον Όρος, ζητώντας να στείλουν μερικούς μοναχούς κοντά στο στρατό. Μεταξύ των μοναχών, έγραψε και στον Αθανάσιο και στον Πρώτο του Όρους. Οι Αθωνίτες απάντησαν θετικά. Με την ευλογία του Πρώτου και των γερόντων του Όρους, αποφασίζει να μεταβεί στην Κρήτη ο Αθανάσιος συνοδευόμενος από ένα μοναχό, το Θεόδοτο.
Η συνάντηση των δύο αντρών ήταν συγκινητική. Ο Αθανάσιος έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές από τον πνευματικό του φίλο Νικηφόρο Φωκά. Η αποστολή και παραμονή του Αθανασίου στην Κρήτη στέφθηκε με πλήρη επιτυχία. Επέτυχε να βοηθήσει στην εκδίωξη των Αράβων από την Κρήτη, την απελευθέρωση όσων Αθωνιτών είχαν συλληφθεί και διασωθεί, και την επανασύνδεση του φιλικού του δεσμού με τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά.
Εκεί καταστρώθηκε η ιδέα της ιδρύσεως ενός μοναστηριού στον Άθω, υπό την ηγουμενία του Αθανασίου, στο οποίο θα εμόναζε και ο Φωκάς. Για τον σκοπό αυτό ο Φωκάς πρότεινε στον Αθανάσιο να του διαθέσει τα χρήματα που θα απαιτούνταν για την ανέγερση της Μονής. Αφού οι δύο άνδρες έμειναν σύμφωνοι περί της Μονής και τα σχετικά με αυτήν, ο μεν Αθανάσιος ανεχώρησε για τον Άθωνα, ο δε Φωκάς επέστρεψε στη Βασιλεύουσα. Επιστρέφοντας ο Αθανάσιος στο Όρος, εσκέπτετο να αρχίσει την ίδρυση της Λαύρας. Στο μεταξύ ο Νικηφόρος Φωκάς αποστέλλει στον Άθω τον έμπιστο του μοναχό Μεθόδιο, με επιστολή και τα αναγκαία χρήματα για την έναρξη των εργασιών. Ο Μεθόδιος παρέμεινε στο κελλί του Αθανασίου έξι μήνες και δεν ανεχώρησε παρά αφού έπεισε τον Αθανάσιο να αρχίσει την κατασκευή της Λαύρας και αφού είχαν αρχίσει οι οικοδομικές εργασίες.
Πράγματι ο Αθανάσιος άρχισε με την ανέγερση του ησυχαστηρίου, όπου θα εμόναζε ο Νικηφόρος και ναό επ’ ονόματι του Τιμίου Προδρόμου. Στη συνέχεια προχώρησε στην ανέγερση του καθολικού και άλλων κτισμάτων. Ενώ λοιπόν προχωρούσαν οι εργασίες ανεγέρσεως του καθολικού και των κελλίων, έφθασε η είδηση της ανόδου του Νικηφόρου στον αυτοκρατορικό θρόνο. Η είδηση αυτή επίκρανε τον Αθανάσιο, ο οποίος ανέλαβε την ανοικοδόμηση της Λαύρας μετά από επίμονες παρακλήσεις του Νικηφόρου και την υπόσχεση του να ακολουθήσει το μοναχικό βίο.
Γι’ αυτό απεφάσισε να εγκαταλείψει την ηγουμενία της Λαύρας και να φύγει από το Όρος.

ΑΦΙΞΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ
Φεύγει λοιπόν και αποβιβάζεται στην Άβυδο της Μικράς Ασίας. Φθάνοντας εκεί, έστειλε πίσω στον Άθωνα το πλοίο της Λαύρας με τους περισσότερους εκ των συνοδών του. Ένα μοναχό αποστέλλει στη Βασιλεύουσα με σκοπό να επιδώσει στον αυτοκράτορα επιστολή και ο ίδιος με τρεις εμπίστους μοναχούς επιβιβάζεται σε πλοίο με προορισμό την Κύπρο. Με το γράμμα στον αυτοκράτορα τον πληροφορεί ότι παραιτείται από την ηγουμενία, αλλά συγχρόνως του υποδεικνύει το μοναχό Ευθύμιο, να αναλάβει το αξίωμα.
