Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2021

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ ΕΝ ΠΑΡΩ

Αγγελου Ασημινάκη, Θεολόγου

Η Εκκλησία μας τιμά σήμερα, 31 Ιανουαρίου, τη μνήμη του Οσίου Αρσενίου του Νέου εν Πάρω.

Ο Όσιος Αρσένιος Σεργίου Σεργιάδης, κατά κόσµον Αθανάσιος, γεννήθηκε στην πόλη των Ιωαννίνων το έτος 1800 από ευσεβείς και εναρέτους γονείς.

Πολύ μικρός έµεινε ορφανός εκ πατρός και μητρός. Σε ηλικία εννέα ετών ήρθε στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, όπου µε τη φροντίδα του Σχολάρχη Αρχιµανδρίτη Γρηγορίου, κληρικού ευσεβούς και λογίου, ενεγράφη στην εκεί Σχολή.

Στην Σχολή αυτή φοίτησε για πέντε χρόνια. Κατά τα τελευταία χρόνια των σπουδών του γνώρισε τον περίφηµο εκ Ζαγοράς Πηλίου Γέροντα Δανιήλ. Αυτόν ακολούθησε στο αγιο Όρος, οπου και ενεδυθει το μέγα και Αγγελικό σχήμα και τον ονόμασαν Ἀρσένιο. Κατά την εξαετή παραµονή του στον Άθωνα έδωσε τον εαυτό του ως πρότύπο µοναχού. Ακολουθώντας τον γέροντα του Δανιήλ ήρθε στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πεντέλης Αττικής και στην συνέχεια στη νήσο Πάρο και µάλιστα στις Ιερές Μονές Ζωοδόχου Πηγής Λογγοβάρδας και Αγίου Αντωνίου Μαρπήσσης. Κατόπιν επισκέπτηκε τα νησιά Σίκινο και Φολέγανδρο οπου και διακονεί με αυταπαρνηση και ευσέβεια. Στην Φολεγανδρο χειροτονείται Διάκονος υπο του Επισκόπου Θήρας και διορίζεται Ιεροδιδάσκαλος, ωφελώντας πολλαπλά και τα µέγιστα στην πνευµατική, ηθική, κοινωνική και εθνική εξύψωση του επιπέδου του λαού. Στη Φολέγανδρο παρέµεινε αρκετά χρόνια, εργαζόµενος με ζήλο και ακούραστα ιεραποστολικώς.

Μετά την κοίµηση του γέροντός του Δανιήλ και παρά τις αvτιδράσεις των Φαλεγανδρίων, ανεχώρησε µε το σκεπτικό να επανέλθει στο Άγιο Όρος. Όµως, διερχόµενος από την Πάρο και στην Μονή Αγίου Γεωργίου, συνάντησε τον εξ Ηπείρου επισης καταγόµενο φιλόθεο και ευσεβή Αρχιµανδρίτη Ηλία Γεωργιάδη, Ιεροκήρυκα Κυκλάδων, ανθρωπον σοφίας και αρετής. Ο γέροντας αυτός, µε φώτιση Θεού, προέτρεψε τον Αρσένιο τότε να µη µεταβεί στον Άθωνα, αλλά να παραµείνει στην Πάρο, πράγµα και που έπραξε. Στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Πάρου, ωσαύτως διέπρεψε στους πνευµατικούς αγώνες. Η ζωή του ήταν ζωή άκρας ασκήσεως. Οι πατέρες της Μονής του πρότειναν να χειροτονηθεί Πρεσβύτερος. Μα αυτός ο µακάριος, από πολλή ταπείνωση και από επίγνωση του ύψους της Ιερωσύνης, δεν δεχόταν. Παρά ταύτα, κατόπιν πολλών πιέσεων και τη προτροπή του Μητροπολίτη Κυκλάδων Δανιήλ, εδέχθη, αφήνοντας διαχρονικό υπόδειγµα υπακοής και Ιερωσύνης καθώς και την ίδια ημέρα΄του απονεμήθηκε το οφφίκιιο της πνευματικης πατροτητος. Διακρίθηκε σε όλες τις αρετές και ανεδείχθη ισάξιος των παλαιών κορυφαίων του Μοναχισµού. Όσο ελάχιστοι, τίµησε την ιδιότητα του Ιερέως, του Πνευματικού και του Μοναχού. 

Η φήµη του ως Αγίου ανδρός είχε ήδη περάσει στον λαό του Θεού, ενώ ακόµα βρισκόταν στη ζωή αυτή. Μετά από την τελευτή του γέροντος Ηλία, εξελέγη Ηγούµενος της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου. Επειδή όµως καθηµερινά πλήθη πιστών τον εκζητούσαν, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από τις διοικητικές µέριµνες και να στραφεί τελείως στο πνευµατικό έργο. Παράλληλα εκάλυπτε τις λειτουργικές και πνευµατικές ανάγκες των µοναζουσών της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Κυρίου Δάσους Πάρου καθώς και τις πνευµατικές ανάγκες των μοναχών της Ιερας Μονής Ζωοδόχου Πηγής Λογγοβάρδας.

Η συνεχής καταπόνηση, η σκληρή πνευματική ασκηση και η σωµατική και πνευµατική κόπωση, υπέσκαψαν διαρκώς την υγεία του. Οι δυνάµεις του άρχισαν να εξασθενούν. Προαισθάνθηκε την κοιμησή του. Συγκέντρωσε τις µοναχές και τους έδωσε τις τελευταίες του νουθεσίες. Στις 30 Ιανουαρίου του 1877 µετά τη Θεία Λειτουργία είπε: "Αυτή, παιδιά µου, είναι η τελευταία Λειτουργία που ετέλεσα". Και την επόµενη, 31η Ιανουαρίου, επειτα από µια ζωή που υπήρξε θυσία ζώσα προς τον Τριαδικό Θεό παρέδωσε το πνεύµα στον Ύψιστο. Τα τελευταία του λόγια ήταν τα εξής "Κύριε, εις χειράς σου παρατίθηµι τούτο το ποίµνιο που µου ενεπιστώθης. Σος είµι εγώ, Κύριε, ότι τα δικαιώµατά Σου εξεζήτησα".

Ο Όσιος ένεκα της αγιότητάς του και όταν ακόμα βρισκόταν εν ζωή είχε το χάρισμα να θαυματουργεί. Είναι πάρα πολλά τα θαύματά του, που ο λαός της Πάρου, αλλά και εκτός Πάρου, γνωρίζει και διηγείται. Θεράπευε ασθενείς, διασώζει από κινδύνους, απομακρύνει δαιμόνια, επιλύει προβλήματα της ζωής και με κάθε τρόπο δείχνει την παρουσία του.

Ο Όσιος Αρσένιος ήταν κάτοχος σπουδαίας και μεγάλης παιδείας, όχι μόνο θεολογικής αλλά και φιλοσοφικής και μαθηματικής, συνέγραψε σπουδαία συγγράμματα, τα οποία όμως δε διασώθηκαν, εκτός από ένα και μόνο το βιβλία που έγραψε το έτος 1832 στην Φολέγανδρο, με τον τίτλο: "ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΝ ΣΥΝΕΡΑΝΙΣΘΕΝ ΥΠΟ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ."

Η Αγία Εκκλησία επίσηµα τον ανακήρυξε Άγιο τον Ιούνιο του 1967.

Οι Άγιοι είναι το δώρο που ο Χριστός μας χαρίζει σε κάθε εποχή για να μας οδηγήσει κοντά Του και να μας χαρίσει τον Παράδεισο. Όσο πιο γρήγορα το συνειδητοποίησουμε και το αξιοποιήσουμε, τόσο πιο εύκολα θα γεμίσουμε την καθημερινότητά μας με Παράδεισο και θα τον προσφέρουμε και στους συνανθρώπους μας.

Ας είναι ο άγιος πρεσβευτής για όλους μας στο Θεό!

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2021

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΙ ΧΕΡΡΟΝΗΣΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Η ἑορτή τῶν Ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου του Χρυσοστόμου, πού εἶναι οἱ προστάτες τῶν Γραμμάτων καί τῆς Παιδείας τοῦ Γένους, μᾶς παρέχει τήν εὐκαιρία νά ἐκφράσουμε τίς καλύτερες εὐχές μας, τήν ἀγάπη μας πρός τούς ἐκπαιδευτικούς λειτουργούς, τούς γονεῖς καί κηδεμόνες, τούς μαθητές καί σπουδαστές ὅλων τῶν βαθμίδων τῆς Παιδείας τοῦ τόπου μας.

Στίς ἡμέρες μας πού πολλά πρότυπα διαψεύδονται, ἰδανικά καί ἀξίες καταρρέουν, ἡ σημερινή ἑορτή καθίσταται περισσότερο ἐπίκαιρη καί σημαντική. Προβάλλει σέ ὅλους μας τούς Ἁγίους Τρεῖς Ἱεράρχες ὡς αδιάψευστα παραδείγματα καί πρότυπα ζωῆς. Ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες, μέ εὐρύτητα πνεύματος καί κριτική σκέψη, ἔζησαν μέ συνέπεια λόγων καί πράξεων. Μόχθησαν γιά νά μορφωθοῦν. Πάλεψαν γιά νά πραγματοποιήσουν τά ὄνειρά τους. Ἀρνήθηκαν τήν ἐξουσία καί τή δόξα τοῦ κόσμου. Μαρτύρησαν τήν πίστη τους στό Θεό καί τήν ἀγάπη τους γιά τόν ἄνθρωπο.

Μέ τά κριτήρια τοῦ κόσμου μποροῦν νά χαρακτηρισθοῦν ως υπερβολικοί καί ἀπόλυτοι στίς ἐπιλογές τους. Ὅμως ἐκεῖνοι παρέμειναν ηγέτες, ὁδηγοί στό χρέος, παρηγορητές τοῦ λαοῦ, πρότυπα Παιδείας καί πνευματικῆς ἐλευθερίας. Τό στεφάνι τῆς ἀγιότητος πού πῆραν ἀπό τό Θεό, ἡ ἀγάπη καί ἡ τιμή πού ἀπολαμβάνουν χιλιάδες χρόνια τῶρα ἀπό τούς ἀνθρώπους σέ ὅλο τόν κόσμο, μαρτυροῦν γιά τήν ὀρθότητα τῆς στάσης ζωῆς τους.

Παράλληλα, ἡ σημερινή ἑορτή μᾶς ὑπενθυμίζει πώς οἱ πνευματικές ἀξίες, οἱ ἀρετές παραμένουν αἰώνιες, ἀναλλοίωτες καί μποροῦν μέ ἀσφάλεια νά μᾶς ὁδηγήσουν στή χαρά, στήν εὐτυχία καί στήν ἁγιότητα. Ἡ ζωή τῶν Αγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν εἶναι ἕνα κάλεσμα νά θυμηθοῦμε τήν ἰδέα τῆς λιτότητας, τῆς ἄσκησης, τῆς ἁπλῆς ζωῆς, τῆς προσευχῆς, τῆς πίστης πρός τόν Θεό, τῆς κοινωνικῆς διακονίας καί τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο.

Σήμερα ἄς ἀναλογιστοῦμε τήν ζωή καί τό ἔργο τῶν Ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν καί ἀς προβληματιστοῦμε ἐάν ἀκολουθοῦμε τό παράδειγμά τους στήν προσωπική καί οἰκογενειακή μας ζωή, στό λειτούργημά μας, στήν μαθητική μας ζωή. Θά μποροῦσε νά ἀναγνωρίσει ὁ σημερινός ἄνθρωπος ὅτι μέχρι τῶρα ἡ ζωή του εὐτελίστηκε ἐξαιτίας τῶν χρεοκοπημένων ὑλικῶν ἀξιῶν. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες τόν καλοῦν νά ἀνακαλύψει ἄλλες γνήσιες, ἀληθινές ἀξίες καί νά καλλιεργήσει τά πνευματικά του χαρίσματα βρίσκοντας στόν ἑαυτό του καί στούς ἄλλους θησαυρούς ἀσύλληπτους.

Τό μήνυμα τῶν Τριῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας πάντα ἐπίκαιρο καί ἐπαναστατικό, ἔρχεται νά μᾶς θυμίσει τή χριστιανική αὐθεντικότητα, νά προτείνει λύσεις καί νά δώσει κατευθύνσεις, πού γεμίζουν ἐλπίδα καί ἀπελευθερώνουν. Ἐάν στραφοῦμε σέ Ἐκείνους θά βροῦμε τήν ἔμπνευση γιά ἰδανικά πού ἔχουμε ἀνάγκη. Θά ἀντλήσουμε θάρρος νά πᾶμε ἀντίθετα στό ρεῦμα, τή δύναμη νά σηκωθοῦμε λίγο ψηλότερα.

Νά ἔχουμε ὅλοι μας τήν εὐχή τους, τήν προστασία τους καί μακάρι μέ τίς πρεσβεῖες τους νά ἀνατείλουν καλύτερες ἡμέρες γιά τήν πνευματική ζωή καί τήν Παιδεία μας, τούς νέους καί τήν Πατρίδα μας.

Απόσπασμα από την Εγκύκλιο επί τι Εορτή των Τριών Ιεραρχών 2012 του Μακαριστού Μητροπολίτου.

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2021

ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ Ο ΘΕΟΦΟΡΟΣ

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΡΟΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΟΥ - MΑ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Αποστολικός Πατήρ και δεύτερος, μετά τον Εύοδο, επίσκοπος Αντιοχείας ο άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος, ο οποίος μαζί με τον άγιο Πολύκαρπο Σμύρνης μαθήτευσε κοντά στον Ευαγγελιστή Ιωάννη τον Θεολόγο. Το όνομά του, το οποίο στα λατινικά εκφέρεται ως ignis, σημαίνει φωτιά και φανερώνει τον πόθο που τον έφλεγε για το Χριστό, σε τέτοιο βαθμό που έλαβε την προσωνυμία θεοφόρος. Το προσωνύμιο «θεοφόρος» η παράδοση το ερμήνευσε με δυο εκδοχές: α) οτι μετά το μαρτύριό του βρέθηκε στην καρδιά του χαραγμένο με χρυσά γράμματα το όνομα του Χριστού και β) τι αυτός ήταν το παιδί που έφερε ο Χριστός στην αγκαλιά του, σύμφωνα με τη διήγηση του κατά Ματθαίον ευαγγελίου (Ματθ. 18,1).

Πολλές δεκαετίες της ζωής και της δράσης του αγίου Ιγνατίου θα παρέμεναν στην αφάνεια αν είχε πεθάνει στον επισκοπικό θρόνο και θα ήταν γνωστός μόνο στους επισκοπικούς καταλόγους του Ευσεβίου.

Κατά το διωγμό του Δομητιανού (81-96) ο άγιος Ιγνάτιος ενθάρρυνε πολλούς ομολογητές να καταφρονούν τα βασανιστήρια και τις δοκιμασίες που διαρκούν μόνο για μια στιγμή και να κερδίσουν ζωή αιωνία. Αφού σταμάτησε ο διωγμός ο άγιος Ιγνάτιος έθεσε τα θεμέλια της οργάνωσης της Εκκλησίας και κατέδειξε πως η Χάρη που δόθηκε στους Αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής παραμένει και παρατείνεται στο επισκοπικό λειτούργημα παρότι οι Απόστολοι είχαν πλέον εκδημήσει.

Στη συνέχεια, όταν αναρρήθηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Τραϊανός, άφησε στην αρχή ήσυχους τους Χριστιανούς επειδή βρισκόταν σε πόλεμο με τους βάρβαρους. Μετά τη νίκη του επί των Σκύθων και των Δάκων αποφάσισε να υποτάξει όλους τους υπηκόους του οδηγώντας τους στη λατρεία των ειδώλων και του αυτοκράτορα. Η άρνηση της λατρείας των προαναφερθέντων θα επέφερε την ποινή θανάτου.

Γύρω στο 113, ο Τραϊανός, εκστράτευσε εναντίον των Αρμενίων και των Πάρθων και στη διαδρομή σταμάτησε για λίγο στην Αντιόχεια όπου ξεκίνησε έναν τοπικό διωγμό κατά των Χριστιανών. Εκεί ο άγιος Ιγνάτιος, αφού πρώτα συνελήφθη, παρουσιάστηκε μπροστά στον αυτοκράτορα και ομολόγησε  την πίστη του στο Χριστό δεν δίστασε να χλευάσει τη δεισιδαιμονία του πανίσχυρου αυτοκράτορα, ο οποίος επικαλείτο μάταιες και ψευδείς οντότητες για να προστατέψει τις στρατιές του.

Τότε ο άγιος αποχαιρέτησε την Εκκλησία του οδηγήθηκε δέσμιος στη Ρώμη, αφού πρώτα πέρασε από τη Σμύρνη, όπου συνάντησε το συμμαθητή του Πολύκαρπο επίσκοπο Σμύρνης δίνοντας στο λαό τις κατάλληλες νουθεσίες. Στη Ρώμη, όπου τελείωσε η πορεία του, έγινε δεκτός από τους πιστούς της πρωτεύουσας. Το μαρτύριό του έλαβε χώρα στην αρένα του σταδίου της Ρώμης, όπου έπεσαν πάνω του άγρια λιοντάρια και τον κατασπάραξαν αφήνοντας μόνο τα μεγάλα οστά ως κατάλοιπο, τα οποία κάποιοι πιστοί τα συνέλεξαν και τα μετέφεραν στην Αντιόχεια, όπου οι χριστιανοί τα υποδέχτηκαν πανηγυρικά και τα τίμια λείψανα αναδείχθηκαν πηγή θαυμάτων και πνευματικής παρηγοριάς.

Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, ο δεύτερος επίσκοπος Αντιοχείας με την επισκοπία του να αρχίζει από το 70 μ.Χ.  υπήρξε Πατήρ και Διδάσκαλος της Εκκλησίας και ο πρώτος μεγάλος θεολόγος της Εκκλησίας μετά τους Αποστόλους. Η γνωριμία του με τους αποστόλους είναι σίγουρη. Το περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκε και μορφώθηκε ήταν μάλλον ελληνικό, όπως μαρτυρεί το ανεπτυγμένο γλωσσικό ύφος των Επιστολών του, διότι τα κείμενα του Ιγνατίου προϋποθέτουν όχι μόνο καλή παιδεία αλλά και αξιόλογο συγγραφικό τάλαντο. Στην Αντιόχεια είχε τη δυνατότητα να γνωρίσει τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του.

Σε ποιά ηλικία έγινε επίσκοπος δεν είναι γνωστό. Το βέβαιο είναι ότι το κύρος του και η πνευματική του εξουσία ξεπερνούσαν τα όρια της Αντιόχειας φτάνοντας έως τα όρια της Συρίας, ενώ η φήμη του ήταν ακόμα ευρύτερη. Ήταν με λίγα λόγια επίσκοπος οικουμενικού χαρακτήρα.