Φθάνοντας στην Κύπρο, διαμένει στη Μονή των Ιερέων και αποστέλλει τον μοναχό Θεόδοτο στη Λαύρα, με αποστολή να παρακολουθεί την εξέλιξη των υποθέσεων της Μονής. Μόλις η πορεία των πραγμάτων της Μονής πήρε αρνητική τροπή, ο Θεόδοτος επιστρέφει στην Κύπρο και ενημερώνει τον Αθανάσιο για την κατάσταση. Ο αυτοκράτωρ, διαβάζοντας την επιστολή του Αθανασίου, λυπείται, καθιστά τον μοναχό Ευθύμιο ηγούμενο της Λαύρας και πάραυτα, αποστέλλει γράμματα προς αναζήτηση του Αθανασίου, ο οποίος κρυβόταν στη Μονή των Ιερέων.
Τα γράμματα έφθασαν και στον ηγούμενο της Μονής των Ιερέων, ο οποίος εκάλεσε τον Αθανάσιο και τον συνοδό του μοναχό Αντώνιο προς εξακρίβωση. Ο Αθανάσιος απέφυγε να αποκαλύψει τον εαυτό του. Αναχωρεί με τον Αντώνιο και φθάνει στην πόλη Αττάλεια της Μ. Ασίας, όπου φθάνει επίσης και ο μοναχός Θεόδοτος, ο οποίος πληροφορεί τον Αθανάσιο για την θλιβερή κατάσταση της Λαύρας. Έτσι χωρίς χρονοτριβή, αποφασίζει να επιστρέψει στη Μονή. Η επάνοδος του στη Λαύρα έδωσε χαρά και ικανοποίηση στους πατέρες, οι οποίοι δοκιμάσθηκαν αρκετά κατά το διάστημα της απουσίας του, κατά την οποία διακινδύνεψε και η ίδια η ύπαρξη της Μονής.

ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ
Αφού ετακτοποίησε καλώς όλα τα πράγματα της Λαύρας, απεφάσισε να με­ταβεί στη Βασιλεύουσα προς συνάντηση του αυτοκράτορος Νικηφόρου Φωκά. Η συνάντηση των δύο ανδρών υπήρξε συγκινητική, και ακόμη περισσότερο, σημαντική και χρήσιμη. Δεν έγινε απλώς η διάλυση των παρεξηγήσεων αλλά υπήρξε σταθμός, όχι μόνον για την ιστορία της Λαύρας, αλλά και του Αγίου Όρους.
Ο Αθανάσιος εγνώριζε πολύ καλά ότι ο Νικηφόρος Φωκάς από τη θέση την οποία πλέον κατείχε θα βοηθούσε αποτελεσματικά τη Λαύρα. Πράγματι, ο αυτοκράτωρ εξέδωσε, χάρη του Αθανασίου, υπέρ της Λαύρας τρία χρυσόβουλλα, τα οποία εκτός από τη θεσμική τους διάσταση, παραχωρούσαν στην νεόδμητη Λαύρα σημαντικές δωρεές. Στο χρυσόβουλλο του, το οποίο είχε χαρακτήρα Τυπικού για τη Λαύρα, ο Φωκάς περιέχει μία ρήτρα μεγάλης σημασίας: κανείς δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει στη Λαύρα εκτός από τον αυτοκράτορα. Η Λαύρα η οποία από ιδιωτική κατέστη βασιλική  αυτοκρατορική, με την ανάρρηση του Φωκά στον αυτοκρατορικό θρόνο καθιερούται ελευθέρα και αυτοδέσποτος από κάθε κοσμική ή εκκλησιαστική αρχή.