Με τον Ιγνάτιο το Θεοφόρο η Εκκλησία προχωρεί στη θεολογική θεμελίωση της πορείας της. Η θεολογία του Ιγνατίου είναι γνήσια και έγινε φρόνημα, ήθος και Παράδοση της Εκκλησίας, διότι είναι ποιμαντική και συνιστά έκφραση και συνέχεια της αποστολικής παράδοσης. Η θεολογία του Ιγνατίου μπορεί να διαιρεθεί σε τρία σημεία: α) θεολογία του επισκοπικού λειτουργήματος, β) θεολογία της ενότητας της Εκκλησίας και γ) θεολογία του ευχαριστιακού ρεαλισμού.

Προτού φθάσει στο τέλος της ζωής του έγραψε 7 επιστολές, οι οποίες σώζονται μέχρι σήμερα: α) την προς Εφεσίους, β) την προς Μαγνησιείς, γ) την προς Τραλλιανούς, δ) την προς Ρωμαίους, ε) την προς Φιλαδελφείς, στ) την προς Σμυρναίους και ζ) την προς Πολύκαρπον επιστολή. Οι έξι από αυτές έχουν ως κεντρικό θέμα την ενότητα της Εκκλησίας, την οποία επισημάνει ένεκα του κινδύνου των αιρέσεων και τονίζει την ενότητα και συσπείρωση του πλήθους των πιστών γύρω από τον επίσκοπο.

Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος προτρέπει τους πιστούς να συσπειρώνονται γύρω από τον επίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας και να μη γίνεται τίποτα σε αυτήν χωρίς την έγκρισή του, διότι ο επίσκοπος αποτελεί το επίκεντρο της Θείας Ευχαριστίας, στο όνομα του οποίου τελείται. Μάλιστα επισημάνει ότι όπου βρίσκεται ο επίσκοπος εκεί βρίσκεται και τα μέλη της Εκκλησίας.

Η παρουσία του επισκόπου και η μνημόνευση του ονόματός του κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη βεβαίωση της γνησιότητας του μυστηρίου. Στην πρώτη τέλεση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας κατά το Μυστικό Δείπνο, αυτουργός της σωτηρίας μας και τελετουργός ήταν ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος μετά την Ανάληψή του άφησε διαδόχους του τους Αποστόλους και αυτοί με τη σειρά τους, τους επισκόπους που χειροτόνησαν και άφησαν διαδόχους τους στις τοπικές εκκλησίες και έτσι ο επίσκοπος είναι διάδοχος του Ιησού Χριστού.

Τη διδασκαλία αυτή του αγίου Ιγνατίου περί συσπειρώσεως του σώματος της τοπικής εκκλησίας γύρω από τον επίσκοπο τη βιώνουμε στη Θεία Ευχαριστία κάθε φορά που ακούμε την αίτηση « Ὑπέρ τοῦ Πατρὸς ἡμῶν, Ἀρχιεπισκόπου (τοῦ δεῖνος), τοῦ τιμίου πρεσβυτερίου, τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας, παντός τοῦ Κλήρου καί τοῦ Λαοῦ, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν «. Το «ὑπὲρ τοῦ ἀρχιεπισκόπου» αίτημα λέγεται όχι μόνο στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, αλλά σε όλα τα μυστήρια και τις ακολουθίες, όπως αναγράφεται παραπάνω και περιέχεται σε όλα τα Ιερατικά και Ευχολόγια.

Η ανακομιδή των λειψάνων του τιμάται την 29η Ιανουαρίου, ενώ η μνήμη του την 20 Δεκεμβρίου.

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2021

ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ, Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Ο Όσιος Εφραίμ «ο θαυμάσιος» κατά τον Συμεών τον Μεταφραστή γεννήθηκε από φτωχούς γονείς στην πόλη Νίσιβη της Μεσοποταμίας, περί το 306. Οι πρόγονοί του ομολόγησαν τον Χριστό κατά τον διωγμό του Διοκλητιανού, γι’ αυτό γράφει ότι «μαρτύρων συγγενής ειμί». Την οικογενειακή αυτή παρακαταθήκη αγάπης προς τον Χριστό συνεχίζει ο ίδιος. Κατά την παιδική ηλικία διδάχθηκε περί Χριστού από τους γονείς αλλά και από τον άγιο επίσκοπο Ιάκωβο, τον μεγάλο Ιεράρχη της Νίσιβης. Γρήγορα εγκατέλειψε τον κόσμο και αναχώρησε στα όρη με τους αναχωρητές, όπου έγινε μαθητής του.  Αυτός τον δίδαξε την αγάπη για την αρετή και την αδιάλειπτη μελέτη του λόγου του Θεού. Γίνεται δοχείο δωρεών του αγίου Πνεύματος μετά από τους πνευματικούς αγώνες και την προκοπή του στην καθαρότητα και τον αγιασμό.

Στο τέλος της ζωής του, αναγνώριζε ότι δεν είχε πει κακό λόγο για κανένα, ούτε είχε αφήσει να ξεφύγει από το στόμα του μάταιη κουβέντα. Στερημένος της κοσμικής σοφίας γίνεται μέτοχος της θείας σοφίας και δέχεται από τον Θεό τη δωρεά του χαρίσματος της διδασκαλίας. Κατά την μαρτυρία του Μ. Βασιλείου ο όσιος Εφραίμ υπερείχε από όλους τους άνδρες της εποχής του. Αγωνιζόμενος την ημέρα κατά της πείνας και την νύχτα κατά του ύπνου, ενδύοντας τις πράξεις και τους λόγους του με την αγία ταπείνωση του Χριστού, έλαβε από τον Θεό το χάρισμα της κατανύξεως και των αδιάλειπτων δακρύων. Θρηνούσε αδιάκοπα τα αμαρτήματά του ή τα αμαρ­τήματα των άλλων και καμιά φορά, όταν αναλογιζόταν τα όσα θαυμαστά έκανε ο Θεός για μας τους ανθρώπους, τα δάκρυά του μεταβάλλονταν σε δάκρυα χαράς.

Κατά την πολιορκία της Νίσιβης από τους Πέρσες ο όσιος μετέχει στην υπεράσπιση της πόλης ενισχύοντας τον λαό. Όταν αργότερα η πόλη έπεσε στα χέρια των επιδρομέων πήγε μαζί με πολλούς χριστιανούς στην Έδεσσα. Άρχισε να διδάσκει προφορικά και γραπτά την πίστη και την ευσέβεια, άνοιξε δε Διδασκαλείο, στο οποίο φοίτησαν πολλοί σπουδαίοι δάσκαλοι της Εκκλησίας των Σύρων.

Ύστερα από μερικά χρόνια στην Έδεσσα, ο άγιος Εφραίμ επέστρεψε ξανά στην έρημο. Είχε ακούσει να επαινούν τις αρετές του Με­γάλου Βασιλείου, και ο Θεός του αποκάλυψε σε όραμα ότι ο επίσκοπος Καισαρείας έμοιαζε με πύρινη στήλη που ένωνε τη γη με τον ουρανό. Χωρίς αργοπορία ξεκίνησε για την Καππαδοκία. Έφθασε στην Καισαρεία την ημέρα των Θεοφανείων και μπήκε στο ναό τη στιγμή που τελούνταν η θεία Λειτουργία. Μολονότι δεν καταλάβαινε ελληνικά, ένιωσε θαυμασμό βλέποντας τον μεγάλο ιεράρχη να κηρύττει, γιατί έβλεπε ένα λευκό περιστέρι καθισμένο στον δεξιό ώμο του, να του ψιθυρίζει στο αυτί θεϊκά λόγια. Το ίδιο αυτό περιστέρι αποκάλυψε στον Μέγα Βα­σίλειο την παρουσία ανάμεσα στο πλήθος του ταπεινού Σύρου ασκητή. Έστειλε να τον βρουν, συνομίλησε λίγο μαζί του στο βάθος του ιερού και απαντώντας στο αίτημά του, ο Θεός παραχώρησε να αρχίσει ξα­φνικά ο Εφραίμ να μιλά ελληνικά, σαν να ήταν η μητρική του γλώσσα. Κατόπιν ο Βασίλειος τον χειροτόνησε διάκονο και τον άφησε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Από ταπείνωση αρνιόταν πάντα να ανέλθει στον βαθμό του πρεσβυτέρου.

Όταν δεν ήταν απασχολημένος με τη διδασκαλία για την στερέ­ωση της πίστεως έναντι των ειδωλολατρών και των αιρετικών, έθετε τον εαυτό του ταπεινά στην υπηρεσία όλων, ως αληθινός διάκονος, μι­μούμενος τον Χριστό, ο οποίος έγινε «δούλος» μας. Τους αγώνες του υπέρ της αληθείας μαρτυρεί η σταθερότητα των Εδεσσηνών στην Ορθοδοξία και μετά το θάνατό του.

Όταν το 372 έγινε μεγάλος λιμός στην πόλη της Έδεσσας οργάνωσε την κοινωνική περίθαλψη της πόλης. Όταν πέρασε ο δύσκολος χρόνος του λιμού αποσύρθηκε στο κελλί του και παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό στις 9 Ιουνίου του 373, σε ηλικία εξήντα επτά ετών. Επειδή αισθάνθηκε ότι πλησιάζει το τέλος της ζωής του συγκέντρωσε τους μαθητές του και πολλούς κατοίκους της Έδεσσας για να τους ανακοινώσει τις τελευταίες παρακαταθήκες του, που σώζονται στη Διαθήκη του. Παρακαλεί όλους όσοι τον αγαπούν να μην τον τιμήσουν με λαμπρή κηδεία, αλλά να βάλουν το σώμα του στην τάφρο την προορισμένη για τους ξένους και να του προσφέρουν, αντί για λουλούδια και αρώματα, το στήριγμα των προσευχών τους.

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2021

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΘΗΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΡΟΝΤΙΖΟΥΜΕ για την διόρθωσι των παθών. Για σκεφθήτε τι άσχημο πράγμα είναι να βλέπη κανείς το σπίτι του σε κακή κατάστασι και τους τοίχους έτοιμους να πέσουν, και αντί να το διορθώση, κάθεται και κατασκευάζει αυλές και προαύλια. Ή να είναι άρρωστο το σώμα και αντί να φροντίζη γι' αυτό, κάθεται και υφαίνει χρυσά φορέματα.

Έτσι γίνεται τώρα. Ενώ η ψυχή μας βρί­σκεται σε κακή και αθλία κατάστασι˙ενώ κυριεύεται από τον θυμό, από την κακολογία, από αισχρές επι­θυμίες, από επίδειξι και κενοδοξία, από ατίθασες και επαναστα­τικές κινήσεις, ενώ σύρεται στο χώμα και σπαράζεται από τόσα θηρία, αντί να κοιτάξουμε να την απαλλάξουμε από τα πάθη, ασχολούμεθα με σωματικές ανέσεις και καλλωπισμούς.

Όταν μία αρκούδα ξεφύγη από εκεί που την φυλάνε και γυρίζη ελεύθερη στους δρόμους, κλείνουμε τα σπίτια μας και βαδίζουμε από στενά δρομάκια για να μη πέσουμε επάνω σ' αυτό το θηρίο. Και τώρα που όχι ένα θηρίο, αλλά πολλά σπαράζουν τον ψυχικό μας κόσμο ούτε είδησι παίρνουμε.

Για την ασφάλεια της πόλεως φροντίζουμε πολύ και κλεί­νουμε τα θηρία σε απόμερα μέρη και σε σιδερένια κλουβιά. Και τα φυλάμε όχι κοντά στην Βουλή ούτε στα δικαστήρια ούτε στα ανάκτορα, αλλά πολύ μακρυά. Απ’ εναντίας όμως στην ψυχή μας όπου υπάρχουν κάποια άλλη βουλή και κάποια άλλα ανάκτορα και δικαστήρια, αφίνουμε τα θηρία να ανεβαίνουν μέχρι τον νου, δηλαδή τον θρόνο τον βασιλικό, και να ωρύωνται και να θορυβούν.

Αυτή είναι η αιτία που όλα γίνονται άνω-κάτω και όλα γεμίζουν από ταραχή και τα εσωτερικά και τα εξωτερικά, και καθόλου δεν διαφέρουμε από πόλι που την αναστήλωσε βαρβα­ρική επιδρομή. Και ομοιάζει η κατάστασις σαν να επετέθη ένας δράκοντας σε φωλιά με νεοσσούς, και οι νεοσσοί με φωνές τρόμου πετούν κατατρομαγμένοι εδώ κι' εκεί μη ξέροντας πως να απαλλαγούν από την αγωνία τους.

Γι' αυτό σας παρακαλώ, ας φονεύσουμε τον δράκοντα, ας δεσμεύσουμε τα θηρία, ας τα πνίξουμε, ας τα σφάξουμε. Κάθε πονηρία που υπάρχει μέσα στο νου μας ας την εξοντώσουμε με την «μάχαιραν του Πνεύματος».

Έχουμε ν' αντιμετωπίσουμε κι' εμείς λέοντες που έχουν φοβερά δόντια και όποιος πέσει σ' αυτά τον κομματιάζουν. Τέ­τοιοι λέοντες είναι ο θυμός, η σαρκική επιθυμία... Κοίταξε λοιπόν να ομοιάσης με τον Προφήτη Δανιήλ και μη επιτρέψης σ' αυτά τα πάθη να εμπήξουν τα δόντια τους μέσα στην ψυχή σου.

Μερικά άγρια θηρία, όταν είναι εύσωμα και καλοθρεμμένα, νικούν τους αντιπάλους των. Όταν όμως τα υποβάλη κανείς σε πείνα και τα αδυνατήση, τους εκοίμισε το θυμό και τους αφή­ρεσε την δύναμι, ώστε και ένας ασήμαντος αντίπαλος να τα βάζη μαζί τους.

Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με τα πάθη της ψυχής. Όποιος τα αδυνατίζει, τα καθιστά υποχείρια στο λογικό. Όποιος τα καλοτρέφει, καθιστά την πάλη μαζί τους δυσκολώτερη, με αποτέλεσμα να τα τρέμη και να καταντήση δούλος των για πάντα.

Κάποιος σοφός έλεγε: «Η αμαρτία ξεκινά από την υπε­ρηφάνεια». Δηλαδή η υπερηφάνεια είναι ρίζα και πηγή και μητέρα της αμαρτίας.

Εξ αιτίας αυτής ο πρωτόπλαστος έχασε την μακαρία εκείνη ζωή στον παράδεισο, και ο διάβολος που τον εξηπάτησε, έχασε το τόσο υψηλό αξίωμά του. Γνωρίζοντας ο ακάθαρτος διάβολος ότι η υπερηφάνεια μπορεί και από τον ουρανό να γκρεμίζη, την σκέφθηκε ενώ επιχειρούσε να ρίξη κάτω τον Αδάμ από την τιμημένη θέσι του. Αφού τον «εφούσκωσε» με την υπόσχεσι πως θα γίνη ίσος με τον Θεόν, τον συνέτριψε και τον κατέβασε στα βάραθρα του άδη.

Τίποτε δεν αποξενώνει από την φιλανθρωπία του Θεού και τίποτε δεν παραδίνει στην φωτιά της κολάσεως, όσο το τυραννικό πάθος της υπερηφάνειας. Όταν υπάρχη μέσα μας αυτή, όλη η ζωή μας είναι ακάθαρτη, έστω και αν διαθέτουμε καθαρότητα ή παρθενία ή νηστεία ή ευχές ή ελεημοσύνη ή ο,τιδήποτε άλλο. Διότι, όπως λέγει η Γραφή, «είναι ακάθαρτος στα μάτια του Κυρίου κάθε υψηλοκάρδιος» (Παροιμ. ιστ', 5).

Όχι μόνο η πορνεία ή η μοιχεία μολύνει τους ανθρώπους, αλλά και η υπερηφάνεια και μάλιστα πολύ περισσότερο από αυ­τές. Γιατί; Διότι η ανηθικότης αν και είναι ασυγχώρητο κακό, άλλ' όμως ξεκινά από την αιτία της επιθυμίας. Στην αλαζονεία όμως δεν μπορείς να βρης κάποια αιτία ή κάποια πρόφασι, ώστε να έχης κάποιο ίχνος δικαιολογίας και συγγνώμης. Τίποτε άλλο δεν είναι αυτή, παρά διαστρέβλωσις της ψυχής και αρρώστεια βαρύτατη που δεν γεννάται από τίποτε άλλο παρά από την ανοη­σία. Δεν υπάρχει πιο ανόητο πράγμα στον κόσμο από τον αλα­ζονικό άνθρωπο.

Οιδόξεςκαι οι λαμπρότητες του κόσμου είναι ασταθείς. Τίποτε δεν διαφέρουν τα λαμπρά πράγματα του κόσμου από τις θεατρικές παραστάσεις και από την ομορφιά των ανοιξιάτικων λουλουδιών. Πριν ακόμα εμφανισθούν, αναχωρούν. Αλλά και αν παραμείνουν λίγο καιρό, αμέσως υποκύπτουν στην φθορά.

Αλήθεια, ποιο πράγμα είναι πιο μηδαμινό, από την τιμή και την δόξα που προέρχεται από τους ανθρώπους; Ποιος είναι ο καρπός της; Ποια η ωφέλειά της; Σε ποιο χρήσιμο αποτέλε­σμα καταλήγει; Και είθε να ήταν μόνο αυτό το άσχημο! Αλλά τώρα, εκτός τού ότι δεν προσφέρει κέρδος, προξενεί και ζημίες.

Όποιος υπακούει σ' αυτήν την τόσο σκληρή και άσχημη «δέσποινα», είναι υποχρεούμενος να υποφέρη συνεχώς πολλά λυπηρά και επιβλαβή πράγματα. Είναι πράγματι «δέσποινα» σε όσους την έχουν και όσο πιο πολύ κολακεύεται από τους δού­λους της, τόσο περισσότερο σηκώνει το ανάστημά της και τους βασανίζει με σκληρότερες διαταγές. Αντιθέτως, αυτούς που την περιφρονούν και την απορρίπτουν, δεν μπορεί καθόλου να τους αντισταθή.

Είναι δηλαδή χειρότερη και από κάθε τύραννο και από κάθε θηρίο. Διότι ο τύραννος και τα θηρία, αν τους καλοπιάση και τους θωπεύση κανείς, πολλές φορές ημερεύουν, ενώ αυτή όσο περισσότερο πάμε με τα νερά της, τόσο πιο πολύ αγριεύει. Και όταν βρη κάποιον που υποτάσσεται σε όλα, τίποτε δεν δι­στάζει να τον διάταξη.

Έχει και κάποια σύμμαχο, που δεν σφάλλουμε αν την ονομάσουμε θυγατέρα της. Δηλαδή, όταν τραφή και αυξηθή και ριζώση καλά μέσα μας, γεννά την «απόνοιαν», που όχι λιγώτερο από την ίδια καταστρέφει και κατακρημνίζει την ψυχή τού ανθρώπου.

Πως λοιπόν θα μπορέσουμε να νικήσουμε το πάθος της κενοδοξίας; Αν στην μια δόξα αντιτάξουμε άλλη δόξα. Πολλές φορές καταφρονούμε τον υλικό πλούτο, όταν ατενίσουμε προς κάποιον άλλο πλούτο. Επίσης περιφρονούμε και την ίδια μας την ζωή, όταν αντιληφθούμε πως υπάρχει κάποια άλλη πολύ ανώτερη. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με την δόξα. Μπορούμε να περιφρονήσουμε εντελώς την δόξα τούτου τού κόσμου, όταν αντιληφθούμε πως υπάρχει κάποια άλλη πολύ πιο σπουδαία, η πραγματική δόξα.

Η δόξα τούτου τού κόσμου είναι άδεια και άχρηστη και διατηρεί το όνομα χωρίς περιεχόμενο. Η άλλη όμως δόξα είναι η αληθινή. Προέρχεται από τον ουρανό και έχει ως εγκωμιαστάς όχι ανθρώπους, αλλά αγγέλους και αρχαγγέλους και τον Δε­σπότη των αρχαγγέλων.

Εάν λοιπόν στραφής προς εκείνη την ομήγυρι, εάν καταλάβης τι στεφάνια υπάρχουν εκεί, εάν κοιτάξης προς τα χειρο­κροτήματα που υπάρχουν εκεί, ποτέ δεν θα μπορέσουν να σε κυριεύσουν τα εδώ ένδοξα πράγματα˙και ούτε όταν τα απολαμβάνης θα τα θεωρής σπουδαία ούτε όταν σου λείπουν θα τα αναζητής.

Άλλωστε και στα ανάκτορα κανείς από τους δορυφόρους τού βασιλέως δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια να είναι αρεστός σ' αυτόν που φορεί το στέμμα και κάθεται επάνω στον θρόνο,και αντ' αυτού να περιεργάζεται τις φωνές από τα σαλιγγάρια ή τον βόμβο από τις μυΐγες και τα κουνούπιαπου πετούν γύρω. Πράγματι οι έπαινοι των ανθρώπων δεν είναι πολύ σπουδαιότε­ροι από αυτά. Ας καταλάβουμε λοιπόν πόσο φτηνά είναι τα ανθρώπινα και ας συγκεντρώνουμε ό,τι καλό έχουμε στα ασύλητα ταμεία τού ουρανού και ας επιζητούμε την δόξα που είναι μόνιμη και αμετακίνητη.

Πες μου γιατί δεν μπορείς να νικήσης τον πειρασμό της δόξας, την στιγμή που άλλοι άνθρωποι τον νικούν. Μήπως αυτοί δεν έχουν την ίδια ψυχή, το ίδιο σώμα, την ίδια μορφή, την ίδια ζωή;

Σκέψου τον Θεόν. Σκέψου την δόξα τού ουρανού. Σύγκρινέ την με τα παρόντα, και γρήγορα θα διώξης μακρυά την επίγεια δόξα.

Εάν ποθής δόξα, να ποθής την πραγματική. Τι δόξα είναι αυτή που προξενεί ατιμίες; Τι δόξα είναι αυτή που σε αναγκάζει να επιθυμής ασήμαντες τιμές και να τις θεωρής απαραίτητες; Τιμή πραγματική είναι το να δοξάζεσαι από σπουδαία πρόσωπα, όχι από ασήμαντα. Εάν λοιπόν αγαπάς με πάθος την δόξα, να ποθής την δόξα που προέρχεται από τον Θεόν. Εάν συμβή αυτό, θα καταφρόνησης την επίγεια δόξα, και θα την ιδής άτιμη.

Εάν όμως δεν αντικρύσης την δόξα τού Θεού, ούτε θα κατανόησης ότι η εδώ δόξα είναι αισχρή και καταγέλαστη.Όπως ακριβώς συμβαίνει με την φιλία μιας κακής και άσχημης γυναίκας.Όσο κανείς συνδέεται μαζί της με πάθος, δεν μπορεί να ιδή την δυσμορφία της, διότι το πάθος σκοτίζει την ορθή κρίσι.

Τι είναι η δόξα; Δώσε μου έναν ορισμό της. Είναι, θα ειπή κάποιος, το να θαυμάζεσαι από όλους. Πως να θαυμάζεσαι δίκαια ή άδικα; Εάν άδικα, τότε δεν πρόκειται για θαυμασμό, αλλά για κατηγορία και κολακεία και κατηγορία. Εάν δίκαια, τούτο είναι κάτι αδύνατο. Διότι οι άνθρωποι δεν κρίνουν ορθά, αλλά θαυμάζουν όσους τους εξυπηρετούν στις επιθυμίες τους. Και αν αμφιβάλλετε, κοιτάξτε αυτούς που αφιερώνουν τα πρά­γματά τους και τα χρήματά τους στις ανήθικες γυναίκες, στους ηνιόχους, στους χορευτές.

Εάν κάποιος πεθαίνη για επαίνους, ενεργεί όχι όπως θέλει ο ίδιος, αλλά σύμφωνα με την όρεξι των άλλων. Έτσι γρήγορα ξεφεύγει από τον δρόμο της αρετής.

Τι θα είχαμε να συμβουλεύαμε σ' αυτό το ζήτημα; Τι άλλο παρά να κοιτάμε προς τον Θεόν, να πράττουμε όλα όσα Εκείνος υιοθετεί, να εφαρμόζουμε το καλό και να μη χάσκουμε προς τα ανθρώπινα πράγματα και τον ανθρώπινο έπαινο. Ο υπολογισμός στον ανθρώπινο έπαινο φθείρει και την νηστεία και την προσευ­χή και την ελεημοσύνη· και όλο μας τον πνευματικό πλούτο τον αδειάζει. Για να γλυτώσουμε από όλα αυτά, ας φύγουμε μακρυά από το πάθος της φιλοδοξίας. Και πάντοτε να κοιτάμε ένα πράγμα, τον έπαινο του Θεού, την ιδική Του γνώμη, την επευφημία αυτού που είναι Δεσπότης όλων μας. Έτσι θα δια­νύσουμε ενάρετα την επίγεια ζωή μας και θα αξιωθούμε μαζί με όλους τους φίλους τού Θεού των μελλοντικών αγαθών.

Εκείνος που έχει μάθει να μη πέφτη σε πορνεία, ούτε σε μοιχεία θα πέση, ενώ εκείνος που έχει παραδοθή στο πρώ­το, γρήγορα θα κατάληξη και στο δεύτερο.

Τι έχω να σάς συμβουλεύσω; Θα σάς συμβουλεύσω κάτι για να κόψουμε τις ρίζες του κακού.

Όσοι έχετε νέα παιδιά και πρόκειται να τα οδηγήσετε στον κοσμικό βίο, να τα παρακινήτε γρήγορα για τον γάμο. Στους νέους είναι εξημμένες και ενοχλητικές οι σαρκικές επιθυμίες. Γι' αυτό στον προ του γάμου καιρό να τους συγκρατήτε με συμβουλές, με απειλές, με φόβους, με υποσχέσεις, με αναρί­θμητα άλλα. Όταν όμως είναι καιρός γάμου, να μη αναβάλλετε να τους στεφανώνετε.

Μόλις το παιδί μεγαλώση, πριν πάη στρατιώτης, πριν από τις άλλες βιωτικές υποθέσεις, φρόντιζε για τον γάμο του. Και όταν εκείνο ιδή ότι γρήγορα τού φέρνεις την νύμφη και ότι είναι σύντομος ο χρόνος, θα μπόρεση να δαμάση την φλόγα.Αν όμως ιδή ότι αμελείς και αργείς και περιμένεις πότε θα αυξηθή η περιουσία, θα απελπισθή από το μακρό χρονικό διά­στημα και θα γλυστρήση στην ανηθικότητα. Αλλά αλλοίμονο! Και εδώ ρίζα τού κακού η φιλαργυρία!

Κανένας δεν ενδιαφέρεται πως το παιδί θα αποκτήση σεμνότητα, σωφροσύνη, επιείκεια, αλλά κοιτούν με μανία πως να συγκεντρώσουν χρήματα. Χάριν τού χρυσού παραγκωνίζονται όλα τα άλλα.

Σάς παρακαλώ λοιπόν να φροντίζετε πρώτα για τις ψυχές των παιδιών σας.

Αν το παιδί σας πλησίαση αγνό τη νύφη, τότε η χαρά θα είναι πιο ευλογημένη, ο φόβος τού Θεού μεγαλύτερος και ο γάμος πραγματικά τίμιος, αφού θα υποδέχεται σώματα κα­θαρά και αμόλυντα, και τα παιδιά που θα γεννηθούν θα είναι γε­μάτα από πολλή ευλογία, και μεταξύ τους οι σύζυγοι θα ομο­νοούν.

Όταν όμως ο νέος αρχίζη να διαπράττη ασέλγειες και συνηθίση στην ζωή της ανηθικότητος, τότε και όταν παντρευθή τα ίδια θα κάνη. Η γυναίκα του την πρώτη και την δεύτερη ημέρα θα τού φανή καλή και επαινετή. Αμέσως θα επανέλθη στην προηγούμενη ασέλγεια, στα ασύδοτα και άσεμνα γέλια, στα αισχρά λόγια, στα σχήματα και στις κινήσεις της μαλθακότητος και σ' όλη την άλλη απρέπεια, που δεν μας επιτρέπεται να την περιγράψουμε.

Ησοβαρή και αξιοπρεπής γυναίκα του δεν εκθέτει τον εαυτό της σε τέτοιες απρέπειες. Διότι εδόθηκε στον άνδρα για να ζήσουν μαζί, να αποκτήσουν παιδιά, όχι για ασχημίες και γέλια· για να παραμένη στο σπίτι και να το τακτοποιή, για να τον διδάσκη να είναι σεμνός και εγκρατής.

Αλλά σου φαίνονται γλυκά τα κινήματα της αμαρτωλής γυναίκας; Το ξέρω κι' εγώ. Το διακηρύσσει και η Γραφή: «Από τα χείλη της ανήθικης γυναίκας στάζει μέλι» (Παροιμ. ε', 3). Για αυτό σου ομιλώ έτσι, για να μη γευθής εκείνο το μέλι, διότι αμέ­σως μετατρέπεται σε χολή. Και αυτό το τονίζει η Γραφή: «Αυτή η γλυκύτητα για λίγο ευχαριστεί τον φάρυγγά σου, και έπειτα το μέλι γίνεται πικρότερο από την χολή και σφάζει περισσότερο απ’ ό,τι το ακονισμένο δίκοπο μαχαίρι» (Παροιμ. ε', 4).

Είπα προς τους πατέρες σας ότι πρέπει γρήγορα να σας οδηγούν στον γάμο, αλλά όμως και εσείς οι νέοι δεν είσθε ανεύ­θυνοι. Δεν φταίει το νεαρό της ηλικίας, διότι θα έπρεπε τότε όλοι οι νέοι να είναι ανήθικοι, αλλά εσείς οι ίδιοι σπρώχνετε τον εαυτό σας στην φωτιά.

Όταν πας στο θέατρο και αφήσης τα μάτια σου να χορ­ταίνουν με τα άσεμνα και τα γυμνά,για λίγο αισθάνθηκες ηδονή, αλλά κατόπιν απεκόμισες από εκεί πολλή έξαψι και φλό­γα. Όταν παρακολουθής θεάματα και τραγούδια που δεν έχουν κανένα άλλο θέμα παρά τον παράνομο έρωτα... πως θα μπόρεσης να δείξης σωφροσύνη και εγκράτεια; Αυτά τα διηγήματα, αυτά τα θεάματα, αυτά τα τραγούδια σου κυρίευσαν την ψυχή. Και το βράδυ που θα κοιμηθής θα τα ιδής και στα όνειρά σου, διότι συνήθως η ψυχή φαντάζεται στα όνειρα ό,τι σκέπτεται και επι­θυμεί κατά την ημέρα.

Όταν λοιπόν πηγαίνης σ' αυτά τα θεάματα, και βλέπης αισχρά πράγματα και ακούς λόγια αισχρότερα, και τραυματί­ζεσαι, χωρίς έπειτα να χρησιμοποιής φάρμακα, πως δεν θα αυξηθή η σήψις; Πως δεν θα χειροτέρευση η αρρώστεια; Όταν λοιπόν επισωρεύουμε επάνω μας αυτά που βλάπτουν, και καθό­λου δεν φροντίζουμε γι' αυτά που ωφελούν, πως μπορεί να έχουμε κάποια υγεία;

Εύκολο είναι να αποκτήση κανείς εγκράτεια και σωφροσύνη, αρκεί να το θελήση, αρκεί να απομακρύνεται από τις επι­βλαβείς αιτίες.

Δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το να περιπατή ο άνθρωπος. Και όμως και αυτό γίνεται κουραστικό και δύσκολο σε μερικές γυναίκες, αλλά και σε άνδρες, από την ζωή της χλι­δής, της ανέσεως και της μαλθακότητος.

Όταν θελήσουμε κάτι, δεν υπάρχει καμμιά δυσκολία. Και όταν δεν το θελήσουμε, δεν υπάρχει καμμιά ευκολία. Όλα εξαρ­τώνται από εμάς. Από το εάν θέλουμε ή εάν δεν θέλουμε.

Ο Παύλος γράφοντας προς τους Εβραίους ομιλεί και συμβουλεύει ως εξής: «Να επιδιώκετε την ειρήνη με όλους, και τον αγιασμό, διότι χωρίς αυτόν κανείς δεν θα ιδή το πρόσωπον τού Κυρίου» (Εβρ. ιβ', 14). Εδώ λέγοντας αγιασμό εννοεί την σωφροσύνη, να αρκήται δηλαδή ο καθένας στην ιδική του γυ­ναίκα και να μη πηγαίνη σε άλλη.

Όποιος δεν αρκείται στην ιδική του, δεν υπάρχει τρόπος να σωθή, αλλά οπωσδήποτε θα απολεσθή, έστω κι' αν έχη αναρί­θμητα καλά έργα. Εξ αιτίας της πορνείας δεν πρόκειται να εισέλθη στην βασιλεία των ουρανών. Αλλά δεν πρέπει αυτό να το ονομάσουμε πορνεία, θα το ονομάσουμεμοιχεία. Όπως η συζευγμένη γυναίκα, αν πάη με άλλον άνδρα, γίνεται μοιχαλίδα, έτσι και ο συζευγμένος με γυναίκα, αν πλησιάζη σε άλλη, γί­νεται μοιχός.

Ο μοιχός δεν θα κληρονομήση την βασιλεία, αλλά θα πέση στην κόλασι. Άκου τι λέγει γι' αυτούς ο Χριστός: «Το σκουλήκι που θα τους τρώγη δεν θα πεθαίνη, και η φωτιά που θα τους καίη, δεν θα σβήση» (Μαρκ. θ', 45). Καμμιά συγχώρησι δεν έχει αυτός που έχοντας τόση ανάπαυση στην γυναίκα του παρανομεί με άλλη.Αυτό είναι ακράτεια. Εάν τόσοι άνδρες απέχουν και από την ιδική τους γυναίκα, όταν είναι καιρός νη­στείας, όταν είναι καιρός προσευχής, τι να ειπούμε γι' αυτόν που ούτε στην ιδική του αρκείται, αλλά και άλλη πλησιάζει; Πόση φωτιά επισωρεύει επάνω του;

Ο άνδρας που θα απομακρύνη και θα διώξη την ιδική του γυναίκα, δεν επιτρέπεται να πλησίαση άλλη, γιατί αυτό αποτελεί μοιχεία. Για σκεφθήτε τώρα τι αμάρτημα είναι, να έχη κανείς την ιδική του και να εισάγη και άλλη. Κανείς ας μη αφήση αυτό το νόσημα στην ψυχή του, αλλά ας το ξερριζώση αμέσως. Γιατί δεν ζημιώνει τόσο την γυναίκα του, όσο τον εαυτό του. Πρόκει­ται για πολύ βαρύ και ασυγχώρητο αμάρτημα. Γι' αυτό, αν μία γυναίκα έχη ειδωλολάτρη σύζυγο και τον χωρίση παρά την θέ­λησή του, τιμωρείται από τον Θεόν. Εάν όμως χωρίση αυτόν που την εξαπατά, δεν τιμωρείται.

«Εάν μια γυναίκα Χριστιανή έχη άνδρα άπιστο (ειδωλο­λάτρη), και αυτός συγκατανεύει να συγκατοική μαζί της, ας μη τον αφίνη» (Α' Κορ. ζ',15). Όταν όμως έχουμε στην μέση πορνεία, η Γραφή ομιλεί διαφορετικά: «Εάν κάποιος διώξη την γυναίκα του, χωρίς να υπάρχη λόγος πορνείας, την κάνει να γίνη μοιχαλίδα» (Ματθ. ε', 32).

Εκείνος που θα συνέλθη με πόρνη, θα γίνη κατ' ανάγκη ένα σώμα μαζί της. Πως λοιπόν η σεμνή σύζυγός που είναι μέ­λος τού σώματος τού Χριστού, θα τον δεχθή; Πως θα ενωθή με αυτόν που έγινε μέλος τού σώματος της πόρνης;

Και πρόσεξε τι άλλο αναφέρει η Γραφή: Αυτή που έχει σύζυγο ειδωλολάτρη δεν είναι ακάθαρτη, «διότι έχει αγιασθή ο σύζυγος δια της γυναικός» (Α' Κορ. ζ',14). Ενώ για την πόρνη ομιλεί διαφορετικά: «Να πάρω λοιπόν τα μέλη τού Χριστού και να τα κάνω μέλη πόρνης»; (Α' Κορ. στ',15). Στην πρώτη περίπτωσι, παρά την συνοίκησι με ειδωλολάτρη, ο αγιασμός παραμένει και δεν απομακρύνεται, ενώ στην δεύτερη περίπτωσι φεύγει.

Φοβερό λοιπόν αμάρτημα η πορνεία. Φοβερό και πρόξενο αθανάτου κολάσεως. Αλλά και σ' αυτήν την ζωή επιφέρει αναρίθμητα κακά, διότι αυτός που πορνεύει, αναγκάζεται να κάνη ζωή κουραστική, αγωνιώδη και ταλαίπωρη. Μπαίνοντας στο ξένο σπίτι, κατέχεται από υποψία, υποψιάζεται τους υπηρέ­τες, υποψιάζεται τους υπολοίπους, ζει μια ζωή που δεν είναι κα­λύτερη από τη ζωή των κολασμένων.