Ο Νικηφόρος, κτίτωρ της Μονής, έχει την κυριότητά της σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, και μετά το θάνατο του περιέρχεται στο Αθανάσιο, ο οποίος είναι ισόβιος ηγούμενος. Ο Φωκάς με το χρυσόβουλλο τουαπαγορεύει την παραχώρηση της Λαύρας σε πρόσωπο ξένο προς αυτήν, κοσμικό ή εκκλησιαστικό ή σε άλλη Μονή. Παράλληλα χορηγεί στη Λαύρα χρηματικές παροχές σε ετήσια βάση, αναγκαίες για τη συντήρηση της. Έτσι, η Λαύρα καθίσταται αυτοκρατορικό μοναστήρι, με κοινοβιακό χαρακτήρα, με πλούτο και ευμάρεια.
Την ίδια περίοδο, λόγω της φήμης του Αθανασίου και της εντυπωσιακής εξελίξεως της Λαύρας, μοναχοί από πολλές περιοχές προσέρχονται να υποταχθούν. Μεταξύ αυτών έρχονται από τη Ρώμη, Καλαβρία, Ιταλία, Ιβηρία, Αρμενία κ.λπ. Όλοι αυτοί βρίσκουν καταφύγιο τη Λαύρα, η οποία την περίοδο αυτή (964-972) ήταν το μόνο σημαντικό μοναστικό ίδρυμα, εκτός του Πρωτάτου, στον Άθω.
Αυτή η πρωτόγνωρη άνοδος της Λαύρας δημιούργησε ορισμένες αντιδράσεις από πολλούς Αθωνίτες ασκητές, ερημίτες και ηγουμένους μονυδρίων. Η βασική διαμαρτυρία επικεντρώνονταν στο ότι με τη μεγάλη οικονομική δραστηριότητα, τις άφθονες χρηματικές δωρεές κ.λπ. αλλοιώνονταν η μοναχική παράδοση του Όρους και ο χαρακτήρας του αγιορείτικου ασκητικού πνεύματος, όπως τότε υπήρχε στον Άθω.
Η δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά, δημιούργησε μία νέα εποχή και τροπή στα αγιορείτικα πράγματα. Όσοι αντιδρούσαν ή διαφωνούσαν με τον Αθανάσιο, θεώρησαν κατάλληλη την ευκαιρία να ανακόψουν την πορεία του. Έτσι, έστειλαν αντιπροσωπεία στο νέο αυτοκράτορα στον οποίο διετύπωσαν τις αιτιάσεις τους.

ΤΟ ΤΥΠΙΚΟ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΖΙΜΙΣΚΗ
Ο νέος αυτοκράτωρ Ιωάννης Τζιμισκής (969-976) προσκάλεσε τον Αθανάσιο στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τη συνάντηση ο αυτοκράτωρ, παρ’ ότι εγνώριζε το στενό δεσμό του Αθανασίου με το δολοφονηθέντα αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά (963-969), όχι μόνον δεν έδειξε αντιπάθεια ή εχθρότητα προς τον Αθανάσιο, όπως ανέμεναν οι αντιφρονούντες, άλλά έδειξε φιλική στάση και πραγματοποίησε όλα του τα αιτήματα. Η στάση αυτή άμβλυνε τις αντιθέσεις και οδήγησε στη συμφιλίωση των δύο πλευρών. Αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων ήταν να αποσταλεί στον Άθω ο ηγούμενος της Μονής Στουδίου Ευθύμιος, προκειμένουνα λυθεί οριστικά το αγιορειτικό ζήτημα. Με την ευκαιρία εκείνης της συναντήσεως ο Ιωάννης Τζιμισκής εξέδωσε χρυσόβουλλο υπέρ της Λαύρας, και επικύρωσε όλες τις διατάξεις του χρυσοβούλλου του προκατόχου του.
Ο ηγούμενος της Μονής Στουδίου Ευθύμιος ήλθε στον Αθανάσιο. Μετά από πολλές διαβουλεύσεις μεταξύ των αγιορειτών συνετάγη ένα κείμενο, που ενέκριναν όλοι οι ηγούμενοι και το υπέγραψεν ο Πρώτος, 57 ηγούμενοι του Άθω και άλλοι πρόκριτοι αγιορείτες. Το κείμενο αυτό, γνωστό ως Τυπικό του Τζιμισκή, φέρει επίσης και την ονομασία «Τράγος» γιατί είχε γραφεί «επί αιγείου (κατσικίσιου) δέρματος» (περγαμηνή). Ο «Τράγος», από της καθιερώσεώς του φυλάσσεται στο Σκευοφυλάκιο του Πρωτάτου και της Ι. Κοινότητος.