Γι' αυτό σάς παρακαλώ, φροντίστε να απαλλαγήτε από το νόσημα αυτό.Διαφορετικά μη εισέρχεσθε στον ιερό χώρο της Εκκλησίας.Τα γεμάτα ψώρα πρόβατα δεν πρέπει να είναι μαζί με τα υγιή, αλλά μακρυά, μέχρις ότου θεραπευθούν. Έχουμε γίνει μέλη τού Χριστού. Ας μη γίνουμε μέλη της πόρνης. Εδώ δεν είναι οίκημα αμαρτίας, αλλά Εκκλησία.Εάν εσύ έχης καταστήση τον εαυτό σου μέλος της πόρνης, μη στέκεσαι στην Εκ­κλησία, για να μη μολύνης τον τόπο.

Και αν ακόμη δεν υπήρχε κόλασις, εσύ έπειτα από την ιερή συμφωνία, από τιςλαμπάδες τού γάμου, από τον νόμιμο δεσμό, από την παιδοποιία, από τον σύνδεσμο, πως θα το ανεχθής να προσκολλάσαι σε άλλη γυναίκα; Και πως δεν ντρέ­πεσαι; Πως δεν κοκκινίζεις; Αγνοείς ότι πολλοί άνθρωποι κατα­δικάζουν και αυτούς που μετά τον θάνατο της συζύγου των παίρνουν άλλη, παρ' όλο που το πράγμα δεν είναι κολάσιμο. Εσύ όμως, εισάγεις άλλη γυναίκα, ενώ ακόμη ζειη ιδική σου! Αυτά όλα πόση ακράτεια και σαρκικότητα δείχνουν!

Μάθε πως για όλα αυτά έχει λεχθή: «Το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει και η φωτιά δεν σβήνει» (Μάρκ. θ',45). Ας φρίξης την απειλή, ας φοβηθής την κόλασι.Η εδώ ηδονή δεν συγκρί­νεται με την εκεί κόλασι.

Πιο βλαβερή από όλες τις δαιμονικές ενέργειες είναι η υπερβολική αθυμία και μελαγχολία. Όποιους ο δαίμονας έχει δεμένους με αυτές, κυριαρχεί πλήρως επάνω τους. Αν όμως απαγκιστρωθούν, δεν μπορεί να τους κάνη κανένα κακό.

Την αθυμία και μελαγχολία τις τοποθέτησε ο Θεός μέσα στην ανθρώπινη φύσι όχι για να τις χρησιμοποιούμε αντικανο­νικά και απάνθρωπα και να καταστρέφουμε τους εαυτούς μας, αλλά για να ωφελούμεθα. Και πως μπορεί να ωφελούμεθα; Όταν τις χρησιμοποιούμε τότε που πρέπει. Όχι τότε που μας βλάπτουν οι άλλοι, αλλά τότε που βλάπτουμε εμείς τους άλλους.Εμείς όμως αντιστρέψαμε τους όρους και ενώ διαπράττουμε τόσες κακίες δεν στενοχωρούμεθα καθόλου. Αν τύχη όμως και μας βλάψη κανείς στο παραμικρό, τα παραδίνουμε όλα, απογοη­τευόμαστε, μας πιάνει ίλιγγος, είμαστε έτοιμοι να αυτοκτονή­σουμε, να πεθάνουμε.

Οθυμόςείναι φοβερή φωτιά που κατατρώγει τα πάντα. Καταστρέφει το σώμα. Διαφθείρει και κάνει κακόμορφη και αηδιαστική την ψυχή. Δεν υπάρχει τίποτε πιο αισχρό, πιο άτιμο, πιο φοβερό, πιο αποκρουστικό, πιο βλαβερό από τον θυμό.Αν μπορούσε ο οργίλος να παρατηρούσε τον εαυτό του την ώρα της οργής, δεν θα χρειαζόταν άλλη νουθεσία. Δεν υπάρχει τίποτε πιο άσχημο από το ωργισμένο πρόσωπο.

Η οργή είναι μια μέθη ή καλύτερα κάτι χειρότερο από την μέθη και αθλιώτερο από τον διάβολο. Εκείνος που κατα­λαμβάνεται από το πάθος της οργής είναι σαν μεθυσμένος. Το πρόσωπο του φουσκώνει, η φωνή του τραχύνεται, τα μάτια του κοκκινίζουν, το μυαλό του σκοτεινιάζει, ο νους του καταποντί­ζεται, η γλώσσα του τρέμει, τα μάτια του αναταράζονται, τα αυτιά του ακούνε άλλα άντ' άλλων, τα μηνίγγια του κτυπώνται από την οργή πολύ περισσότερο απ’ ό,τι αν τα κτυπούσε το πιο δυνατό κρασί. Και επικρατεί επάνω του τέτοια ζάλη και ανατα­ραχή και τρικυμία που χειρότερες δεν γίνονται.

Αν όμως συγκρατούμε τον εαυτό μας να μη ξεσπά σε κραυγές, θα βρούμε μια σπουδαία και φιλοσοφημένη αντιμετώπισι. Γι' αυτό και ο Παύλος μαζί με την οργή απαγορεύει και την κραυγή: «Κάθε οργή και κραυγή ας φύγη μακρυά σας» (Εφεσ. δ',31).

Πρέπει να φεύγουμε μακρυά από την οργή, και στις συ­ζητήσεις μας να δείχνουμε την ειλικρίνειά μας όχι μόνο με την αποφυγή της οργής αλλά και της κραυγής. Η κραυγή είναι το υλικό της οργής. Ας δέσουμε το άλογο, για να εξοντώσουμε και τον καβαλάρη. Ας κόψουμε τα φτερά τού θυμού, και δεν πρόκειται να ανεβή προς τα ύψη το κακό. Η οργή ανήκει στα πάθη που χαρακτηρίζονται για ταχύτητα και οξύτητα, και μπορεί με πολλή ευκολία να ληστέψη τις ψυχές μας. Γι' αυτό πρέπει από παντού να της κλείνουμε την πόρτα. Γιατί οπωσδήποτε δεν στέκει, τα μεν άγρια θηρία να κατορθώνουμε να τα εξημερώ­νουμε, ενώ την ψυχή μας να την αφίνουμε σε κατάστασι αγριότητος.

Μερικές φορές ο θυμός είναι χρήσιμος. Πότε; Όταν επιτίθεται εναντίον των εχθρών μας. Αν μπόρεσες και κυριάρ­χησες επάνω του, τότε συντήρησέ τον, γιατί θα είναι χρήσιμος σαν άλλος σκύλος που δεν θα γαυγίζη τα πρόβατα ή τους ιδικούς μας, αλλά τους λύκους, τους πειρατές, τον λήσταρχο (διάβολο).

Σ' εκείνον που αρχίζει να λέγη για τους άλλους, πες του:«Έχεις να επαινέσης και να εγκωμιάσης κάποιον; Τότε, ανοίγω τα αυτιά μου, για να δεχθώ τα αρώματα. Εάν όμως πρόκειται να τον κακολογήσης, κλείνω την είσοδο. Δεν δέχομαι κόπρο και βόρβορο. Τι ωφέλεια θα έχω εγώ, αν μάθω ότι ο τάδε είναι κακός; Αντιθέτως θα βλαβώ και θα ζημιωθώ υπερβολικά».

Πες του: «Ας κοιτάξουμε τα ιδικά μας, ας ενδιαφερθούμε για τις αμαρτίες μας και την ενοχή μας. Ας δείξουμε περιέργεια και φροντίδα για την ιδική μας ζωή. Τι απολογία θα έχουμε, τι συγχώρησι θα βρούμε, την στιγμή που τα ιδικά μας ούτε καν τα σκεπτόμαστε και ασχολούμεθα με πάθος για τα ξένα; Όπως είναι αυθάδεια περνώντας να σκύψουμε σ' ένα ξένο σπίτι και να κοιτάμε μέσα, έτσι ακριβώς είναι κατωτερότης να περιεργαζώμεθα την ζωή τού άλλου».

Αν, βαδίζοντας στον δρόμο, ανακατέψη κάποιος βόρβο­ρο, δεν τον παρατηρείς και δεν τον ελέγχεις για την πράξι του; Αυτό χρειάζεται να κάνουμε και σε όσους κουτσομπολεύουν και κατηγορούν τους άλλους.

Ο βόρβορος που θα ανακατευθή δεν χτυπάει στο κε­φάλι με την δυσωδία του τόσο πολύ, όσο λυπούν και βλάπτουν την ψυχή των ακροατών ακάθαρτες διηγήσεις για την ζωή των άλλων.

Προσοχή στα λόγια σου.Μη κακολογής, για να μη μολύνης τον εαυτό σου. Να μη αναμειγνύης τον βόρβορο με την λάσπη και τους πλίνθους, αλλά να πλέκης στεφάνια από τριαν­τάφυλλα και μενεξέδες και άλλα άνθη.

Να μη βάζης κόπρο στο στόμα σου, όπως οι κάνθαροι. (Κάνθαροι είναι αυτοί που ομιλούν άπρεπα. Και γεύονται πρώ­τοι την δυσωδία αυτοί οι ίδιοι). Αλλά να πλησιάζης το στόμα σου στα άνθη σαν τις μέλισσες και να κατασκευάζης κηρύθρες όπως εκείνες, και σε όλους να είσαι ευγενής και γλυκομίλητος.

Τον άνθρωπο που κακολογεί όλοι τον αποστρέφονται σαν κάτι σάπιο που αναδίδει δυσοσμία, σαν την βδέλλα που πίνει αίμα και σαν τον κάνθαρο που τρέφεται με κόπρο, με ό,τι δηλαδή ακάθαρτο υπάρχει στους άλλους.

Και δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι στην ημέρα της Κρίσεως θα δώσουμε λόγο για κάθε μας «αργόν λόγον» (Ματθ. ιβ', 36), πολύ δε περισσότερο για κάθε μας ύβρι και κακολογία.

Μη μου ειπής ότι δεν κάνεις ανήθικες πράξεις. Τι το όφελος αν δεν είσαι ανήθικος, αλλά είσαι φιλάργυρος; Το πουλί και αν δεν πιασθή ολόκληρο στην παγίδα, αλλά μόνο από το ένα του πόδι, όλο είναι πιασμένο και καταδικασμένο. Και τίποτε δεν το ωφελούν τα φτερά, αφού είναι πιασμένο από το πόδι.

Στον ψυχικό μας κόσμο, ο θυμός, η επιθυμία και τα άλλα, εάν ξεπεράσουν το όριό τους επιφέρουν φθορά.Έτσι συμβαίνει και με το φαγητό. Εάν υπερβή το κανονικό όριο, προξενεί στο σώμα αρρώστεια. Από που προέρχονται οι πόνοι στα πόδια, οι παραλυσίες, οι τρομώδεις κινήσεις;

Εάν ο οφθαλμός θελήση να καταλάβη περισσότερο χώρο στο σώμα ή να ιδή περισσότερο από ό,τι μπορεί ή να αποκτήση περισσότερο φως, οπωσδήποτε αντί για καλό ζημιώθηκε. Σκέψου μάλιστα να θελήση να αντικρύση δυνατώτερο φως!

Το αυτί, εάν δεχθή ισχυρό ήχο, μας δημιουργεί αναστάτωσι.

Το μυαλό, εάν σκεφθή όσα υπερβαίνουν την δύναμί του, σαστίζει και δεν κερδίζει τίποτε.

Όλα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο, παρά πλεονεξία.

Όταν θελήσουμε να αποκτήσουμε πολλά χρήματα, χωρίς να το καταλάβουμε, τρέφουμε μέσα μας ένα θηρίο. Τότε έχουμε πολλά, μας λείπουν πολλά, βάζουμε τον εαυτό μας σε αναρί­θμητες φροντίδες, προσφέρουμε στον διάβολο πολλές λαβές. Γι' αυτόο διάβολος δεν κουράζεται πολύ με τους πλουσίους. Εξ αιτίας τού πλούτου μπορεί εύκολα και τους καταβάλλη, όπως αντίθετα δυσκολεύεται πολύ με τους πτωχούς. Γι' αυτό, σας παρακαλώ, φεύγετε μακρυά από την φιλοχρηματία.

Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από τον φιλάργυρο. Και τον εαυτό του βλάπτει και με όλο τον κόσμο και την κτίσι κα­ταντά εχθρός. Υποφέρει που δεν βγάζουν χρυσάφι αντί για στάχυα η γη και αντί για νερό οι βρύσες και αντί για πέτρες τα βουνά.

Σε κάθε καλή κατάστασι, σε κάθε κοινωφελή προσπάθεια παρουσιάζεται διστακτικός και αντίθετος και διώχνει κάθε τι που δεν πρόκειται να τού αποφέρη χρήματα. Αντίθετα υπομένει τα πάντα, προκειμένου να αποκτήση έστω και δύο δεκάρες.

Όλους τους ανθρώπους τους μισεί, και τους φτωχούς και τους πλουσίους. Τους φτωχούς μη τυχόν και τού ζητήσουν χρήματα. Τους πλουσίους γιατί δεν έχει τα χρήματά τους. Κατά την γνώμη του όσα έχουν οι άλλοι είναι ιδικά του. Γι' αυτό και με όλους διάκειται δυσμενώς, σαν να τον έχουν αδικήσει.

Χορτασμό δεν γνωρίζει, ικανοποίησι δεν ξέρει, απ’ όλους είναι αθλιώτερος. Καθώς πάλι ο απηλλαγμένος από αυτό το πάθος είναι πιο αξιοζήλευτος από όλους τους φιλοσόφους.

Ας μη σκεπτώμαστε ότι είναι τυραννικό πάθος η φιλο­χρηματία, αλλά ότι εκείνο που μας τυραννεί είναι η αμέλεια και η ραθυμία μας. Υπάρχουν άνθρωποι που ούτε καν γνωρίζουν τα χρήματα. Δεν πρόκειται για μία φυσική επιθυμία. Οι φυσικές επιθυμίες τοποθετήθηκαν στον άνθρωπο από την δημιουργία του. Εξ αρχής. Το χρυσάφι όμως και το ασήμι, μέχρι πολλού χρόνου ήταν εντελώς άγνωστα.

Πως λοιπόν εμφανίσθηκε έντονη η φιλοχρηματία; Από υπερβολική κενοδοξία και αμέλεια και ραθυμία.

Υπάρχουν επιθυμίες αναγκαίες, φυσικές, ουδέτερες. Αναγκαίες είναι όσες επιφέρουν τον θάνατο, εάν δεν ικανοποιη­θούν. Αυτέςείναι φυσικές και αναγκαίες, όπως λ. χ. το φαγητό, το ποτό, ο ύπνος. Η σαρκική επιθυμία είναι φυσική, αλλά δεν είναι αναγκαία, διότι πολλοί την ενίκησαν, χωρίς να πάθουν τίποτε. Ενώ ο πόθος της φιλοχρηματίας ούτε φυσικός είναι ούτε αναγκαίος, αλλά περιττός. Γι' αυτό από την θέλησί μας εξαρτάται αν θα υποκύψουμε σ' αυτήν.

Ο Χριστός ομιλώντας για την παρθενία λέγει: «Ο δυνά­μενος χωρείν χωρείτω» (Ματθ. ιθ',12). Δηλαδή «όποιος μπορεί να νιώση και να εφαρμόση τον λόγο περί παρθενίας, ας τον νιώση και ας τον εφαρμόση». Ενώ για τα χρήματα δεν ωμίλησε έτσι, αλλά διαφορετικά: «Όποιος δεν απαρνηθή όλα τα υπάρ­χοντά του, δεν μου είναι άξιος» (Λουκ. ιδ', 33).

Εκείνο δηλαδή που ήταν εύκολο, το επρότεινε, ενώ εκείνο που ήταν για λίγους, το άφινε στην εκλογή τού καθενός.

Ας προσέξουμε λοιπόν και ας μη καταστήσουμε τους εαυτούς μας αναπολόγητους. Γιατί εκείνος που θα νικηθή από το σκληρότερο πάθος, δεν θα τιμωρηθή πολύ, ενώ εκείνος που θα νικηθή από το μικρό, θα είναι αναπολόγητος.

Τι θα Τού απαντήσουμε τότε, όταν μας ειπή: «Με είδατε πεινασμένο και δεν με εθρέψατε»; (Ματθ. κε',35). Τι θα Τού απολογηθούμε;Θα Τού προβάλουμε την φτώχεια μας;Αλλά δεν πρόκειται να είμαστε πιο φτωχοί από εκείνη την χήρα που έδωσε τους δύο οβολούς και τους ξεπέρασε όλους (Μαρκ. ιβ',42).

Άκου τι λέγει ο Παύλος: «Όσοι επιθυμούν να πλουτήσουν, πέφτουν μέσα σε πειρασμούς» (Α'Τιμοθ. στ',9). Ας πει­σθούμε λοιπόν σ' αυτόν, διότι και εκείνοι (οι συνταξιδιώτες του από την Κρήτη ως την Μάλτα — Πράξ., κεφ. κζ') που δεν επείσθηκαν, είδατε τι κακό έπαθαν... Ας νομίζουμε ότι η οικουμένη είναι ένα πλοίο, όπου υπάρχουν οι κακούργοι και ελεεινοί, οι άρχοντες, οι φύλακες, οι δίκαιοι, όπως ο Παύλος, οι δέσμιοι, οι δεσμευμένοι από τις αμαρτίες. Εάν υπακούσουμε στον Παύλο, δεν θα χαθούμε δέσμιοι, αλλά και θα απαλλαγούμε από τα δεσμά. Προς χάριν του ο Θεός θα μας σώση κι' εμάς(Πράξ. κζ', 24).

Μήπως νομίζεις ότι οι αμαρτίες και τα πάθη δεν είναι δεσμός βαρύς και άσχημος; Γιατί σ' αυτήν την περίπτωσι δεν είναι μόνο τα χέρια δεμένα, αλλά ολόκληρος ο άνθρωπος.

Πες μου, όταν κάποιος έχη στην κατοχή του πολλά χρή­ματα και δεν τα εξοδεύη, αλλά τα φυλάη, αυτός δεν δεσμεύεται με αδιάσπαστα δεσμά και δεν καταντά χειρότερος από κάθε δέσμιο;

Εάν κάποιος άλλος πιστεύη στηνμοίρα, δεν παραδίνει τον εαυτό του σε δεσμά;

Εάν πάλι παραδίνη τον εαυτό του σε σαρκικές επιθυμίες και έρωτες;

Και ποιος θα μπόρεση να μας σπάση αυτά τα δεσμά;

Οπωσδήποτε χρειαζόμαστε την βοήθεια τού Θεού, για να μπορέσουμε να τα σπάσουμε.

Μερικά πράγματα που φαίνονται αδιάφορα, πλην όμως γεννούν αμαρτίες, ας τα διώξωμε από τη διάνοιά μας. Υπάρχουν πράγματα που είναι αμαρτήματα, και υπάρχουν άλλα που δεν είναι, αλλά προκαλούν. Π. χ. τα γέλια δεν είναι κατ' ουσίαν αμαρτία, αλλά όταν προχωρήσουν πολύ, καταλήγουν. Δηλαδή από τα γέλια προέρχονται τα ευτράπελα, από τα ευτράπελα τα αισχρόλογα, από τα αισχρόλογα οι αισχρές πράξεις, και από τις αισχρές πράξεις η κόλασις και η τιμωρία. Εξουδετέρωσε λοιπόν από την αρχή τη ρίζα, και έτσι εξοντώνεις όλη την αρρώστεια.

Εάν προφυλασσώμεθα από αυτά που είναι αδιάφορα, δεν πρόκειται να φθάσουμε ποτέ σ' αυτά που είναι απηγορευμένα. Το να κοιτάξη κανείς γυναίκες φαίνεται στους πολλούς αδιάφορο.Αλλάαπό το κοίταγμα δημιουργούνται ανήθικες επιθυ­μίες, από τις επιθυμίες ανήθικες πράξεις και από αυτές κόλασις και τιμωρία.

Δεν βλέπετε τους ηνιόχους με πόση ακρίβεια και εξά­σκηση, και κούρασι αγωνίζονται, και πως εγκρατεύονται από φαγητά και από όλα τα άλλα, ώστε να μη καταβληθούν και πέσουν κάτω από τα άρματα. Βλέπεις πόση τέχνη χρειάζεται. Και υπάρχουν ανδρείοι ηνίοχοι που αντί για έναν, αναλαμ­βάνουν δύο ίππους και τους ηνιοχούν με ευκολία.

Αναφέρεται ότι στην Ινδία το μεγάλο και φοβερό θηρίο που λέγεται ελέφαντας είναι δυνατόν να πειθαρχή φρόνιμα ακό­μη και σε παιδί δεκαπέντε ετών. Και γιατί τα είπα όλα αυτά; Για να μάθουμε να φροντίζουμε όχι πως να δαμάζουμε τούς ελέ­φαντες και τους ίππους, αλλά τα πάθη που έχουμε μέσα μας.

Όταν κάποιος σε ταράζη και σε ενοχλή, μη κοιτάζης αυτόν, αλλά τον δαίμονα ο οποίος τον σπρώχνει, και όλη σου την οργή ας την στρέψης εναντίον του.Τον άνθρωπο που γίνεται όργανο τού δαίμονος λυπήσου τον και δείξε του ευσπλαγχνία. Ο Χριστός λέγει ότι το ψεύδος προέρχεται από τον διάβολο (Ιωάν. η',44). Πολύ περισσότερο η αναίτιος οργή.

Όταν κάποιος σε περιγελά, σκέψου ότι ο διάβολος τον σπρώχνει. Αυτό δεν προέρχεται από τους Χριστιανούς. Διότι ο Χριστιανός έχει εντολή να πενθή, και ακούει τον Χριστόν να τού λέγη: «Αλλοίμονο σ' αυτούς που γελούν» (Λουκ. στ', 25). Εάν παρ' όλα αυτά ονειδίζη και περιγελά και εξάπτεται, εμείς δεν πρέπει να τον περιγελούμε, αλλάνα τον θρηνούμε.

Ο Απόστολος συνιστά: «Νεκρώσατε τα μέλη σας τα επί της γης» (Κολ. γ',5). Ας σβήσουμε λοιπόν την κακή επιθυμία, ας φονεύσουμε τον θυμό, αςθανατώσουμε τον φθόνο. Αυτό σημαίνει «θυσία ζωντανή» (Ρωμ. ιβ',1). Αυτή η θυσία δεν κατα­λήγει σε στάχτη, δεν σκορπίζεται σε καπνό, δεν έχει ανάγκη από ξύλα και φωτιά και μαχαίρι. Για φωτιά και μαχαίρι έχει το Άγιον Πνεύμα.

Χρησιμοποίησε και συ αυτό το μαχαίρι και κάνε περιτομή της καρδιάς σου. Κόψε από την καρδιά σου ό,τι περιττό και ξένο. Άνοιξε και ό,τι κλειστό υπάρχει στην ακοή σου. Διότι τα πάθη και οι αμαρτωλές επιθυμίες φράζουν την είσοδο τού λόγου τού Θεού. Όταν εμφανισθή επιθυμία για χρήματα, δεν μας αφίνει να ακούσουμε τον λόγο για την ελεημοσύνη. Όταν εμφανισθή φθόνος, εμποδίζει να ακούσουμε διδασκαλίες περί αγάπης. Και όταν παρουσιασθή κάποιο άλλο πάθος, φέρνει νωθρότητα στην ακοή για κάθε καλή διδασκαλία. Ας φονεύ­σουμε λοιπόν τις πονηρές επιθυμίες. Ας το θελήσουμε.Αν το θελήσουμε, αυτό είναι αρκετό· όλα τα πάθη θα σβήσουν.

Εκείνος μόνο είναι ελεύθερος και εκείνος μόνο είναι άρχοντας και πιο βασιλικός από τους βασιλείς, ο απηλλαγμένος από τα πάθη.

Αφού το γνωρίζουμε αυτό, ας επιζητήσουμε την αληθινή ελευθερία και ας απαλλάξουμε τον εαυτό μας από την κακή δουλεία. Και ας μη νομίσουμε τίποτε πιο αξιομακάριστο, ούτε τα μεγάλα αξιώματα ούτε τα τυραννικά πλούτη, αλλά μόνο την αρετή.

Τόσο πολύ απέχει από την υποδούλωσι σ' ένα πάθος αυτός που αγαπά τον Χριστόν, όσο απέχει από το να δεχθή κηλίδες το καθαρό χρυσάφι που πυρακτώνεται στην φωτιά. Όπως ακριβώς οι μυΐγες δεν τολμούν να πέσουν μέσα στις φλόγες, αλλά φεύγουν μακρυά, έτσι και τα πάθη δεν τολμούν ούτε καν να πλησιάσουν σ' έναν τέτοιο άνθρωπο.

Πηγή: www.impantokratoros.gr

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2021

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ, ΠΡΕΣΠΩΝ ΚΑΙ ΕΟΡΔΑΙΑΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, αγαπητοί μου, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, του οποίου η μνήμη εορτάζεται την 11η Νοεμβρίου, είνε μία πελωρία μορφή. Εάν υπήρχε στην Ελλάδα τηλεόρασι με σκοπό να παράγη έργα μεγάλα και υψηλά και προέβαλλε σε συνέχειες όχι έργα επαίσχυντα και φθοροποιά, αλλ’  έργα ανωτέρας πνοής, θα μπορούσε να συμπεριλάβη στο πρόγραμμά της και την παραγωγή μιας ταινίας με θέμα τη μεγάλη αυτή μορφή της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εάν δε η τηλεόρασις έδειχνε σε σειρά εκπομπών ένα έργο με τη ζωή του αγίου αυτού, να είστε βέβαιοι πως δεν θα έμενε μάτι αδάκρυτο, βλέποντας στο πρόσωπό του τη δόξα της Εκκλησίας μας.

Στην ταραχώδη εποχή που ζούμε, στα δύσκολα τούτα χρόνια, κάτι σημαντικό έχει να μας πη ο βίος του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Τα χρόνια είνε παράλληλα· ό,τι συνέβη στην εποχή του Θεοδώρου του Στουδίτου, συμβαίνει και σήμερα. Και όπως εκείνος αγωνίστηκε, έτσι πρέπει ν  ἀγωνισθοῦμε κ  ἐμεῖς κατά το ρητό του αποστόλου· «Μνημονεύετε των ηγουμένων υμών, οίτινες ελάλησαν υμίν τον λόγον του Θεού, ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής μιμείσθε την πίστιν» (Εβρ. 13, 7), δηλαδή· Να θυμάστε τους πνευματικούς σας οδηγούς, που σας δίδαξαν το λόγο του Θεού, και επανεξετάζοντας πού σας έφερε η συναναστροφή μαζί τους να μιμήσθε την πίστι τους.

Επιτρέψατέ μου, λοιπόν, εν συντομία να παρουσιάσω ενώπιόν σας την γιγαντιαία μορφή του μεγάλου αυτού ομολογητού της πίστεως.

Ανοίγουμε την ιστορία και μεταφερόμεθα στο παρελθόν, στα παλαιότερα ένδοξα χρόνια. Όπως υπάρχει διαστημόπλοιο, με το οποίο οι αστροναύτες μπορούν να φθάσουν σε άλλο πλανήτη, έτσι υπάρχει και μέσο, με το οποίο μπορούμε κ’ εμείς να μεταφερθούμε σε έναν άλλο καιρό, στο παρελθόν, και να δούμε να ζωντανεύουν εμπρός μας παλαιές ιστορίες και αρχαίες δόξες. Το δε μέσον αυτό είνε η φαντασία μας. Ας ταξιδέψουμε λοιπόν με τη φαντασία μας πίσω, στον καιρό του Βυζαντίου, κι ας σταματήσουμε στην πόλι των ονείρων μας, στην Κωνσταντινούπολι.

Βρισκόμαστε στο 795 μ.Χ. Μπορείτε να μου πήτε, ποιός ήταν τότε ο αυτοκράτορας, που βασίλευε στη μεγάλη και ένδοξο αυτή πόλι;

Ω «ματαιότης ματαιοτήτων»! «Άρα τις εστι, βασιλεύς η στρατιώτης;…». «Επελθών γαρ ο θάνατος ταύτα πάντα εξηφάνισται». Κανείς δεν θυμάται. Όπως και μετά από 100 χρόνια ποιός θα θυμάται, ποιός είνε σήμερα πρόεδρος της δημοκρατίας, ποιός είνε πρωθυπουργός, και ποιός είνε υπουργός της δικαιοσύνης;… Και ποιός θα θυμάται, ποιός είνε αρχιεπίσκοπος και ποιός είνε επίσκοπος;… Αλλ’ αν η ιστορία σβήνη τα ονόματα εκείνων που επρόδωσαν την πίστι και την πατρίδα, θα ζουν όμως πάντοτε μεσ  στὶς καρδιές των ορθοδόξων Ελλήνων, όσα χρόνια κι αν περάσουν, τα ονόματα των αγωνιστών και ομολογητών της Ορθοδοξίας. «Εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος» (Ψαλμ. 111, 6).

Και ενώ το όνομα του βασιλέως εκείνου, του αυτοκράτορος που ατίμασε τον βίο του με μία αισχρά πράξι, έχει σβησθή και μόνο οι ιστοριοδίφαι ερευνούν για να βρουν τ΄ όνομά του, η ιστορία έχει γράψει με χρυσά γράμματα το όνομα ενός ασκητού, του Θεοδώρου του Στουδίτου.

Ποιός ήταν ο Θεόδωρος ο Στουδίτης; Δεν θα εξιστορήσω εδώ όλο τον βίο του. Τρεις μαθηταί του έχουν γράψει την ιστορία του.

Γεννήθηκε το 759 στην Κωνσταντινούπολι. Δεν γεννήθηκε από βράχο. Κανείς δεν γεννιέται από βράχο. Όλους μια μάνα μας γέννησε. Και η μάνα παίζει σπουδαίο ρόλο. Πίσω από κάθε μεγάλον άνδρα ζητήστε τη γυναίκα, ζητήστε τη μάνα. Όπως πίσω από τον Μ. Βασίλειο είνε η Εμμέλεια και πίσω από τον Χρυσόστομο είνε η Ανθούσα και πίσω από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο είνε η Νόννα και πίσω από τον ιερό Αυγουστίνο, του οποίου αναξίως φέρω το όνομα, είνε η Μόνικα η αγία, έτσι λοιπόν και πίσω από τον άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη είνε η μάνα, η γλυκυτάτη μάνα. Το όνομά της; Θεοκτίστη.

Όταν πέθανε η μητέρα του, ο Θεόδωρος πήγε στον τάφο της και έκλαψε, έκλαψε σαν το Χριστό, και εξεφώνησε ένα λόγο περισπούδαστο. Εκεί ονομάζει τη μητέρα του με το όνομα «διμήτηρ», δηλαδή μάνα δυό φορές. Ω μάνα γλυκειά, μάνα δυό φορές! Τι θα πη δυό φορές μάνα; Σαν να της έλεγε· «Με γέννησες δυό φορές. Μια φορά με γέννησες με το φυσικό τρόπο· μικρά γέννησις αυτή. Αλλά με γέννησες και κατ΄άλλο τρόπο, πνευματικό τρόπο. Μαζί με το γάλα, που με πότισες, με πότισες και το γάλα του Χριστού, την ιερά διδασκαλία». Και το ζην και το ευ ζην ώφειλε στη μητέρα του. Εκείνη τον έπαιρνε την ημέρα στα γόνατά της και τον δίδασκε, και τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, κάτω από τα άστρα και μπροστά στα αφρίζοντα κύματα του Βοσπόρου, τον γονάτιζε και τον μάθαινε να προσεύχεται και να επικοινωνή με τον ουράνιο Πατέρα. Ω μάνα γλυκειά, δυό φορές με γέννησες!

Γυναίκες που μ’  ακούτε, να στε μάνες όχι μια αλλά δυό φορές. Το να γεννήσετε είνε δύσκολο και σπουδαίο, αλλά όχι και μεγάλο. Γεννούν και τα σκυλιά, γεννούν και τα λιοντάρια, γεννούν και όλα τα άλλα όντα της ζωολογικής κλίμακος. Το γεννάν δεν σε κάνει μάνα. Μάνα θα γίνης, αν μεσ’  στὴν καρδιά του παιδιού φυτέψης το Χριστό και την πατρίδα. Αν το κάνης αυτό, εσύ μεν θα γεράσης, θ’ ασπρίσουν τα μαλλιά σου, θα πεθάνης. Αλλ’ επάνω στον τάφο σου θα έλθη κάποιος, είτε στρατηγός είτε επίσκοπος είτε εργάτης είτε οικογενειάρχης…, και θα πη· «Μάνα, γλυκειά μου μάνα, δυό φορές με γέννησες». Αν δεν σας το πουν αυτό, τότε δεν είστε άξιες μητέρες και άξιες Ελληνίδες. Όπως λοιπόν η μάνα του αγίου Θεοδώρου ήτο «διμήτηρ», έτσι κ  εσείς να γίνετε διμήτορες. Δυό φορές να γεννήσετε. Να φέρετε παιδιά στον κόσμο, κι αυτά τα παιδιά να τα οδηγήσετε στο Χριστό.

Από τέτοια μάνα βγήκε. Κλωνάρι ένδοξο εκλεκτής, γενναίας, σπανίας οικογενείας. Από μικρός ακολούθησε το Χριστό. Αφιερώθηκε στην υπηρεσία του. Έκτισε μοναστήρι. Τι μοναστήρι; Κοντά στο Θεόδωρο το Στουδίτη μαζευτήκανε -παρακαλώ μετρήστε- 1.000 νέοι! Λεβεντιά και δόξα. Στρατιώτες του Χριστού, που έφτειαξαν κοινόβιον. Τι σημαίνει κοινόβιο; Κράτος Θεού. Επιτρέψτε μου να μιλήσω με τη σύγχρονη γλώσσα, αν και κινδυνεύω να παρεξηγηθώ· το κοινόβιο του Στουδίτου ήταν μία σοσιαλιστική χριστιανική κοινωνία. Όλα κοινά. Τίποτε ίδιον, κανείς δεν είχε ιδιοκτησία. Κ’ εύρισκες να υπάρχουν εκεί όλα τα επαγγέλματα κι όλες οι δουλειές· και γεωργοί, και βοσκοί, και κτίστες, και ξυλουργοί, και σιδηρουργοί, και αγωγιάτες, και μάγειροι, και υποδηματοποιοί,… ακόμη και τυπογράφοι. Εκεί υπήρχε το μεγαλύτερο τυπογραφείο της Ανατολής.

―Μα είνε δυνατόν, το 795 τυπογραφείο; Η τυπογραφία, μεγάλη εφεύρεσι στην οποία οφείλει τόσα η ανθρωπότης, έγινε, όπως ξέρουμε, τον 15ο αιώνα. Πως λοιπόν τον 8ο αιώνα είχε ο Στουδίτης τυπογραφείο;

Οι καλόγεροι ξενυχτούσαν αντιγράφοντας κείμενα μέχρι της πρωϊνές ώρες. Τα άγια χεράκια τους έγραφαν Αποστόλους, έγραφαν Ευαγγέλια, έγραφαν πατέρας (Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο, Μέγα Αθανάσιο…), έγραφαν και κλασσικούς (Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Θουκυδίδη…). Αν υπάρχη σήμερα ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και άλλοι κλασσικοί συγγραφείς, αυτό το οφείλουμε στα άγια χέρια των καλογήρων εκείνων, που ήταν οι τυπογράφοι της εποχής και αντέγραφαν καλλιγραφικώς όλα τα σπουδαία κείμενα.

Ο άγιος Θεόδωρος ήταν ακόμα και ποιητής. Οι λεγόμενοι αναβαθμοί της Οκτωήχου, που είνε μέλι γλυκύτατο, τα εγκώμια του Επιταφίου θρήνου, που ψάλλονται τη Μεγάλη Παρασκευή, και πολλοί άλλοι ύμνοι, είνε όλα έργα του θεοπνεύστου αυτού ανδρός, του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου.

Αυτό ήταν το έργο του μεγάλου αυτού πατρός της Εκκλησίας μας. Και ποιό ήταν το τέλος του; Είπαμε, ότι ο άγιος Θεόδωρος είχε μοναστήρι, και θα περίμενε κανείς να τελειώση τη ζωή του εκεί. Πέθανε λοιπόν στο μοναστήρι;

Τα μοναστήρια και οι αδελφότητες -ας τ’ ἀκούσουν όλοι- δεν είνε αυτοσκοπός. Είνε μέσα. Το επαναλαμβάνω· οι αδελφότητες και τα μοναστήρια δεν είνε αυτοσκοπός, αλλά είνε μέσα. Και τα μέσα αυτά έχουν αξία, εφ  ὅσον υπάρχει σκοπός. Και σκοπός είνε η δόξα του Θεού.