Μετά την κύρωση και εφαρμογή του Τυπικού του Τσιμιζκή, ο Αθανάσιος απερίσπαστος ασχολήθηκε με την διοίκηση της Λαύρας και τα πνευματικά του καθήκοντα. Ιδιαίτερα εμερίμνησε για την διοικητική οργάνωση της Μονής, την ορθή διαχείριση των οικονομικών, την λειτουργική ευταξία και διάφορα άλλα προσωπικά θέματα της καθημερινής ζωής και γενικότερα.

ΤΟ ΤΥΠΙΚΟ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Ο Αθανάσιος, συνέταξε το Τυπικότου, το οποίο διακρίνεται σε τρία μέρη: Το Τυπικό, το οποίο αναφέρεται σε θέματα διοικητικά, όπως η εκλογή ηγουμένου, τα καθήκοντα, οι εξουσίες, οι υποχρεώσεις, η διαδοχή, τα καθήκοντα των προκρίτων αδελφών κ.α. Η Διατύπωση, που αποτελεί σύντομο κείμενο αναφερόμενο κυρίως στον τρόπο εκλογής του ηγουμένου, τον διορισμό επιτρόπων κ.α. και η Υποτύπωση, ένα είδος λειτουργικού τυπικού. Αναφέρεται δηλαδή στην τέλεση των ι. Ακολουθιών όλου του εκκλησιαστικού έτους. Ο Αθανάσιος, ανεγνωρίσθη και καθιερώθη ως ο αναμορφωτής αρχηγέτης και πατριάρχης του αθωνικού μοναχισμού. Η συμβολή του στην καθιέρωση και αναγνώριση του μοναχικού καθεστώτος της αθωνικής πολιτείας υπήρξε καταλυτική και πανθομολογούμενη.
Έζησε βίον, πέραν των διοικητικών του ικανοτήτων, οσιακόν. Η αρετή τουανεγνωρίσθη από πολλούς. Διεκρίνετο για την σοφία, την ευγένεια, την πραότητα, το φιλάνθρωπον προς όλους, την φιλοξενία, την ασκητικότητα.
Υπήρξε κατά τον βιογράφο του: «Αρχή πάντων και τέλος … πάσι τύπος και νόμος ην … πολύτροπος και πολυειδής την κυβέρνησιν … Χριστόν τον εαυτού ποιμένα μιμούμενος». Ο Αθανάσιος εκοιμήθη περί το 1000 μ.Χ. Πάνδημος υπήρξε η εκφορά του ιερού σκηνώματος του, οπού παρέστη η του «Όρους Γερουσία». Ανεγνωρίσθη Όσιος και η μνήμη του εορτάζεται την 5ην Ιουλίου.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Εκείνο όμως το οποίο ιδιαίτερα χαρακτήριζε τον Όσιον Αθανάσιο, δεν ήταν τόσο η ίδρυση της Λαύρας, η συμβολή του στην διαμόρφωση του αγιορείτικου καθεστώτος, οι σχέσεις του με τους αυτοκράτορες της εποχής του, αλλά η πνευματική συγκρότηση της προσωπικότητάς του. Ο Όσιος υπήρξε κατ’ εξοχήν ένας γνήσιος μοναχός, ένας αυθεντικός ασκητής. Κέντρο της ζωής του ήταν η πνευματική του κατάρτιση, η κατάκτηση των δωρεών της χάριτος του Θεού. Η προσωπικότης του συγκρίνεται με τις μεγάλες προσωπικότητες του μοναχισμού της Ορθόδοξης Ανατολής, όπως του Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου, του Θεόδωρου του Στουδίτου κ.α. Εβίωσε το Ευαγγέλιο στην αυθεντική του διασταση, κατεκτησε την αρετή και αξιώθηκε θείων χαρισμάτων και δωρεών και όπως σημειώνει ο εγκωμιαστής του «τοις αγγέλοις εφάμιλλος ώφθη». Αξιώθηκε του χαρίσματος του θαυματουργείν. Ο βιογράφος του αναφέρει μερικά από τα θαύματα τα οποία εν ζωή και μετά θάνατον εποίησε.