Έρχονται στιγμές, που θα θυσιάσης όχι μόνο τον εαυτό σου, αλλά και το μοναστήρι σου· καλείσαι να το κάνης ολοκαύτωμα για τη δόξα του Χριστού. Κι όπως κάτω στην Κρήτη, στο Αρκάδι, ο Γαβριήλ έβαλε φωτιά κ’ έκαψε το μοναστήρι, και η φλόγα του Αρκαδίου φώτισε τον κόσμο και συνετέλεσε τα μέγιστα στην απελευθέρωσι της Κρήτης, έτσι κι ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Για να κτίση το περιλάλητο μοναστήρι του Στουδίου, κατέβαλε κόπους και μόχθους ετών. Αλλά ήρθε στιγμή που, για να διατηρήση το μοναστήρι του, έπρεπε να κάνη συμβιβασμούς σε ζητήματα ορθοδόξου πίστεως. Τότε εκείνος δεν λυπήθηκε το μοναστήρι του. Δεν είπε Θα υποχωρήσω. Αλλά σε μια στιγμή, δραματική στιγμή της ιστορίας, το «έκαψε» το μοναστήρι, το έκανε λιβάνι και θυσία. Τότε το μοναστήρι αυτό διαλύθηκε. Από τους χίλιους μοναχούς, που διώχθηκαν βιαίως, άλλοι πέθαναν στην εξορία, άλλοι υποβλήθηκαν σε ποικίλες δοκιμασίες και μαρτύρια ομολογώντας την ορθόδοξο πίστι, υπέστησαν κακώσεις, έχασαν τα μάτια τους η άλλα μέλη του σώματός τους. Σκορπίσθηκαν οι σεβάσμιοι μοναχοί, ερείπια έγινε το περίφημο μοναστήρι.

Φυσικό είνε να ρωτήση κανείς· Μα πως διαλύθηκε μία τόσον ένδοξος αδελφότης; Πως; Εδώ ακριβώς θέλω να προσέξετε, αγαπητοί μου.

Στα χρόνια εκείνα συνέβη ένα θλιβερό γεγονός και η είδησι διαδόθηκε μεσ’  στὴν πόλι. Πως διαδόθηκε; Εφημερίδες τότε δεν υπήρχαν, ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, τηλεοράσεις δεν υπήρχαν. Αλλ’ η πρώτη εφημερίδα ποιά είνε; Είνε το στόμα. Αυτή είνε η πρώτη εφημερίδα. Όσοι είστε από χωριό και προλάβατε τη ζωή των προηγουμένων ετών, θα θυμάστε, ότι στην κοινωνία εκείνη μέσα σε πέντε λεπτά μάθαιναν όλοι το κάθε τι από στόμα σε στόμα. Από στόμα σε στόμα λοιπόν διαδόθηκε και μέσα στην Πόλι, στην Κωνσταντινούπολι, το θλιβερό γεγονός. Στα σπίτια, στις συνοικίες, στον ιππόδρομο, στο λιμάνι που ήταν οι ναύτες, στα καΐκια, στα πλοία, παντού, μια κουβέντα είχαν·

―Πω πω τι έγινε! Δυστύχημα. Χειρότερο από κάθε άλλο δυστύχημα. Χειρότερο κι από το να χαλάση μια εκκλησία. Γιατί το να γκρεμίσης μια εκκλησία είνε φοβερό, αλλά αυτό που συνέβη ήταν ακόμη πιο φοβερό.

―Τι συνέβη λοιπόν; Τι δυστύχημα ήταν αυτό;

Μέσα στα ανάκτορα ο τότε αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ο ΣΤ΄  (780-797), είχε μια αγία γυναίκα. Το όνομά της Μαρία. Δεν είχε ο Κωνσταντίνος κανένα παράπονο εναντίον της Μαρίας. Οι ιστορικοί της εποχής εκείνης μαρτυρούν, ότι η Μαρία υπήρξε υπόδειγμα γυναικός. Κι όμως μια μέρα ο αυτοκράτορας τη διώχνει, την πετάει έξω από τα ανάκτορα. Έπειτα με στρατιώτες την παίρνει και την στέλνει σ  ένα μοναστήρι· κ’ εκεί, χωρίς τη θέλησί της, την κάνει καλόγρια, πράγμα που απαγορεύουν οι κανόνες. Δεν σταματά όμως εδώ το κακό. Αφού έδιωξε τη νόμιμη σύζυγό του, παίρνει ως σύζυγο μια άλλη γυναίκα, μια νέα, που έλαμπε από κάλλος σωματικό, αλλά εστερείτο ψυχικού κάλλους. Ο γάμος έγινε τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, μέσα στα ανάκτορα. Και  επειδὴ δεν βρισκόταν άλλος ιερεύς στην Πόλι να τους στεφανώση, ένας παπάς από  κείνους που αποτελούν αίσχος για την Εκκλησία του Χριστού ―πάντοτε θα υπάρχουν προδότες παπάδες και προδότες δεσποτάδες―, ένας τέτοιος παπάς, ο Ιωσήφ, που ήταν πρωτόπαπας στην αγία Σοφία, ανέβηκε τη νύχτα απάνω και στεφάνωσε το παράνομο ζεύγος. Και μόνο αυτό; Την άλλη μέρα ο Κωνσταντίνος, ενώ η νόμιμη σύζυγος έκλαιγε μεσ΄  στοὺς τέσσερις τοίχους του κελλιού του μοναστηριού, αγκαζέ παρακαλώ με τη Θεοδότη, πάνω στην ανακτορική άμαξα μετά πολλής φαντασίας πήγε στην αγία Σοφία, κ’ εκεί η πόρνη και παλλακίς εστέφθη επισήμως αυγούστα, βασίλισσα.

Το πρώτο έγκλημα του αυτοκράτορος· έδιωξε τη νόμιμη γυναίκα του αναιτίως. Το δεύτερό του έγκλημα· την έκλεισε παρά τη θέλησί της στο μοναστήρι. Το τρίτο έγκλημα· πήρε ως σύζυγο την πόρνη αυτή, τη Θεοδότη. Το τέταρτο· την στεφανώθηκε νύχτα στα ανάκτορα. Το πέμπτο· έκανε βασίλισσα την παλλακίδα μέσα στην αγία Σοφία. Το έκτο· ποιό το έκτο; ότι το παράδειγμά του θα το μιμήθηκαν ασφαλώς υπουργοί, στρατηγοί, ναύαρχοι, μεγάλοι και μικροί, για ν’  ἀνάψῃ φωτιά μεγάλη στο έθνος.

Μεγάλο το σκάνδαλο. Και όμως κανείς δεν μιλούσε. Σιωπή νεκροταφείου. Ποιός να μιλήση;

Τότε μέσα στη σιωπή αυτή ακούστηκε βροντή κ  έλαμψε αστραπή. Κάποιος μίλησε, κάποιος φώναξε. Ποιός ήταν; Ο πατριάρχης; Όχι. Δεσπότης; Όχι. Ποιός; Ένας απλός ιερομόναχος, ο ηγούμενος του Στουδίου, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, του οποίου να  χουμε την ευχή. Αυτός μίλησε. Αυτός ήλεγξε το παράνομο αυτοκρατορικό ζεύγος, ήλεγξε τον αυλοκόλακα ιερέα που τους στεφάνωσε, έκοψε δε και το μνημόσυνο του τότε πατριάρχου, επειδή κι αυτός δεν τιμώρησε τον παρανομήσαντα ιερέα.

Πάντοτε, σε σκληρές εποχές και σε στιγμές δύσκολες, αναδεικνύει ο Θεός πρόσωπα που με παρρησία θα υπερασπισθούν την πίστι. Όταν ο Δαυίδ αμάρτησε, παρουσιάστηκε ένας Νάθαν που στάθηκε εμπρός του και τον ήλεγξε. Κι όταν ο Αχαάβ ασέβησε με την περιβόητη εκείνη Ιεζάβελ, ένας Ηλίας ανέβηκε στα ανάκτορα και ήλεγξε το παράνομο βασιλικό ζεύγος. Κι όταν ο Ηρώδης έδιωξε τη νόμιμη γυναίκά του και πήρε την διαβόητη Ηρωδιάδα, ένας Πρόδρομος είπε το «Ουκ έξεστί σοι έχειν την γυναίκα του αδελφού σου». Κι όταν στην Κωνσταντινούπολι η Ευδοξία με τον Αρκάδιο αντιτάχθηκαν στην Εκκλησία, τότε ένας Χρυσόστομος ήλεγξε την κατάστασι. Έτσι και στην εποχή αυτή παρουσιάστηκε ο Θεόδωρος ο Στουδίτης.

Τι έκανε;

Πρώτον έπαυσε το μνημόσυνο, το πολυχρόνιο, του βασιλέως Κωνσταντίνου του ΣΤ΄.

Δεύτερον έπαυσε το μνημόσυνο του πατριάρχου Ταρασίου (784-806).

Τρίτον ξεσήκωσε το λαό.

Τέλος, νύχτα η ώρα, έκανε λιτανεία μεσ’  στὴν Κωνσταντινούπολι και έσεισε ολόκληρη την πόλι.

Το αποτέλεσμα; Ανοίξτε την ιστορία να μάθετε το αποτέλεσμα.

Ο βασιλιάς ταράχτηκε. Και τι σκέφτηκε. Προσπάθησε με κολακείες και άλλα μέσα να κάνη τον άγιο Θεόδωρο να συγκατατεθή, εκμεταλλευόμενος και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Και το σημαντικό αυτό στοιχείο είνε, ότι η Θεοδότη, που πήρε ως βασίλισσα στ’  ανάκτορα ο Κωνσταντίνος διώχνοντας την αγία του γυναίκα τη Μαρία, η Θεοδότη αυτή ήταν εξαδέλφη του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου!

Αν ήταν κανένας άλλος, θα είχε χαρά και αγαλλίασι. Αφού η εξαδέλφη του έγινε βασίλισσα, θα μπορούσε πλέον ν’  ανεβαίνῃ στα ανάκτορα και να επιτυγχάνη ό,τι θέλει. Εκείνος όμως δεν σκέφθηκε έτσι. Ιδού το μεγαλείο του αγίου. Δεν ανήκε στην κατηγορία εκείνων που έχουν υπεράνω του πνευματικού χρέους τις κοσμικές σχέσεις και υπεράνω της πνευματικής συγγενείας την κατά σάρκα συγγένεια. Όχι. Πάνω από τη σάρκα είνε το πνεύμα. Ο Χριστός είπε· «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος· και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα (ή αδελφούς ή γυναίκα ή άλλους συγγενείς) υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. 10, 37). Θ’ αγαπάς τη γυναίκα σου, θ’ αγαπάς τα παιδιά σου, θ’ αγαπάς τους συγγενείς σου, θ’ αγαπάς τους φίλους σου, θ’ αγαπάς τους πάντας, αλλά παραπάνω απ’ όλους θα  ’χῃς το Χριστό και την αλήθεια. Έτσι έκανε και ο Στουδίτης. Γι  αυτὸ δεν υπελόγισε τη Θεοδότη.

Εκείνη ήλπιζε, ότι ο εξάδελφός της, ο καλός της εξάδελφος, ο άγιος εξάδελφος, που ζούσε με την προσευχή και κρατούσε το κομποσχοίνι, θα τη δεχότανε. Πίστευε, ότι προσφέροντάς του ωρισμένα πολύτιμα δώρα θα τον έκαμπτε. Και μια μέρα πήρανε μια άμαξα με χρυσοστόλιστα άλογα, τη φόρτωσαν δώρα, διαμάντια και άλλα, και ξεκίνησαν με συνοδεία να πάνε στο μοναστήρι του εξαδέλφου της. Ένας σκοπός, που φύλαγε ψηλά στον πύργο του μοναστηριού, μόλις είδε να  ’ρχεται η βασιλική άμαξα με τη Θεοδότη και τον αυτοκράτορα, αμέσως ειδοποίησε τον ηγούμενο. Τότε ο Θεόδωρος ο Στουδίτης διατάζει, να χτυπήσουν πένθιμα οι καμπάνες του μοναστηριού σαν να ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Κι όταν η αυτοκρατορική συνοδεία πλησίασε στην πύλη κ’ ήταν έτοιμη να μπη στο μοναστήρι, δέκα μοναχοί έκλεισαν με πάταγο την πόρτα κατάμουτρα στο βασιλιά. Έτσι η Θεοδότη επέστρεψε ταπεινωμένη στα ανάκτορα.

Ενώ λοιπόν ο Ιωσήφ την κολάκευσε, ο άγιος Θεόδωρος την ήλεγξε. Για την υπόθεσι του κόλακος αυτού ιερέως, του Ιωσήφ, που στεφάνωσε το παράνομο βασιλικό ζεύγος και εν συνεχεία καθαιρέθηκε επί της βασιλίσσης Ειρήνης της Αθηναίας (797-802) από τον πατριάρχη Ταράσιο, ο άγιος Θεόδωρος αναγκάστηκε να κόψη το μνημόσυνο και του επομένου πατριάρχου, του Νικηφόρου Α’  (806-815). Διότι κι αυτός, υποχωρώντας στην επιθυμία του αυτοκράτορος Νικηφόρου (802-811), αποκατέστησε με Σύνοδο τον Ιωσήφ στο ιερατικό αξίωμα. Η διακοπή αυτή του μνημοσύνου στοίχισε στον άγιο Θεόδωρο την πρώτη εξορία, την εξορία του στη νήσο Χάλκη.

Ύστερα απ΄αυτὸ ο Θεόδωρος ο Στουδίτης εξωρίστηκε και για δευτέρα φορά λόγω της ακάμπτου μαχητικότητός του. Αγωνίστηκε δε και υπέρ των αγίων εικόνων κάνοντας μάλιστα με τους μοναχούς του μέσα στην Πόλι και λιτανεία, που πήρε τη μορφή διαδηλώσεως του ορθοδόξου λαού κατά των αιρετικών εικονομάχων. Η διαδήλωσις αυτή του στοίχισε πάλι διωγμό και τρίτη εξορία. Στρατιώτες μπήκαν στο μοναστήρι δέρνοντας και χτυπώντας. Συνέλαβαν τον ηγούμενο και σκόρπισαν τους μοναχούς.

Πρώτη φορά είχε εξοριστή το 808 στη Χάλκη για τον παράνομο γάμο. Τη δευτέρα φορά εξωρίστηκε πάλι για τον ίδιο λόγο. Και τρίτη φορά εξωρίστηκε το 815 στη Σμύρνη για τις άγιες εικόνες· τότε τον έκλεισαν στο υπόγειο του μητροπολιτικού μεγάρου της Σμύρνης κ’ εκεί τον μαστίγωναν αλύπητα. Αργότερα, το 826, διαμαρτυρήθηκε τελευταία φορά και για τον παράνομο γάμο του αυτοκράτορος Μιχαήλ Β  (820-829).

Τέλος σε ηλικία 67 ετών, το έτος 826, μια βραδιά, μια αγία ημέρα, προαισθάνθηκε το τέλος του. Ήταν 9 Νοεμβρίου. Κάλεσε τα πνευματικά του παιδιά και τα αποχαιρέτισε. Τα τελευταία του λόγια ήταν· «Παιδιά μου, φυλάξατε ορθόδοξον την πίστιν και βίον ακηλίδωτον, και ο Θεός μαζί σας». Στις 11 Νοεμβρίου, ημέρα Κυριακή, τους παρακάλεσε να ψάλουν τον άμωμο, τον μεγαλύτερο ψαλμό του Ψαλτηρίου, τον 118ο. Κι όταν οι μοναχοί έλεγαν με δάκρυα το στίχο «Εις τον αιώνα ου μη επιλάθωμαι των δικαιωμάτων σου, ότι εν αυτοίς έζησάς με, Κύριε», δηλαδή· «Ω Θεέ μου, ποτέ δεν θα ξεχάσω τα λόγια του νόμου σου, γιατί μ’ αυτὰ μου έδωσες ζωή» (Ψαλμ 118,93), την ώρα εκείνη φτερούγισε η αγία του ψυχή και παρέδωσε το πνεύμα στον ουράνιο πατέρα.

 Ο άγιος Θεόδωρος μετά την τρίτη εξορία δεν ξαναείδε το μοναστήρι του, που το κατέλαβαν άλλοι μοναχοί, οπαδοί των εικονομάχων. Μακριά από το Στούδιο, θλιβόμενος και προσευχόμενος, πέρασε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του εκεί, στον τόπο της εξορίας του, και έτσι έκλεισε τα μάτια του στο μάταιο αυτό κόσμο.

{Απομαγνητοφωνημένη εσπερινή ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου στην Αθήνα, στις 21-11-1976. Εδημοσιεύθη στην «Χριστιανική Σπίθα» (527-9/1996)}

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Όταν κάποια προσβολή κάποτε καίει την ψυχή σου, φέρε στο νου τον Χριστό και τα χτυπήματα Του  

και πόσο μέρος απ' τις πληγές του Κυρίου είναι τούτα· κι αυτό θα είναι το νερό να σβήσεις τη λύπη σου.


Τα πάθη, η μέθη, η ζήλεια κι ο δαίμονας είναι ίσα·  όποιον χτυπήσουν, βουλιάζουν το μυαλό του·

το λιώσιμο, η προσευχή, τα δάκρυα, να τα φάρμακα. Αυτή είναι η γιατρειά στα δικά μου πάθη.


Τίποτα μη θεωρείς ισάξιο με τον πιστό φίλο, που δεν τον έφερε το ποτήρι κι η ταραχή του καιρού·  

αλλά αυτός δεν χαρίζει παρά μόνο ό,τι μας συμφέρει. Αναγνώριζε όρια στην έχθρα, όχι όμως στη φιλία.


 Γιατί να θεωρούμε αίτιο για όλα τον δόλιο  εχθρό, αφού του δίνομε εξουσία με τον τρόπο που ζούμε;

Να κατηγορείς τον εαυτό σου ή για όλα ή για τα πιο πολλά·  τη φωτιά βάζομε εμείς, η φλόγα είναι του Πνεύματος.


Η όψη συναρπαστική, κρατήθηκα όμως·  δεν έστησα είδωλο στην αμαρτία.

Αν στήσεις είδωλο, πού καιρός για πράξεις; αυτά της πάλης τα σκαλιά με τον εχθρό.


Τ' ωραιότερο δώρο για τον Θεό είναι ο τρόπος·  κι αν υποφέρεις τα πάντα, τίποτ' άξιο δεν θα υποφέρεις.

Ό,τι δίνει κι ένας φτωχός αυτό να προσφέρεις. Ο καθαρός δεν μοιράζεται την αμοιβή της αμαρτίας.


Σε φτώχεια φιλοσοφημένη


 Είναι ένας άρρωστος βαριά και φάρμακα πολλά  παίρνει για τις αρρώστιες του κι άλλος υγεία γεμάτος, χωρίς ούτε ένα φάρμακο•

ποιόν πες μου μακαρίζεις; σίγουρα τον γερό κι εσύ όπως ο κόσμος όλος.

Έτσι κι αυτόν που χρειάζεται λίγα, φτωχός κι αν είναι  αλλά όχι αυτόν που κολυμπά σε χρήματα και πάθη.


Στην υπομονή


 Ευτυχισμένο αν βρεις μες στους κακούς,  του τέλους ξέρε η ελπίδα τον κρατεί.

Κι αν κάποιο βρεις καλό μες στα δεινά, άγνισμα η λύπη ξέρε•

κι αν μικρό  ίχνος πηλού έχει, πρέπει με τους πόνους  να σβήσει, να μη μείνει τίποτα για τη φωτιά.

Η του εχθρού είναι πειρασμός, και πάλι  απ' τον Θεό ευκαιρία να δειχτείς μεγάλος.

Ο Ιώβ ο νικηφόρος ας σε πείσει.


Γρηγόριος ο Θεολόγος: Γνώμες σε τέσσερις στίχους


Την πράξη βάζεις  μπρός ή τη θεωρία; των τελείων έργων αυτή, των πολλών η πράξη.

Είναι κι οι δύο σωστές κι αγαπημένες, σ' όποια κλίνεις εσύ, σ' αυτήν απλώσου.

Να μη διδάσκεις ή να διδάσκεις με τον τρόπο σου. Μη με το ένα χέρι τραβάς και απωθείς με το άλλο.

Θα χρειαστείς λιγότερα λόγια πράττοντας όσα πρέπει.

Ο ζωγράφος διδάσκει πιο πολύ με τις ζωγραφιές του.

Τίποτε μην τάξεις στον Θεό ούτε από τα μικρότερα, γιατί του Θεού ήταν πριν τα λάβει.

Τι λέω λοιπόν; Κλέβεις τα δικά σου μη δίνοντας. Ώ καινούργιο Χρέος!

Ας σε πείσει ο Ανανίας και η Σαπφείρα.

Ν' ανεβαίνεις πιο πολύ με τη ζωή σου παρά με την ιδέα σου. Ο νους σε κάνει Θεό, η ιδέα σου σε ρίχνει βαριά.

Το κατορθώνεις αυτό, αν δεν έχεις μέτρο σου τα μικρά. Και σε μεγάλο ύψος να βρεθείς, δε φτάνεις την εντολή.

Κυνήγα τη δόξα, όχι την όποια κι όχι υπερβολικά. Ανώτερο να είσαι απ' το να φαίνεσαι.

Αν είσαι δίχως μέτρο  μην κυνηγάς την κούφια, μήτε τη νεανική. Τι κερδίζει ο πίθηκος αν περνά για λιοντάρι.

Αν καλοταξιδεύεις, μην πεις μεγάλο λόγο προτού δέσεις.

Κοντά στο λιμάνι βούλιαξε καλοτάξιδο πλεούμενο  κι άλλοι σώθηκαν περνώντας μεγάλη τρικυμία.

Να, μιά ασφάλεια: μην περιγελάς τις τύχες των άλλων.


Επιμέλεια: www.sophia-ntrekou.gr Σοφία Ντρέκου/Αέναη επΑνάσταση

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2021

ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ, ΤΗΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΕΩΣ, Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΗ ΑΓΙΑ

«Σ’ εσένα, ω περιπλαμένη ξένη, Χριστός ο Κύριος μας έδωσε μια διακαή μεσίτρια για όλους μας. Έχοντας λάβει στη ζωή σου βάσανα και θλίψη, και υπηρετώντας το Θεό και τους ανθρώπους με αγάπη, εσύ απέκτησες μεγάλη παρρησία στο Θεό Δι’ αυτό, σπεύδουμε θερμά σ’ εσένα στους πειρασμούς και τη θλίψη, κραυγάζοντας εκ βάθους ψυχής : Μην εγκαταλείψεις την ελπίδα μας στην καταισχύνη, ω ευλογημένη Ξένια».

«ημείς μωροί δια Χριστόν …»

“Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών” μπορούμε να πουμε ότι η ευλογημένη δούλη του Θεού Ξένη, η διά Χριστόν σαλή, ανήκε σ’ αυτούς που είναι “πτωχοί τω πνεύματι” και τα σαράντα πέντε χρόνια της ασκητικής της ζωής δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μία απόκτηση του Αγίου Πνεύματος και μία καθίδρυση της Βασιλείας των ουρανών στην καρδιά της.

“Εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”. Εδώ αναπαύεται το σώμα της δούλης του Θεού, Ξένης Γκριγκόριεβνα, γυναικός του αυτοκρατορικού πρωτοψάλτου, συνταγματάρχου Ανδρέα Φεοντόροβιτς Πετρώφ. Χήρα σε ηλικία 26 ετών, μία προσκυνήτρια για 45 χρόνια, έζησε 71 χρόνια. Ήταν γνωστή με το όνομα Ανδρέα Φεοντόροβιτς”.

Αυτά γράφονται στο λακωνικό επιτύμβιο πάνω στον τάφο της μακαρίας Ξένης στο κοιμητήριο Smolensk της Αγ. Πετρούπολης.

Κοινωνία Ορθοδοξίας Η Οσία Ξένη της Αγίας Πετρουπόλεως

Το Συναξάρι λέει :

Η ταπείνωσή της είλκυσε τη Χάρη του Θεού ,αλλά όσο ταπεινωνόταν, τόσο περισσότερο την εξύψωνε ο Θεός, τόσο που την προίκισε με προορατικό, διορατικό και θαυματουργικό χάρισμα. Οι συμπολίτες της αναγνώρισαν τα σημάδια αγιότητας της ώστε θεωρούσαν την παρουσία της ανάμεσά τους ως ευλογία για την πόλη τους και τη ζωή τους.«Η ευλογία του Θεού φαινόταν να τη συνοδεύει οπουδήποτε εκείνη πήγαινε: όταν έμπαινε σε ένα μαγαζί οι εισπράξεις της ημέρας αυξάνονταν σημαντικά. Οι έμποροι την παρακαλούσαν να πάρει κάτι ως δώρο η τουλάχιστον να μπεί στο κατάστημά τους. Ήξεραν ότι εκείνη τη μέρα οι δουλειές τους θα πήγαιναν πολύ καλά και τα κέρδη τους θα ήταν πολλά. Όταν περπατούσε στον δρόμο, από όλες τις μεριές, από όλα τα αμάξια που περνούσαν άκουγε να φωνάζουν: «Ανδρέα Φεοντόροβιτς, σταμάτα, θέλω να σε πάρω στο αμάξι μου έστω και για λίγα βήματα». Και όταν έμπαινε σε κάποιο αυτοκίνητο, το εισόδημα του αυτοκινήτου αυτού την ημέρα εκείνη ήταν πολύ μεγάλο. Η μακαρία Ξένη προτιμούσε να κάθεται σε αυτοκίνητα ανθρώπων που είχαν ανάγκη βοηθείας. Εάν μιλούσε με κανέναν που ήταν στενοχωρημένος, αμέσως αυτός καταπραϋνόταν και του ερχόταν μία θαυματουργική βοήθεια. Όταν αγκάλιαζε ένα άρρωστο παιδί, αμέσως αυτό γινόταν καλά. Όταν ευλογούσε ένα μαθητή αυτός προόδευε. Η πολύ και μακροχρόνια συμπόνια της, άνοιξε το δρόμο του σεβασμού και της ευλάβειας προς το πρόσωπό της και οι άνθρωποι γενικά έφτασαν να την θεωρούν ως το φύλακα άγγελο της πόλης.»

Μερικές φορές, όταν οι Χριστιανοί κάνουν καλές πράξεις, τις κάνουν κρυφά ώστε μόνο ο Θεός να βλέπει. Αυτό γιατί ο Κύριος είπε: «Μην αφήνεις να γνωρίζει η αριστερά σου χείρ τι ποιεί η δεξιά σου» και, «Κάνε τις καλές σου πράξεις μυστικά ώστε ο Πατέρας που σε βλέπει μυστικά να σε ανταμείψει φανερά.» Αυτό είναι που αντιπροσωπεύει την Αγία Ξένια.

Θαύματα, θεραπείες και εμφανίσεις της Αγίας Ξένιας συμβαίνουν και σήμερα σε εκείνους που επισκέπτονται τον τάφο της ή που απλά ζητάνε τις πρεσβείες της. Ο Θεός θεραπεύει πολλούς ανθρώπους από ασθένειες και πάθη μέσω των πρεσβειών της Αγίας Ξένιας. Αυτή τους βοηθά να βρουν δουλειά, σπίτι ή σύζυγο (όλα αυτά για τα οποία εκείνη απαρνήθηκε στην δική της ζωή). Η Αγία Ξένια δεν είχε σπίτι και έτσι γνωρίζει πόσο σκληρό είναι να έχεις ανάγκη ένα σπίτι και να ζεις άστεγος. Στην εκκλησία την ημέρα της γιορτής της την καλούμε «άστεγη περιπλανώμενη», γιατί εγκατέλειψε νωρίς το σπίτι της για τον παράδεισο.

Πριν πολλά χρόνια, όταν οι άνθρωποι της Αγίας Πετρούπολης έχτιζαν μια εκκλησία στο κοιμητήριό του Smolensk, η Αγία Ξένια συνήθιζε να πηγαίνει το βράδυ και να κουβαλάει βαριούς πλίνθους οι οποίοι χρειάζονταν την επόμενη μέρα για το χτίσιμο της στέγης της εκκλησίας. Όταν οι τεχνίτες έρχονταν κάθε πρωί, έβρισκαν το σκληρότερο μέρος της δουλειάς τους ήδη τελειωμένο και αυτοί αναρωτιόνταν ποιός να ήταν που έκανε αυτή την ευγενική πράξη. Τελικά, δυο απ αυτούς αποφάσισαν να περάσουν το βράδυ τους στο κοιμητήριο. Περίμεναν και περίμεναν, και όταν έγινε σκοτάδι, η Αγία Ξένια εμφανίστηκε. Όλο το βράδυ, την παρακολουθούσαν να ανεβαίνει και να κατεβαίνει με τα τούβλα της, τους τοίχους της μισοτελειωμένης εκκλησίας.

Η εκκλησία που η Αγία Ξένια βοήθησε στο χτίσιμο είναι ακόμη στο κοιμητήριό του Smolensk και δίπλα της υπάρχει ένα μικροσκοπικό παρεκκλήσιο στο οποίο έχει ταφή. Προσκυνητές από όλη τη Ρωσία έρχονται εκεί να προσευχηθούν και να ζητήσουν να τους βοηθήσει.

Επάνω στον τάφο της τοποθετήθηκε μια πλάκα από γρανίτη με την επιγραφή: «Εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Εδώ αναπαύεται το σώμα της δούλης του Θεού, Ξένης Γκριγκόριεβνα, γυναικός του αυτοκρατορικού πρωτοψάλτη, συνταγματάρχου Ανδρέα Φεοντόροβιτς Πετρώφ. Χήρα σε ηλικία 26 ετών, μία προσκυνήτρια για 45 χρόνια, έζησε 71 χρόνια. Ήταν γνωστή με το όνομα Ανδρέα Φεοντόροβιτς».

Πηγή: www.iconandlight.wordpress.com

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2021

ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΕΝ ΟΛΥΜΠΩ, Ο ΣΥΝΕΠΗΣ ΑΣΚΗΤΗΣ

ΜΑΡΙΑ ΒΛΑΧΟΥ, ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Ο άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω γεννήθηκε περί το 1500 μ.Χ. στο χωριό Σκλάταινα (σημερινή Δρακότρυπα Νομού Καρδίτσας) που υπαγόταν στην επαρχία Φαναρίου, από γονείς φτωχούς αλλά ευσεβείς.

Σημείο της μελλοντικής πνευματικής προκοπής του φανερώθηκε ενώ ήταν βρέφος ακόμη. Κατά την παράδοση, ενώ  κοιμόταν, οι γονείς του έβλεπαν από πάνω του ένα φωτεινό σταυρό να ακτινοβολεί! Επίσης από την παιδική του ηλικία, νήστευε, προσευχόταν, μελετούσε την Αγία Γραφή, προσπαθούσε να  μιμηθεί τους βίους των αγίων και μιλούσε επίσης  για την πίστη στους συμμαθητές του.

Όταν ενηλικιώθηκε, αποφάσισε να γίνει μοναχός. Αργότερα συνέβη  να περάσει από το χωριό του ο μοναχός Άνθιμος από τα Μετέωρα με τον οποίο συζήτησε εκτενώς και τον ακολούθησε. Εκεί έγινε η ρασοφορία του και ονομάστηκε Δανιήλ. Επειδή άκμαζε στην αρετή, οι υπόλοιποι μοναχοί τον εκτιμούσαν πολύ. Λόγω ταπείνωσης  όμως και ακολουθώντας συνάμα τη φιλοησυχαστική του τάση, αποφάσισε να φύγει κρυφά μια νύχτα για το Άγιο Όρος, πηδώντας από ένα βράχο χωρίς να πάθει τίποτα!

Φτάνοντας στις Καρυές υποτάχτηκε στο γέροντα Γαβριήλ, τότε Πρώτο του Αγίου Όρους, που τον έστειλε για ένα χρόνο στον Άγιο Μάμα σύμφωνα με τον κανόνα για τους αγένειους. Όταν επέστρεψε, εκάρη μεγαλόσχημος, μετονομάστηκε Διονύσιος, σύντομα χειροτονήθηκε διάκονος και αργότερα πρεσβύτερος. Κατόπιν ευλογίας από τον γέροντά του, κατέφυγε στη Σκήτη Καρακάλου, όπου έχτισε κελί και ναό αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα. Εκεί ενέτεινε την άσκηση του. Χαρακτηριστική ήταν η ακτημοσύνη του!

Κατόπιν ο άγιος επισκέφτηκε τους Αγίους Τόπους, λαμβάνοντας μεγάλη χαρά και ψυχική ωφέλεια. Του έγιναν  δύο ξεχωριστές  προτάσεις διαδοχής: από το Μητροπολίτη Ικονίου και τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δωρόθεο, αλλά εκείνος τις αρνήθηκε και επέστρεψε στο κελί του όπου συνέβαιναν πολλά θαυμαστά. Τον διακονούσαν άγγελοι και όταν κάποιος του έστησε καρτέρι να τον σκοτώσει για να τον ληστέψει  καθ’ οδόν για το ερημητήριο  του ,τον βρήκε τελικά μέσα σ’ αυτό, αφού είχε περάσει ήδη αόρατος από μπροστά του! Μετανόησε και έγινε κι αυτός μοναχός.

Αργότερα υποχωρώντας στην επίμονη παράκλησή των πατέρων της μονής Φιλοθέου, ενθρονίστηκε ηγούμενός της. Ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη για την ενίσχυση των οικονομικών της μονής και έφερε νέους μοναχούς κατά την επιστροφή του. Μετέτρεψε το μοναστήρι από ιδιόρρυθμο σε κοινοβιακό αλλά κατά την προσπάθεια μετατροπής από βουλγαρικό σε ελληνικό αντιμετώπισε τις αντιδράσεις και το μίσος των Βουλγάρων.

Τότε μετέβη στη σκήτη Βεροίας μετά μικρής συνοδείας. Εκείνο το διάστημα κοιμήθηκε ο επίσκοπος και όλοι παρακαλούσαν να αναλάβει τη θέση του. Εκείνος αρνήθηκε το επισκοπικό αξίωμα για τρίτη φορά και κατευθύνθηκε στον Όλυμπο.

Εκεί ανήγειρε μονή καθώς και περικαλλή ναό που αφιέρωσε στην Αγία Τριάδα όταν, αφού προσευχήθηκε, εμφανίστηκε πάνω του  κατά την ανατολή, φωτεινός κύκλος με τρεις ακτίνες. Ο Τούρκος άρχοντας όμως δεν ενέκρινε την οικοδομική του δραστηριότητα γι’ αυτό ο άγιος έφυγε στο Πήλιο όπου έχτισε ναό και κελιά. Τότε όμως συνέβησαν διάφορα σημεία με αποτέλεσμα οι πρόκριτοι να φέρουν τον άγιο πίσω και ο Τούρκος άρχοντας να του παραχωρήσει άδεια ανέγερσης. Ο άγιος Διονύσιος είχε εξασκηθεί από μικρός στην αγιογραφία, καλλιγραφία και υμνογραφία, τέχνες χρήσιμες για τις πνευματικές ανάγκες κατά την τουρκοκρατία.

Ασκήτεψε επίσης στο σπήλαιο κάτω από τη μονή όπου βρίσκεται και το Αγίασμα. Είχε δώσει ονομασίες Αγίων Τόπων στα  μέρη γύρω από τη μονή. Δύο φορές το χρόνο ανέβαινε στα παρεκκλήσια της Μεταμόρφωσης και του Προφήτη Ηλία στην κορυφή του Ολύμπου. Όταν ο Θεός του αποκάλυψε σε όραμα το θάνατό του αποσύρθηκε στο «Γολγοθά» και ασκούμενος μέσα στο κρύο  αρρώστησε.

 Αν και οι πατέρες  επέμεναν να μείνει στο μοναστήρι εκείνος πήγε στο σπήλαιο του Αγίου Λαζάρου, όπου και τον φρόντιζαν, ενώ εκείνος τους συμβούλευε με πατρική αγάπη. Εν μέσω  θερμής προσευχής παρέδωσε το πνεύμα του εις Κύριον. Το σεπτό του λείψανο του προστάτη και πολιούχου της Πιερίας, που ενταφιάστηκε στο νάρθηκα του ναού που είχε χτίσει, σκορπάει υπερκόσμια ευωδία ενώ επιτελεί πλήθος θαυμάτων.

Η μονή υπέστη καταστροφές και σήμερα στη θέση της λειτουργεί η νέα μονή του Αγίου Διονυσίου, ενώ γίνονται προσπάθειες για την αναστήλωση της πρώτης.

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2021

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ

 ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΒΑΡΝΑΒΑ

Ο Απόστολος Τιμόθεος ήταν μαθητής του Αποστόλου Παύλου. Γεννήθηκε στα Λύστρα της Λυκαονίας από πατέρα Έλληνα και μητέρα Ιουδαία. Ο πατέρας του έφυγε από την πρόσκαιρη αυτήν ζωή πολύ νωρίς και ο άγιος Τιμόθεος μεγάλωσε με την μητέρα του Ευνίκη και την γιαγιά του Λωΐδα, που τον ανέθρεψαν με το ανόθευτο γάλα της πίστης και του έμαθαν από τα παιδικά του χρόνια να προσεύχεται και να μελετά τον λόγο του Θεού. Όταν ο Απόστολος Παύλος πέρασε από τα Λύστρα εκτίμησε τα πνευματικά χαρίσματα του νεαρού Τιμοθέου και στο πρόσωπό του είδε τον άξιο αποστολικό εργάτη. Τον πήρε μαζί του στην δεύτερη αποστολική του περιοδεία του και αργότερα τον τοποθέτησε στην Έφεσο, για να ποιμάνη το ποίμνιο της Τοπικής αυτής Εκκλησίας ως Επίσκοπός της. Ο Απόστολος Παύλος του απέστειλε δύο επιστολές, οι οποίες ευρίσκονται στην Καινή Διαθήκη. Πρόκειται για θαυμάσια συμβουλευτικά κείμενα που πρέπει να μελετούμε όλοι οι πιστοί και κυρίως οι πνευματικοί ποιμένες.