Μεταξύ αυτών αναφέρουμε:
Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Η παράδοσις της Μονής διασώζει το εξής θαυμαστό περιστατικό.
Ο μοναχός Αθανάσιος, ο αποθηκάριος, στην αρχή της μοναχικής του ζωής, ευρισκόμενος κάποτε στον Μυλοπόταμο, έπαθε υδρωπικία. Βλέποντας την κατάσταση του, ο Όσιος του υπέδειξε να μεταβεί στη Λαύρα για να θεραπευθεί από τον ιατρό της Μονής. Όταν έφθασε εκεί, οι ιατροί που τον εξέτασαν δεν πίστευαν ότι θα θεραπευθεί. Τότε ο Πατήρ τον λυπήθηκεγια την κατάσταση του και, αφού άγγιξε με το χέρι του την κοιλιά, είπε «Ύπαγε τέκνον, της χάριτος του Θεού. ουδέν κακόν έχεις». Αμέσως με τον λόγο ο μοναχός έγινε υγιής.

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΟΣΙΟ
Κατά το έτος 963, συνέβη λιμός στην του διάσταση, κατάκτησε την αρετή και Αυτοκρατορία, ένεκα του οποίου εδημιουργήθη έλλειψη τροφών και στο Άγιον Όρος. Επειδή είχε αρχίσει η οικοδομή της Λαύρας και να εξαντλούνται τα υλικά και τα τρόφιμα, ο Όσιος απεφάσισεν να μεταβεί στις Καρυές για να συμβουλευθεί τον Πρώτο και τους γέροντες επί του πρακτέου. Ενώ λοιπόν επορεύετο προς τις Καρυές, σε αρκετή απόστα­ση από τη Μονή, συναντά μια σεμνοτάτην και ωραιωτάτην γυναίκα. Από την θέα της εταράχθη. Αλλά πρώτη η γυνή ερώτα τον Αθανάσιον «Πόθεν έρχεσαί, Αθανάσιε, και που πορεύεσαι;».
Έκπληκτος ο Όσιος απάντησε «Ποία είσαι εσύ, η οποία μου ομιλείς και γνωρίζεις το όνομά μου;».
«Εγώ είμαι η Μήτηρ του Κυρίου και προστάτις σου» απαντά εκείνη, και συνεχίζει «Αλλ’ είπε μοι, διατί εγκατέλιπες την Λαύραν, και που μεταβαίνεις;»
Και ο Όσιος: «Δεν πιστεύω ότι είσαι η Κεχαριτωμένη, εάν δεν ιδώ κάποιο σημείον».
«Δίκαιον έχεις, Αθανάσιε δια να πιστεύσεις, ιδού» απάντησε. «Χτύπησε σταυροειδώς με την ράβδο σου αυτήν την πέτρα επικαλούμενος το όνομα της Παναγίας Τριάδος και θα ιδείς ευθύς να αναβλύζει άφθονον και αστείρευτον ύδωρ».
Πεισθείς ο Όσιος, εκτύπησε την ενώπιον του πέτρα και αμέσως ανέβλυσεν ύδωρ, και το σημείον εκείνο έκτοτε ονομάσθηκε ύδωρ του αγιάσματος, ένθα εκτίσθη ναϋδριον της Ζωοδόχου Πηγής.
Μετά το γεγονός τούτο, προσέπεσε ενώπιον της Παναγίας και εζήτησε συγγνώμη. Τότε η Παναγία υποσχέθηκε στον Όσιο να αναλάβει την τροφοδοσία της Μονής και των άλλων αναγκαίων, και τον προέτρεψε να επιστρέψει στην Λαύρα, και έγινε ευθύς άφαντος.
Ο Αθανάσιος επέστρεψε στη Μονή. Μόλις διέβη την κεντρικήν πύλη και εισήλθεν στην αυλή, βλέπει ενώπιον του και πάλι την Υπεραγίαν θεοτόκον, η οποία τον οδήγησε στην αποθήκη της Μονής, η οποία ήταν πλέον πλήρης τροφίμων. Δεικνύουσα δε η Παναγία την ευλογία εκείνη του θεού, λέγει στον Όσιο «θέλω, τέκνον μου Αθανάσιε, εις το εξής να μη ορίσης εσύ και οι διάδοχοί σου Οικονόμον εις την Μονήν, διότι εγώ θα είμαι η Οικονόμισσα της Λαύρας μέχρι της συντέλειας των αιώνων» και έγινε πάλι άφαντος. Πράγματι, ο Όσιος κατόπιν αυτών συνέχισε την ολοκλήρωση της Λαύρας, μέχρι συντελέσεως της οποίας επήρκεσεν η ευλογία εκείνη των τροφίμων. Στο σημείο όπου ενεφανίσθη η Παναγία ανηγέρθη ύστερα, και υπάρχει έως σήμερον το Προσκυνητάριον της Παναγίας της Οικονομίσσης, μετ’ ακοιμήτου κανδήλας.

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Αναφέρεται επίσης ότι: «Κατά την ζώσαν και αδιάκοπον παράδοσιν της Μονής λέγεται ότι, ζων ο Όσιος, είχεν αφήσει εντολήν περί μη εκταφής του, η οποία και ετηρέτο επί αιώνες. Αλλά, κατά την παράδοσιν επίσης, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Σίλβεστρος, ότε το 1575 μετέτρεψε την Μονή από ιδιορρύθμου εις κοινόβιον, ηθέλησεν εξ ευλάβειας ν’ ανοίξει τον τάφον. Αφού λοιπόν έπεισε τους Πατέρας, επεχείρησε μετ’ αυτών το άνοιγμα του τάφου. Όταν εκτύπησαν δια των σχετικών εργαλείων προς διάνοιξιν, εξήλθον εκείθεν φλόγες πυρός, αι οποίαι κατετρόμαξαν τον Πατριάρχην και τους περί αυτόν, ώστε να σταματήσουν πάραυτα το εγχείρημα. Ούτως ο τάφος του Οσίου παραμένει μέχρι σήμερα άθικτος, κατά την εντολήν του Πατρός».
Τα όρια και το μέγεθος της πνευματικής συγκροτήσεως και ακτινοβολίας του Οσίου Αθανασίου παριστά το Απολυτίκιο αυτού, το οποίο έχει ως εξής: «Την εν σαρκί ζωήν, σου κατεπλάγησαν, Αγγέλων τάγματα, πως μετά σώματος, προς αοράτους συμπλοκάς εχωρήσας αοίδημε, και κατετραυματίσας των δαιμόνων τας φάλαγγας όθεν Αθανάσιε, ο Χριστός σε ημείψατο, πλουσίαις δωρεαίς διό Πάτερ, πρέσβευε σωθήναι τας ψυχάς ημών».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
– Παν. Κ. Χρήστου, Το Άγιον Όρος, Θεσ/νίκη 1987.
– Ν. Σβορώνου, Η σημασία της ίδρυσης του Αγίου Όρους, Εκδόσεις Πανσέληνος.
– Οδ. Λαμψίδη, Μία παραλλαγή της βιογραφίας του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, Περ. Βυζαντινά, Τόμος 6, θες/νίκη 1974.
– J. Noret, Leuven University Press, Sancti Athanasii Athonitae vίtα, α’ και β’.
– Μον. Νικοδήμου Νεοσκητιώτου, Ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, Αθήναι 1975.
– Διονυσία Παπαχρυσάνθου, Ο αθωνικός μοναχισμός, Αθήνα 1992.
– Παύλου Μον. Λαυριώτου, Ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, Άγιον Όρος 2007.
– G. Schlumberger, Ο αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς, Αθήναι 1905.
– Ph. Meyer, Die Hauptur Kunden fur die Geschighte der Athoski Ster, Leipzig 1894.
– Παντελεήμονος Μον. Λαυριώτου, Εγκώμιον εις τον Όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, Αθήναι 1937.

Πηγή: ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ (Ιούλ. – Αυγ. 2008)
(http://www.egolpion.com/athanasios_athonitis.el.aspx)