Μετά το μαρτυρικό τέλος του Αποστόλου Παύλου στην Ρώμη, ο Απόστολος Τιμόθεος συνέχισε το ποιμαντικό του έργο στην Έφεσο μέχρι το δικό του μαρτυρικό τέλος. Σύμφωνα με την Παράδοση υπέστη μαρτυρικό θάνατο από τους εξαγριωμένους ειδωλολάτρες, επειδή επέκρινε τα όργιά τους σε μια σειρά γιορτών της Αρτέμιδος της Εφεσίας.

Στις δύο Επιστολές του προς τον άγιο Τιμόθεο ο Απόστολος Παύλος του δίνει διάφορες συμβουλές για την προσωπική του προκοπή, αλλά και για την προκοπή του ποιμνίου του. Του γράφει μεταξύ των άλλων:

– «Εντρεφόμενος τοις λόγοις της πίστεως και της καλής διδασκαλίας η παρηκολούθηκας» (Α Τιμ. δ 6)

Τον προτρέπει να τρέφεται με τους λόγους της πίστεως και της καλής διδασκαλίας που παρακολούθησε, για να είναι σε θέση, στην συνέχεια, να θρέψη ως καλός ποιμένας και το λογικό του ποίμνιο.

Ο λόγος του Θεού είναι πραγματικά πνευματική τροφή που στηρίζει και δυναμώνει και παράλληλα ξεκουράζει και παρηγορεί τον άνθρωπο, αλλά είναι και ζωντανό πνευματικό νερό που δροσίζει και ξεδιψά την ψυχή του. Βέβαια όταν είναι καθαρός και ανόθευτος, γιατί και σήμερα, όπως και στην εποχή του αγίου Τιμοθέου, αλλά και σε κάθε εποχή, υπάρχουν οι αιρετικοί, οι οποίοι νοθεύουν την πίστη και μαζί με την πνευματική τροφή προσφέρουν και πνευματικό δηλητήριο.

Στην σημερινή εποχή της υπερκατανάλωσης οι ανθρώπινες κοινωνίες μαστίζονται κυρίως από την πνευματική πείνα. Παρ’ όλον που κυκλοφορούν σήμερα πολλά πνευματικά βιβλία και ακούονται πολλά κηρύγματα, σε όλη σχεδόν την γη, εν τούτοις εξακολουθεί να υπάρχη πνευματική πείνα, «λιμός του ακούσαι λόγον Κυρίου». Αφ’ ενός μεν γιατί οι άνθρωποι στην πλειοψηφία τους δυστυχώς δεν μελετούν και για το γεγονός αυτό ευθύνονται πολλοί παράγοντες, όπως η τηλεόραση, η χαλάρωση των ηθών, η αδιαφορία για την πνευματική ζωή λόγω της αφθονίας των υλικών αγαθών κ.λ.π., αφ’ ετέρου δε γιατί τις περισσότερες φορές, ακόμη και εκεί που αφθονούν τα βιβλία και τα κηρύγματα, αυτό που προσφέρεται ως λόγος Θεού και ως τροφή πνευματική δεν είναι παρά θεολογία των παθών. Δηλαδή, εμπαθής ανθρώπινος λόγος που δεν έχει την δύναμη να παρηγορήση, να στηρίξη και να αναγεννήση τον άνθρωπο.

Ζούμε σε μια εποχή όπου η εκκοσμίκευση έλαβε επικίνδυνες διαστάσεις και κατατρώει το μεδούλι της Ορθόδοξης θεολογίας και ζωής. Πολλά κηρύγματα είναι, δυστυχώς, άχροα, άοσμα, άγευστα και είναι οτιδήποτε άλλο παρά λόγος Θεού. Επίσης, άλλο πράγμα είναι ο λόγος περί του Θεού και άλλο ο λόγος του Θεού, που είναι καρπός εμπειρίας και θεοπτίας. Και αν ο κήρυκας του Θείου λόγου δεν έχει μεγάλη προσωπική πείρα και εμπειρία, ωστόσο έχει την δυνατότητα να «εκμεταλλεύεται» την πείρα και την εμπειρία των θεοπτών Αγίων και πρέπει να το κάνη και να μη λέγη δικές του σκέψεις και στοχασμούς, επειδή υπάρχει ενδεχόμενο να κάνη σοβαρά λάθη. Και ασφαλώς κανένας δεν έχει το δικαίωμα να παίζη με την σωτηρία την δική του, αλλά και των συνανθρώπων του. «Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να τονίζεται και το πως είναι δυνατόν κανείς να πραγματοποιήση τον σκοπό της ζωής του και να επιτύχη την σωτηρία του, ποιό τρόπο και ποιά μεθοδο θα πρέπη να ακολουθήση» (Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος).

– «ου γαρ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού» (Β Τιμ. α 7)

Προτρέπεται ο Απόστολος Τιμόθεος να αναζωπυρώνη την φλόγα του χαρίσματος του Θεού, που του δόθηκε δια της επιθέσεως των χειρών του Αποστόλου Παύλου, επειδή ο Θεός δεν μας έδωσε πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού.

Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση σε πολλούς ανθρώπους ότι όλοι εκείνοι που αγωνίζονται να βιώνουν το θέλημα του Θεού στην ζωή τους είναι δειλοί, απόκοσμοι, αποκομμένοι από την κοινωνία, αποτυχημένοι της ζωής και χωρίς την δύναμη να αντιμετωπίσουν την καθημερινότητα και τα προβλήματά της. Αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, επειδή χρειάζεται να διαθέτη κανείς μεγάλη ανδρεία, εσωτερική δύναμη και πνευματική λεβεντιά για να μπορέση να απαρνηθή το θέλημά του, να βιώση την υπακοή στο θέλημα του Θεού και να ζη με παρθενία, αγνεία και σωφροσύνη σε δύσκολες και αντίξοες συνθήκες μέσα στον κόσμο ως έγγαμος η ως ασκητής στην έρημο με εκούσιες στερήσεις, με άσκηση και προσευχή, μακριά από αγαπημένα πρόσωπα, «μόνος μόνω Θεώ». «Το να προσεύχεσαι για όλο τον κόσμο είναι σαν να χύνης αίμα» (Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης).

Όσοι έχουν μάθει να τρέφονται με το ανόθευτο γάλα της πίστης από τον ζωντανό μαστό της Εκκλησίας και όχι από κακέκτυπα υποκατάστατά της, αυτοί αποκτούν πνευματικά αντισώματα, πνευματική υγεία, ανδρεία και ευρωστία και αληθινή λεβεντιά.

Πηγή:www.pemptousia.gr

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2021

ΜΕΓΑΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Ο ΗΛΙΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΥ - ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ - ΖΩΓΡΑΦΟΥ

Αληθινά κράζει ο προφήτης: «Αγαλλιάσθω η έρημος και ανθήτω ως κρίνον». Με τη θρησκεία του Χριστού γεμίσανε οι ερημιές από αγίους ανθρώπους, από άνθη πνευματικά. «Και αντί της στιβής, αναβήσεται κυπάρισσος, αντί δε της κονίζης, αναβήσεται μυρσίνη». Και ο υμνωδόςγια τον καθένα απ  αὐτοὺς τους αγγελικούς κατοίκους της ερήμου, που είχανε το δάκρυ καθημερινό, αλλά όχι το δάκρυ της απελπισίας,αλλά της κατανύξεως το «χαροποιόν δάκρυον» ψέλνει παθητικά: «Ταις των δακρύων σου ροαίς, της ερήμου το άγονον εγεώργησας, και τοις εκ βάθους στεναγμοίς εις εκατόν τους πόνους εκαρποφόρησας, και γέγονας φωστήρ, τη οικουμένη λάμπων τοις θαύμασι, Ευθύμιε πατήρ ημών όσιε. Πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών.»

Ο άγιος Ευθύμιος ο Μέγας, που εορτάζει τη μνήμη του η Εκκλησία στις 20 του Ιανουαρίου, εστάθηκε ένας από τους φωστήρες της ασκητικήςπολιτείας. Γεννήθηκε στη Μελιτηνή της Αρμενίας στα 377 μ.X. Αληθινά εκ κοιλίας μητρός ήτανε αγιασμένος, γιατί αφοσιώθηκε στο Θεό απότριών χρονών παιδί. Ο Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης, που μόνασε στο κοινόβιο του αγίου Ευθυμίου ύστερα από την κοίμηση του αγίου, γράφει πως από τα πρώτα χρόνια της ηλικίας του το στόμα του αενάως δοξολογούσε το Θεό, η χαρά του ήτανε να πηγαίνει στην εκκλησία και ναακούγει τα άγια γράμματα με φόβο και κατάνυξη. «Τον δε μεταξύ χρόνον, οίκοι εσχόλαζεν εν τε τη προσευχή και τη ψαλμωδία και ταις των θείων λόγων αναγνώσεσι, διανυκτερεύων τε και ημερεύων, ειδώς ότι ο μελετών εν νόμω Κυρίου ημέρας τε και νυκτός έσται ως και το ξύλον το πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των υδάτων, ο τον καρπόν αυτού δώσει εν καιρώ αυτού».

Σαν έγινε 29 χρονών, πήγε στα Ιεροσόλυμα και προσκύνησε τους αγίους Τόπους, έπειτα επισκέφθηκε τους πατέρας της ερήμου και τέλος κατοίκησε σ  ἕνα σπήλαιο της λαύρας του Φαράν, κ  ἐζοῦσε με τέλεια ακτημοσύνη, πλέκοντας ψάθες για τη συντήρησή του. Εκεί κάθισε πέντε χρόνια, μ  ἕναν άλλον ασκητή Θεόκτιστο. Μετά τα πέντε χρόνια πήγανε από το Φαράν και ήβρανε μέσα σ  ἕνα ξεροπόταμο, που το λένε τώρα Ουάντι Δαμπόρ, ένα σπήλαιο απόγκρεμνο, κ  ἐκεῖ κατοικήσανε. Με τον καιρό πληθύνανε οι αδελφοί, και στο τέλος κάνανε έναμοναστήρι κοινόβιο, το πρώτο που γίνηκε στην Παλαιστίνη, και μέσα σ  αὐτὸ οι μοναχοί ζούσανε με άκραν αυστηρότητα. Ο μέγας Ευθύμιος,ο ηγούμενός του, έλεγε: «Οφείλει είναι ο μοναχός όλος οφθαλμός, πάντοθεν εαυτόν περισκέπην ακοίμητον έχων προς την αυτού φυλακήν το της ψυχής όμμα, ως εν μέσω παγίδων διοδεύων αεί». Από την αυστηρότητα του βίου κάποιοι μοναχοί απαυδήσανε και θέλανε να φύγουνε.«Τα κελλία στενά λίαν και απαραμύθητα ήσαν, ούτως αυτά του Μεγάλου Ευθυμίου κελεύσαντος».

Χρειάζεται πολύ χαρτί και μελάνι για να γράψει κανένας καταλεπτώς την πολιτεία του αγίου Ευθυμίου, τα λόγια του που σωθήκανε στο βίο του, τα θαύματά του και την κοίμησή του. Η αγιότητά του ακούσθηκε σ  ὅλη τη χριστιανοσύνη. Ονομάσθηκε «μέγας φωστήρ και ήλιος τηςερήμου». Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 20 Ιανουαρίου του έτους 473 μ.X., ημέρα Σάββατο, σε ηλικία 97 χρονών. «Ην δε το είδος αυτού αγγελικόν,η έξις άπλαστος (αφελής, απροσποίητη), το ήθος πραΰτατον, η δε φαινομένη του σώματος αυτού όψις στρογγυλοειδής τε υπήρχε και φαιδρά και λευκή και ευόμματος. Ην δε υποκόλοβος την ηλικίαν και ολοπόλιος, έχων τον πώγωνα μέγαν, φθάνοντα έως της κοιλίας, καιασινή πάντα τα μέλη· ούτε γαρ οι οφθαλμοί αυτού η οι οδόντες η έτερον μέλος το παράπαν εβλάβη αλλά στερρός τε και πρόθυμος ων ετελειώθη».

Ένα από τα πολλά θαύματα που έκανε είναι και το ακόλουθο, που το διηγήθηκε στον Κύριλλο, ο οποίος έγραψε το βίο του αγίου Ευθυμίου,ένας φύλαρχος Σαρακηνός, Τερέβωνας λεγόμενος, για τον πάππο του που είχε το ίδιο όνομα και που τον έγιανε ο άγιος. Αυτός λοιπόν ογέρο – Τερέβωνας, τον καιρό που ήταν ακόμα παιδί παράλυσε το μισό κορμί του, το δεξιό μέρος, από το κεφάλι έως τα πόδια. Ο πατέρας του Ασπέβετος, που ήτανε κι  αὐτὸς φύλαρχος, ήτανε απαρηγόρητος, γιατί οι γιατροί δεν μπορέσανε να δώσουνε ωφέλεια στο παιδί του. Βρισκότανε στην Αραβία κ  εἴχανε στήσει τα τσαντήρια τους. Όπου, μια νύχτα, βλέπει το άρρωστο παιδί στον ύπνο του έναν καλόγερο με μακριά γενειάδα και του λέγει: «Τι ασθένεια έχεις;» Κ  ἐκεῖνο έδειξε το παράλυτο μέρος του κορμιού του. Κι  ὁ μοναχός του λέγει πάλι: «Ο,τι τάξεις στο Θεό, θα το κάνεις, αν ελευθερωθείς από την αρρώστια;» Και το παιδί είπε: «Ναι». Τότε του λέγει ο γέροντας: «Εγώ είμαιο Ευθύμιος, που κάθουμαι στην έρημο, δέκα μίλια ανατολικά της Ιερουσαλήμ, μέσα στο ξεροπόταμο που είναι νοτινά από το δρόμο που πηγαίνει στην Ιεριχώ. Αν θέλεις να θεραπευθείς, έλα σε μένα κι  ὁ Θεός θα σε γιατρέψει».

Το πρωί, είπε το όνειρο το παιδί στον πατέρα του, κ  ἐκεῖνος αμέσως πρόσταξε να σηκώσουνε τις τέντες και να τραβήξουνε κατά το μοναστήρι του αγίου Ευθυμίου, που το βρήκανε ρωτώντας. Οι μοναχοί, σαν είδανε το πλήθος των βαρβάρων, φοβηθήκανε. Μοναχά οΘεόκτιστος κατέβηκε και τους ρώτησε τι ζητάνε. Κ  ἐκεῖνοι του είπανε «τον Ευθύμιο, το δούλο του Θεού». Επειδή όμως ο άγιος Ευθύμιοςησύχαζε κ  εἶχε δώσει παραγγελία να μην τον ανησυχήσουνε ως το Σάββατο, είπε στον Ασπέβετο να περιμένουνε. Αλλά ο δυστυχής πατέρας του έδειξε το παιδί που κειτότανε ξυλιασμένο και τον παρακάλεσε να τον λυπηθεί. Τότε ο Θεόκτιστος πήγε και είπε στον άγιο τηνιστορία. Κ  ἐκεῖνος κατέβηκε, και σαν είδε το παιδί, έκανε προσευχή πολλήν ώρα, ύστερα το σταύρωσε, και παρευθύς έγινε καλά οΤερέβωνας. Βλέποντας οι Αραπάδες αυτό το θαύμα, γονατίσανε και φιλούσανε τα πόδια του αγίου, και τον παρακαλούσανε να τους βαφτίσει. Τότε ο άγιος παράγγειλε να κάνουνε μία μικρή κολυμβήθρα σε μια γωνιά της σπηλιάς, που σώζουνταν ως τον καιρό που ταέγραφε ο Κύριλλος, κι  ἀφοῦ τους κατήχησε, τους βάφτισε. Τους κράτησε στο μοναστήρι σαράντα μέρες για να τους διδάξει τα της θρησκείας, κ  ὕστερα φύγανε. Ένας μοναχά απόμεινε στο μοναστήρι, ο θείος του Τερέβωνα, Τερέβωνας κι  αὐτός, αδελφός της μητέρας του, και χειροτονήθηκε καλόγηρος, και μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, αφού έδωσε πολλά χρήματα για να μεγαλώσουνε το μοναστήρι. Στάθηκε τύπος και υπογραμμός στην ευσέβεια, και κοιμήθηκε εν ειρήνη.

Μια Κυριακή λειτουργούσε ο άγιος Ευθύμιος, και κατά τα συνηθισμένα κάποιος ευλαβέστατος μοναχός Δομετιανός στεκότανε στα δεξιά της αγίας Τραπέζης βαστώντας το λειτουργικό ριπίδι, κι  ὁ Μαρίνος ο Σαρακηνός στεκότανε κοντά στο θυσιαστήριο, ακουμπώντας τα χέρια του στα κάγκελα. Άξαφνα βλέπει φωτιά να κατεβαίνει από τον ουρανό και να απλώνεται απάνω στο θυσιαστήριο σαν νάτανε σεντόνι πύρινο, και σκέπασε το μέγα Ευθύμιο και το μακάριο Δομετιανό. Και έμεινε έτσι σ  ὅλο το χερουβικό. «Τούτο δε το θαύμα ουδείς είδεν ειμή οι όντες του πυρός ένδον, και Τερέβων, και ο Χρυσίππου αδελφός Γαβρήλιος ο Καππαδόκης, ευνούχος ων από γεννήσεως και δι εἰκοσιπέντε ενιαυτών τότε εις την εκκλησίαν προσελθών. Φόβω τοίνυν συσχεθείς ο Τερέβων, έφυγεν εις τα οπίσω, και από τότε ουκέτι προέθετο επιστηρίζεσθαι τω καγκέλω του ιερατείου, καθ  ἣν είχε συνήθειαν τολμηρώς και θρασέως τούτο ποιείν κατά την ώραν της θείας προσκομιδής, αλλ  ὀπίσω πλησίον της θύρας της εκκλησίας ίστατο, μετά φόβου και ευλαβείας κατά την της συνάξεως ώραν κατά την κελεύουσαν εντολήν ευλαβείς έσεσθαι τους υιούς Ισραήλ και μη καταφρονητάς».

Πηγή: Ασάλευτο Θεμέλιο, Ακρίτας 1996.